το ζωητρόπιο (πράξις ωραία και ατελής)

μικρή η Άννα το 71, πήγαινε πέμπτη γυμνασίου, σκεφτόταν σοβαρά να δώσει εισαγωγικές εξετάσεις στο πανεπιστήμιο και του χρόνου θα ξεκινούσε για τον σκοπό αυτό φροντιστήριο. είχε μεγαλώσει μόνη της με λίγες χαρές. το σπίτι ήταν πάντα κρύο, οι χειμώνες τότε παγωμένοι, τόσο που πάγωνε το λάδι στο μπουκάλι μέσα στην κουζίνα και, για να το χρησιμοποιήσουν, έπρεπε πρώτα να το ακουμπήσουν δίπλα στη θερμάστρα, τη μοναδική θερμάστρα του σπιτιού μέσα στο σαλόνι.

η θερμάστρα ήταν χυτοσιδηρή, γερμανικής κατασκευής, Χάας και Υιοί, με ένα στρόγγυλο σταχτόμαυρο καζάνι κι ένα ορθογώνιο γυαλιστερό καφέ τεπόζιτο για το πετρέλαιο. η θερμάστρα ήταν σαν ζωντανός οργανισμός μέσα στο σπίτι, τουλάχιστον σαν σκύλος, θα έλεγα, να σας προλάβω μη τυχόν και πάει ο νους σας σε κανένα ποντίκι, γιατί ζωντανός οργανισμός είναι κι αυτό, όπως καλή ώρα κάποτε, κοντά στο 64, ο Τζακ ο αντεροβγάλτης που ξεμυτούσε τα μεσημέρια της Κυριακής κάτω από το ντιβάνι και κρυβόταν δίπλα στο ξύλινο πόδι του κάνοντας πού και πού τζα για να δει την οικογένεια να τρώει στο στρογγυλό καρυδένιο τραπέζι.

η σόμπα τέλος πάντων, έτσι τη λέγανε τότε, -θερμάστρα ήταν λέξη σαλονιού που απαιτούσε στραμπούληγμα της γλώσσας για να την πεις-, ήταν παράγων μέσα στο σπίτι. μπροστά της γινόταν το χειμωνιάτικο λούσιμο στη σκάφη, μπροστά της στέγνωναν τα ρούχα αχνίζοντας στην πλάτη της καρέκλας, πάνω της έβραζαν τα νερά και οι καφέδες και ζεσταινόταν το χθεσινό φαΐ, και επειδή είχε κιόλας εφευρεθεί το αλουμινόχαρτο, πάνω της έψηνε η Άννα το κρέας μερικές φορές και μοσχομύριζε ο τόπος.

όμως η σόμπα ήταν ταμπού, θαρρείς και θ´ άρπαζε το χέρι της Άννας και θα της τότρωγε και για τούτο της ήταν απαγορευμένο να την ανάβει όταν γύριζε από το σχολείο. ήταν τελετουργία, όσο νάναι, για να την ανάψεις. άνοιγες το διακόπτη του πετρελαίου και περίμενες μερικά λεπτά για να δακρύσει το πετρέλαιο στον πάτο του καζανιού και τότε έβαζες μπουρλότο με ένα βαμβάκι βουτηγμένο στο οινόπνευμα. μετά τοποθετούσες το καπάκι και παρακολουθούσες την εξέλιξη της πυροδότησης μισοκλείνοντας το ένα μάτι πάνω από μια τρύπα στο καπάκι, που χρησίμευε για να το ανασύρεις, και ακούγοντας τα βάρβαρα γουργουρητά της κοιλιάς της. το μπροστινό παραθυράκι ήταν μόνιμα μουτζουρωμένο κι από κει χάζευες τη ζωηρή φλόγα όταν δυνάμωνε. ειδική μυρωδιά αναδινόταν την ώρα της τελετουργίας, ανάμικτη οσμή πετρελαίου και οινοπνεύματος, και καιροφυλακτούσες πάνω στην τρύπα στρίβοντας σταδιακά το διακόπτη να τρέξει περισσότερο πετρέλαιο, να ταΐσει το θηρίο που καιροφυλακτούσε με τη σειρά του για να φάει το χέρι της Άννας.

και όσο αυτή φοβόταν το άναμμα, τόσο καθόλου δεν φοβόταν να στέκεται μπροστά στη σόμπα με τα μπούτια γυμνά για να ζεσταθεί, όσο να πυροκαεί και να γεμίσει ζεματιστές κόκκινες κηλίδες το παγωμένο δέρμα. τότε της γύριζε την πλάτη της κακούργας, για να της δώσει την ευκαιρία να την κάψει κι απ´ την πίσω πλευρά και να φαγουρίζεται μετά.

η Άννα άλλωστε, σαν παρατηρητική που ήταν και με έναν δυνατό έρωτα για τις λεπτομέρειες, ζούσε ανάμεσα σε εικόνες που ακινητοποιούνταν κάθε φορά που τις διέταζε, σε χρώματα μάλλον υποβαθμισμένα λόγω της εκτεταμένης σκοτεινότητας, που προκαλούσαν τα μόνιμα κλειστά παντζούρια, και σε κάθε μυρωδιά από όπου και αν αυτή προερχόταν. η σόμπα ήταν υπεύθυνη για μεγάλο μερίδιο από τις μυρωδιές, του άσπρου σαπουνιού από τους ατμούς των ρούχων, της τρίχας που καίγονταν κάθε που έσκυβε το κεφάλι της από πάνω η Άννα, των ρούχων που φορούσε και προσπαθούσε να τα συγκρατεί με ανοιχτές παλάμες για να μην κατακαούν και σαχνίσουν.

ό,τι συνέβαινε δίπλα στη σόμπα ήταν υπερβολικά ζεστό, και ό,τι συνέβαινε μακριά της κρύο, και κάθε βήμα απομάκρυνσης ή προσέγγισης θύμιζε εκείνο το παιχνίδι «κρύο-ζεστό». η αντανάκλαση της θερμότητας άντεχε ως δυο μέτρα πιο κεί, για παραπέρα έπρεπε να λάβεις τα μέτρα σου. το δωμάτιο της Άννας απείχε από τη σόμπα, έτσι, με λίγα λόγια, της ήταν περίπου άχρηστη ακόμα κι αναμμένη. αυτός ήταν ο λόγος που το κρεβάτι της δεν ήταν ποτέ στρωμένο, έτοιμο για να χώνεται εκεί να ζεσταθεί, αν και αργούσε κάπως να αυξηθεί ικανοποιητικά η θερμοκρασία κάτω από το βαρύ πάπλωμα και τις κουβέρτες πάνω-κάτω.

η Άννα πέρασε όλους τους εφηβικούς της χειμώνες μέσα στο κρεβάτι της με τα σχολικά της βιβλία, τα τετράδια και τα στυλά της και με αναμένο το ραδιόφωνο, ένα ογκώδες αυστηρά ορθογώνιο με αποστρογγυλεμένες γωνίες ξύλινο καφέ Τελεφούνκεν στα δεξιά του κρεβατιού της, με το οποίο διατηρούσε τρυφερό δεσμό. αυτό ήταν πολύ δοτικό πλάσμα, παράγων επίσης του σπιτιού, και δούλευε ικανοποιητικά από την εποχή της Κατοχής όπως της είχαν διηγηθεί οι δικοί της. όταν το δωμάτιο ήταν παγωμένο και υγρό, το ραδιόφωνο βράχνιαζε κι έπρεπε να παίξει τόσο όσο να ζεσταθεί για να ξεβραχνιάσει.

όταν η Άννα ήταν μικρή, αγαπούσε πολύ να προσπαθεί να διαβάσει εκείνες τις λέξεις τις γραμμένες με το ξένο αλφάβητο στην όψη του, που αντιστοιχούσαν σε μέρη της γης που πολλά τους δεν είχε ποτέ της ξανακούσει και ούτε ήξερε πού βρίσκονται. θυμάται πρόχειρα το Ραμπάτ, θεέ και κύριε, και ποτέ δεν κατάλαβε σε τί χρησίμευαν αυτές οι μονολέξεις οι σκαλοπατιαστά διατεταγμένες στο πινακίδιο, αφού όταν, συγκεντρωμένη, στριφογύριζε αργά το κουμπί για να βρεί έναν σταθμό, απανωτές φωνές σε πολλές γλώσσες που δεν είχε επίσης ξανακούσει συνέπιπταν με το μήκος ενός μόνον τοπωνύμιου. τόσες φωνές στο ένα εκατοστό που είχε μήκος το όνομα Χίλβερσουμ η λογική της έλεγε ότι δεν μπορούν να προέρχονται από τον τόπο αυτόν. και πάλι, πώς άκουγε ελληνικά εκεί που δεν έγραφε Αθήναι;

κρυφή επιθυμία της Άννας ήταν να δυναμώσει την ένταση στη διαπασών, αλλά αυτό της ήταν απαγορευμένο για να μην ενοχληθούν οι γείτονες. Ταξίδι με τον Έσπερο, Τερζάκης και Πάρλας αντάμα, Καλησπέρα κύριε Έντισον και Γιώργος Παπαστεφάνου με τη βελούδινη φωνή του αργά στις 11 τις Τρίτες, το Θέατρο της Δευτέρας τα βράδια μόλις καλονύχτωνε, το Σπίτι των Ανέμων τα πρωϊνά, μόνον όμως τρεις φορές την εβδομάδα που η Άννα ήταν απογευματινή στο σχολείο, με κείνον τον δαιμόνιο δικηγόρο Ορέστη Λαμπίρη και την καλή του Τζοβάνα Δεπάστα, ακόμη Πικρή, μικρή μου αγάπη, που της Άννας της φαίνονταν κάπως θλιβερή ιστορία και κάπως ανούσια, Η πρώτη σας γνωριμία, με ανάλογο με τον τίτλο περιεχόμενο, Αναζητήσεις του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, με όλους εκείνους τους χαμένους της μικρασιατικής καταστροφής και των πολέμων -τον αναζητεί ο αδελφός του τάδε-, αλλά και Πώς να επιζήσεις, η τρομακτική εκπομπή στις τρεις και τέταρτο κάποια μεσημέρια που έδινε εφιαλτικές οδηγίες για επιβίωση σε περίπτωση πυρηνικού πολέμου, έπαιζαν, έλεγαν, με το κουμπί του ολέθρου Ρωσία και Αμερική.

και παλιότερα, εκείνος ο φόβος του πολέμου που έσφιγγε την καρδιά της τις νύχτες μετά τα δελτία ειδήσεων, που οι γονείς παρακολουθούσαν αποσβωλωμένοι, και οι άπειρες ώρες μεταδόσεων που ακολούθησαν τη δολοφονία του Κένεντυ το 63, και το 67, και στη συνέχεια η μουλωχτή ακρόαση της Ντόιτσε Βέλλε και.. και.. ένα μακρόστενο ξύλινο καφέ κουτί σεβαστού μεγέθους, που είχε βγάλει την Κατοχή πακεταρισμένο και θαμμένο κάτω από ένα δέντρο, η μόνη παρέα της Άννας στο άδειο κρύο σπίτι.

τις νύχτες έμπαινε φως από τις γρίλλιες των παντζουριών του μοναδικού παράθυρου του δωματίου της από την παρακείμενη κολώνα της δεη και η Άννα κατάφερνε έτσι να μην σκοντάφτει στα έπιπλα και να μην φοβάται το σκοτάδι. εξ ανάγκης μάθηση είναι κι αυτή. και τα πρωινά το φως του ήλιου μέσα από την απέναντι γρίλλια σχημάτιζε ανεστραμμένο το είδωλο του κάρου και του άλόγου του πλανόδιου μανάβη πάνω στην κυρτή επιφάνεια του μεγάλου γλόμπου από ροζ οπαλίνα που κρεμόταν από το ξύλινο ταβάνι στο κέντρο του δωματίου.

ένα δωμάτιο κατάδικό της, φτιαγμένο γι αυτήν στα 10 της. κρεβάτι, κομοδίνο, ντουλάπα, γραφείο και καθρέφτης με ράφι -τουαλέτα το λέγανε- από κιτρινωπή φορμάικα και σχέδιο μαρμαρώδες, το κορυφαίο υλικό της σύγχρονης τεχνολογίας του επίπλου με τις δολοφονικές γωνίες, στο άγγιγμα παγωμένο ή και δροσερό θα μπορούσε να το πει κανείς αν ήθελε να είναι επιεικής μαζί του.

δωμάτιο και πεζοδρόμιο -τα χώριζαν μερικά εκατοστά, όσο ήταν το πάχος του εξωτερικού τοίχου από άτρυπα τούβλα φρατέλλι αλλατίνι χτισμένα με λάσπη- είχαν αναπτύξει μια μάλλον φοβική σχέση μεταξύ τους. και ενώ το τεράστιο παράθυρο με τα ξεχωριστά του ενσωματωμένα μικρά κανάτια πάνω και κάτω μπορούσε να καδράρει πέντε διαφορετικά μεταξύ τους ηλιόλουστα ή χιονισμένα ορθογώνια τοπία, η Άννα φοβόταν να δώσει στον εαυτό της την ευκαιρία της θέασής τους γιατί ψυχανεμιζόταν ότι η εισβολή των εξωτερικών εικόνων θα διέβαλε τη συνοχή της εσωτερικής της σκηνογραφίας.

σπάνια άνοιγε προς τα έξω τα δύο χαμηλά κανάτια και τα στήριζε μισάνοιχτα με τη μεταλλική βελόνα τη βιδωμένη στο παραθυρόφυλλο και έμενε να κοιτάει στο δρόμο για καμιάν ώρα τον κόσμο που πήγαινε κι ερχόταν. όταν ήταν μικρούλα χάζευε με περίσιο ενδιαφέρον τα στρόγγυλα  ταψιά με τους κεφτέδες και τις πατάτες, το κρέας με το κριθαράκι, που άγνωστοί της γείτονες πηγαινόφερναν για ψήσιμο στο φούρνο του Νεόφυτου. ντρεπόταν να πάρει την ψημμένη πατάτα που συχνά της πρόσφεραν οι περαστικοί, φέρνοντας ισχυρά στο νου της την παραίνεση της μητέρας να μην παίρνει τίποτε από αγνώστους και ιδίως φαγώσιμα.

ωστόσο το ξυλάκι παγωτό της εβγα από το άσπρο αμαξάκι του παγωτατζή με τις μεγάλες ρόδες άπλωνε το χέρι και το ´παιρνε, όπως και κείνο το κασάτο με την κίτρινη κρέμα λεμόνι, και έκανε μεγάλο χάζι τον παγωμένο καπνό, όπως τον έλεγε, που έβγαινε από το εσωτερικό του αμαξιού μόλις ο παγωτατζής σήκωνε τα καπάκια.

ο ξερός τεράστιος κρότος έξω από αυτό το ίδιο παράθυρο, τότε που κάποιος πυροβόλησε με το περίστροφο στις 4 το ξημέρωμα της 22ης του Απρίλη του 67, έκανε να τρίξουν τα παιδικά της δόντια από τον τρόμο και ακινητοποιήθηκε παγωμένη στο κρεβάτι της μη τυχόν και ακουστεί το τρίξιμο μέσα απ´ το διπλό άτρυπο τούβλο.

ήταν το ίδιο παράθυρο, που πλάι του η Άννα καθόταν και κεντούσε το καλοκαίρι του 74, τότε που μάνες, αδελφές και αγαπητικές συνόδευαν ως τη γωνία του δρόμου τους άντρες που έφευγαν να καταταχθούν. θυμάται τα παθιάρικα φιλιά, τις απελπισμένες αγκαλιές και κατόπιν τα δάκρυα που κυλούσαν στα μάγουλα των γυναικών που σε λίγο επέστρεφαν μόνες, και κάθε φορά που ένας αποχωρισμός συνέβαινε, η Άννα αναρωτιόταν ανατριχιάζοντας αν θα προλάβει να τελειώσει το κέντημά της πριν σκοτωθεί στον πόλεμο που έρχεται.

από το ίδιο παράθυρο αντίκρυσε το τέλειο σκοτάδι που είχε επιβάλει η αεράμυνα εκείνο το βράδυ του Ιουλίου, τρώγοντας με νευρικότητα σπόρια και φτύνοντας τα φλούδια στο πεζοδρόμιο, καθώς συνομιλούσε χαμηλόφωνα με την απέναντι γειτόνισσα που είχε γιο στην πρώτη γραμμή. στην κουζίνα η μαμά της έβραζε κρέας και η μυρωδιά, που γέμιζε το σπίτι, της ήταν για πρώτη φορά τόσο αδιάφορη, καθώς η ίδια είχε δαπανήσει πολλή ώρα οχυρώνοντας, όπως νόμιζε, με παπλώματα το χώρο που καταλάμβανε το μεγάλο τραπέζι της τραπεζαρίας, για να κρυφτούν εκεί αφού πια δεν υπήρχαν καταφύγια. πράγματι είχε δύο καταφύγια η γειτονιά από τον πόλεμο, που όμως οι άνθρωποι, που πίστεψαν ότι οι άσχημες μέρες είχαν πια περάσει, τα είχαν γκρεμίσει μαζί με τα σπίτια και χτίσαν πάνω τους πολυκατοικίες.

από το ίδιο παράθυρο μερικά χρόνια αργότερα παρατηρούσε τα απογεύματα με ήλιο ή και τα πρωινά καμιά φορά ένα μαυριδερό σγουρομάλλικο άσχημο κορίτσι, που γύριζε στο διάβα της προς αυτήν και την κοιτούσε με μίσος. αυτό το βλέμμα του μίσους ποτέ δεν το κατάλαβε, μέχρι τη στιγμή που πολλά χρόνια αργότερα η μαυριδερή σγουρομάλλα άσχημη κυρία της εξήγησε στο σαλόνι που τυχαία συναντήθηκαν ότι τη μισούσε γιατί η Άννα είχε να φάει. Με μισείς ακόμη; ρώτησε η Αννα χαμογελώντας και το στενό μαυριδερό στόμα έκανε προς τα κάτω ένα Ναι.

από τη μέσα μεριά του παραθύρου όλα ήταν καλύτερα, δικά της, ελεγχόμενα. είχε στήσει η Άννα το κουκλόσπιτο μέσα στο δεξί ντουλάπι του γραφείου της με το μοναδικό ράφι. ήξερε πώς να αναπαράγει τρεις διαστάσεις μετρώντας και χαρακώνοντας, για να σπάσει στην ισάδα του, το άσπρο χαρτόνι κι έφτιαξε λευκές ηλεκτρικές συσκευές τάχαμ, που τις ζωγράφισε με επιμέλεια για να είναι όσο γίνεται πιο αληθοφανείς. με γκρίζο σκληρό χαρτόνι έφτιαξε το κρεβάτι της κούκλας, με το μπεζ μαλλί, που είχε περισσέψει απ´ την πλεχτή φανέλα του μπαμπά της, έπλεξε την κουβέρτα -ήξερε να πλέκει από πολύ μικρή-, κι από υπόλοιπο μιας σιελ σατέν φόδρας έραψε το πάπλωμα. με μεγάλες βελονιές στην όψη το έκαμε καπιτονέ, όπως άρμοζε σε ένα πάπλωμα -ήξερε να παραθέτει πολλών ειδών βελονιές συστρέφοντας με προσοχή τις κλωστές γύρω από τα βελόνια-, κι η μαμά της, της κέντησε γύρω-γύρω με κόκκινο φεστόνι τους υφασμάτινους κουλέδες από ένα άσπρο στρογγυλό μαξιλαράκι.

η Άννα βιαζόταν κι ανυπομονούσε να ολοκληρώσει τη γκαρσονιέρα της κούκλας το καλοκαίρι του 70. και μέσα σε κείνο το στενό κάθετο ντουλαπάκι στήθηκαν κατόπιν όνειρα και μονόλογοι με δυνατή φωνή. είχε ένα συρτάρι στη μέση το γραφείο, με κλειδί, η απόλυτη ευτυχία να κλειδώνεις τον κόσμο σου, και κει κλειδώθηκαν ως το 80 όλοι οι έρωτες, πατικωμένοι τόσο ώστε να μην μπορούν να ανασάνουν -οι έρωτές της δεν ανάσαιναν ποτέ, έτσι που τους πατίκωνε μέσα της για να είναι κατάδικοί της-.

το 71 την άνοιξη αγοράστηκε το ραδιοπικάπ, απρόσμενο δώρο της μαμάς της, που ξωπέταξε στο άλλο δωμάτιο το αρχαίο ραδιόφωνο. ήταν έπιπλο στενόμακρο, γυαλιστερό καφέ, με δανέζικα πόδια κατά τη μόδα, αριστερά το μοντέρνο ραδιόφωνο παγκόσμιας λήψης και δεξιά το πικάπ, όχι σαν τα πικάπ της σειράς αλλά βαρέος τύπου, σήκωνες καπάκι και το αντίκρυζες να λαμποκοπάει και να μοσχοβολάει καινουργίλα κάτω από το χοντρό αυλακωτό λάστιχο που κάλυπτε το πλατώ.

λατρεμένος εκείνος ο μεταλλικός μίσχος που σήκωνε αδιαμαρτύρητα δέκα δίσκους 33 στροφών και μόλις τέλειωνε να παίζει ο πρώτος, τσουπ αυτόματα έπεφτε πάνω του ο δεύτερος. αυτός που είχε σκεφτεί αυτό το μηχανάκι ήταν σοφός φιλάνθρωπος, νοιαζόταν για τον ξεκούραστο ακροατή ή για το χωρίς διακοπή πάρτυ. πού να φανταζόταν ότι είχε επινοήσει ένα καταντίπ άχρηστο πράμα, εκτός κι αν οι δικοί του δίσκοι ήταν ατσαλένιοι και δεν στράβωναν και έτσι μπορούσαν να περιστρέφονται ο ένας καθισμένος σε στενή συναρμογή πάνω στον προηγούμενο. αδιανόητη η συναρμογή αυτή με το βινύλιο, που με μισό καλοκαίρι ζέστη, του ήταν αρκετό να ψιλοσκεβρώσει κι έτσι έχανε στροφές. ωστόσο μια τόση δα δυσλειτουργία δεν μείωνε τη σημασία του ραδιοπικάπ της Άννας.

όπως και να´χε ήταν σπουδαίο να κατέχεις ένα τόσο μοντέρνο εργαλείο και η Άννα επιτέλους νομιμοποιήθηκε να το χρησιμοποιεί στη διαπασών και να επιδεικνύεται περήφανα στη γειτονιά. μόνον αυτή κι άλλος κανείς. άστους εκείνους με τα επιτραπέζια πικάπ και τα ξεχωριστά ηχεία να αλλάζουν συνεχώς δίσκους ή, ακόμη χειρότερα, εκείνους τους καημένους με τα χοντροκομμένα μαγνητόφωνά τους που συχνά-πυκνά έπρεπε να τυλίγουν πίσω την ταινία που έφευγε από τη θέση της με το παραμικρό.

το ραδιοπικάπ της την αγάπησε και την ακολούθησε πειθήνια κι η Μέλανι Σάφκα γέμισε έτσι το 4 Χ 4 Χ 4 δωμάτιό της και τη γειτονιά με τη βραχνή φωνή της και με Candles in the rain: we were so close, there was no room, we bled inside each others wounds, we all had caught the same disease and we all sang the songs of peace. some came to sing, some came to pray, some came to keep the dark away. so raise the candles high cause if you don’t we could stay black against the sky, oh oh raise them higher again and if you do we could stay dry against the rain. είχε φέρει μια καρέκλα η Άννα μπροστά,  καθόταν ακίνητη και ευλαβική με το εξώφυλλο του δίσκου για ώρες στα χέρια να μαθαίνει τους στίχους απέξω, τόσο που σε λίγο καιρό η δική της φωνή σκέπαζε χωρίς κόπο τη φωνή της Μέλανι.

πέρασαν χρόνια κι η Άννα εξακολουθούσε να κάθεται μπροστά στο πικάπ της με τα εξώφυλλα των πολλών πια δίσκων της στα χέρια και να προσπαθεί να διαβάσει τα γράμματα στην ετικέττα, καθώς αυτοί γύριζαν πάνω στο πλατώ, έτσι για παιχνίδι. το προλάβαινε συνήθως με τα κεφαλαία, κι άλλοτε παρατηρούσε τις πυκνές χαρακιές στο βινύλιο που σχημάτιζαν ανισοπαχείς γυαλιστερές ζώνες στην κατάμαυρη επιφάνεια, προσπαθώντας να καταλάβει τί είδους ήχοι αντιστοιχούσαν σε κάθε απόχρωση γυαλάδας.

θα πρέπει να ήταν 79 ή 80 όταν η Άννα για πρώτη φορά σκέφτηκε να ασεβήσει πάνω στο υπέροχο πικάπ της. κάπου το είχε διαβάσει και της άρεσε και είπε να το δοκιμάσει. το χαρτόνι ήταν υλικό που αγαπιόταν, θύμιζε διαχρονικά σχολικά εγχειρήματα. έτσι έφτιαξε εύκολα και γρήγορα ένα χαρτονένιο κύλινδρο με δώδεκα κάθετες επιμελημένες στενές σχισμές στο πάνω του μισό, τόσον όσο να χωράει να κάτσει πάνω στο πλατώ του πικάπ της. αυτό ήταν το εύκολο μέρος της δουλειάς.

κατόπιν έκοψε επτά χαρτονένιες κορδέλες πλατιές όσο το μισό ύψος του κυλίνδρου. πάνω τους ζωγράφισε με παστέλ και πολύχρωμα μολύβια επτά χαριτωμένα θέματα. το κάθε ένα από αυτά το επανέλαβε αντιγράφοντάς το δώδεκα φορές, αλλά παραλάσσοντάς το τόσο λίγο κάθε φορά, όσο η κάθε μια από τις δώδεκα εικόνες του να ενσωματώσει λίγη κίνηση.

κάθε φορά, που τέλειωνε μία λωρίδα, ένωνε τις άκρες, την τοποθετούσε χαμηλά μέσα στον κύλινδρο και έβαζε μπροστά το πικάπ να γυρίσει. μέσα από τις σχισμές του κύλινδρου που γυρνούσε ισοταχώς μπροστά στα μάτια της διέκρινε τη ζωγραφιά της να ζωντανεύει. ούτε μπορούσε να φανταστεί τη μαγεία του τελικού αποτελέσματος τότε που είχε ξεκινήσει να ασχολείται. το κάθε θέμα της κινούνταν κι εξελισσόταν κυκλικά και γύριζε πάλι στην αρχή και πάλι το ίδιο, εξελισσόταν ξανά και ξανά.

η ταχύτητα της περιστροφής δεν επέτρεπε παρατήρηση της μηχανής αλλά μόνον του θέματος. έτσι το ροζ φίδι κουλουριασμένο πάνω στο πράσινο χορτάρι ξετυλιγόταν γρήγορα και γλιστρούσε έξω από το πλάνο, ο χορευτής με το ριγέ πανωφόρι χοροπηδούσε σε temps levé με λυγισμένα τα γόνατα, ο ζογκλέρ πετιόταν με το τραπίζ του από τη μιά άκρη της τέντας του τσίρκου στην άλλη, το κοριτσάκι με την κόκκινη φούστα πηδούσε το σκοινάκι του, ο ποδοσφαιριστής ετοιμαζόταν να σουτάρει, η γυμνάστρια ξαπλωμένη στριφογύριζε με τα πόδια της την τεράστια μπλε μπάλα, ο αγουροξυπνημένος ξεμάλλιαρος οικοδεσπότης με την πράσινη ρομπ ντε σαμπρ άνοιγε την κίτρινη εξώπορτα στο πορτοκαλί τέρας και του την ξανάκλεινε στη μούρη στο πιτς φιτίλι.

όλα αυτά ήταν ώρες πολλές δουλειάς με την Άννα επικεντρωμένη με πάθος στο αποτέλεσμα. ξεκίνημα της γραφής της πάνω στις χαρτονένιες λωρίδες ήταν οι πρώτες λέξεις που της έρχονταν στο μυαλό, καθόλου φανταστικές, όλες στηριγμένες στην πραγματικότητά της, όμως δεν το ήξερε ακόμη. δεν είχε ακόμη μεταφράσει πως το πορτοκαλί τέρας αντιπροσώπευε την αγωνία της για το άγνωστο, την ώρα που διάφοροι απρόσκλητοι, που διαγράφονταν σαν σκιές πίσω από το λαδομπογιαντισμένο τζαμάκι, χτυπούσαν το ρόπτρο της εξώπορτας. ότι το ροζ φιδάκι απεικόνιζε τους μικρούς της φόβους που της άδειαζαν τη γωνιά μόλις αποφάσιζε να τους κοιτάξει κατάματα. ότι το κοριτσάκι με το σχοινάκι ήταν συνώνυμο με την ανεμελιά που πεισματικά αρνήθηκε να εγκατασταθεί στην παιδική ψυχή της. ότι ο επιδειξίας επικίνδυνων ικανοτήτων ζογκλέρ ήταν ο θρίαμβός της στις προκλήσεις. όλα τα υπόλοιπα ήταν παραπληρωματικά στολίδια, πιθανόν ιδανικά, που βοηθούσαν να ακούγονται ήχοι, μουσικές και φωνές επιδοκιμασίας, όταν άρχιζε η παράσταση.

πολλές φορές τη μέρα έβλεπε από τις σχισμές τις ιστορίες της να επαναλαμβάνονται και σκεφτόταν ότι το σινεμά είναι τελικά ένας τεράστιος κύλινδρος που χωράει τον κόσμο όλο.. αθώες γενικεύσεις από ένοχο σπόρο..

 

διδυμότειχο ρουζ

 

με μια δραματικότητα εξελίσσονται οι τελευταίες μέρες.
μάλλον σημάδι των καιρών,
μπορεί και ανθρώπινου εγωϊσμού σημάδι,
μίσους αποκύημα κατ´ άλλους,
γι άλλους πάλι άνωθεν δυνάμεως επιθυμία,
αναξιότητας καταύγασμα μπορεί.
αγριότης, θάνατος, τιμωρία,
κρύο, πλεονεξία, ατυχής μέριμνα
σέρνουν πίσω τόνους σίδερο
που λυγάει πάνω στ´ αποκαΐδια.

το δωμάτιο

για την Αλεξάνδρα

γιατί σε φοβίζει η νύχτα;
υπάρχει πιο καλά κλειδωμένο δωμάτιο από τη νύχτα;
μόνο δική σου και μπαινοβγαίνεις ανεμπόδιστα,
σε όποια στιγμή, ζωή, φιλί,
το στοπ καρε καδράρεις
κι αν θέλεις το κρεμάς,
κι αν θέλεις το πετάς,
μπορείς και να το τσαλαπατήσεις άμα θέλεις.
εξασφαλισμένη ατομικότητα και ουτοπία
με φως ιδιωτικό.
κανείς δεν μπορεί να διακρίνει στη δική σου νύχτα,
ακόμη κι αν τον πάρεις απ´το χέρι.

ήταν από πάντα ζήτημα ικανότητας
και ζήτημα λεπτολογίας επίσης.

αλλού

να ελευθερωθώ.., να φύγω..,
πριν η αδικία λιανίσει την ψυχή μου..,
πριν η ανάμνηση μαυρίσει και ξετελειωθεί..,
τώρα που ζεις ακόμη μέσα μου υπάρχων και υποσχόμενος.

κυριακή 15 μαρτίου 2015, 10:05 π.μ.

άλλη μέρα

 

κάποιος σαν ζηλόφθονα απόψε να μου έκλεψε φως από το γκρίζο μου.
να το μαυρίσει θέλει για να επιδειχθεί ισχυρότερος.
χτύπα όσο θες, το πρωί κοντεύει.

Graeciae pars meridionalis


στην Κατερίνα

αργό περπάτημα με τη βαλίτσα να ακολουθεί πειθήνια,
το ραντεβού με συναδέλφους επίκειται για τη μεγάλη εκδρομή.
φθάνω νωρίτερα όπως διαρκώς το συνηθίζω,
παρατηρώ τριγύρω περιμένοντας στη στάση να περάσει η ώρα.
η ένδειξη κατεύθυνσης στα λεωφορεία υπάρχει μόνο εμπρός,
πίσω τριψήφιος αριθμός μονάχα.
συλλογούμαι πως σαν τη ζωή να μοιάζουν τούτα τα λεωφορεία:
μπροστά δείχνει πού θες να πάς,
πίσω χρειάζεται επίκληση αρωγών δυνάμεων να κάνεις,
στη μέση απλά πας προσπαθώντας να κρατηθείς απ’ τις χειρολαβές.

10 σεπτεμβρίου 2015, 12:10

ολονυχτία-θάλασσα

στον Pier Paolo

κυλάει; προσπίπτει; ενδίδει; μη και αντιστέκεται;
δεν επιτίθεται η ήρεμή μου θάλασσα.
ίσως πρέπει να την μετονομάσω.



τετάρτη 18 νοεμβρίου 2015, 9:30

θαυμάζω το μηχανισμό της συγγραφής μου και γελώ


βαδίζω ειρηνικά -συνήθως- την ημέρα μου
οι ώρες μικρούλες, ποιος τις πειράζει στο καλό τους κι όλο μικραίνουν;
αύρα του θέλω να απομακρυνθώ σηκώνεται, την πιάνω που έρχεται,
και μόλις φτάσει αρχίζω να μπαινοβγαίνω στιγμιαία στην πρόκληση με διάφορες δικαιολογίες,
μόλις χρόνος και τόπος παραμερίσουν, ουπς, με τσάκωσα αναστενάρισσα..
έχω πλάκα όταν παίζω με τα κάρβουνα, σκοπό αντικρίζω κι αυτά κρύα μου είναι,
ο σκοπός με νοιάζει, καθόλου τα εμπόδια..
κεντράρω στόχο και χτυπώ, λίγα λεπτά χωρίς παλινδρομήσεις μου χρειάζονται.
κι έπειτα απλά ξαναγυρίζω στον χρόνο και τον τόπο..

απλά..

26 οκτωβρίου 2016

το άγχος της επιτήδειας μηχανής (1)

ο κυρ Παναγιωτάκης, βιοτέχνης της αγοράς γύρω στα σαρανταδύο, παντελόνι μπεζ, πουκάμισο λευκό, μπουφάν μαύρο, φαλάκρα, λευκή επιδερμίδα με κίτρινες τις άκρες των δαχτύλων του δεξιού χεριού απ’ το πολύ τσιγάρο, ο κυρ Παναγιωτάκης που ονειρεύεται ώρες ελεύθερες και κοιμισμένες να γίνει πλούσιος επιτέλους σ’ αυτή τη ζωή, και όχι στην άλλη..
ο φίλος του ο Γιώργης, νεότερος, μελαχροινός, αξύριστος με πυκνό μαύρο μαλλί, βρώμικο τζην και μπουφάν κλειδαμπαρωμένο, άγνωστο τι επαγγέλλεται, είναι περισσότερο χωριάτης στην όψη και στους τρόπους από τον κυρ Παναγιωτάκη.
η Μαρίνα τους συναντά για πρώτη φορά ανάμεσα στα δέντρα ενός ελαιώνα, μέρα μεσημέρι στα μέσα του Νοέμβρη, κάπου εκεί στα τέλη της δεκαετίας του 80. για τη γνωριμία τους μεσολάβησε ο Αλέξανδρος, ένας πανέμορφος άντρας 35 χρονών, υπάλληλος στα λιγνιτωρυχεία Πτολεμαΐδας, με εκατον πενήντα χιλιάδες δραχμές μισθό, τη στιγμή που η Μαρίνα έπαιρνε μόλις σαρανταπέντε. προσπάθησε να της εξηγήσει ο Αλέξανδρος, καθισμένος στα δεξιά της στην καφετέρια ενός επαρχιακού ξενοδοχείου-γαμιστρώνα, πως είναι πολύ σημαντικό γι’ αυτόν να πιάσει επιτέλους την καλή, γιατί παιδεύεται τόσα χρόνια και τα λεφτά που παίρνει είναι λίγα και αυτός θέλει να κάνει σπουδαία ζωή και πρέπει να του φτάνουν. ονειρεύεται λέει μόλις πάρει το χρήμα να μεταναστεύσει στη Γερμανία, εκεί θα τον περιμένει καινούργια ζωή.
η Μαρίνα τον κοιτάζει με πολλή προσοχή. κοιτάζει πρώτα τα δάχτυλα των χεριών του. περιποιημένα χέρια, για τί στο καλό πληρώνεται τόσα; δεν φοράει βέρα ούτε στο λόγο του αναφέρεται σε κάποια γυναίκα εκτός από τη μάνα του. θα λυπηθεί λέει η μάνα του βέβαια αν θα φύγει αυτός στη Γερμανία αλλά θέλει πολύ να ζήσει καλά και είναι βέβαιος πως και η μάνα του δεν θα έχει ποτέ καμία αντίρρηση για την ευτυχία του γιου της. ο όμορφος Αλέξανδρος είναι μελαχρινός με πράσινα μάτια και η Μαρίνα τον καρφώνει μέσα σ´ αυτά και προσπαθεί να μαντέψει περισσότερα από όσα ακούει. παρατηρεί τα όμορφα δόντια του κάθε που γελάει.
έχει ήδη εφοδιαστεί με έναν επίχρυσο αναπτήρα Ντάνχιλ, άλλαξε το πακέτο τα τσιγάρα της σε Μπένσον και χέτζες, μάζεψε τα μαλλιά της πίσω σε χαμηλό σινιον, φόρεσε φον ντε τεν, κόκκινο κραγιόν, το καλύτερο φουστάνι που είχε, λεπτές νάιλον κάλτσες και ψηλοτάκουνα παπούτσια, έβαψε και τα νύχια της με μεγάλη επιμέλεια κατακόκκινα, έτσι ώστε να δείχνει κυρία του καλού κόσμου. έπρεπε να πείσει τους συνομιλητές της ότι ήταν μία κυρία του καλού κόσμου με πολλά λεφτά. συνόδευε εναν χοντρό γερμαναρά, πανύψηλο, με μεγάλη κοιλιά και τιράντες, με μύτη κόκκινη και στρογγυλή από τις πολλές μπύρες, ξανθό, σχεδόν άσπρο, προχωρημένης σχετικά ηλικίας για τα δικά της μέτρα, αυτή ήταν τριάντα κι ο γερμανός γύρω στα πενήντα πέντε, και είχαν προηγουμένως καλά συνεννοηθεί για το ρόλο που θα παίξουν στο ταξίδι αυτό το προσεγμένα οργανωμένο από την αστυνομία.
τον Φραντς τον έβλεπε επίσης για πρώτη φορά η Μαρίνα. τον είχε συναντήσει την προηγούμενη το βράδυ στο γραφείο του αστυνομικού διευθυντή, ήταν φίλος του και εχθρός της παράνομης εμπορίας. ο αστυνομικός διευθυντής του είχε ζητήσει να διαθέσει για την επιχείρηση την κόκκινη μερσεντές του, γιατί είχε μεγάλη αξία για την τύχη της το να φαίνεται λεφτάς. ήταν σαφές και μόνο που τον έβλεπες, πριν ακόμα ανοίξει το στόμα του, ότι στην πραγματική του ζωή ήταν καλοβαλμένος και μορφωμένος. μιλούσε τρεις γλώσσες εκτός από τα γερμανικά, γαλλικά, ισπανικά και φυσικά ελληνικά, παντρεμένος με ελληνίδα, γελούσε συχνά και τρανταχτά στο γραφείο του αστυνομικού διευθυντή, με ανοιχτό το στόμα και λίγα εκτινασσόμενα σάλια, άνετος, σαν φίλος του αρχηγού που ήταν, και αισθανόμενος φυσικά την υπεροχή του μέσα σε εκείνο το άθλιο μπορντέλο του αστυνομικού μεγάρου.
μέγαρα λέγαν οι αρχαίοι τα παλάτια και αυτή η άθλια πολυκατοικία στην οποία στεγαζόταν η αστυνομική διεύθυνση μόνο παλάτι δεν ήταν. ακόμη και στο γραφείο του αστυνομικού διευθυντή όλα ήταν χάλια και καθόλου διευθυντικά, αν εξαιρέσεις το φθαρμένο μαύρο δερμάτινο σουμέν με τα γδαρμένα χρυσοειδή στολίδια ολόγυρα και το διακοσμητικό στυπόχαρτο, εκείνο το ασταθές μαυριδερό ημικύκλιο εννοώ που στόλιζε επισταμένα για άπειρα χρόνια κάθε αρχηγικό γραφείο κι ας είχε προ πολλού εγκαταλειφθεί ο κονδυλοφόρος.
στις ετερόκλητες μεταξύ τους πάλαι ποτέ δερμάτινες πολυθρόνες είχαν βουλιάξει αναγκαστικά η Μαρίνα, ο Φραντς, ο Κώστας, ένας όμορφος ψηλός αστυνομικός, και η Πολύμνια, εκείνη η μαντάμ με το γουναράδικο γεμάτο λαθραίες γούνες, πολλά λεφτά και αφορολόγητα και η Πολύμνια έπρεπε να την βγάλει καθαρή αφού την είχαν στριμώξει για φοροδιαφυγή και παράνομες εισαγωγές. έτσι, σαν καταδότρια που σέβεται τον εαυτό της, αποφάσισε να δώσει εν ψυχρώ το νεαρό Αλέξανδρο που είχε κάνει κάποτε το μεγάλο λάθος να την πηδήξει και να της εξομολογηθεί στο επακόλουθο τσιγάρο τις άλλες του δραστηριότητες εκτός από τα λιγνιτωρυχεία Πτολεμαΐδας.
την Πολύμνια θα την έλεγες άσχημη μα καπάτσα, γυαλαμπούκα με μαύρο χοντρό σκελετό και πατομπούκαλα, με χοντρά μελανιασμένα χείλη, μεγάλο κώλο, μικρά βυζιά σκέτες υποψίες πίσω από το βαθύ ντεκολτέ του λουλουδάτου ντε πιες αρχές χειμώνα και ένα στόμα λαϊκό σαν από καταγώγιο.. η Πολύμνια κουτσοήξερε γερμανικά γιατί για μερικά χρόνια είχε υπάρξει μετανάστρια στη γερμανία. ο αστυνομικός διευθυντής πρότεινε να μιλούν μεταξύ τους μπροστά στους αλήτες εμπόρους, που θα συναντούσαν αύριο, σε ξένη γλώσσα, έτσι ώστε οι έμποροι να πεισθούν ότι ο γερμανός είναι ο αρχηγός, η Μαρίνα η γραμματέας του, ο Κώστας ο οδηγός του και η Πολύμνια μια καλή φίλη που τους φέρνει σε επαφή με την αρχηγική αφρόκρεμα της αρχαιοκαπηλείας.
αυτός ήταν και ο λόγος που η Μαρίνα αρματώθηκε πάνω της κάθε μικρή λεπτομέρεια που θα μπορούσε εύκολα και φθηνά να της εξασφαλίσει την εικόνα της πλούσιας. τον επίχρυσο αναπτήρα τον δανείστηκε από το μπαμπά της φίλης της και τα τσιγάρα της τα αγόρασε πανάκριβα ειδικά για την περίσταση. τα τακούνια ήξερε ότι θα της πλήγωναν τα πόδια, ωστόσο έκρινε ότι αποτελούσαν κρίσιμο στοιχείο για την εμφάνιση της.
στην καφετέρια του μικρού επαρχιακού ξενοδοχείου που σταμάτησαν για το πρώτο ραντεβού, έκανε πολλές σκέψεις η Μαρίνα παρατηρώντας με προσοχή το νεαρό υπάλληλο του λιγνιτωρυχείου Πτολεμαΐδας, καθώς μάλιστα μόλις είχε εισπράξει την απάντησή του για τον τεράστιο μισθό του σε σχέση με τον δικό της. τον οίκτιρε κιόλας από μέσα της που ήταν τόσο απατεώνας κι ας είχε χρήμα που λίγοι καθημερινοί τύποι είχαν παρόμοιο, αλλά λίγες στιγμές αργότερα τον αηδίασε σκεπτόμενη πώς ένας τόσο όμορφος και υπολογίσιμος άντρας έσπευδε τρέχοντας να χωθεί στη φυλάκα από πλεονεξία -είχε μάθει η Μαρίνα από μωρό ότι όποιος πάει για τα πολλά χάνει και τα λίγα-. καθώς τον παρατηρούσε με προσοχή σκεφτόταν ότι δεν είναι εύκολο να καταλάβεις έναν άνθρωπο δίπλα σου και ότι θα τον πηδούσε ευχαρίστως και χωρίς χασομέρι, αν δεν ήξερε τί μέρος του λόγου ήταν. βλέπεις η Μαρίνα είναι διαφορετική από την Πολύμνια, εκείνη πουτανέ στάιλ, η Μαρίνα παιδί των βιβλίων με έντονη διάθεση να διαβιοί εντός των ορίων της εντιμότητας, οπότε ο όποιος Αλέξανδρος δεν θα της εξομολογούνταν ποτέ βρωμοονειροπολήσεις και ξεράσματα. τότε η Μαρίνα σηκώθηκε να πάει για κατούρημα, όχι τόσο γιατί το είχε ανάγκη, αλλά γιατί ξαφνικά της ήρθε η επιθυμία να μείνει μόνη της με τον εαυτό της για να σκεφτεί όλα αυτά που γίνονταν γύρω της από χτες το βράδυ, έτσι, να γυρίσει τα μάτια της γύρω-γύρω χωρίς παρατηρητή, και να τα κλείσει, και να τα σφίξει για να νιώσει ξύπνια χωρίς ο περιποιητικός Αλέξανδρος να τη ρωτήσει: Πάθατε κάτι; άργησε πολύ στην τουαλέτα του ξενοδοχείου, έκανε όλες τις κινήσεις αργά, και όταν σηκώθηκε και στάθηκε μπροστά στο λαβομάνο για να πλυθεί και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη για να φρεσκάρει το κραγιόν της, ένιωσε αναγούλα για τη συνάντησή της με τον όμορφο παράνομο.
έμειναν στο ξενοδοχείο περίπου ως τις δώδεκα το μεσημέρι, ήταν ημέρα Πέμπτη, και ο όμορφος άντρας σηκώθηκε, πλήρωσε το λογαριασμό των καφέδων και του συνοδευτικού δεκατιανού και προχώρησε μπροστά για να δείξει το δρόμο που θα ακολουθούσε το αυτοκίνητο με τους τέσσερις επισκέπτες, που δεν ήταν η κόκκινη μερσεντές αλλά τελικά ένα μπεζ αγροτικό από τα κατασχεμένα με πινακίδα τσολ και δύο ζευγάρια καθίσματα. ο Αλέξανδρος είχε τηλεφωνήσει κάποιους να περιμένουν το μπεζ αυτοκίνητο. ο ίδιος τους χαιρέτησε εκεί, τη Μαρίνα με ένα χειροφίλημα.
βγήκανε λίγο πιο μακριά απ’ το ξενοδοχείο, οδηγούσε ο Κώστας και δίπλα του καθόταν ο Φραντς, πίσω από το γερμανό η Μαρίνα και δίπλα της η Πολύμνια. Μόλις απομακρύνθηκαν δυο-τρία χιλιόμετρα είδαν στ’ αριστερά τους τον ελαιώνα που τους είχε πει ο Αλέξανδρος και κάποιος πάνω στην άσφαλτο τους κούνησε το χέρι να σταματήσουν. πάρκαρε ο Κώστας με έναν ελιγμό μέσα στον ελαιώνα, εκείνος που τους έκανε νόημα, ο Γιώργης ήτανε, προχώρησε γρήγορα μπροστά σηκώνοντας το χέρι σε μια κίνηση Στάσου όπως είσαι, και οι τέσσερις άφησαν το αμάξι και ακολούθησαν περπατώντας τον τύπο βαθιά μέσα στον ελαιώνα, μέρα μεσημέρι με ήλιο και αρκετή ψύχρα.
διέκριναν λίγο πιο κει το κρεμ Λάντα, είχε τότε γεμίσει με Λάντα όλη η Ελλάδα. από τη θέση του οδηγού κατέβηκε ο Παναγιώτης, αυτός που λίγες ώρες αργότερα θα φαινόταν στη Μαρίνα τόσο κακομοίρης που θα τον ονομάτιζε κυρ Παναγιωτάκη. έκανε γενναιόδωρη κίνηση χαιρετισμού ανοίγοντας μπροστά και τα δυο του χέρια για να σφίξει τα δικά τους και ένα υπομειδίαμα εγκαθιδρύθηκε από τη στιγμή εκείνη στο κάτω μέρος του φεγγαροπροσώπου του. εξήγησε με λίγα λόγια πως η ανάγκη τον κάνει να κάνει αυτό που κάνει, είναι έντιμος άνθρωπος αυτός αλλά η δουλειά στη βιοτεχνία στην Πάτρα δεν πάει πολύ καλά και πρέπει να λάβει τα μέτρα του. ο γερμανός κοιτάζει αυστηρά αφ´υψηλού, κάτι λέει στα αγγλικά διφορούμενο στη Μαρίνα, που αυτή το πιάνει σαν Τον καημένο το μαλάκα, συγκατανεύει εξίσου σοβαρά κουνώντας το κεφάλι και ο Κώστας βγάζει από την τσέπη ένα μπλοκάκι και ένα μπικ για να κρατήσει σημειώσεις. η Πολύμνια στέκεται παρέκει ψιλοχεσμένη, καθώς δεν έχουν δα και όλοι γεννηθεί ηθοποιοί..
ο Φραντς δείχνει με το χέρι ότι θέλει να μη χάνουν χρόνο και ο Παναγιώτης ανοίγει το καπό του πορτ μπαγκάζ.

τα παστέλ

νόμιζα παλιά πως πρέπει απ´την αρχή να ξέρεις ακριβώς τί θέλεις να κάνεις τραβώντας τις όποιες γραμμές στο χαρτί, και έτσι κανένα αποτέλεσμα δεν μου άρεζε, καθώς τα σκληρά παστέλ γρατζουνούσαν βάφοντας σκληρές γραμμές και σπάζοντας σε σκληρούς κόκκους, και τα τρυφερά από δαύτα πουδράριζαν τον τόπο και κατακάθονταν στα πνευμόνια μου. δεν μου άρεζε γιατί βιαζόμουνα και τα περιγράμματα ήταν μοιραία χοντρά και ατελή και δεν μου αρέσουν οι χοντράδες. νόμιζα παλιά πως από την ώρα που θα αποφασίσεις να απλωθείς σ´ένα τραχύ μπεζ Α2, οφείλεις να μην σέρνεις το χέρι μουτζουρώνοντας και πως όλη αυτή η συγχώνευση μεμονωμένων χρωμάτων σε θολές τελικά αποχρώσεις χαράμιζε το αποτέλεσμα. βιαζόμουν, λες και δεν το ήξερα κατά βάθος ότι ο χρόνος είναι η καλύτερη παρέα που σε παίρνει αλά μπρατσέτα και σε βγάζει ήπια και απαλά. μπορεί και αφελώς να νόμιζα ότι μόλις χτυπήσεις παλαμάκια πρέπει να πάρεις περιποιημένη και περιγραμμένη τελική εικόνα. μα αφού το ίδιο το υλικό είναι δυνατό και γενναιόδωρο, να σπαταληθεί πολλές φορές πρέπει και καμιά σημασία δεν έχει αν τα μπαστουνάκια κονταίνουν γρήγορα. να πας και νάρθεις επανειλημμένα, να χωνέψεις και να συγχωνεύσεις έγχρωμες δυνάμεις και ασήμαντες μονοχρωμίες, να διασκεδάσεις με το άλλο χρώμα που σου χαμογελά σε κάθε πόντο. το όλον προκύπτει μαγικά κοντά ή και έξω από τις προσδοκίες σου, δεν έχει σημασία, αυτό θα πει ελευθερία. να μην βιαστείς. για ώρες, για μέρες να πηγαίνεις και να γυρίζεις πάνω στα δυόμισυ χιλιάδες τετραγωνικά εκατοστά σου, και να μεταμορφώνεις κάθε ένα από αυτά ασταμάτητα, όσο στο τέλος να απορείς πως ενώ ξεκίνησες με μιαν ακαθόριστη ιδέα για το τί θα ήθελες να δεις, προκύπτει εικόνα ομιλούσα έτσι πως δεν τη φαντάστηκες.. τα χρώματα παίζουν με το χρόνο μου…

12 ιανουαρίου 2017