τζένοβα ή I decided to accept his right to be bad

μια ψηφιακή φωτογραφία με κείνον να κοιτά το φωτογράφο του στα μάτια χαμογελώντας όλος χαρά σα να του λέει Μαλάκα τράβα να δούμε τί θα καταλάβεις. μια γυναίκα μου τη χάρισε, εκεί που σκάλιζε μαζί μου τις αναμνήσεις της από εκείνον, εν γνώσει της ότι ο εικονιζόμενος αρέσκεται να διαμοιράζεται τήδε κακείσε, μη κινδυνεύοντας εξάλλου να τον χάσει καθώς ποτέ της δεν τον είχε.. (ναι βρε, μιλάνε κι οι σκύλες οι γυναίκες, έχοντας στο μυαλό σουβλιά, μαχαίρια, κιμαδοποίηση στο χασαποκούτσουρο, τσιγκέλια και άλλα συναφή κρεουργικά).

μπλε σκούρο κοστούμι, γαλάζιο κασκόλ, ριγέ γραβάτα με λοξές λευκές, κόκκινες και βαθυμπλέ ρίγες κλίνουσες αριστερά,
αμήχανα χέρια με δάχτυλα που άλλαξαν με το χρόνο προς το παχύτερο, που εικονίζονται να πασπατεύουν κάτι ακαθόριστο (επιχειρούν να στρίψουν τσιγάρο άραγε;), η βέρα κρυμμένη στην τσέπη την αριστερή (μόνο πότε θα πεθάνω δεν ξέρω),
μισοφεγγαρωτό χαμόγελο, μαλλιά σκληρά μαύρα ακόμη, μάγουλα που κοκκινίζουν απ´ την ευρυαγγεία, λευκό φλυτζάνι με πιωμένο τον λούνγκο, το κουτάλι χρησιμοποιημένο και αφημένο στο πιατάκι με το αριστερό χέρι, τσαλακωμένο χαρτομάντηλο αδιάφορα αφημένο παρέκει, όχι τσιγάρα εμφανή μα ένα άδειο γυάλινο τασάκι, καφενείο ό,τι νάναι, με τζαμαρίες σαν τα κτελ, μέρα χειμωνιάτικη θαμπή, ήχος συμπεραίνεται κανείς.

μαλάκα, συγγνωστή μου η πλάνη, σε παρατηρώ, σε αγκαλιάζω, σε φιλώ με πάθος, σε επιθυμώ, είσαι η λαχτάρα μου, είσαι η ζωή μου, είσαι το αντίγραφο του εαυτού μου, αυτός που με κατάλαβε, που με ένιωσε, που με πόθησε ίσαμε λίγο, έτσι για να περάσει ο καιρός του ευχάριστα, χωρίς να νοιάζεται αν θα έμενα, χωρίς να νοιάζεται για την αναχώρησή μου.

τώρα είναι που θάπρεπε να ´μαι είκοσι χρονώ.
για νάχω το χρόνο να σε ξεπεράσω..

Πάολα; μια που τα συζητάμε: τί είχαμε τί χάσαμε στην τελική;

τύποι από το ράφι, 3

notecard

γεια σου! τα καλύτερα γράμματα είναι αυτά που λένε λίγα και εννοούν πολλά. δεν έκλεισα μάτι απόψε. πρέπει να σου μιλήσω μα δεν ξέρω πώς και έτσι σου γράφω. οι ιδιόρρυθμες ατάκες είναι καλές για θεατρικά έργα, μα για τη ζωή μπα, καθόλου κατά τη γνώμη μου, καθώς μου είναι ομολογώ εξαιρετικά δύσκολο να αντικαταστήσω τα συναισθήματα με γραφόμενα σινιάλα, σαχλοί νεολογισμοί από κείνους που κατάντησαν τη γλώσσα να εκπροσωπείται από διακόσιες λέξεις. και παρόλο ότι έφτασα προ πολλού στο κορυφαίο για την αυτοεκπαίδευσή μου σημείο να τις προβλέπω που έρχονται –τις ατάκες εννοώ- και να ανοίγω αυτομάτως ομπρέλα, ασπίδα, φάσκελο, χαμόγελο στην καλύτερη ή να βουτάω μαχαίρι, όλη αυτή η αυτοάμυνα δεν με διασκεδάζει και πολύ, αν και τελικά μοιάζει σαν να παίζουμε σε λούνα παρκ. ένα από τα σκατένια πλεονεκτήματά μου είναι η ειλικρίνεια (ten points, γιατί τα twelve τα παίρνει αυτό το αστείο θράσος ψυχής που μου ΄κανε παρέα όλη μου τη ζωή και μ’ έβαλε στα δύσκολα και μ’ έβγαλε κιόλας). σ’ αυτήν λοιπόν την ειλικρίνεια βασίζομαι όταν με ρωτάω: «γιατί;» και η απάντηση πάντα μοιάζει με απόφαση μάχης, ο σκληρός αναθεματισμένος κριτής εαυτός μου αρπάζει το μπαϊράκι και τραβάει μπροστά.

ας σου γράψω λοιπόν ειλικρινά, ότι πολλά είναι τα βράδια που βυθίζομαι για λιγότερο από λεπτό σε ένα κλάμα που μου σκίζει την ψυχή, καθώς ακούω μικρό λαρυγγισμό που βγαίνει συνεχόμενος χωρίς ανάσα, και ακουμπάω στο σκοτάδι το μέτωπο πάνω στο μπράτσο του σηκωμένου δεξιού μου χεριού που στηρίζω στον τοίχο. και αμέσως έπειτα πλακώνομαι να γράφω για να ξεφύγω και να καταφέρω να κοιμηθώ. το σύντομο κλάμα μου είναι πόνος, μα τόσο δυνατός, κάτι κομματιάζεται στο κέντρο του κορμιού μου, νομίζω πως είναι αυτό που λένε γοερό, που νιώθω πως με νίκησε, μετά κατεβαίνω τη σκάλα και πάω στη γωνιά μου για να του πάρω τον αέρα με τον υπολογιστάκο μου.

σε παρακαλώ πολύ να συνεχίσεις το διάβασμα ως το τέλος. αν στη διαδρομή σου γεννηθούν αρνητικά συναισθήματα, πνίξτα για λίγο, μην πεις άει γαμήσου, φτάσε στο τέλος και τότε πες ό,τι θέλεις και φύγε, καμία απάντηση δεν αναζητώ και με τη σιωπή θα πάψω ίσως να κλαίω γοερά τις νύχτες. χρόνια τώρα διαμορφώνω τη θέλησή μου ……

 

…..μπλα μπλα μπλα, άσκοπη κίνηση, βλακώδες τελεσίγραφο, το δρόμο τον ξέρει, άμα θέλει να με βρει θα με βρει, τί να σπρώξω παραπάνω; ο άνθρωπος αυτός με έχει αφοπλίσει γιατί απλά του το επέτρεψα.

τα κόκκινα παπούτσια

θυμάται τα κόκκινα καινούργια εκείνα παπούτσια. με ψηλό πάτο από φελλό και κόκκινα δερμάτινα κορδόνια με εξωτερικά γαζιά. τον παρακολουθούσε που σηκώθηκε αργά από το ντιβάνι απέναντί της, την πλησίασε αργά και στάθηκε όρθιος μπροστά της, σοβαρός, κοιτώντας την στα μάτια. κατόπιν γονάτισε στο δεξί γόνατο, πήρε στην αγκαλιά του το αριστερό της πόδι, ξεκούμπωσε αργά το παπούτσι χωρίς σφάλμα, το έβγαλε ήσυχα, σχεδόν τελετουργικά, και το ακούμπησε δίπλα του στο πάτωμα. κράτησε με ευλάβεια το γυμνό της πόδι μέσα στις δυο ζεστές του χούφτες, έσκυψε αργά μπροστά και το έφερε στα χείλη του. πιπίλισε το μεγάλο δάχτυλο με μισόκλειστα μάτια, όσο συνομιλούσε χωρίς φωνή με τον εαυτό του, και μετά την κοίταξε στα μάτια συνομιλώντας χωρίς φωνή μαζί της. με την ίδια ευλάβεια αγάπησε το δεξί της πόδι. δεν το ήξερε αυτό το χάδι εκείνη, πρωτόγνωρο, δεν είχε νιώσει ποτέ έτσι. ήταν όλος δικός της, αφημένος στην τύχη του, που έλεγχε με την άκρη μόνον του νου του, και αυτή το ίδιο στη δική της τύχη, ηθελημένα χωρίς κανέναν έλεγχο. πρώτη της φορά είχε έναν άντρα τόσο δικό της. από κει και ύστερα η μνήμη υποχώρησε. έκρυψε τις αναμνήσεις της βαθιά, να μην τις δει κανείς ποτέ, ούτε και αυτή η ίδια ξανά. σαν σε φωτογραφία θυμάται το άλλο πρωί τα δυο κόκκινα παπούτσια πεταμένα στο πάτωμα. δεν τα ξαναφόρεσε ποτέ. μόνο κάθε χρόνο την ίδια μέρα τα απιθώνει πάνω στο αδειανό διπλό της κρεβάτι με κείνα τα σατέν σεντόνια, μαζί με κείνα τα μαύρα δαντελένια εσώρουχα, και γιορτάζει μαζί τους την ανάμνηση, τη θέληση, την επιθυμία, τον άμετρο πόθο της προσμονής του.

τύποι από το ράφι, 2

επί ξυρού ακμής

 

έπειτα κίνησε μονάχος μια βόλτα ερημική,
τώρα που ο χρόνος λιγοστεύει
κι οι μέρες μεγαλώνουν όσο νάρθει πάλι το φθινόπωρο.
μπορεί και να προλάβει, υπάρχει η τύχη
και το στοίχημα συγκεχυμένο και θρασύ το έβαλε
με τον εαυτό του πρώτα κι ύστερα με το χρόνο.
τρανσβεστισμός για
να γράψει, να δέσει, να μιλήσει, να νιώσει, να αγαπήσει,
να αντέξει, να στηρίξει, να γκρεμίσει και να χτίσει,
τόσο πολύ ακόμα, ήταν πάντα του ακραίος.
βαδίζει στο σκοινί από τη μιαν άκρη της ζωής στην άλλη,
γρήγορη ζιγκ ζαγκ γραμμή γι αυτόν, μα συνεχόμενη ακόμα,
δειλιάζει να τη σπάσει μη και χυθούν οι μισοτελειωμένες εκδρομές του νου,
αυτή η αλήθεια που υποκρίνεται πως δεν υπάρχει.
στο μυαλό του συνωστίζονται άναρχα τα θέλω, τα μπορώ, τα νιώθω,
τα παίρνω, τα κρατώ, τα προχωρώ, τα προωθώ,
κάθε τι ιεροτελεστία γίνεται, γάμος, χαρά, χαμός, απώλεια,
όλα τα μεγαλώνει ακόμη κι από μικρούλες αφορμές
-ήταν ανέκαθεν καλός στον πολλαπλασιασμό-.
τις τελευταίες μέρες νέοι και γέροι από το έργο του πεθαίνουν αδιακρίτως.
χαμογελά που σκέφτεται διαταραχές της γραμμής, ωστόσο αναμενόμενες.
η δική του πώς θα σπάσει είναι το ζήτημα.
τότε θα γελάει που ευτυχώς δεν πρόλαβε να γεράσει.

~~~move your soul to dance~~~

 

διψάει η ψυχή για ένα σφιχταγκάλιασμα,
ναι, χορός, ο έρωτας ακκίζεται,
ως τη στιγμή της ώσμωσης αντέχει και αντέχεται,
κατόπιν ανελέητος προκύπτει.
η προτροπή του απατηλή ως ειπώθηκε,
εκείνη νόμισε χορός θα γίνει και ενέδωσε.
εκείνος την πήρε επιτήδεια
ίσαμε να νιώσει πάλι ζεστός πως είναι.
εκείνη, είπε, δεν κατάλαβε πώς έγινε.

γυναίκες ψεύτρες για το αυτονόητο.
έτσι ο δρόμος από ευθύς διχάσθηκε…

πέμπτη 11 δεκεμβρίου 2014

τσέρκι

 

ύστερα από μια νύχτα, χτισμένη από καιρό
από αναμονές και ψευδεπίγραφες επενδύσεις,
η σιωπή μετατράπηκε σε άλικο φως.
μα φοβίες και τρόποι διάφοροι ακολούθησαν,
μέρες που συγχωνεύθηκαν σε άχρωμη σχεδόν εικόνα
που αναμένει και πάλι το ζωγράφο της.

       

                                                    τετάρτη 18 νοεμβρίου 2015

ψευδές λευκό

 

έτσι μου ήρθε τώρα
να δακρύσω διαβάζοντας για χιόνι.
παιδιά, αυλή, γέλια, δρόμος, σπίτι,
όλα απαραίτητα συνοδευτικά.
για άλλους..
για μένα, κρύο νερό.

εξέλιπεν ως είχε

 

δεν θα ξεφύγω.
δεν το επιδιώκω άλλωστε, μου αρέσει
να βυθίζομαι σ´ αυτό που νοσταλγία λέγεται.
ταιριάζει η λέξη ιδανικά εδώ,
πόνος για την επιστροφή, μα σαν άλγος βαθύτερη είναι η λέξη,
πιο ταιριαστή στο δροσερό πνεύμα της ζωής που έφυγε κι αναζητώ.
τώρα δα ανοίγοντας παράθυρα ήρθε πάνω η ανάμνηση,
χθες πάλι κάνοντας κάτι ασήμαντο φούσκωσε από μέσα μου.
ανάμνηση της προσμονής θα την ονόμαζα σε μια τυχαία της περιγραφή.
σαν να μην πέρασε μια ώρα.
τώρα που δεν έχω λόγο πια να προσμένω.

τέλος

 

και ποιος σας είπε τούτο πως είναι επάγγελμα;
ασκείται ο ποιητής για βιοπορισμό;
βίος και ύλη μπορούν και να αντιμάχονται.
κι αν πείτε έλαθα,
να αλλάξω δα πορεία ουδόλως δεν συστέλλομαι.
μήπως και πρώτη μου φορά θα είναι;

τετάρτη 18 νοεμβρίου 2015, πρωί, προχώρησε η ώρα

παροδικά..

 

η ψύχρα στα θερινά τα θέατρα αναμενόμενη,
σαν την αποψινή που στους ώμους μου ξαπλώνει,
κάθ´εκατοστό του δέρματος τεντώνεται σφιγμένο,
έτσι σκληρές είν´οι κουρδισμένες ψηλότερα χορδές πριν σπάσουν,
τα δάχτυλα γαντζώνονται στο χερούλι της τσάντας,
τα άλλα εξερευνούν την τσέπη για μια τσίχλα,
μειώνεται η ικανότητα αντίληψης του κίνδυνου από τα διερχόμενα
καθώς βουτήχτηκα στις μνήμες..
στη μέσα άκρη ας πορεύομαι καλύτερα.

θυμάμαι τους εντός μου πολλούς μικρούς ηθοποιούς,
όταν όρθιοι από τα χέρια πιάνονται για να υποκλιθούν στο τέλος
στους θεατές που παρατάχθηκαν ακίνητοι και κρύοι στην πλατεία.
οι προβολείς αδύναμη θερμότητα αναδίδουν
πίσω από τα χρωματιστά τα σελοφάν, τα φούξια και τα μπλε,
στους άσπρους πάλι γύρω σύννεφα τα φτερωτά που στροβιλίζονται.
προσαρμοσμένοι στην ψύχρα είναι όλοι τελικά οι ηθοποιοί μου.
τί κι αν οι θεατές κρυώνουν; ας ακουμπήσουν τυχαία ή επίτηδες τον διπλανό.
όλα διορθώνονται με λίγη συγκατάβαση..

με τη δικαιολογια της ψύχρας που κάθισε στους ώμους μου
απόκτησα απόψε επιτέλους την απόσταση που ήθελα, έστω και παροδικά..