L’infinito

Sempre caro mi fu quest’ermo colle,
e questa siepe, che da tanta parte
dell’ultimo orizzonte il guardo esclude.
Ma sedendo e mirando, interminati
spazi di là da quella, e sovrumani
silenzi, e profondissima quiete
io nel pensier mi fingo; ove per poco
il cor non si spaura. E come il vento
odo stormir tra queste piante, io quello
infinito silenzio a questa voce
vo comparando: e mi sovvien l’eterno,
e le morte stagioni, e la presente
e viva, e il suon di lei. Così tra questa
immensità s’annega il pensier mio:
e il naufragar m’è dolce in questo mare.

Giacomo Leopardi, Recanati, 1819

..λέγει ἡ Πυθίη τάδε.

«ἔστι τις Ἀρκαδίης Τεγέη λευρῷ ἐνὶ χώρῳ,

ἔνθ᾽ ἄνεμοι πνείουσι δύω κρατερῆς ὑπ᾽ ἀνάγκης,

καὶ τύπος ἀντίτυπος, καὶ πῆμ᾽ ἐπὶ πήματι κεῖται.

ἔνθ᾽ Ἀγαμεμνονίδην κατέχει φυσίζοος αἶα,

τὸν σὺ κομισσάμενος Τεγέης ἐπιτάῤῥοθος ἔσσῃ.»

(Ηροδότου Ιστορίαι, Κλειώ, 67.4 )

 

κρατερή ανάγκη (;). Δεν είμαι δα και σίγουρη.. καμιά φορά σαν τέτοια φαίνεται, μα σαν τη λαγαρίσω ξανεμίζεται… στον ίδιο τόπο περπατώ πάλι τώρα, μεγάλο πολυκύμαντο, μικρούτσικο τον νιώθω ασύστολα.. τί διάολο φίλτρα μικραίνουν τους τόπους μου..!

 

τί ιερή παρουσία όταν σιωπώ.., ο Τάο!

 

τον νιώθω να γέρνει δίπλα μου, ζεστός, μαλακή σάρκα που βυθίζομαι,
το δεξί μου μάγουλο πρώτα συναναστρέφεται επιδερμίδα συγκεκριμένης θερμότητας
και αμέσως στραβώνω τα χείλη δεξιά για να φιλήσω..
βάλθηκα να περιγράψω την εμμονή μου
είναι δύσκολο να δραπετεύσεις εκεί
φοβάμαι μήπως υπερβάλλω και χαθώ σε μη πραγματοποιήσιμες ονειροφαντασιές
φοβίες ανυπόστατες, είναι τόσο κακό να ονειροπολήσω;
και έτσι πάνω στο δευτερόλεπτο της εκκίνησης αναβάλλω τη δραπέτευση
κι άλλες φορές πάλι, πιο θαρραλέα, πετάω όλα τ´ άλλα άτακτα γύρω και ορμώ,
ακούω τη φωνή μου ξαφνικά να συμμετέχει, εισήλθα, τα κατάφερα,
τόφερα από δω, το γύρισα από κει, αλλά δεν το απόφυγα
(νάζια κάνω, δεν θέλω να το αποφύγω, με τα μούτρα να πέσω μέσα του και να χαθώ επιδιώκω)

mi chiamo Paolo


συννεφάκια αόριστα καλύπτουν το χαζοκόριτσο
με χρώματα παλ προορισμένα για ευκολόπιστους.
δεν ξέρει τίποτε άλλο για την ώρα η μικρούλα, δεν σοβαρεύεται
ανάγκη δεν υπάρχει άλλωστε, είναι ο κόσμος από μόνος του δύσκολος
ας μην προκύπτει η ζωή της δυσκολότερη γράφοντας χρώματα με έννοια σοβαρότητας.
ποιος αλήθεια σκοτίζεται πόσο το μαύρο πένθος της εστοίχισε;
ένα πένθος έτσι κι αλλιώς όλοι μας το’ χουμε.

ρόζ. χρώμα κατάλληλο για μυρωδάτη πούδρα που διανέμεται γύρω της ανάλαφρα
σιελάκι τη σκεπάζει για να ανταγωνίζεται τη θάλασσα
(θεραπευτής η θάλασσα στον ύπνο της μα το κρύβει όσο μπορεί με επιμέλεια)
αραιό κίτρινο – ιπτάμενες στραφταλιστές νεράιδες στο φως του ξημερώματος-
είναι εαυτός αυτός που αρμόζει μεσημέρι; αναρωτήθηκε.
ναι, είναι εαυτός αυτός -απάντησε μόνη της- ιδανικός για χαζοκόριτσα.
της χρειάζονται πια ρόλοι αφελούς και σήμερα τους βγάζει εύκολα.
κάποιος πλησιάζει απαλά το χαζοκόριτσο.

κοίτα να δεις τι εύκολη ζωή που της προέκυψε..

mi chiamo Paolo…
δροσίστηκαν τα ακροδάχτυλα στο κυματάκι που κύλησε κάτω απ’ τα πόδια της
τα ίχνη της στην άμμο απαλύνθηκαν,
στο επόμενο θα σβήσουν πια ολότελα
και μετά θα φτιάξει άλλα, όπως τα θέλει..
είναι η μέρα της σήμερα.. επιτέλους είναι η μέρα της…

τετάρτη 28 οκτωβρίου 2009

καιρός χωρεί αμείλικτος

 

κύκλοι παντού, θύματα ακινητοποιημένα
στις παρυφές μιας ατέρμονης σπείρας
συνεργάζονται από ανάγκη στη συνεχή ροή της,
ανίκανα να διαφύγουν από τη μοιραία στοίχιση
που προκαλεί το σφιχταγκάλιασμα της ομοιότητας.
ισορροπώντας υπέροχα παλαντζάρει το άθλιο σύστημα της επανάληψης.
πηχτό πλέγμα που συστρέφεται με παγκόσμιο θόρυβο
γύρω από τη μαύρη χοάνη της απώλειας.
δεν πέφτουν, συνεχίζουν ως έχουν κι ας ξεγελιούνται τακτικά
πως είναι στο χέρι τους το άλμα, η πτώση, η πτήση.

σε ευχαριστώ Αντρέα που είσαι πραγματικός,
βαρέθηκα τα μετεικάσματα,
ο δρόμος μου γεμάτος από επίμονες αιματηρές σκιές
που άφησε πίσω της η ζωντανή ύλη,
σάρκα που πάλλεται προσμένοντας χωρίς δικαίωση.

18 φεβρουαρίου 2017

ο κύκλος της τιμωρίας

 

οικοδομείς την κρίση βήμα-βήμα με επιμέλεια 
συνειδητοποιημένος δολοφόνος εκπαιδεύτηκες.
υπέθεσες πως θύμα είμαι, για τούτο και σ’ ανέχομαι.
όλο πιο πρόστυχος κι απρόσεκτος ο λόγος σου.
με τιμωρείς για όλες που σε σκότωσαν.
φώναξα δυνατά ν’ ακούσεις πως δεν έφταιξα, δεν συμμετείχα, αθώα έμεινα.
πισθάγκωνα με έδενες τις νύχτες σου, όση φωνή κι αν είχα ήταν μάταιη.

τον εαυτό σου τελικά τιμώρησες
ήταν παιχνίδι, πλάκα, ζήτημα του κόσμου σου που στο νερό περπάτησε.
για μένα ήταν πόνος..

πέμπτη 17 απριλίου 2014

χρώματα

πρώτη φορά ήρθες στο όνειρό μου απόψε τέτοιος
αγέλαστος, ξερακιανός, μυστήριος, όπως τις άλλες τρεις φορές ολόιδιος
δικός μου όμως αναντίρρητα, πρώτη φορά δικός μου.
πρώτη φορά σ’ αγκάλιασα. Ψυχή μου, είσαι συ, εκπλήσσομαι
όπως τον αύγουστο του ΄10, κείνη τη μέρα που γεννήθηκα.

απόμακρος στον κόσμο σου κλεισμένος
μα ένα παράθυρο για μένα που σ’ αγάπησα έχεις αφήσει ανοιχτό.
σ’ αγκάλιασα αγαπημένο σώμα, επιτέλους, σε φιλώ ασταμάτητα
και συ το δέχεσαι, μολονότι ευθυτενής και άκαμπτος, νεκρός θαρρείς.
ξύπνησα.. μίλησα δυνατά και ομολόγησα:

σε ένιωσα όπως ήθελα, επιτέλους το κατάφερα.

είναι γιατί σ’ αποχαιρέτησα…

παρασκευή 18 απριλίου 2014

μόνο με κόμματα κι ερωτηματικά

τον συμπάθησα ακούγοντάς τον να μιλάει; δεν ξέρω, ένιωσα ότι είναι μόνος μέσα στο πλήθος που τον ζώνει ασφυκτικά με τις απαιτήσεις του; μου θύμισε εκείνον που με προσπέρασε πατώντας κιόλας πάνω στο πτώμα μου; δεν ξέρω, άδειασε το μυαλό μου από το σύνηθες περιεχόμενό του και έγινα μικρότερη στο μέγεθος και υποχώρησα, νιώθω μιαν ήπια διαφορετικότητα μέσα μου, που την ταΐζω με εσωτερικές βουτιές, και παρατηρώ, σιγουρεύομαι πως καταλαβαίνω καλά, έχω τις αντέννες καλά απλωμένες για τούτο και για κείνα και για τα άλλα, μετά σκέφτηκα να μεταμορφώσω σε λέξεις το διανόημά μου για να το διαβώ καλύτερα υποτάσσοντάς το σε κανόνες του λόγου με μόνο αντικανόνα τη μία, άτμητη, φράση, έτσι για την πλάκα, αλλά ίσως και διαβολεμένα επίτηδες, γιατί η υπόταξη περιέχει ροή που δεν θέλω να τεμαχίσω, από πάντα αδιαφορούσα για τις τακτοποιημένες ζωές και νοιαζόμουν για όσους από υπερβολή στη χρήση του εσωτερικού τους κόσμου παραμέρισαν, ιδέα δεν έχω, την ίδια ώρα που άλλοι της ηλικίας του τρεχοβολάνε από δω και από κει και δεν τους φτάνει η γυναίκα και θέλουν κι άλλη, και δεν τους φτάνουν τα λεφτά και θέλουν κι άλλα, και όλα νομίζουν ότι βολεύονται πληρώνοντας, κι αδιαφορούν αν προκαλούν με τις πράξεις τους ενόχληση ή δυστυχία, και στέκονται ανίσχυροι και αδικημένοι μπροστά στις αποτυχίες και τα τέλη τους, είναι και άλλοι σαν κι αυτόν στις γωνιές τους, που δεν τους συνάντησα ακόμα, και οι εναντίοι που έλεγα πιο πάνω, οι βολεμένοι και διαρκώς πλεονέκτες ως τα τέλη της ζωής αυτών που δεν είναι σχεδόν ποτέ ανώδυνα, ανεπαίσχυντα και ειρηνικά, δεν τους γνωρίζουν αυτούς της γωνίας, γιατί διαθέτουν φυσική εξ αποτελέσματος τυφλότητα να μην τους βλέπουν ή γιατί δεν θέλουν ουδέ καν να τους αντικρίσουν έστω και άπαξ, τους μιαίνουν βλέπεις τις τακτοποιημένες ζωές τους, για τούτο και τους αποφεύγουν, κι όμως είναι που έχουν βαριές σκιές που τους δαγκώνουν τα σώψυχα, για τούτο και τους αποφεύγουν, άλλωστε η υποσυνείδητη σύγκριση είναι σκληρότερη της κατάφωρης αδελφής της, και προκαλεί τρόμο καθώς αναδεικνύει μεγέθη και ποσότητες και συνήθως θέλουμε για την πάρτη μας τα μεγαλύτερα και τα περισσότερα, χωρίς να βλέπουμε ότι μπορούμε να έχουμε μόνον τα μικρότερα και τα λιγότερα καθώς τον δρόμο μας αναλόγως ως τώρα λειάναμε, και πάω, και συνεχίζω να παραληρώ, έτσι νομίζετε οι εναντίοι, χωρίς τελείες, μόνο με κόμματα και ερωτηματικά, γιατί η υπόταξη περιέχει ροή που δεν θέλω να τεμαχίσω…

—————————————–
από τη λειτουργία του Χρυσοστόμου θυμήθηκα γράφοντας τη λέξη τέλη να ψάλλει ο διάκονος Χριστιανὰ τὰ τέλη τῆς ζωῆς ἡμῶν, ἀνώδυνα, ἀνεπαίσχυντα, εἰρηνικά καὶ καλὴν ἀπολογίαν τὴν ἐπὶ τοῦ φοβεροῦ βήματος τοῦ Χριστοῦ αἰτησώμεθα και μεις από κάτω Παράσχου Κύριε, ανώδυνα στην κυριολεξία, ως μεταφορά λέω ξεχνάτε το, ανεπαίσχυντα για να είναι πρέπει να τα φροντίσεις εγκαίρως, όσο επίσης και να γνωρίζεις το περιεχόμενο της λέξης επαίσχυντος, όσο για ειρηνικά μόνον στην κυριολεξία το βλέπω, καθώς μεγάλη ταραχή και πόλεμο εντός προκαλεί το ό,τι νάναι…

piazza grande

 

Santi che pagano il mio pranzo non ce n’è
sulle panchine in Piazza Grande,
ma quando ho fame di mercanti come me qui non ce n’è.
Dormo sull’erba e ho molti amici intorno a me,
gli innamorati in Piazza Grande,
dei loro guai dei loro amori tutto so, sbagliati e no.
A modo mio avrei bisogno di carezze anch’io.
A modo mio avrei bisogno di sognare anch’io.
Una famiglia vera e propria non ce l’ho
e la mia casa è Piazza Grande,
a chi mi crede prendo amore e amore do, quanto ne ho.
Con me di donne generose non ce n’è,
rubo l’amore in Piazza Grande,
e meno male che briganti come me qui non ce n’è.
A modo mio avrei bisogno di carezze anch’io.
Avrei bisogno di pregare Dio.
Ma la mia vita non la cambierò mai mai,
a modo mio quel che sono l’ho voluto io
Lenzuola bianche per coprirci non ne ho
sotto le stelle in Piazza Grande,
e se la vita non ha sogni io li ho e te li do.
E se non ci sarà più gente come me
voglio morire in Piazza Grande,
tra i gatti che non han padrone come me attorno.

Lucio Dalla, 1972

one night stand

στο Μανώλη Λ. που έφυγε νωρίς

ξενοδοχείο χωρίς λοιπά στοιχεία στη μνήμη μου,
χρώματα, ορόφους, όψη, τι;
δεν έμεινε τίποτα από αυτά, τί να το κάνω άλλωστε το περικάλυμμα.
λευκό σεντόνι στο διπλό κρεβάτι, α ναι, θυμάμαι, πράγματα απλοϊκά,
έχει τη μυρωδιά του συνήθους καταλύματος ολόγυρα
(όλοι κατά βάθος τη μυρίζουμε και ξέρουμε πώς είναι).
χαχαχαχαααα!! η μνήμη παίζει κρυφτούλι μόνη της χωρίς ανησυχία που μου στερεί το κάδρο.
ααα ναι! είχε και κάδρο το δωμάτιο, κίτρινα λουλούδια σε άχρωμο (;) βάζο..

ήσουν παιδί, δεν θυμάμαι τίποτα για σε ζωγραφίσω,
άλλη αλήθεια πάλι απώλεσα, τη μεγαλύτερη, να μην ανακαλώ την εικόνα του εραστή μου..
απαράδεκτη.. μα βαρέθηκα, έπληξα, μετάνιωσα που ήρθα…
ακούω το αεροπλάνο να περνάει λίγα δευτερόλεπτα προτού με πάρει ο ύπνος πάνω σου.
με μίσησες φαντάζομαι.
έχεις τα δίκια σου
και να οργιστείς μαζί μου τα χεις
γιατί εσύ πέθανες και γω ακόμα δεν θυμάμαι..

ημερομηνία διαρκής, από ενοχή