προμηθέας ο δεσμώτης

στον μαέστρο της κοινοτυπίας

μοντέρνα υλικά, τεχνολογία απαραίτητη για τόσους λόγους.
ένας πολύ με βοηθά να ξεπεράσω κομψά
τη μία πιθανότητα στο εκατομμύριο να απωλεσθώ τυχαία,
τη ροή του σώματός μου προς το τίποτα να συγκρατήσω,
τη ζωή που δυνατή κυλάει μέσα μου μην αδικήσω.

έτσι είναι οι άντρες θα πει κανείς, άντρας μάλλον. 
περιπέτεια στο φως καλόδεχτη μόνον στην ερημιά.
έτσι κι ο δακτυλοδεικτούμενος υπάλληλος του διπλωματικού σώματος,
που αποφάσισε πως δεν έχει τόπο πια, ούτε πατρίδα,
αυτός με την ξεχωριστή μεταχείριση και αρχοντιά του επιτυχημένου, 
μετέτρεψε επιθυμίες δυνατές, που αλύπητα τον συνεπαίρνουν ολοήμερα, 
σε άκομψες κοινοτυπίες. 

trattoria da pippo και ύστερα motel luna, 
εκεί στους αφρόντιστους επαρχιακούς δρόμους,
που ξεκινούν από το αδιάφορο Segrate και οδηγούν στη σιωπή,
αυτή που θα τυλίξει επισταμένα πόθους και πάθη όσο να βραδιάσει.
επιχείρημα για την επιλογή ότι η αγάπη έχει την πρώτη θέση
και καμιά δεν έχει ο δρόμος, το χώμα, το ψυχρό δωμάτιο, το βρώμικο φαί.
το ωραίο περιτύλιγμα απλά υπονοείται.

κι όταν όλα αυτά θα αφήσει πίσω του το σώμα μου,
θα νιώσω λίγη και ασήμαντη που με πετάξανε στην ερημιά
η επιθυμία μου και το πάθος για το τίποτα,
που εκπροσώπησε άξια ο υπάλληλος του προξενείου, 
ο πνιγμένος στην ονειροπόληση της ηδονής του,
αυτής που απομακρύνεται αθόρυβα με fade out.

είδα τις εικόνες σήμερα στον υπολογιστή μου. δεν με γοήτευσαν 
και δεν θα αποτελέσουν ικανό περιτύλιγμα της αγάπης μου.

παρασκευή 3 αυγούστου 2015

μετεικάσματα

θυμάμαι εκμυστηρεύσεις από μερικά τσακισμένα κορίτσια, γυναίκες πια. σαν ένα φου, ένας αέρας, προκύπτουν έξαφνα στη μνήμη μου οι εικόνες τους, μικρά στην ηλικία. δεν έχουν σαφές σχήμα ούτε ευχάριστο χρώμα. γκρίζα μετεικάσματα. τα μάτια μου αποκεντρώθηκαν για να ησυχάσω, αλλά απότυχα και συνεχίζω να ταράζομαι που οι κηλίδες τους άσβεστες μετακινούνται όπου γυρίζω το βλέμμα.

μήπως και άκουσα ποτέ κάποια τους να λέει ότι είχε μπαμπά τύραννο; μήπως ότι είχε μάνα αφέντρα; καμιά δεν ομολόγησε αλήθειες. όλες τους γλυκιές μανούλες είχανε κι αγωνιστές πατερούληδες. και ήταν πρόθυμες να κάνουν ό,τι τους λέγανε οι καλοί αυτοί άνθρωποι και είναι ακόμα πρόθυμες να μετανιώνουν φριχτά που δεν στάθηκαν τα καλά κορίτσια που οι γονείς θέλανε κάθε φορά που τόλμησαν αλλιώς. μετανιώνουν για τη νεότητά τους, ακόμη και για ένα παραπάτημα του εκατοστού ή για μια τόση δα μικρούλα διεκδίκηση του δικαίου. Δεν είναι ηλίθιο να μετανιώνει κανείς για τη νεότητά του; -Την τυραννούσα τη μάνα μου πολύ στα δεκάξι μου. Όλο του κεφαλιού μου ήθελα να κάνω. -Έφαγα μπάτσο απ´τον πατέρα στα δεκατέσσερα γιατί αυτός μιλούσε και γω κοιτούσα αλλού. Ήταν καλοί άνθρωποι, εγώ δεν ήμουν εντάξει. Πόσο τους βασάνισα…

για λίγους λόγους, απ´τους οποίους διατηρήθηκε μια αόριστη γενικότητα, καμιά τους δεν ήταν άξια κόρη.

η Ρίτσα συγχώρεσε τη μάνα που σκάλιζε το ημερολόγιό της κι έσπευδε να γνωρίσει κάθε καινούργιο της καταγραμμένο φλερτ της, κι ας τον έστελνε από κει πούρθε με φωνή που δεν σήκωνε κουβέντα. -Μη σε ξαναδώ μαζί της, ούτε να ξανακούσω για σένα, κατάλαβες; Απορώ και πώς φαντάστηκες ότι η κόρη μου θα μπορούσε να ενδιαφέρεται για σένα και να χτίζει όνειρα με σένα μέσα. Και σεις μπαμπά και αδελφέ του Θόδωρου να κάνετε ό,τι μπορείτε το παιδάκι σας να απομακρυνθεί από την κόρη μου. Από πού κι ως πού νομίζετε ότι ο μουτζούρης γιος σας θα ταίριαζε ποτέ στο δικό μου παιδί που μοσχανάθρεψα; έτσι, χάθηκε ο ερωτευμένος Θοδωράκης ο μουτζούρης, αλλά η Ρίτσα το προσπέρασε.

είπα μουτζούρης και θυμήθηκα τη Γιώτα, εξήντα τεσσάρων σήμερα, ζωντοχήρα (οποία ηλίθια λέξη!), με τον άντρα της ζωής της το μουτζούρη πατέρα που λαδωνόταν ολημερίς στο συνεργείο αυτοκινήτων. αυτόν τον σπουδαίο αριστερό αγωνιστή που φούμαιρνε τα χύμα τσιγάρα το ένα πίσω απ´ τ´άλλο στο καφενείο της γειτονιάς, εκεί που ξαπόβγαζε τις ώρες που του μένανε λύνοντας το κυπριακό με τους άλλους κουρασμένους, ίσαμε να νυχτώσει για τα καλά, για να μη βλέπει τη μούρη της Φιλίτσας, της μάνας της, αυτής της υπέροχης γυναίκας. και η Γιώτα, όσο σου εξιστορεί χαμογελώντας όλο τούτο με λεπτομέρειες, μακρόσυρτα, για να προκάμει να υπεροπλίσει, σέρνει το καμουτσίκι καταγής πέρα-δώθε και, αφού ολοκληρώσει το εγκώμιο, με μια μαστόρικη κυκλοτερή κίνηση, σλιάαατς, το αδειάζει στη μαλακή πλάτη σου, έτσι για να σε χαράξει βαθιά, μη τολμήσεις και ξεχάσεις ποτέ τη μοσχαναθρεμμένη. λόγια άγρια σου λέει που δεν τ´αξίζεις ούτε σε εκπροσωπούν. έτοιμη να σπαράξει όποιον της πάει κόντρα είναι, συνήθως κραδαίνοντας τη σπάθη του νόμου που της την αποκαλύπτουν οι καταπόδι κυνηγημένοι δικηγόροι-φίλοι (οποία εξοργιστικά συνήθης λέξη!).

είπα καμουτσίκι και θυμήθηκα τον υπέροχο μορφωμένο πατέρα, τον διευθυντή βιβλιοθήκης, τον πνιγμένο στη χαρτούρα του, που όλοι τον είχαν τύπο και υπογραμμό και ήταν τιμή τους να τον συμβουλεύονται, αυτόν που έπαιρνε στους ώμους του τη μικρή Ανάστα και τη γύριζε βόλτες μες στο σπίτι, μόνο μέσα έτσι ξαδιάντροπα, έξω μόνο απ´το χεράκι. θυμήθηκα και τη χοντρή ξεμπράτσωτη ιδρωμένη λατρεμένη μανούλα της Ανάστας, που έστελνε στο διάολο ξεφυσώντας κάθε οδηγό που διασταυρωνότανε μαζί της και της φαινόταν ότι το πήρε νύχτα το δίπλωμα (μας γύριζε καμιά φορά από τη δουλειά και σε όλη τη διαδρομή δεν τολμούσα ν´αρθρώσω λέξη). ο μορφωμένος έκοψε ρόδα μυρωμένα διασωθείς πρωτίστως εις την αγκάλην φιλολόγου τινός και έγινε ξανά πατέρας κι η Ανάστα μισούσε τον ετεροθαλή και λάτρευε τον πατέρα. το δικό της καμουτσίκι λεγόταν εξευγενισμένα μαστίγιο, το χρησιμοποιούσε αδιακρίτως σε όλους τους αντιφρονούντες και γερνούσε βουτηγμένη στο λίπος της και τη βρώμα κουνώντας μόνιμα σε όλους σαν παρκινσονική το δάχτυλο.

είπα βρώμα και θυμήθηκα τη Βέτα. ζούσε με τη λατρεμένη της χήρα μητέρα σ´ένα βρώμικο και παρατημένο σπίτι. λυπόνταν τη μητέρα που δεν προλάβαινε να το καθαρίσει γιατί εργαζόταν μακριά, δεν πολυκαταλάβαινε βέβαια γιατί αυτό ήταν ακατόρθωτο, η ίδια ήτανε συστηματικιά βλέπεις, και έτσι καταπιάστηκε κάποτε να βοηθήσει. καθάρισε με ρέγουλα ακάματα και τις πιο μικρές λεπτομέρειες του σπιτιού για ώρες και περίμενε πώς και πώς να ρθει το βράδυ για να κάνει έκπληξη στη μαμά. ούτε να φανταστεί δεν μπορούσε το κλάμα που θα έριχνε όταν η καλή της μητέρα είδε το σπίτι να λάμπει. λύσσαξε, ούρλιαζε, μπορεί και να τη σκότωνε, της πέρασε από το νου και της τόπε κιόλας. κι όταν άκουσε σχεδόν ψιθυριστό τον αντίλογο από τρεμάμενα χείλη -Το έκανα μαμά γιατί είπα στη συμμαθήτριά μου τη Σούλα να ρθει, εγώ πάω πολύ συχνά στο σπίτι της και είναι καθαρό και ντρεπόμουν για το δικό μας, τότε σηκώθηκε θύελλα που πήρε τα μαλλιά και τις κουρτίνες και κλυδώνισε το πολύφωτο και η μικρή Βέτα βρέθηκε γονατισμένη στα τέσσερα να ζητάει συγνώμη και να παρακαλάει με αναφυλλητά να σταματήσει η τόση δυστυχία.

έρχεται μετά η Μαρικούλα που σαβουρντίζει το φλυτζάνι με το καυτό τσάι στο πάτωμα όταν την πατάνε στο σβέρκο για να το πιει μετά την κηδεία του πατέρα, τάχαμ για να την ηρεμήσει, και όταν μεγαλώνει φτύνει στα φλιτζάνια πίσω από τον πάγκο του καφενείου της, η Λένα που κατάπιε τα χάπια για να τους ταρακουνήσει μπας και την καταλάβουν έστω και κατόπιν εορτής, κι αργότερα τους φρόντισε αδιαμαρτύρητα και μίσησε τη γη ολάκερη, η Ρούλα που μαλλιοτραβιόνταν στο μπαλκόνι με τη μάνα της και είκοσι χρόνια αργότερα με το γιο της, η Διαμάντω, που έκρυβε με τα μακριά μαλλιά της τις γδαρμένες σάρκες της από τα νύχια του μετέπειτα συζύγου της και νυν σπουδαίου αντιδημάρχου (παραλλαγή μοιάζει αλλά συνδέεται). θα αποφύγω, ως θερμή ακόμη και καθόλου παιδική, την ενθύμηση της πενηντάχρονης Γαλάτειας με το φουντωτό μαλλί, δούλας γονέων και αδελφών, που είχε μάθει να λέει μόνον -Μάλιστα καθισμένη πειθήνια στις γωνίες και αδίκησε πανεύκολα και συνειδητά το μοναδικό ευεργέτη της.

ποτέ δεν πίστεψα πως συγχωρήθηκαν όλοι τούτοι οι ανιόντες.
μπορεί να αγαπήθηκαν γιατί ο ρόλος τους αγάπη εστί, όμως ούτε μια λέξη αγάπης δεν σας διηγήθηκα τελικά.

ζητήματα δεξιότητος

 

11.      (1) Κόσμος πόλει μὲν εὐανδρία, σώματι δὲ κάλλος, ψυχῇ δὲ  σοφία, πράγματι δὲ ἀρετή, λόγῳ δὲ ἀλήθεια· τὰ δὲ ἐναντία τούτων  ἀκοσμία. ἄνδρα δὲ καὶ γυναῖκα καὶ λόγον καὶ ἔργον καὶ πόλιν καὶ  πρᾶγμα χρὴ τὸ μὲν ἄξιον ἐπαίνου ἐπαίνῳ τιμᾶν, τῷ δὲ ἀναξίῳ  μῶμον ἐπιθεῖναι· ἴση γὰρ ἁμαρτία καὶ ἀμαθία μέμφεσθαί τε τὰ  ἐπαινετὰ καὶ ἐπαινεῖν τὰ μωμητά. (2) τοῦ δ’ αὐτοῦ ἀνδρὸς λέξαι  τε τὸ δέον ὀρθῶς καὶ ἐλέγξαι τοὺς μεμφομένους Ἑλένην, γυναῖκα περὶ ἧς ὁμόφωνος καὶ ὁμόψυχος γέγονεν ἥ τε τῶν ποιητῶν  ἀκουσάντων πίστις ἥ τε τοῦ ὀνόματος φήμη, ὃ τῶν συμφορῶν  μνήμη γέγονεν. ἐγὼ δὲ βούλομαι λογισμόν τινα τῷ λόγῳ δοὺς τὴν   μὲν κακῶς ἀκούουσαν παῦσαι τῆς αἰτίας, τοὺς δὲ μεμφομένους ψευδομένους ἐπιδεῖξαι καὶ δείξας τἀληθὲς [ἢ] παῦσαι τῆς ἀμαθίας.
(3) ὅτι μὲν οὖν φύσει καὶ γένει τὰ πρῶτα τῶν πρώτων ἀνδρῶν  καὶ γυναικῶν ἡ γυνὴ περὶ ἧς ὅδε ὁ λόγος, οὐκ ἄδηλον, οὐδὲ ὀλίγοις.  δῆλον γὰρ ὡς μητρὸς μὲν Λήδας, πατρὸς δὲ τοῦ μὲν γενομένου θεοῦ,  τοῦ δὲ λεγομένου θνητοῦ, Τυνδάρεω καὶ Διός, ὧν ὁ μὲν διὰ τὸ εἶναι  ἔδοξεν, ὁ δὲ διὰ τὸ φάναι ἐλέγχθη. καὶ ἦν ὁ μὲν ἀνδρῶν κράτιστος  ὁ δὲ πάντων τύραννος. (4) ἐκ τοιούτων δὲ γενομένη ἔσχε τὸ ἰσόθεον κάλλος, ὃ λαβοῦσα  καὶ οὐ λαθοῦσα ἔσχε· πλείστας δὲ πλείστοις ἐπιθυμίας ἔρωτος ἐνειργάσατο, ἑνὶ δὲ σώματι πολλὰ σώματα συνήγαγεν ἀνδρῶν ἐπὶ μεγάλοις μέγα φρονούντων, ὧν οἱ μὲν πλούτου μεγέθη, οἱ δὲ εὐγενείας  παλαιᾶς εὐδοξίαν, οἱ δὲ ἀλκῆς οὶκείας εὐεξίαν, οἱ δὲ σοφίας ἐπικτήτου  δύναμιν ἔσχον· καὶ ἧκον ἅπαντες ὑπ’ ἔρωτός τε φιλονίκου φιλοτιμίας τε ἀνικήτου. (5) ὅστις μὲν οὖν καὶ δι’ ὅτι καὶ ὅπως ἀπέπλησε  τὸν ἔρωτα τὴν Ἑλένην λαβών, οὐ λέξω· τὸ γὰρ τοῖς εἰδόσιν ἃ ἴσασι  λέγειν πίστιν μὲν ἔχει, τέρψιν δὲ οὐ φέρει. τὸν χρόνον δὲ τῷ λόγῳ  τὸν τότε νῦν ὑπερβὰς ἐπὶ τὴν ἀρχὴν τοῦ μέλλοντος λόγου προβήσομαι, καὶ προθήσομαι τὰς αἰτίας, δι’ ἃς εἰκὸς ἦν γενέσθαι τὸν τῆς  Ἑλένης εἰς τὴν Τροίαν στόλον.
(6) ἢ γὰρ Τύχης βουλήμασι καὶ θεῶν βουλεύμασι καὶ Ἀνάγκης  ψηφίσμασιν ἔπραξεν ἃ ἔπραξεν, ἢ βίᾳ ἁρπασθεῖσα, ἢ λόγοις πεισθεῖσα, <ἢ ὄψει ὲρασθεῖσα>. εἰ μὲν οὖν διὰ τὸ πρῶτον, ἄξιος αἰτιᾶσθαι ὁ αἴτιος μόνος· θεοῦ γὰρ προθυμίαν ἀνθρωπίνῃ προμηθίᾳ ἀδύνατον κωλύειν. πέφυκε γὰρ οὐ τὸ κρεῖσσον ὑπὸ τοῦ ἥσσονος κωλύεσθαι, ἀλλὰ τὸ ἧσσον ὑπὸ τοῦ κρείσσονος ἄρχεσθαι καὶ ἄγεσθαι, καὶ τὸ μὲν κρεῖσσον ἡγεῖσθαι, τὸ δὲ ἧσσον ἕπεσθαι. θεὸς  δ’ ἀνθρώπου κρεῖσσον καὶ βίᾳ καὶ σοφίᾳ καὶ τοῖς ἄλλοις. εἰ οὖν  τῇ Τύχῃ καὶ τῷ θεῷ τὴν αἰτίαν ἀναθετέον, ἢ τὴν Ἑλένην τῆς  δυσκλείας ἀπολυτέον.
(7) εἰ δὲ βίᾳ ἡρπάσθη καὶ ἀνόμως ἐβιάσθη καὶ ἀδίκως ὑβρίσθη,  δῆλον ὅτι ὁ <μὲν> ἁρπάσας ὡς ὑβρίσας ἠδίκησεν, ἡ δὲ ἁρπασθεῖσα  ὡς ὑβρισθεῖσα ἐδυστύχησεν. ἄξιος οὖν ὁ μὲν ἐπιχειρήσας βάρβαρος  βάρβαρον ἐπιχείρημα καὶ λόγῳ καὶ νόμῳ καὶ ἔργῳ λόγῳ μὲν αἰτίας,  νόμῳ δὲ ἀτιμίας, ἔργῳ δὲ ζημίας τυχεῖν· ἡ δὲ βιασθεῖσα καὶ τῆς  πατρίδος στερηθεῖσα καὶ τῶν φίλων ὀρφανισθεῖσα πῶς οὐκ ἂν εἰκότως ἐλεηθείη μᾶλλον ἢ κακολογηθείη; ὁ μὲν γὰρ ἔδρασε δεινά, ἡ δὲ  ἔπαθε· δίκαιον οὖν τὴν μὲν οἰκτῖρειν, τὸν δὲ μισῆσαι.
(8) εἰ δὲ λόγος ὁ πείσας καὶ τὴν ψυχὴν ἀπατήσας, οὐδὲ πρὸς  τοῦτο χαλεπὸν ἀπολογήσασθαι καὶ τὴν αἰτίαν ἀπολύσασθαι ὧδε.  λόγος δυνάστης μέγας ἐστίν, ὃς σμικροτάτῳ σώματι καὶ ἀφανεστάτῳ  θειότατα ἔργα ἀποτελεῖ· δύναται γὰρ καὶ φόβον παῦσαι καὶ λύπην  ἀφελεῖν καὶ χαρὰν ἐνεργάσασθαι καὶ ἔλεον ἐπαυξῆσαι. ταῦτα δὲ ὡς  οὕτως ἔχει δείξω· (9) δεῖ δὲ καὶ δόξῃ δεῖξαι τοῖς ἀκούουσι· τὴν  ποίησιν ἅπασαν καὶ νομίζω καὶ ὀνομάζω λόγον ἔχοντα μέτρον· ἧς  τοὺς ἀκούοντας εἰσῆλθε καὶ φρίκη περίφοβος καὶ ἔλεος πολύδακρυς  καὶ πόθος φιλοπενθής, ἐπ’ ἀλλοτρίων τε πραγμάτων καὶ σωμάτων  εὐτυχίαις καὶ δυσπραγίαις ἴδιόν τι πάθημα διὰ τῶν λόγων ἔπαθεν  ἡ ψυχή. φέρε δὴ πρὸς ἄλλον ἀπ’ ἄλλου μεταστῶ λόγον. (10) αἱ  γὰρ ἔνθεοι διὰ λόγων ἐπῳδαὶ ἐπαγωγοὶ ἡδονῆς, ἀπαγωγοὶ λύπης   γίνονται· συγγινομένη γὰρ τῇ δόξῃ τῆς ψυχῆς ἡ δύναμις τῆς ἐπῳδῆς ἔθελξε καὶ ἔπεισε καὶ μετέστησεν αὐτὴν γοητείᾷ. γοητείας δὲ  καὶ μαγείας δισσαὶ τέχναι εὕρηνται, αἵ εἰσι ψυχῆς ἁμαρτήματα καὶ  δόξης ἀπατήματα. (11) ὅσοι δὲ ὅσους περὶ ὅσων καὶ ἔπεισαν καὶ  πείθουσι δὲ ψευδῆ λόγον πλάσαντες. εἰ μὲν γὰρ πάντες περὶ πάντων  εἶχον τῶν <τε> παροιχομένων μνήμην τῶν τε παρόντων <ἔννοιαν>  τῶν τε μελλόντων πρόνοιαν, οὐκ ἂν ὁμοίως [ὅμοιος ἦν] ὁ λόγος ὴπάτα.  νῦν δὲ οὔτε μνησθῆναι τὸ παροιχόμενον οὔτε σκέψασθαι τὸ παρὸν  οὔτε μαντεύσασθαι τὸ μέλλον εὐπόρως ἔχει· ὥστε περὶ τῶν πλείστων  οἱ πλεῖστοι τὴν δόξαν σύμβουλον τῇ ψυχῇ παρέχονται. ἡ δὲ δόξα  σφαλερὰ καὶ ἀβέβαιος οὖσα σφαλεραῖς καὶ ἀβεβαίοις εὐτυχίαις περιβάλλει τοὺς αὐτῇ χρωμένους.
(12) τίς οὖν αἰτία κωλύει καὶ τὴν  Ἑλένην νομίσαι ἐλθεῖν ὁμοίως ἄκουσαν οὖσαν ὥσπερ εἰ βιατήρων  βίᾳ ἡρπάσθη; ἡ γὰρ τῆς πειθοῦς ἕξις, καίτοι εἰ ἀνάγκης  εἶδος ἔχει μὲν οὔ, τὴν δὲ δύναμιν τὴν αὐτὴν ἔχει. λόγος γὰρ   ψυχὴν ὁ πείσας, ἣν ἔπεισεν, ἠνάγκασε καὶ πιθέσθαι τοῖς λεγομένοις  καὶ συναινέσαι τοῖς ποιουμένοις. ὁ μὲν οὖν πείσας ὡς ἀναγκάσας  ἀδικεῖ, ἡ δὲ πεισθεῖσα ὡς ἀναγκασθεῖσα τῷ λόγῳ μάτην ἀκούει κακῶς. (13) ὅτι δ’ ἡ πειθὼ προσιοῦσα τῷ λόγῳ καὶ τὴν ψυχὴν ἐτυπώσατο ὅπως ἐβούλετο, χρὴ μαθεῖν πρῶτον μὲν τοὺς τῶν μετεωρολόγων λόγους, οἵτινες δόξαν ἀντὶ δόξης τὴν μὲν ἀφελόμενοι τὴν δ’ ἐνεργασάμενοι τὰ ἄπιστα καὶ ἄδηλα φαίνεσθαι τοῖς τῆς δόξης ὄμμασιν  ἐποίησαν· δεύτερον δὲ τοὺς ἀναγκαίους διὰ λόγων ἀγῶνας, ἐν οἷς  εἷς λόγος πολὺν ὄχλον ἔτερψε καὶ ἔπεισε τέχνῃ γραφείς, οὐκ ἀληθείᾳ λεχθείς· τρίτον <δὲ> φιλοσόφων λόγων ἁμίλλας, ἐν αἷς δείκνυται καὶ γνώμης τάχος ὡς εὐμετάβολον ποιοῦν τὴν τῆς δόξης  πίστιν. (14) τὸν αὐτὸν δὲ λόγον ἔχει ἥ τε τοῦ λόγου δύναμις πρὸς  τὴν τῆς ψυχῆς τάξιν ἥ τε τῶν φαρμάκων τάξις πρὸς τὴν τῶν σωμάτων φύσιν. ὥσπερ γὰρ τῶν φαρμάκων ἄλλους ἄλλα χυμοὺς ἐκ τοῦ  σώματος ἐξάγει, καὶ τὰ μὲν νόσου τὰ δὲ βίου παύει, οὕτω καὶ τῶν   λόγων οἱ μὲν ἐλύπησαν, οἱ δὲ ἔτερψαν, οἱ δὲ ἐφόβησαν, οἱ δὲ εἰς  θάρσος κατέστησαν τοὺς ἀκούοντας, οἱ δὲ πειθοῖ τινι κακῇ τὴν  ψυχὴν ἐφαρμάκευσαν καὶ ἐξεγοήτευσαν.
(15) καὶ ὅτι μέν, εἰ λόγῳ ἐπείσθη, οὐκ ἠδίκησεν ἀλλ’ ἠτύχησεν, εἴρηται· τὴν δὲ τετάρτην αἰτίαν τῷ τετάρτῳ λόγῳ διέξειμι.  εἰ γὰρ ἔρως ἦν ὁ ταῦτα πάντα πράξας, οὐ χαλεπῶς διαφεύξεται τὴν  τῆς λεγομένης γεγονέναι ἁμαρτίας αἰτίαν. ἃ γὰρ ὁρῶμεν, ἔχει φύσιν  οὐχ ἣν ἡμεῖς θέλομεν, ἀλλ’ ἣν ἕκαστον ἔτυχε· διὰ δὲ τῆς ὄψεως ἡ  ψυχὴ κἀν τοῖς τρόποις τυποῦται. (16) αὐτίκα γὰρ ὅταν πολέμια  σώματα καὶ πολέμιον ἐπὶ πολεμίᾳ ὁπλίσει κόσμον χαλκοῦ καὶ  σιδήρου, τοῦ μὲν ἀλεξητήρια τοῦ δὲ προβλήματα, ὲπιθεάσεται ἡ  ὄψις, ἐταράχθη καὶ ἐτάραξε τὴν ψυχήν, ὥστε πολλάκις κινδύνου τοῦ  μέλλοντος <ὡς> ὄντος φεύγουσιν ἐκπλαγέντες. ἰσχυρὰ γὰρ ἡ ὰλήθεια τοῦ πόνου διὰ τὸν φόβον εὶσῳκίσθη τὸν ἀπὸ τῆς ὄψεως, ἥτις  ἐλθοῦσα ἐποίησεν ἀμελῆσαι καὶ τοῦ καλοῦ τοῦ διὰ τὸν νόμον κρινομένου καὶ τοῦ ἀγαθοῦ τοῦ διὰ τὴν νίκην γινομένου.
(17) ἤδη  δέ τινες ἰδόντες φοβερὰ καὶ τοῦ παρόντος ἐν τῷ παρόντι χρόνῳ  φρονήματος ἐξέστησαν· οὕτως ἀπέσβεσε καὶ ἐξήλασεν ὁ φόβος τὸ  νόημα. πολλοὶ δὲ ματαίοις πόνοις καὶ δειναῖς νόσοις καὶ δυσιάτοις  μανίαις περιέπεσον· οὕτως εἰκόνας τῶν ὁρωμένων πραγμάτων ἡ  ὄψις ἐνέγραψεν ἐν τῷ φρονήματι. καὶ τὰ μὲν δειματοῦντα πολλὰ  μὲν παραλείπεται, ὅμοια δ’ ἐστὶ τὰ παραλειπόμενα οἷάπερ <τὰ> λεγόμενα. (18) ἀλλὰ μὴν οἱ γραφεῖς ὅταν ἐκ πολλῶν χρωμάτων καὶ  σωμάτων ἓν σῶμα καὶ σχῆμα τελείως ἀπεργάσωνται, τέρπουσι τὴν  ὄψιν· ἡ δὲ τῶν ἀνδριάντων ποίησις καὶ ἡ τῶν ἀγαλμάτων ἐργασία  θέαν ἡδεῖαν παρέσχετο τοῖς ὄμμασιν. οὕτω τὰ μὲν λυπεῖν τὰ δὲ  ποθεῖν πέφυκε τὴν ὄψιν. πολλὰ δὲ πολλοῖς πολλῶν ἔρωτα καὶ  πόθον ἐνεργάζεται πραγμάτων καὶ σωμάτων. (19) εἰ οὖν τῷ τοῦ  Ἀλεξάνδρου σώματι τὸ τῆς Ἑλένης ὄμμα ἡσθὲν προθυμίαν καὶ ἅμιλλαν  ἔρωτος τῇ ψυχῇ παρέδωκε, τί θαυμαστόν; ὃς εἰ μὲν θεὸς  θεῶν θείαν δύναμιν <ἔχων>, πῶς ἂν ὁ ἥσσων εἴη τοῦτον ἀπώσασθαι καὶ  ἀμύνασθαι δυνατός; εἰ δ’ ἐστὶν ἀνθρώπινον νόσημα καὶ ψυχῆς  ἀγνόημα, οὐχ ὡς ἁμάρτημα μεμπτέον ἀλλ’ ὡς ἀτύχημα νομιστέον·  ἦλθε γάρ, ὡς ἦλθε, τύχης ἀγρεύμασιν, οὐ γνώμης βουλεύμασιν, καὶ  ἔρωτος ἀνάγκαις, οὐ τέχνης παρασκευαῖς.
(20) πῶς οὖν χρὴ δίκαιον ἡγήσασθαι τὸν τῆς Ἑλένης μῶμον, ἥτις  εἴτ’ ἐρασθεῖσα εἴτε λόγῳ πεισθεῖσα εἴτε βίᾳ ἁρπασθεῖσα εἴτε ὑπὸ θείας  ἀνάγκης ἀναγκασθεῖσα ἔπραξεν ἃ ἔπραξε, πάντως διαφεύγει τὴν αἰτίαν;
(21) ἀφεῖλον τῷ λόγῳ δύσκλειαν γυναικός, ἐνέμεινα τῷ νόμῳ  ὃν ἐθέμην ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου· ἐπειράθην καταλῦσαι μώμου ἀδικίαν  καὶ δόξης ἀμαθίαν, ἐβουλήθην γράψαι τὸν λόγον Ἑλένης μὲν ἐγκώμιον, ἐμὸν δὲ παίγνιον.

Γοργίου
Ἑλένης Ἐγκώμιον

 

11.      (1) Ευκοσμία είναι για την πόλη οι γεροί άντρες, για το σώμα η ομορφιά, για την ψυχή η σοφία, για την πράξη η αρετή, για το λόγο η αλήθεια· τα αντίθετά τους ακοσμία. Τον άντρα και τη γυναίκα, το λόγο και την πράξη, την πόλη και το πράγμα που αξίζουν τον έπαινο πρέπει με επαίνους να τα τιμάμε, ενώ τα ανάξια να τα κατακρίνουμε· γιατί είναι εξ ίσου σφάλμα όσο και αμάθεια να κατακρίνει κανείς τα αξιέπαινα και να επαινεί τα αξιοκατάκριτα. (2) Ο ίδιος άνθρωπος λοιπόν είναι που πρέπει και να πει σωστά αυτό που πρέπει, και να αντικρούσει όσους κατακρίνουν την Ελένη, μιά γυναίκα για την οποία έχει υπάρξει ομόφωνη και ομόψυχη και η γνώμη όσων έχουν ακούσει τους ποιητές, αλλά και η φήμη του ονόματός της, το οποίο έχει καταστεί υπόμνηση συμφορών. Εγώ όμως θέλω, προσδίδοντας κάποια λογική στον λόγο μου, από τη μιά μεριά αυτήν να την απαλλάξω από το να δέχεται κατηγορίες άδικες, και από την άλλη να καταδείξω ότι αυτοί που την κατακρίνουν λένε ψέματα· και δείχνοντας την αλήθεια να σταματήσω την αμάθεια.
(3) Δεν είναι άγνωστο, ούτε καν σε λίγους, πως η γυναίκα την οποία αυτός ο λόγος αφορά είναι, ως προς τη φύση και την καταγωγή της, πρώτη από τους πρώτους, άντρες και γυναίκες. Είναι γνωστό ότι μητέρα της ήταν η Λήδα και πατέρας της, ο πραγματικός, ένας θεός, ενώ ο υποτιθέμενος, ένας θνητός, ο Τυνδάρεως και ο Δίας —από τους οποίους ο ένας πιστεύτηκε ότι ήταν επειδή πράγματι ήταν, ενώ ο άλλος λέχθηκε ότι ήταν επειδή το ισχυρίστηκε— και ο ένας ήταν ο ισχυρότερος από τους ανθρώπους, ο άλλος κυρίαρχος των πάντων. (4) Έχοντας απ’ αυτούς γεννηθεί, είχε ομορφιά όση οι θεοί, που την δέχτηκε και δεν την έκρυψε· προκάλεσε σε πάρα πολλούς πάρα πολύ ερωτικό πάθος, και με ένα σώμα συγκέντρωσε σώματα πολλών ανδρών που είχαν επιδιώξεις μεγάλες για μεγάλους στόχους· απ’ αυτούς άλλοι είχαν μεγάλο πλούτο, άλλοι ένδοξη παλαιά γενιά, άλλοι την ευρωστία της δικής τους αλκής, άλλοι τη δύναμη της κατακτημένης σοφίας· και όλοι έρχονταν οδηγημένοι από άμιλλα ερωτική και φιλοδοξία απαράμιλλη. (5) Δεν θα αναφερθώ στο ποιός και γιατί και πώς ικανοποίησε τον έρωτά του παίρνοντας την Ελένη· γιατί το να λέει κανείς σ’ αυτούς που ξέρουν αυτά που γνωρίζουν είναι πειστικό, δεν φέρνει όμως ευχαρίστηση. Αφήνω τώρα με το λόγο μου τον τότε χρόνο και θα προχωρήσω στην αρχή του μελλοντικού μου λόγου· θα εκθέσω τις αιτίες για τις οποίες ήταν πιθανό να έγινε το ταξίδι της Ελένης στην Τροία.
(6) Έκανε όσα έκανε είτε από θέλημα της Τύχης και απόφαση των θεών και της Ανάγκης προσταγή, είτε επειδή αρπάχτηκε με τη βία, είτε επειδή πείσθηκε με λόγια, είτε επειδή από τη θωριά ερωτεύτηκε. Αν λοιπόν είναι το πρώτο, πρέπει την ευθύνη να την έχει μόνο ο υπαίτιος· γιατί είναι αδύνατον η προαπόφαση του θεού να εμποδιστεί από την ανθρωπίνη προνοητικότητα. Αφού από τη φύση του το ανώτερο δεν εμποδίζεται από το κατώτερο, παρά το κατώτερο κυριαρχείται και καθοδηγείται από το ανώτερο, και το ανώτερο κυβερνά ενώ το κατώτερο ακολουθεί. Αλλά ο θεός είναι ανώτερος από τον άνθρωπο και ως προς τη βία και ως προς τη σοφία και ως προς τα υπόλοιπα. Αν λοιπόν πρέπει να αποδώσουμε την ευθύνη στην Τύχη και στο θεό, την Ελένη πρέπει οπωσδήποτε να την απαλλάξουμε από την καταισχύνη.
(7)  Αν όμως την άρπαξαν με τη βία και άσκησαν πάνω της βία παράνομη και προπηλακίσθηκε άδικα, είναι φανερό ότι αυτός που την άρπαξε της έκανε με την προσβολή του κακό, ενώ εκείνη, που την άρπαξαν, υπέφερε από την προσβολή. Αξίζει λοιπόν ο βάρβαρος που διέπραξε το βάρβαρο εγχείρημα, και με το λόγο και με το νόμο και με τις πράξεις, και να κατηγορηθεί με το λόγο και να ατιμασθεί με το νόμο και να τιμωρηθεί με πράξεις· ενώ αυτή που έπεσε θύμα βίας και στερήθηκε την πατρίδα της και απορφανίστηκε από τους φίλους της, τί, δεν είναι σωστό να τη λυπηθούμε μάλλον παρά να την κακολογούμε; Γιατί αυτός διέπραξε πράγματα φοβερά, ενώ εκείνη τα υπέστη· είναι λοιπόν σωστό να την πονέσουμε αυτήν και να μισήσουμε εκείνον.
(8)  Αν όμως ήταν ο λόγος που την έπεισε και εξαπάτησε την ψυχή της, ούτε σ’ αυτή την περίπτωση είναι δύσκολη η υπεράσπιση και η ανασκευή της κατηγορίας ως εξής: Ο λόγος είναι ένας μεγάλος δυνάστης, που ενώ έχει το πιο μικρό και αφανές σώμα, επιτελεί τα έργα τα πιο θεϊκά· γιατί μπορεί και το φόβο να σταματήσει και τη λύπη να διώξει και χαρά να προκαλέσει και τον οίκτο να αυξήσει. Και θα δείξω ότι έτσι είναι αυτά. (9) Αλλά πρέπει να το δείξω στους ακροατές μου και μέσω της πεποίθησης· θεωρώ και ονομάζω όλη την ποίηση λόγο που έχει μέτρο·όποιοι την ακούν, εισχωρεί μέσα τους φρίκη γεμάτη φόβο, οίκτος όλο δάκρυα, πόθος όλο λαχτάρα, και η ψυχή, με τα λόγια, παθαίνει η ίδια αυτά που ξένα πράγματα και σώματα παθαίνουν στις ευτυχίες και στις δυστυχίες τους. Ας στραφώ τώρα από τον ένα λόγο στον άλλο. (10) Και οι θεϊκές επωδές που λέγονται με λόγια προξενούν ηδονή και διώχνουν τη λύπη· γιατί όταν η δύναμη της επωδής αναμιχθεί με την πίστη της ψυχής, την θέλγει,την πείθει και τη μεταβάλλει με τη μαγεία της. Και έχουν εφευρεθεί δύο ειδών τέχνες, η γοητεία και η μαγεία, οι οποίες συνίστανται σε σφάλματα της ψυχής και εξαπατήσεις της πίστης. (11) Πόσοι δεν έχουν πείσει ή δεν πείθουν τόσους και τόσους για τόσα πράγματα, πλάθοντας έναν ψευδή λόγο! Γιατί αν οι πάντες είχαν για τα πάντα, μνήμη για τα περασμένα, συνείδηση για τα παρόντα και πρόγνωση για τα μελλοντικά, ο λόγος δεν θα εξαπατούσε έτσι· στην πραγματικότητα όμως δεν είναι εύκολο ούτε να θυμόμαστε το παρελθόν, ούτε να έχουμε γνώση του παρόντος, ούτε να μαντεύουμε το μέλλον· έτσι, για τα περισσότερα ζητήματα οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν σύμβουλο της ψυχής τους την πίστη. Επειδή όμως η πίστη είναι σφαλερή και αβέβαιη, οδήγει όσους τη χρησιμοποιούν σε σφαλερές και αβέβαιες επιτυχίες.
(12) Ποιά αιτία λοιπόν μας εμποδίζει να θεωρήσουμε ότι η Ελένη ήρθε στην Τροία χωρίς τη θελήσή της, το ίδιο όπως αν αρπάχτηκε από απαγωγέων τη βία; Αφού η επίδραση της πειθούς, αν και δεν έχει του εξαναγκασμού τη μορφή, έχει την ίδια μ’ αυτόν δύναμη. Γιατί ο λόγος που έπεισε την ψυχή εξανάγκασε και αυτήν την οποία έπεισε να πιστέψει αυτά που λέχθηκαν και να συγκατατεθεί σ’ αυτά που έγιναν. Αυτός λοιπόν που την έπεισε, εφόσον την εξανάγκασε, διέπραξε αδίκημα, ενώ αυτή που πείσθηκε, εφόσον εξαναγκάστηκε από τον λόγο, άδικα κατηγορείται. (13) Και για να αντιληφθεί κανείς ότι η πειθώ, όταν προστεθεί στο λόγο, προκαλεί και στην ψυχή την εντύπωση που θέλει, πρέπει να μελετήσει, πρώτον, τα λόγια των κοσμολόγων, οι οποίοι, αντικαθιστώντας τη μιά πεποίθηση με την άλλη, απορρίπτοντας τη μιά και εφαρμόζοντας την άλλη, καθιστούν τα απίστευτα και άδηλα φανερά στα μάτια της πίστης· δεύτερον, τους υποχρεωτικούς στους δικαστικούς αγώνες λόγους, όπου ένας με τέχνη γραμμένος λόγος τέρπει και πείθει ένα μεγάλο πλήθος, κι ας μη λέει την αλήθεια· και τρίτον, τους διαγωνισμούς των φιλοσοφικών λόγων, στους οποίους φανερώνεται, μεταξύ άλλων, ότι η ταχύτητα της σκέψης κάνει ευμετάβλητη την πίστη σε μιά πεποίθηση. (14) Και η δύναμη του λόγου είναι για την ψυχή ό,τι τα φάρμακα για τη φύση των σωμάτων. Γιατί όπως κάθε φάρμακο εξάγει από το σώμα διαφορετικούς χυμούς, και άλλα σταματούν την αρρώστια ενώ άλλα τη ζωή, έτσι και οι λόγοι, άλλοι προκαλούν λύπη, άλλοι ευχαρίστηση, άλλοι φόβο, άλλοι δίνουν στους ακροατές τους θάρρος, και άλλοι φαρμακώνουν και μαγεύουν την ψυχή με ένα είδος δόλιας πειθούς.
(15) Είπαμε λοιπόν ότι αν πείσθηκε με λόγο, δεν έκανε αδίκημα αλλά υπέστη ατύχημα· και την τέταρτη κατηγορία θα την εξετάσω με τον τέταρτο λόγο μου. Αν αυτός που έκανε όλα αυτά ήταν ο έρωτας, η κατηγορουμένη θα αποφύγει χωρίς δυσκολία την κατηγορία για το αδίκημα που υποτίθεται ότι διεπράχθη. Ό,τι βλέπουμε έχει όχι τη φύση που εμείς θέλουμε, αλλά αυτήν που το καθένα τυχόν έχει· και οι εντυπώσεις της όρασης επηρεάζουν μέχρι και την ψυχική μας κατάσταση (16) Αφού και όταν η δράση αντικρίσει στον πόλεμο τα εχθρικά σώματα και τα από χαλκό και σίδερα εχθρικά εξαρτήματα πάνω στον εχθρικό οπλισμό, άλλα επιθετικά και άλλα αμυντικά, ταράζεται και ταράζει και την ψυχή, έτσι ώστε πολλές φορές οι αντίπαλοι, θαρρώντας ως παρόντα τον μελλοντικό κίνδυνο, τρέπονται πανικόβλητοι σε φυγή. Γιατί είναι ισχυρή η εντύπωση του άχθους του πολέμου, που όταν, εξ αιτίας του φόβου που προκαλείται από την όραση, εισχωρήσει στην ψυχή, έρχεται και την κάνει να ξεχάσει και αυτό που ο νόμος κρίνει καλό και το αγαθό που θα προκύψει από τη νίκη.
(17) Μερικοί μάλιστα, έχοντας δει κάτι φοβερό, έχασαν τη στιγμή εκείνη και το νου που είχαν· τόσο ο φόβος έσβησε και έδιωξε το λογικό τους. Και πολλοί έπεσαν έτσι σε μάταιους κόπους, φοβερές αρρώστιες και αθεράπευτη τρέλα· τόσο η δράση χάραξε στο νου τους τις εικόνες των πραγμάτων που είδαν. Υπάρχουν και πολλά άλλα τρομερά που δεν τα αναφέρουμε εδώ, όμως αυτά που παραλείπονται είναι όπως αυτά που είπαμε. (18) Εξ άλλου οι ζωγράφοι, όταν από πλήθος χρώματα και σώματα φτιάχνουν ένα ενιαίο τέλειο σώμα και σχήμα, προξενούν στην δράση ευχαρίστηση. Και το πλάσιμο αγαλμάτων και το δούλεμα εικόνων παρέχουν στα μάτια ένα όμορφο θέαμα. Ώστε άλλα πράγματα μπορεί να προκαλέσουν λύπη στην όραση, άλλα πόθο. Και είναι πολλά που προκαλούν σε πολλούς έρωτα και πόθο για πολλά πράγματα και σώματα. (19) Αν λοιπόν τα μάτια της Ελένης ένιωσαν ευχαρίστηση από το σώμα του Αλέξανδρου και μετέδωσαν στην ψυχή της επιθυμία και έλξη ερωτική, τί το παράξενο; Αν ο ερωτάς έχει, ως θεός, τη θεϊκή δύναμη των θεών, πώς θα μπορούσε ο κατώτερός του να έχει τη δυνατότητα να τον αποκρούσει και να αμυνθεί; Αν πάλι είναι μιά ανθρώπινη αρρώστια και αποτέλεσμα άγνοιας της ψυχής, πρέπει να μην το καταλογίσουμε ως σφάλμα αλλά να το θεωρήσουμε ως ατύχημα· γιατί εκείνη πήγε καθώς πήγε, πιασμένη σε δίχτυα της ψυχής, όχι από συνειδητή απόφαση, εξαναγκασμένη από τον έρωτα, όχι μετά από έντεχνη προπαρασκευή.
(20)  Πώς λοιπόν μπορεί κανείς να θεωρήσει δίκαιη τη μομφή εναντίον της Ελένης αφού, είτε ερωτεύτηκε, είτε πείσθηκε με λόγια, είτε αρπάχτηκε με τη βία, είτε εξαναγκάστηκε από θεϊκή ανάγκη και έκανε ό,τι έκανε, οπωσδήποτε απαλλάσσεται από την κατηγορία;
(21) Με το λόγο μου απάλλαξα από τη δυσφήμηση μιά γυναίκα· έμεινα πιστός στους όρους που έθεσα στην αρχή του λόγου· δοκίμασα να καταλύσω την αδικία της μομφής και την αμάθεια της πεποίθησης· θέλησα να γράψω τον λόγο ως εγκώμιο της Ελένης και δικό μου παιχνίδι.

Επιμέλεια-Μετάφραση: Π. Καλλιγάς
Σχόλια: Ν. Μ. Σκουτερόπουλος *
[από το βιβλίο Η Αρχαία Σοφιστική, Ν.Μ. Σκουτερόπουλος, ΓΝΩΣΗ 1991]

 

https://www.mikrosapoplous.gr/elenhs_egwmion.html

 

κλέφτες ψαριών

Δοϊράνη. το νερό είχε τραβηχτεί πολλά μέτρα μέσα στη λίμνη, από την ανομβρία. ο ήλιος είχε δόντια. ήταν μεσημέρι φθινοπωρινό. οι φαντάροι του φυλακείου σκάβαν χαντάκι στο δρόμο. ίσως χρησιμοποίησαν τα κιάλια τους. μου άρεσε η ιδέα πως έβλεπαν την ευτυχία μου. περπατήσαμε πλάι στη λίμνη, μαζέψαμε κοχύλια, αγκαλιαστήκαμε μέσα στη βάρκα. όλα ήταν απλά, ένας βαρκάρης από τη μια πλευρά κι ένας βοσκός με τις αγελάδες του από την άλλη. πήγαμε στα θεόξερα από τη λειψυδρία μπλόκια. λεπτή άμμος και τριβόλια και φυτά με αγκάθια. θυμάμαι τον ψυχρό ήλιο που ζέσταινε τη γύμνια μου. με αγκάλιασε υπέροχα. τον ρώτησα τι σημαίνω γι αυτόν και απάντησε πως θαρρεί πως είμαι ένα κομμάτι από τον εαυτό του. ήμουν η ψυχή του, η γλυκιά του. με φώναξε πάνω σ’ έναν ογκόλιθο. και με πήρε ή μάλλον δόθηκε στη φύση και όχι σε μένα, κι εγώ αποσβολώθηκα, Ξέφυγες, είπε αργότερα, και εντυπωσιάστηκα και τον κοιτούσα να ικανοποιείται απέραντα και να φωνάζει χαμογελώντας πως είναι τόσο όμορφα που δεν τον νοιάζει κι όλος ο κόσμος να τον ακούσει. ήμασταν μόνοι μας και ο αέρας, που σηκώθηκε στο μεταξύ, και η ψιχάλα, που ήρθε κατόπιν. μου μάζεψε βούρλα και καλάμια και γονάτισε να μου τα προσφέρει, Μαντάμ, είπε, πάνω στην τσιμεντένια σκάλα, στο μώλο που απείχε δυο εκατοντάδες μέτρα από το νερό. η καταιγίδα ξέσπασε πιο πέρα. κρατούσα τα παπούτσια μου στο χέρι βαδίζοντας στην άσφαλτο προς το αυτοκίνητο. περάσαμε πάνω από το χαντάκι. τα φαντάρια σταμάτησαν τη δουλειά τους και μας κοιτούσαν. εκείνος καλησπέρισε, ο όμορφος βαθμοφόρος αντιχαιρέτισε. στο γυρισμό -πάνω στην άσφαλτο, σέρνονταν οι ξεριζωμένοι από τον αέρα θάμνοι-  πήγαμε στο κλειστό ταβερνάκι με τη λιμνούλα με τις πέστροφες, επιχειρήσαμε να γίνουμε κλέφτες ψαριών αλλά αποτύχαμε μιας και κλέφτες δεν γεννηθήκαμε –μόνο από τον εαυτό μας κλέβουμε ό,τι βρούμε πρόχειρο- και ήπιαμε παγωμένο νερό από την τροφοδοσία της λίμνης. φάγαμε στο κοντινό χωριό που δεν θυμάμαι το όνομά του και διηγηθήκαμε ο ένας στον άλλον ιστορίες από το παρελθόν.

τύποι από το ράφι, 4

απόηχοι

θέλει να περιγράψει τα αισθήματα που νιώθει κάθε μέρα, όλη τη μέρα. το ένα διαδέχεται το άλλο. κυριαρχεί το μικροκλίμα της νοσταλγίας, νοσταλγία για τον έρωτα που ένιωσε και έχασε άδικα και ξαφνικά και στερήθηκε για λόγους αυτοπροστατευτικούς τελείως τη δυνατότητα να τον ξανανιώσει. πονάει όταν ανακαλεί το κλίμα αυτό. ο πόνος μοιάζει με αυτό που νιώθει κάθε φορά που ο νους της τρέχει στο σπίτι που μεγάλωσε, με πόσα όνειρα και ελπίδες έζησε εκεί μέσα, πόσο προσπαθούσε να το περιποιηθεί και να το συντηρήσει, τι χαρά ένιωθε κάθε φορά που το στόλιζε γιορτινά. αγωνία να το φέρει στο λογαριασμό που σχεδίαζε κι όταν τέλειωνε, με τι χαρά το απολάμβανε τελειωμένο. θυμάται τα χρώματα που το έλουζαν, την ιδιαίτερη ποιότητα του φωτός που έμπαινε από τα παράθυρα ή τις χαραμάδες των παντζουριών όταν τα συναντούσε κλειστά ο ήλιος. θυμάται τις μυρωδιές της γειτονιάς και της ακακίας, της γλυσίνας στην πόρτα και την ικανοποίηση που έβλεπε τα λουλούδια που φύτεψε να ανθίζουν. τα ευτυχισμένα απογεύματα που καθισμένη στο μπαλκόνι της εξώθυρας ασχολούνταν με το κέντημα και την ξυλογλυπτική. θυμάται που έπιανε συζήτηση με τους διερχόμενους γείτονες και τα θερινά σινεμά που πήγαινε μαζί τους, τις παρέες στις εξώπορτες και τις νυχτερινές βόλτες. από πολύ νωρίς είχε μάθει ότι οι κατιφέδες και οι ζίνιες του κήπου δεν επρόκειτο να ανθίσουν ξανά και όμως ήλπιζε. ύστερα ήρθε ο σεισμός και σε έντεκα δευτερόλεπτα το όνειρο χάθηκε και δεν ξαναγύρισε ποτέ όσες προσπάθειες και αν έκανε. μετά μεγάλωσε απότομα και άλλαξε ύφος και δράση στη ζωή της. στα όνειρά της βλέπει σκιώδεις εικόνες του αγαπημένου παρελθόντος που εμπεριέχουν τα ερείπια που προέκυψαν στο μεταξύ, μεταφορικά και κυριολεκτικά. έτσι ξαφνικά στο σεισμό της αδικίας που της έγινε έχασε όλον τον έρωτα που πάσχισε να χτίσει. το λάθος της ένα: έδωσε σε κείνον τη μορφή που ήθελε αυτή να έχει. τον έντυσε με τα χρώματα που αγάπησε, και μύρισε τα αρώματα που αυτή άλειψε. όμως, όπως το σπίτι της ήταν πραγματικό μόνο για κείνην, έτσι και κείνος ήταν αληθινός μόνο για κείνην. νόμισε πως ήταν ιδανική η ανταπόκρισή του, πως υπήρχε πραγματικά ανταπόκριση, και ένιωσε τυχερή. η συμπεριφορά του την ενθάρρυνε πως δεν έκανε λάθος. τον συμπονούσε και υπέφερε μαζί του. ήθελε αυτός να μην σκοτίζεται και να μην λυπάται, να μην έχει καμιά στενοχώρια. υγεία, χρήματα, φαγητό, χάδι, συμπαράταξη, συμπαράσταση, προσοχή, το θέμα της ημέρας, το θέμα της κάθε συζήτησης και σκέψης, η πρώτη και η τελευταία διαδρομή του νου καθημερινά. πηδούσε σαν αίλουρος το πρωί από το κρεβάτι της, δροσιζόταν και στολιζόταν για να τον δει και να ζήσει δίπλα του το ένα τρίτο της ημέρας. πόσα τσιγάρα κάπνιζε μέχρι να δει το κόκκινο αυτοκίνητο να μπαίνει στην αυλή.. άκουγε τις ρόδες πάνω στα χαλίκια, το γνώριμο θόρυβο της μηχανής. και εκείνος ερχόταν μόνιμα νυσταγμένος και κουρασμένος και σχεδόν πάντα καθυστερημένος. και μετά …παφ, αυτή προσγειώθηκε ανώμαλα, κατέπεσε και τσακίστηκε. και τότε ξεκίνησε τη θεραπευτική της αναθεώρηση. έτσι δημιουργήθηκε το απατηλό βραχύβιο μικροκλίμα του συμφέροντος· δοκίμασε να πεί στον εαυτό της πως θα μπορούσε τάχαμ να χαίρεται μονόπλευρα, τουλάχιστον να έχει την αγκαλιά του. τον δικαιολόγησε πως τόσο μπορεί και τόσο κάνει. για πρώτη φορά της φάνηκε πως είδε την κατάσταση στις πραγματικές της διαστάσεις. στο μεταξύ πίστεψε σε διαφορετικές εικόνες που διαδέχτηκαν η μία την άλλη: όσο εξακολουθούσε να τον θεωρεί έξυπνο, απέδιδε τη δυστυχία της στην απάτη. μετά άρχισε να αμφιβάλλει για την εξυπνάδα του. τότε απέδωσε τη δυστυχία της στη διάθεσή του να απομακρυνθεί από τη φορτικότητά της. και μετά τον θεώρησε λιγότερο έξυπνο και από το μέσο όρο και κατέληξε πως τόσο μπορούσε και τόσο έκανε. Αυτός δεν ήξερε καλά-καλά ελληνικά και συ πήγες να του μάθεις γαλλικά, είπε χαρακτηριστικά η Μαίρη. είχε τον τρόπο της να παρηγορεί την Έλλη: άρμεγε το τοπίο σουρώνοντας το σερί των γεγονότων, ικανότατη να πλάθει το μόρφωμα με καθαρά περιγράμματα, για τον εαυτό της όμως αφόρητα μυωπική.

rerum natura

απόψε σκαλίζοντας παλιά χαρτιά έπεσα πάνω σε παρηγορητικό λόγο. Seneca, De consolatione ad Polybium, 1.4: Maximum ergo solacium est cogitare id sibi accidisse, quod omnes ante se passi sunt omnesque passuri; et ideo mihi videtur rerum natura, quod gravissimum fecerat, commune fecisse, ut crudelitatem fati consolaretur aequalitas. Είναι λοιπόν η πιο μεγάλη παρηγοριά να σκέφτεται κανείς ότι συνέβη σ´αυτόν αυτό, που όλοι πριν από αυτόν το έπαθαν και όλοι θα το πάθουν. Και για τούτο μου φαίνεται ότι η φύση των πραγμάτων ό,τι έκανε πάρα πολύ βαρύ, το έκανε κοινό, ώστε η ισότητα να παρηγορεί τη σκληρότητα της μοίρας.

ούτε θεοί ούτε άνθρωποι..

insignia dignitatis

 

κάποιος, ενήλικας πολύ,
με σώμα διαλυμένο από φανταστικές και μη πληγές,
με μπόλικο χρήμα πια και χρόνο άπειρο,
με το μυαλό σαν σε pole dance ηδονικά να στροβιλίζεται
γύρω από την οσονούπω συντελούμενη ερωτική μυσταγωγία,
το μπλε στέισον βάγκον καβαλά προσφεύγοντας στο Veneto.
εκεί, γυναίκα όμορφη μα λαϊκιά
τον ερχομό του πρώτη φορά αναμένει.
αυτός από τ’ αμάξι του δεν αφαιρεί τα insignia
ποντάροντας στον αφελή επαρχιωτισμό της νέας.
ερωτευμένη αυτή, μα τα πράσινα μάτια της
στα υλικά αγαθά προσπίπτουν με αποκλειστικότητα.
τούτος, μη βασκαθεί η τύχη του και η νεότητα που του προέκυψε!
και στην επαρχιώτισσα φρικτές ελπίδες καταθέτει:
ω ναι, οδεύει προς την έξοδο οσονούπω εκείνη η αντίζηλος,
μέρα με τη μέρα, χρόνια τρία τώρα στο θάνατο χωρεί.
πονάμε όλοι, παραστεκόμαστε και η αναμονή εφιάλτης.
θα πάμε Cilia παντού όταν θα έρθει η ώρα, δεν θα σου λείψει τίποτα.
είσαι ό,τι έχω και είμαι ο άντρας σου εγώ.
τα insignia κάναν όλη τη δουλειά, τα άλλα είναι λόγια,
την ίδια ώρα που η αντίζηλος κι η κολλητή της πίνουν τον απογευματινό καφέ,
σχολιάζοντας τα του δικηγορικού γραφείου καθημερινά.

19 αυγούστου 2015