πολλοί προσπάθησαν να αντιγράψουν τον Εddie, σε όλους κάνει εντύπωση. φωτογραφίες με το ύφος του επιχείρησαν, για να συγκριθούν, κινηματογραφικές σεκάνς δημιούργησαν, μπορεί και βαρετές, αναμασήσανε μιμητικά τα φώτα του και τα σκοτάδια του και τις σκιές του και τα χρώματά του βέβαια, αυτά που τα δημιούργησαν όλα τούτα. κάτι θα πιάνανε όσο νάναι με την όσφρηση της ψυχής ανασκαλίζοντας το έργο του. πιθανόν όλοι να νιώθανε, όσο τον παρατηρούσαν, την ίδια σφιγμένη καρδιά από την απομόνωση καταμεσίς στον κόσμο όλο. και γω σαν κάτι από τα ίδια, με τις ώρες καθισμένη να τον κοιτώ και να αποσβολώνομαι μπροστά στο εμφανές του φως και στο καλά κρυμμένο του σκοτάδι και, πριν από αυτό, στις πολλές σκιές, φαινομενικά φυσιολογικές στα ετερόφωτα, μα στην ουσία ανέλπιδες.

δεν έχω ιδέα αν θα ήθελα να τον γνωρίσω και να με γνωρίσει. καμιά φορά λέω ναι, πολύ, κι άλλοτε καθόλου, θα έπληττα θανάσιμα με όλο αυτό που γι αυτόν ήταν τρόπος. ίσως αν ήμουν άρρωστη, θα με έστελνε μιαν ώρα αρχύτερα στον τάφο, όσο και να με κανάκευε ίσως, αν και νομίζω πως γενικά καθόλου δεν κανάκευε. δεν μπορώ να τον φανταστώ να χαϊδεύει μαλλιά, να γαμάει, να πηγαίνει σε χαρές –σε κηδείες ναι-. να χαμογελάει -αν κιόλας- με χείλη σφιγμένα, μάλλον για να δείξει πως ξέρει να το κάνει παρά γιατί του βγαίνει. καθισμένος μόνιμα σε μικρά δωμάτια, μπορεί και το ίδιο δωμάτιο χρόνια ολόκληρα ανάλλαχτο, και φωτεινές γωνιές, ανήλιαγες όμως μέσα του, με σηκωμένο το δεξί χέρι και μανίκι, να σερνοκοπάει, με σταθερότητα απαράμιλλη, το φαρδύ χρωστήρα και να απλώνει το φως του καθαρό, χωρίς καμία παρέμβαση και παράσιτα στον ήχο που τούτο αποπνέει. εἰναι απόλυτα προικισμένος όσο να πεις στο να ξεκαθαρίζει μέσα του, προτού το εφαρμόσει, ποιο και πόσο είναι το φως που θέλει στο τέλος να του βγεί.
οι νυχτερινές σκηνές του με διασκεδάζουν, σαν θεατής σε θέατρο ο ίδιος, με έναν ή το πολύ δύο ηθοποιούς στη σκηνή όπου τους ανεβάζει και την αποκαλεί ζωγραφικό χώρο.
και κείνες οι τραγικές γεροντοκόρες μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο, έτοιμες να πηδήξουν.. μα δίνουν λίγο περιθώριο ακόμα στην αναβολή, σκερτσάρουν θαρρείς με την αναπόφευκτη κατάληξη, μπας και μέσα στου ήλιου το καταύγασμα τις εντοπίσει κάποιος ανώνυμος από τον απέναντι ουρανοξύστη και τις λυπηθεί και σπεύσει να τις πάρει στην αγκαλιά του και να τις σώσει για πάντα και κείνες να σωθούν επιτέλους. για τούτο και φορούν λαμπρόχρωμο φουστάνι, για να εντοπίζονται καλύτερα, από όλους αυτούς που θα μπορούσαν αυτή τη στιγμή να μην κοιτάζουν τη δουλειά τους.
εκείνα πάλι τα δωμάτια των ξενοδοχείων, που από ανώνυμα πλαίσια σφοδρών ερωτικών αποκαλύψεων καταλήγουν στα χέρια του να στραγγαλίζουν ό,τι θα μπορούσε θεωρητικά να έχει απομείνει από τον, παροδικό έστω, συγχρωτισμό δύο ανθρώπων… σεμνύνομαι να τα κοιτάζω, με κάνουν να νιώθω παρατηρήτρια από φαρδιά κλειδαρότρυπα, που οι πρωταγωνιστές γνωρίζουν την ύπαρξή της, παρατηρήτρια μιας ιστορίας που τελείωσε, καλύτερα ας πω που ήταν ήδη τελειωμένη πριν καν αριβάρουν οι δυο τους στο λόμπυ. τελείωσε άσχημα και επικίνδυνα, τόσο που ο άντρας να ξεπλένει το στόμα του στο λαβομάνο του μπάνιου και η γυναίκα να κοιτάζει μπροστά της με κενό βλέμμα, παρότι προσπάθησε να είναι όμορφη πριν τη συνάντησή τους χωρίς να ξέρει καλά-καλά το γιατί. η υποβόσκουσα ελπίδα για τη διάσωσή τους επιτίθεται πάλι, πιο ξεκάθαρη όμως από εκείνη της γεροντοκόρης και πιο μακρόπνοη. θα αναζωπυρωθεί αύριο το πρωί και για τους δυο από άλλα όνειρα και νέες επιθετικές ενέργειες αυτοπροστασίας. και ξανά και ξανά το ίδιο μοτίβο θα επαναλαμβάνεται, όσο να καταλήξουν σαν εκείνα τα αποξενωμένα γερόντια που κοιτάζουν κι αυτά το άπειρο και αναμένουν το τέλος, αυτή που το συνειδητοποιεί ότι θάρθει και ο άλλος που ελπίζει ότι θα αργήσει.
πρὀσωπα δύο, όχι, μάλλον πρόσωπο ένα: ο αριθμός ένα υπερέχει σε σχέση με τους άλλους αριθμούς προσώπων.
το θέμα σπίτι, κουτί, περιεχόμενο τον βασανίζει. σπίτια κοιταγμένα από παντού, από μακριά, από κοντά, μέσα σε μικροσκοπικούς οικισμούς και μόνα τους ή και δυό μαζί, ουρανοξύστες και φάροι και εκκλησίες, όψεις και στέγες και δρόμοι, ιδωμένα από όλα τα ύψη που ο ίδιος μπορούσε να σταθεί ή να σκαρφαλώσει για να τα επιθεωρήσει και να δημιουργἠσει έτσι αιώνια, χωρίς να το ξέρει την ώρα εκείνη, ακίνητους και μόνιμους συσχετισμούς τους.
ο συσχετισμός των εννοιών και των εικόνων μάλλον επιδιώκεται και προκύπτει διαισθητικά παρά κατασκευάζεται. το ζήτημα είναι να υπάρχει ρεγουλατόρος μέσα σου. επιδιώκει το συσχετισμό των εικόνων του κουνώντας την καρέκλα παρέκει και πιο κει, τόσο όσο να νιώσει ότι οι όγκοι απέναντί του, που πρόκειται να εγκαταλείψουν τον τρισδιάστατο κόσμο τους και να του υποταχθούν μεταφερόμενοι στον επίπεδο καμβά, μοιράζονται πλέον ισόρροπα γύρω από τους άξονες, στους οποίους αυτός θέλει να τους δέσει οριστικά. έτσι, μετακινήθηκαν στο καβαλέτο κεραμιδιές και κόκκινες και ωχρές και γκρίζες επιφάνειες, σπάνια άσπρες καθώς το άσπρο φως είναι σκληρό από μόνο του και ανελέητο κι αυτός τις θέλει να γλυκαίνουν, γιατί βλέπει ομορφιά και αρμονία εκεί όπου οι υπόλοιποι συνήθως συμφωνούμε ότι υπάρχει ασχήμια, αδιαφορία και τυχαιότητα.
ο συσχετισμός των εννοιών προκύπτει ήρεμα μέσα μου, φυσικό επακόλουθο μιας διαρκούς παρατήρησης, επομένως για να εμπλουτίσω το εννοιολόγιό μου και να το ανακυκλώνω, ακολουθώ πειθήνια, ήρεμα και καθοριστικά τις εικόνες στις οποίες επιθυμώ να βυθιστώ. τα πρόσωπα, όσο και αν τα καθηλώσεις στην καρέκλα, όσο και αν τα τριγυρίσεις, όσες όψεις τους και να αντικρίσεις, ποτέ δεν καταφέρνεις να ακινητοποιηθείς απόλυτα μπροστά σε μία, καθώς η καμπύλη και η κυρτότητα από τη φύση τους ρέουν και συ ο ίδιος ρέεις είτε βηματίζοντας είτε αλαφροπατώντας. αυτή η ροή σε παρασέρνει να οικοδομείς μέσα σου τρισδιάστατη εικόνα, που συμπληρωμένη με ήχους, αποχρώσεις, φωτοσκιάσεις και συναισθήματα, καταλήγει να σε σπρώχνει βαθιά, να διεισδύσεις πέρα από το κρέας και τη μάζα και το αίμα, ζητώντας σου να αντλήσεις και να επαναφέρεις την αύρα του προσώπου πάνω σου, αγαπητό και αγαπημένο, αδιάφορο ή μισητό, σχηματοποιημένη όμως πια και με όρια μονοκοντυλιάς, έτσι ώστε αν θες να την περιγράψεις, να μπορείς να το κάνεις με κλειστά μάτια, νιώθοντας, ή ακόμη και με ανοιχτά, καταγράφοντας λέξεις ή τοποθετώντας χρώματα στον καμβά. και όταν δεν υπάρχουν καμπύλες και κυρτότητες αρκετές και αντικρίζεις μόνον τετράεδρες επιφάνειες που μοιράζουν το φως σε σκληρά γεωμετρικά σχήματα οριζόμενα από ευθείες, τότε τι κάνεις; τί κάνει;
σπάνια είναι η ασφυκτική ζωή ανάμεσα στους ουρανοξύστες, και ο ρεμβασμός ανάμεσα στις στέγες, πάντα ψηλά, να ρέπει πάντα προς το φως. και σκαλιά και πίσω αυλές και το φως πάντα τιμωρός. και με όλους τους καιρούς, το χιόνι κιόλας, αλλά προπάντων τον ήλιο και τα ξεραμένα στάχυα.
γεφύρια, φορτηγά και τρένα και οι σταθμοί τους, μέσα του το ίδιο. όχι μέσα μου, εγώ είμαι παρατηρητής της μοναξιάς, αρνούμαι την ενσωμάτωσή μου σ´ αυτήν. οι ακίνητοι κόσμοι των τοίχων δεν είναι ποτέ αρκετοί όταν δεν αφήνουν να διαρρεύσει η ζωή που περιέχουν. ωστόσο το μνημειώδες γκρίζο πλουσιόσπιτο δίπλα στις ράγες, με τον πύργο και τη βασιλική είσοδο, στέκεται μόνο του στο αδειανό τοπίο, ερημικό και απλαισίωτο. μόνον οι κουρτίνες στα παράθυρα κόντρα στον ήλιο σε αφήνουν να υποθέσεις ότι ίσως κατοικείται, αλλά οι ράγες είναι σκουριασμένες, άρα δεν περνάνε τρένα από κει πια, αν και το μικροσκοπικό ξύλινο οίκημα του σταθμού στην άκρη του χωριού αποκαλύπτει ότι μικρή ζωή υπάρχει. το σούρουπο που έρχεται μεγεθύνει τη μοναχικότητα στον άλλο μικροσκοπικό σταθμό του σιδηρόδρομου και οι ασήμαντες εικόνες βαγονιών την επιτείνουν.
το σιδερικό της γέφυρας μετατρέπεται σε πινελιές, που θυμίζουν γκρίζα κουρτίνα που απομονώνει τη γέφυρα και τους διαβάτες της από τον κόσμο μια συννεφιασμένη μέρα. οι γέφυρες, χτιστές και σιδερένιες, στέκονται απέναντι, παντού στη γη βαριές και μόνες. στους φάρους διακρίνεις πάντα φαροφύλακα κι ας μην εικονίζεται, διακρίνεις κίνηση καθώς τα δύο φανάρια περιστρέφονται, όμως είναι πάντα μέρα, ο ήλιος είναι ύπαρξη κι αυτός που τους κλέβει το ρόλο. ο θριαμβικά κυρίαρχος..

 

– – – – – – – – – – – – – – –

*εκκινεί από την αγάπη για το φως και τον Edward Hopper (Bridge in Paris, 1906, Les lavoirs de Pont Royal, 1907, Le Pont des Arts, 1907, Le Pont du Carrousel dans la brume, 1907, The El Station, 1908, Railroad Train,1908, Le Pont Neuf, 1909, Le Pont Royal, 1909, Queensborough Bridge, 1913, Girl On A Bridge, 1923, Blynman Bridge,1923, House by the Railroad, 1925, Manhattan Bridge, 1926, View from Manhattan Bridge,1926, Lighthouse and Buildings, 1927, Manhattan Bridge Loop, 1928, Railroad Sunset,1929, North Truro Station, 1930, Country Bridge, c.1934-38, Macomb’s Dam Bridge, 1935).

 

 

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.