ωδύνω

 

τί είπα και μου θύμωσες;

μήπως ότι σ’ αγαπάω ακόμα;

αλήθεια είναι, σ’ αγαπώ

ποτέ μου δεν προσπέρασα,

ποτέ δεν ξέχασα πώς άγγιξες τη φτώχεια μου

με την απλή σαγήνη της ερημιάς που σε κατάπινε,

αγαπημένο έμβρυο του νου μου

που δε θέλησες να γεννηθείς ποτέ.

τρίτη 14 οκτωβρίου 2014, 03:29 π.μ.

 

                                                                                                 

ο Eddie από το Αμέρικα

πολλοί προσπάθησαν να αντιγράψουν τον Εddie, σε όλους κάνει εντύπωση. φωτογραφίες με το ύφος του επιχείρησαν, για να συγκριθούν, κινηματογραφικές σεκάνς δημιούργησαν, μπορεί και βαρετές, αναμασήσανε μιμητικά τα φώτα του και τα σκοτάδια του και τις σκιές του και τα χρώματά του βέβαια, αυτά που τα δημιούργησαν όλα τούτα. κάτι θα πιάνανε όσο νάναι με την όσφρηση της ψυχής ανασκαλίζοντας το έργο του. πιθανόν όλοι να νιώθανε, όσο τον παρατηρούσαν, την ίδια σφιγμένη καρδιά από την απομόνωση καταμεσίς στον κόσμο όλο. και γω σαν κάτι από τα ίδια, με τις ώρες καθισμένη να τον κοιτώ και να αποσβολώνομαι μπροστά στο εμφανές του φως και στο καλά κρυμμένο του σκοτάδι και, πριν από αυτό, στις πολλές σκιές, φαινομενικά φυσιολογικές στα ετερόφωτα, μα στην ουσία ανέλπιδες.

δεν έχω ιδέα αν θα ήθελα να τον γνωρίσω και να με γνωρίσει. καμιά φορά λέω ναι, πολύ, κι άλλοτε καθόλου, θα έπληττα θανάσιμα με όλο αυτό που γι αυτόν ήταν τρόπος. ίσως αν ήμουν άρρωστη, θα με έστελνε μιαν ώρα αρχύτερα στον τάφο, όσο και να με κανάκευε ίσως, αν και νομίζω πως γενικά καθόλου δεν κανάκευε. δεν μπορώ να τον φανταστώ να χαϊδεύει μαλλιά, να γαμάει, να πηγαίνει σε χαρές –σε κηδείες ναι-. να χαμογελάει -αν κιόλας- με χείλη σφιγμένα, μάλλον για να δείξει πως ξέρει να το κάνει παρά γιατί του βγαίνει. καθισμένος μόνιμα σε μικρά δωμάτια, μπορεί και το ίδιο δωμάτιο χρόνια ολόκληρα ανάλλαχτο, και φωτεινές γωνιές, ανήλιαγες όμως μέσα του, με σηκωμένο το δεξί χέρι και μανίκι, να σερνοκοπάει, με σταθερότητα απαράμιλλη, το φαρδύ χρωστήρα και να απλώνει το φως του καθαρό, χωρίς καμία παρέμβαση και παράσιτα στον ήχο που τούτο αποπνέει. εἰναι απόλυτα προικισμένος όσο να πεις στο να ξεκαθαρίζει μέσα του, προτού το εφαρμόσει, ποιο και πόσο είναι το φως που θέλει στο τέλος να του βγεί.
οι νυχτερινές σκηνές του με διασκεδάζουν, σαν θεατής σε θέατρο ο ίδιος, με έναν ή το πολύ δύο ηθοποιούς στη σκηνή όπου τους ανεβάζει και την αποκαλεί ζωγραφικό χώρο.
και κείνες οι τραγικές γεροντοκόρες μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο, έτοιμες να πηδήξουν.. μα δίνουν λίγο περιθώριο ακόμα στην αναβολή, σκερτσάρουν θαρρείς με την αναπόφευκτη κατάληξη, μπας και μέσα στου ήλιου το καταύγασμα τις εντοπίσει κάποιος ανώνυμος από τον απέναντι ουρανοξύστη και τις λυπηθεί και σπεύσει να τις πάρει στην αγκαλιά του και να τις σώσει για πάντα και κείνες να σωθούν επιτέλους. για τούτο και φορούν λαμπρόχρωμο φουστάνι, για να εντοπίζονται καλύτερα, από όλους αυτούς που θα μπορούσαν αυτή τη στιγμή να μην κοιτάζουν τη δουλειά τους.
εκείνα πάλι τα δωμάτια των ξενοδοχείων, που από ανώνυμα πλαίσια σφοδρών ερωτικών αποκαλύψεων καταλήγουν στα χέρια του να στραγγαλίζουν ό,τι θα μπορούσε θεωρητικά να έχει απομείνει από τον, παροδικό έστω, συγχρωτισμό δύο ανθρώπων… σεμνύνομαι να τα κοιτάζω, με κάνουν να νιώθω παρατηρήτρια από φαρδιά κλειδαρότρυπα, που οι πρωταγωνιστές γνωρίζουν την ύπαρξή της, παρατηρήτρια μιας ιστορίας που τελείωσε, καλύτερα ας πω που ήταν ήδη τελειωμένη πριν καν αριβάρουν οι δυο τους στο λόμπυ. τελείωσε άσχημα και επικίνδυνα, τόσο που ο άντρας να ξεπλένει το στόμα του στο λαβομάνο του μπάνιου και η γυναίκα να κοιτάζει μπροστά της με κενό βλέμμα, παρότι προσπάθησε να είναι όμορφη πριν τη συνάντησή τους χωρίς να ξέρει καλά-καλά το γιατί. η υποβόσκουσα ελπίδα για τη διάσωσή τους επιτίθεται πάλι, πιο ξεκάθαρη όμως από εκείνη της γεροντοκόρης και πιο μακρόπνοη. θα αναζωπυρωθεί αύριο το πρωί και για τους δυο από άλλα όνειρα και νέες επιθετικές ενέργειες αυτοπροστασίας. και ξανά και ξανά το ίδιο μοτίβο θα επαναλαμβάνεται, όσο να καταλήξουν σαν εκείνα τα αποξενωμένα γερόντια που κοιτάζουν κι αυτά το άπειρο και αναμένουν το τέλος, αυτή που το συνειδητοποιεί ότι θάρθει και ο άλλος που ελπίζει ότι θα αργήσει.
πρὀσωπα δύο, όχι, μάλλον πρόσωπο ένα: ο αριθμός ένα υπερέχει σε σχέση με τους άλλους αριθμούς προσώπων.
το θέμα σπίτι, κουτί, περιεχόμενο τον βασανίζει. σπίτια κοιταγμένα από παντού, από μακριά, από κοντά, μέσα σε μικροσκοπικούς οικισμούς και μόνα τους ή και δυό μαζί, ουρανοξύστες και φάροι και εκκλησίες, όψεις και στέγες και δρόμοι, ιδωμένα από όλα τα ύψη που ο ίδιος μπορούσε να σταθεί ή να σκαρφαλώσει για να τα επιθεωρήσει και να δημιουργἠσει έτσι αιώνια, χωρίς να το ξέρει την ώρα εκείνη, ακίνητους και μόνιμους συσχετισμούς τους.
ο συσχετισμός των εννοιών και των εικόνων μάλλον επιδιώκεται και προκύπτει διαισθητικά παρά κατασκευάζεται. το ζήτημα είναι να υπάρχει ρεγουλατόρος μέσα σου. επιδιώκει το συσχετισμό των εικόνων του κουνώντας την καρέκλα παρέκει και πιο κει, τόσο όσο να νιώσει ότι οι όγκοι απέναντί του, που πρόκειται να εγκαταλείψουν τον τρισδιάστατο κόσμο τους και να του υποταχθούν μεταφερόμενοι στον επίπεδο καμβά, μοιράζονται πλέον ισόρροπα γύρω από τους άξονες, στους οποίους αυτός θέλει να τους δέσει οριστικά. έτσι, μετακινήθηκαν στο καβαλέτο κεραμιδιές και κόκκινες και ωχρές και γκρίζες επιφάνειες, σπάνια άσπρες καθώς το άσπρο φως είναι σκληρό από μόνο του και ανελέητο κι αυτός τις θέλει να γλυκαίνουν, γιατί βλέπει ομορφιά και αρμονία εκεί όπου οι υπόλοιποι συνήθως συμφωνούμε ότι υπάρχει ασχήμια, αδιαφορία και τυχαιότητα.
ο συσχετισμός των εννοιών προκύπτει ήρεμα μέσα μου, φυσικό επακόλουθο μιας διαρκούς παρατήρησης, επομένως για να εμπλουτίσω το εννοιολόγιό μου και να το ανακυκλώνω, ακολουθώ πειθήνια, ήρεμα και καθοριστικά τις εικόνες στις οποίες επιθυμώ να βυθιστώ. τα πρόσωπα, όσο και αν τα καθηλώσεις στην καρέκλα, όσο και αν τα τριγυρίσεις, όσες όψεις τους και να αντικρίσεις, ποτέ δεν καταφέρνεις να ακινητοποιηθείς απόλυτα μπροστά σε μία, καθώς η καμπύλη και η κυρτότητα από τη φύση τους ρέουν και συ ο ίδιος ρέεις είτε βηματίζοντας είτε αλαφροπατώντας. αυτή η ροή σε παρασέρνει να οικοδομείς μέσα σου τρισδιάστατη εικόνα, που συμπληρωμένη με ήχους, αποχρώσεις, φωτοσκιάσεις και συναισθήματα, καταλήγει να σε σπρώχνει βαθιά, να διεισδύσεις πέρα από το κρέας και τη μάζα και το αίμα, ζητώντας σου να αντλήσεις και να επαναφέρεις την αύρα του προσώπου πάνω σου, αγαπητό και αγαπημένο, αδιάφορο ή μισητό, σχηματοποιημένη όμως πια και με όρια μονοκοντυλιάς, έτσι ώστε αν θες να την περιγράψεις, να μπορείς να το κάνεις με κλειστά μάτια, νιώθοντας, ή ακόμη και με ανοιχτά, καταγράφοντας λέξεις ή τοποθετώντας χρώματα στον καμβά. και όταν δεν υπάρχουν καμπύλες και κυρτότητες αρκετές και αντικρίζεις μόνον τετράεδρες επιφάνειες που μοιράζουν το φως σε σκληρά γεωμετρικά σχήματα οριζόμενα από ευθείες, τότε τι κάνεις; τί κάνει;
σπάνια είναι η ασφυκτική ζωή ανάμεσα στους ουρανοξύστες, και ο ρεμβασμός ανάμεσα στις στέγες, πάντα ψηλά, να ρέπει πάντα προς το φως. και σκαλιά και πίσω αυλές και το φως πάντα τιμωρός. και με όλους τους καιρούς, το χιόνι κιόλας, αλλά προπάντων τον ήλιο και τα ξεραμένα στάχυα.
γεφύρια, φορτηγά και τρένα και οι σταθμοί τους, μέσα του το ίδιο. όχι μέσα μου, εγώ είμαι παρατηρητής της μοναξιάς, αρνούμαι την ενσωμάτωσή μου σ´ αυτήν. οι ακίνητοι κόσμοι των τοίχων δεν είναι ποτέ αρκετοί όταν δεν αφήνουν να διαρρεύσει η ζωή που περιέχουν. ωστόσο το μνημειώδες γκρίζο πλουσιόσπιτο δίπλα στις ράγες, με τον πύργο και τη βασιλική είσοδο, στέκεται μόνο του στο αδειανό τοπίο, ερημικό και απλαισίωτο. μόνον οι κουρτίνες στα παράθυρα κόντρα στον ήλιο σε αφήνουν να υποθέσεις ότι ίσως κατοικείται, αλλά οι ράγες είναι σκουριασμένες, άρα δεν περνάνε τρένα από κει πια, αν και το μικροσκοπικό ξύλινο οίκημα του σταθμού στην άκρη του χωριού αποκαλύπτει ότι μικρή ζωή υπάρχει. το σούρουπο που έρχεται μεγεθύνει τη μοναχικότητα στον άλλο μικροσκοπικό σταθμό του σιδηρόδρομου και οι ασήμαντες εικόνες βαγονιών την επιτείνουν.
το σιδερικό της γέφυρας μετατρέπεται σε πινελιές, που θυμίζουν γκρίζα κουρτίνα που απομονώνει τη γέφυρα και τους διαβάτες της από τον κόσμο μια συννεφιασμένη μέρα. οι γέφυρες, χτιστές και σιδερένιες, στέκονται απέναντι, παντού στη γη βαριές και μόνες. στους φάρους διακρίνεις πάντα φαροφύλακα κι ας μην εικονίζεται, διακρίνεις κίνηση καθώς τα δύο φανάρια περιστρέφονται, όμως είναι πάντα μέρα, ο ήλιος είναι ύπαρξη κι αυτός που τους κλέβει το ρόλο. ο θριαμβικά κυρίαρχος..

 

– – – – – – – – – – – – – – –

*εκκινεί από την αγάπη για το φως και τον Edward Hopper (Bridge in Paris, 1906, Les lavoirs de Pont Royal, 1907, Le Pont des Arts, 1907, Le Pont du Carrousel dans la brume, 1907, The El Station, 1908, Railroad Train,1908, Le Pont Neuf, 1909, Le Pont Royal, 1909, Queensborough Bridge, 1913, Girl On A Bridge, 1923, Blynman Bridge,1923, House by the Railroad, 1925, Manhattan Bridge, 1926, View from Manhattan Bridge,1926, Lighthouse and Buildings, 1927, Manhattan Bridge Loop, 1928, Railroad Sunset,1929, North Truro Station, 1930, Country Bridge, c.1934-38, Macomb’s Dam Bridge, 1935).

 

 

 

Γιάννης, ο πρώτος μηχανικός

το οχηματαγωγό Σκύρος αριβάρει άδειο στην Aλόννησο μόνο και μόνο για να την αφήσει. ο καπετάνιος και φίλος αρχαιόθεν της μαμάς της κάνει τα στραβά μάτια σε όλη τη διαδρομή. έτσι κάνουν οι κύριοι.

λευκή στολή με σειρήτια. πόσα; η Pενάτα δεν θυμάται. δεν της έκαναν εντύπωση τα σειρήτια ποτέ. πόσο μάλλον τότε που της φαινόταν αστείο που ο πρώτος μηχανικός έβαλε τη στολή για να την εντυπωσιάσει. μικρό ανάστημα, κοκκαλιάρης, ίσαμε δεκαπέντε, δεκαεφτά χρόνια της έριχνε. αυτή εντυπωσιάστηκε μόνον όταν την κατέβασε στο μηχανοστάσιο. θόρυβος για να φωνάζεις, λίγο τεχνητό φως, αέρας πουθενά, θαλασσίλα και καύσιμο μπερδεμένο κράμα, σίδερο παντού, πνίγεσαι. η Ρενάτα στις μύτες των ποδιών τεντωμένη να φτάνει γύριζε γρήγορα-γρήγορα τη μανιβέλα κατά τις εντολές του καπετάνιου, μέρος και αυτό του εντυπωσιασμού (ένας ωραίος καπετάνιος αποφάσισε να αποπλεύσει από το Βόλο σχεδόν άδειος με μπόλικα μποφόρια !!!), ο πρώτος μηχανικός έσπρωχνε το χέρι της με βιάση κάθε φορά που νόμιζε πως για δευτερόλεπτο καθυστερεί. ντριιιιιν! full engine! ντριιιιιν! «γρήγορα, βιάσου», σχεδόν ούρλιαζε…. αυτή όταν ανέβηκε πάνω ξαφνιάστηκε.. το καράβι είχε απομακρυνθεί από το λιμάνι. πώς γινήκαν τόσες μανούβρες με μια μανιβέλα που μόνο κουδούνιζε;

λίγο αργότερα η πάμπλουτη βραζιλιάνα ξερνούσε στο δερμάτινο ντιβάνι του σαλονιού της πρώτης θέσης. ένα ντιβάνι αυτή και ένα ντιβάνι, απέναντι η Pενάτα. αρπαγμένες κι οι δυο καλά-καλά από την πλάτη του καναπέ για να μην εκσφενδονιστούν. αντάρα, μαυριδερό νερό έσκαζε κι άφριζε πάνω στα παράθυρα της αριστερής πλευράς, πότε αυτά καπλαντίζονταν σκουρόγκριζα και πότε λευκά με τον κλυδωνισμό. θάλασσα, τρρρρρρκ, ουρανός, τρρρρρρκ και ξανά και ξανά… ο άντρας της βραζιλιάνας την είχε κοπανήσει για κάτω, να κουνιέται λιγότερο. η Pενάτα παρατηρούσε τα τεράστια φωναχτά δαχτυλίδια στα σφιγμένα της δάχτυλα, το ένα δίπλα στο άλλο, δεν ήταν της μόδας τέσσερα στο ίδιο χέρι μιας γριάς.

μερικά λεπτά μετά δεν άντεχε το στομάχι της που της είχε ανεβεί στο λαιμό. ο πρώτος μηχανικός είχε βάλει πάλι τα λιγδιασμένα, τα λευκά δεν είχαν νόημα μέσα σε τόσο ντόρο. ερχότανε κάθε τόσο και τη ρωτούσε αν είναι καλά. αυτή σηκώθηκε, ήθελε να ξεράσει, προσπαθούσε να συγκρατηθεί μα είχε ασπρίσει. την είχε κλειδώσει πάνω του αρπάζοντάς την απ´το μπράτσο, για να μην την πάρει η θάλασσα καθώς έγερνε στην κουπαστή της δεξιάς μεριάς. εκεί από δεξιά δεν χτυπούσε το κύμα. μόνο κλυδώνιζε, τόσο πολύ, που την ώρα που δρασκέλιζε την πόρτα της γέφυρας τα γόνατά της λύγισαν και παραλίγο να τα σπάσει στο ψηλό ποδοπάτι.

πρώτα έμαθε όλες τις κρυφές μεριές του καραβιού. μετά ζαλίστηκε και ξέρασε. μετά κατέβηκε ζαλισμένη στην Aλόννησο αφήνοντας το ταξίδι ακριβώς στη μέση. το κεφάλι της την τραβούσε προς τα πίσω μόλις ξάπλωνε για τέσσερις μέρες μετά. και το καράβι δεν έπιασε στην Aλόννησο για τόσες μέρες ακριβώς.

η μετέπειτα αλληλογραφία την εκνεύριζε και την παράτησε. ευτυχώς την είχε γλυτώσει η θάλασσα απ´ το λευκό κοκκόρι.

οι δουλειές του καλοκαιριού πρέπει να μένουν δουλειές του καλοκαιριού.

τύποι από το ράφι, 1

συνέχεια


μια πρόσκληση ανοιχτή
φύλαξε εσύ μια αγκαλιά για μένα
δικιά μας ανθρώπινη και θεϊκή μαζί
όνειρο ή αλήθεια.
θα είμαι πάντα εδώ για σένα.
η φύση καταριέται όποιον αυτή την ευτυχία περιφρόνησε
κι εγώ σκέφτηκα να μην την προκαλέσω.

σάββατο 21 νοεμβρίου 2015, 9:00

το αεράκι που φύσηξε.. το φως που έφεξε..

στη Μαρία Χ. που δε χώνεψα ποτέ μου

σπάνια που περπατώ χωρίς βιάζουσα πρόθεση,
πρωί ή νύχτα, φως γύρω μου ή όχι, καμία σημασία
τοπίο με περιπατητές ή όχι, καμία σημασία,

τότε
ανάμνηση σα νοσταλγία που πονάει ξεπηδάει μέσα μου αναπάντεχα.
αφορμή είναι το πνεύμα του αέρα που διακινεί τις μυρωδιές,
αφορμή είναι το χρώμα του φωτός που ενώνει τις εικόνες,
αφορμή είναι θαρρείς μια σταγόνα ελπίδας που αναδύεται (παράταση ζωής ελπίζω).

τότε θυμάμαι..
θυμήθηκα και σήμερα, σαν να ‘γινε πριν λίγες μέρες..
τη σημασία που είχε στα νεαρά μάτια μου μια μαυροβαμμένη χοντρή της γειτονιάς..
η Μαρία η Χ. που την τριγύριζαν τ’ αγόρια σωρό..
μακριά μαλλιά σιδερωμένα, πράσα τα λέγαμε, κατάμαυρα μπλεβίζοντα,
λεπτά μακριά δάχτυλα, χοντρά τεντωμένα μπούτια, μαύρο κοτλέ παντελόνι,
τα νεαρά μου μάτια άσχημη και άγρια τη βλέπανε,
μα ζήλευα τον κύκλο που την έσφιγγε..

Μαρία; ζεις;

 

27 ιουλίου 2014, 1:31 πρωί της κυριακής

ετήσια επιστροφή

 

θα περπατήσω σε λίγο, ζεστό καλοκαιρινό μεσημέρι,
στους άδειους δρόμους της αγοράς,
εκεί που ένα σάββατο κάθε χρόνου, αύγουστο μάλλον ή και ιούλη,
επιχειρώ επιστροφή, θυμάμαι έμπρακτα,
μνημόσυνο αναίτιο κατά βάση,
ανάμνηση ονειροπόλησης που κλειδώθηκε μαζί με τα εμπορικά
πίσω από τα κεπέγκια που κατέβασε η καρδιά μου.

σάββατο 6 ιουνίου 2015

daydream believer

 

φροντίδα κάθε μέρας,
κάθε πρωινού ηλιόλουστου και μη,
παραθυρόφυλλα να ανοίγω συστηματικά στο φως,
το ένα μετά το άλλο, έντεκα.
χειμώνες διάπλατα, χωρίς κουρτίνες,
ανεμπόδιστο το φως να εισρέει.
τα καλοκαίρια συστέλλομαι τη λάμψη του,
δειλιώ διαιτώμενη μισόφωτα,
εκτιθέμενη σε μηχανική δροσιά με λίγο θόρυβο,
που όμως συνήθισα από χρόνια τώρα.
φως, δροσιά, μηχανή, γυμνότητα,
τάνυσμα πρωινό σε πολύχρωμα βαμβακερά σεντόνια,
αρκούν να ξεσηκώσουν μια γυμνή ψυχή σε εγρήγορση,
να θυμηθεί για πολλοστή φορά
θέρμη, ιδρώτα, ηδονικούς μονόλογους,
ανάσες, σιωπές, ανάταση, ουσία, συνουσία..
ο sam cooke τώρα με προδίδει: you’re always on my mind
και οι monkees κοροϊδεύουν την επιμονή μου..

σάββατο 18 ιουλίου 2015, 00:34

τα γενέθλια του έρωτα

 

θα γιορτάσω πάλι στις εικοσιμία,
θα θυμηθώ με επιμέλεια.
η λογική λέει να μην το κάνω,
βασανίζομαι λέει φέρνοντας πάνω τόση δύναμη.
μα εγώ θα κλείσω πάλι επίμονα τα μάτια μου πάνω στα ροζ σατέν σεντόνια,
που αφήνουν το συρτάρι τους μόνον για την επέτειο,
σαν τη σημαία..

παρασκευή 26 ιουνίου 2015, 4:30

ευχή


δρυΐδες και μάγισσες του σύμπαντος,
σας ανέθεσα τη γη μου, τον αέρα, το δροσερό νερό μου,
να τα φυλάξετε καλά εκεί
όπου η θάλασσα κυλίεται στην άμμο ρυθμικά
και θυμώνει και χαίρεται και φωνασκεί,
εκεί όπου το σύννεφο προσπίπτει στην άβατη κορυφή του κόσμου κροτώντας.
σας ζήτησα να συμμετέχουν όλα τα μέρη από το είναι μου
στη συνομιλία της σκιάς και του φωτός,
του κύματος με τον ορίζοντα.
αιτήθηκα να μου χαρίσετε απρόοπτα,
αλλά εσείς να το ‘χετε προσχεδιάσει από τη νύχτα κιόλας,
τα χέρια και το στήθος και την αρετή και την ονειροπόληση
του ήρεμου ορειβάτη στα υψίπεδα του λαντάκ,
ντυμένου ως τα κατάβαθά του με τα χρώματα των δάρδων,
αυτού που σέρνει σε μυσταγωγία την ανάμνηση και την επιθυμία
για το καθαρό φως, το κελαρυστό νερό, το κόκκινο λουλούδι
και τα γαλάζια μάτια που ποτέ δεν αποσύρθηκαν από το ξέφωτο.
αγκαλιάστηκα στη σιωπή με την ιδέα του,
το μεγαλείο με πλημμύρισε κι η αγκαλιά μου έτριξε,
να σταματήσω τον τριγμό αυτόν αδυνατούσα.
το διπλωμένο χαρτάκι που σας έστειλα μαζί με την ευχή μου,
το ‘κρυψα εκεί ανάμεσα στις μαύρες δαντέλες.
τώρα εσείς δουλέψτε για λογαριασμό μου,
δρυΐδες και μάγισσες του σύμπαντος,
και φέρτε μου τον ταξιδιώτη
από τη χώρα του βούδα και τον ποταμό ντα
να κυλιστεί μαζί μου σαν τη θάλασσα στην άμμο ρυθμικά,
να θυμώνει και να χαίρεται και να φωνασκεί,
και γω επιτέλους να συνομιλώ σαν τη  σκιά με το φως,
σαν το κύμα με τον ορίζοντα…

παρασκευή 9 σεπτεμβρίου 2016, 4 το πρωί

απάτη και (έκ)θλιψη

η Ελένη πάει καιρός που κατάλαβε ότι οι πλάκες των πεζοδρομίων δεν είναι απόλυτα στοιχημένες. σε μερικά πεζοδρόμια ο τεχνίτης φρόντισε τον αρμό έτσι που να απορείς πώς τέτοιος τετραγωνισμός προέκυψε από ανθρώπινα χέρια και αλλού πάλι δεκάρα δεν δόθηκε για την τάξη, όσο και αν την επιθυμούσαν μερικοί. και πάνω στις πλάκες, γκριζόμαυρες εξέχουσες κηλίδες οι πατημένες τσίχλες, τις κοιτάζει τώρα και αναρωτιέται πόσες τσίχλες έχουν μασηθεί από το ανθρώπινο γένος που παρήλασε πάνω σε πλακάκια τοποθετημένα ορθά και μή.

προχωρούσε προς τη διάβαση. ένιωθε πως ασφυκτιούσε, έκανε ζέστη βλέπεις και εκείνη έπρεπε να βαδίσει καμιά διακοσαριά μέτρα ακόμη ως τη δουλειά της. είπε επιτακτικά στον εαυτό της ότι πρέπει να αγνοήσει τη ζέστη, γιατί διαφορετικά θα αισθάνεται δυστυχισμένη άδικα. υπάρχουν άλλωστε τόσοι λόγοι για να αισθάνεται κανείς δυστυχισμένος, ας μην δώσουμε την ευκαιρία και στη ζέστη τώρα να μας χαλάσει την ημέρα. έτσι στωικά αντιμετώπισε τον υπόλοιπο δρόμο ως τη διάβαση, ήταν μάλιστα ομαλός ανήφορος.

ξέχασε την επιδιωκόμενη ηρεμία της μόλις έφτασε στο φανάρι και κατάλαβε πως έπρεπε ή να τρέξει για να προλάβει το πράσινο ή να περιμένει το επόμενο φανάρι. προτίμησε να τρέξει και έφτασε απέναντι. τώρα έπρεπε να διασχίσει τον επόμενο κάθετο δρόμο, πέντε μέτρα τη χώριζαν από αυτόν και τη διάβαση. τ’ αυτοκίνητα πήγαιναν σιγά-σιγά και κοντοστέκονταν στο φανάρι. ανάμεσά τους πέρασε η Ελένη ως τη διπλή διαχωριστική, ο άλλος μισός δρόμος άδειος από δεξιά και κατάφερε εύκολα να φτάσει απέναντι στον ανηφορικό πεζόδρομο. ήξερε τη διαδρομή απέξω, έτσι πήγαινε πάντα στη δουλειά της.

λίγα μέτρα ακόμη στον ανήφορο και η Ελένη κοκκάλωσε. στροφή επιτόπου. κοίταξε προς την πλευρά της θάλασσας και ένιωσε ηλίθια. τί δουλειά έχει κι ανηφορίζει; εκεί κάτω η θάλασσα αστράφτει, δεν τη βλέπει, αλλά τη φαντάζεται. κι η θάλασσα η άτιμη της κάνει γκελ, θέλει να την παραπλανήσει να πάει κοντά, το φως να της πονάει τα μάτια, να κλείνει τα βλέφαρα τόσο, όσο λίγο φως να περνάει ανάμεσα. θυμήθηκε ξαφνικά ότι όταν ήταν μικρή και έκλεινε σφιχτά τα μάτια της, έβλεπε εκείνα τα πολύχρωμα γεωμετρικά σχήματα που εκτινάσσονταν σαν μικρά πυροτεχνήματα κάτω από τα βλέφαρα. τώρα πια, όσο και να ‘σφιγγε τα βλέφαρα, κανένα πολύχρωμο γεωμετρικό σχήμα δεν προέκυπτε, μόνον στην καλύτερη περίπτωση γκριζόμαυρα, σαν ..τις πατημένες τσίχλες.

η θάλασσα, η θάλασσά μου. κοντοστάθηκε ακίνητη η Ελένη εκεί μπροστά στο χειμερινό σινεμά, έναρξη το Σεπτέμβριο, δεν ζεσταινόταν καθόλου πια και γύρω της οι θόρυβοι του δρόμου γίναν στ’αυτιά της ένα ακαθόριστο βουητό. αρνείται συχνά η Ελένη να ακούσει καθαρούς τους γύρω της θορύβους, όπως τότε που ξάπλωνε ανάσκελα πάνω στη θάλασσα με τα αυτιά χωμένα στο νερό και κείνο το βουητό έμοιαζε με το βουητό της μοναξιάς της.

ήρθε στο σήμερα. διαφόρων ηλικιών κυρίες κατηφόριζαν από τη λαϊκή και άλλες ανηφόριζαν για κει, μ’ όλα εκείνα τα δολοφονικά συρμάτινα καρότσια που άγχωναν την Ελένη. σταμάτησε το βλέμμα της πάνω στο καρότσι της κοπέλας που προπορεύονταν. προς στιγμήν σκέφτηκε πως μια κοπέλα στην ηλικία εκείνης έπρεπε να βρίσκεται στη δουλειά της κι όχι στη λαϊκή. λες να μην εργάζεται; υπάρχουν λοιπόν κοπέλες στην ηλικία της που δεν εργάζονται; όχι ότι της φαινόταν απίστευτο, μα τη ζήλεψε στιγμιαία. το καρότσι γεμάτο χαρτοσακούλες, η επιθυμητή γι΄αυτήν πολυχρωμία ανύπαρκτη, τόσο πολύ μπεζ χαρτί, και στην κορυφή μια μικρή σφιχτά κλεισμένη χαρτοσακούλα που κλυδωνιζόταν σύμφωνα με το βήμα της κοπέλας. όχι, είπε μέσα της, η συχνότητα των κλυδωνισμών δεν οφείλεται στο βήμα της κοπέλας, αλλά στους βαθουλούς αρμούς των τετράγωνων πλακακιών που υπερπηδά το καροτσάκι. ο κλυδωνισμός της χαρτοσακούλας διέλυσε το συγκεχυμένο βουητό από τ’αυτιά της και η Ελένη άκουσε επιτέλους. αυτό τη δυσαρέστησε προς στιγμήν, προτιμούσε τη θολούρα.

μετακινήθηκε πέντε βήματα αριστερά. εκεί υπήρχε το πεζούλι του πάρκου, μέσα στο πράσινο του οποίου ήταν φυτεμένη μια ελληνική σημαία, από κάποιον παλιομοδίτη σωβινιστή υπέθετε. σκαρφάλωσε στο πεζούλι και κάθισε πάνω του. γύρισε στ’ αριστερά της και άρχισε να εξερευνά με μισόκλειστα μάτια και ναρκωμένο μυαλό εκείνα τα τριάντα μέτρα που απέμεναν στον ανήφορο. ο πεζόδρομος σκιερός από τα στοιχημένα στον άξονά του δέντρα, λεύκες; τί δέντρα; δεν την ενδιαφέρει. συνεχίζει μέσα της την επιπόλαιη περιγραφή: κάποιοι κάθονται στα τραπεζάκια έξω από την καφετερία της γωνίας. ακούει ως εδώ τους πωλητές της λαϊκής. όλοι ριγμένοι στον αγώνα για το μεροκάματο σκέφτεται φευγαλέα.

τότε… νάτος ο χοντρός και βρώμικος Γρηγόρης ο γυψάς μπροστά της. είκοσιπέντε χρονώ ο Γρηγόρης. γκρι παντελόνι βρωμερό, κάποια μπλούζα, αδιόρατα θυμάται το βυσσινί χρώμα, χωρίς νάναι σίγουρη πως ήταν έτσι. ναι, μάλλον βυσσινιά ήταν με βε λαιμόκοψη. παράξενο, αλλά θυμάται κι ένα λευκό πουκάμισο. δεν μπορεί σήμερα, είκοσι χρόνια μετά, να καταλάβει πώς μπορούσαν να σχετίζονται η βρώμα με το λευκό πουκάμισο.

ο Γρηγόρης κάθισε στην άκρη της καρέκλας από πράσινη φορμάικα αργά το απόγευμα στο ραφτάδικο της γειτονιάς που περνούσε την ώρα του. τέντωσε τα χοντρά του μπούτια μπροστά, σταύρωσε τα τεντωμένα πόδια και τα χέρια πιάνοντας τον αριστερό καρπό με το δεξί χέρι πάνω στη χοντρή κοιλιά του, σαν τους πεθαμένους μέσα στο φέρετρο. έτσι, οριζόντιος σχεδόν, με κίνδυνο να ανατρέψει την καρέκλα και να τσακιστεί, έγειρε το κεφάλι του πίσω και χασμουρήθηκε. μετά χαλάρωσε το τέντωμα, μετακίνησε τον χοντρό πισινό του πιο μέσα στην καρέκλα κι άρχισε ν’ απαριθμεί τα φαγιά που κατανάλωσε το μεσημέρι στο μαγειρείο Το Φοιτητικόν, όπου ο Γιάννης, πάντα μεταξύ σοβαρού και αστείου, κένωνε στα πιάτα το φαΐ και ο Αλέκος, με τον αέρα λαϊκού γκόμενου, κουβαλούσε στα τραπέζια τους κεφτέδες, τα πιλάφια κ.λ.π., κ.λ.π. ψιλοαναγούλιαζε η Ελένη, όταν μάλιστα έβλεπε τα μαύρα άπλυτα μαλλιά του Γρηγόρη να κρέμονται λούνες-λούνες από το κεφάλι του. το μεσημέρι είχε μεταφράσει σε διπλές μερίδες φαΐ το πρωινό του μεροκάματο, έβγαζαν τότε μεροκάματο οι γυψάδες.

θυμήθηκε, περαστική κάποτε κάτω από το μπαλκόνι, το Γρηγόρη σ’ ένα παλιό ανώγειο πενηντάρι με ολάνοιχτα πατζούρια, φωτογραφίες με γυμνές γυναίκες καρφωμένες στους τοίχους, ένα κρεβάτι, μια καρέκλα, μια γυμνή λάμπα κρεμασμένη από το ταβάνι, που κουνιόταν πέρα-δώθε στο ρεύμα του αέρα. ο Γρηγόρης ήταν γι’αυτήν σύμβολο της απέραντης αδιαφορίας για το κάθε τί. ακόμα και τον μεγάλο σεισμό δεν τον είχε πάρει πρέφα ο Γρηγόρης. έντεκα και δέκα το βράδυ καλοκαιριάτικα κοιμόταν βαθειά. το πρωί αναρωτιόταν γιατί ήταν σχισμένοι οι τοίχοι και έψαχνε άνθρωπο στους άδειους δρόμους για να ρωτήσει. Η Ελένη γέλασε φωναχτά και, επειδή μπορεί να την έβλεπε κανένας γνωστός να γελάει μόνη της, βιάστηκε να φύγει.

ξεκαβάλησε το πεζούλι. με τη δεξιά παλάμη τίναξε το παντελόνι της. κρέμασε την τσάντα στον δεξί ώμο που την βόλευε καλύτερα, ανηφόρισε αποφασιστικά τα λίγα μέτρα που απέμεναν και εισήλθε με σπουδή στον κόσμο που τελευταία σφοδρά απεχθανόταν.

Θεσσαλονίκη, 1998, μεσημέρι καλοκαιριού