ερωτεύτηκα

 

 
τι θα πει ερωτεύτηκα;
να κυνηγώ φαντάσματα του άλλου;
και τα δικά μου πάλι μόνη μου να κυνηγώ;
δρόμος μακρύς χωρίς καιρό και όρεξη.
προστάζω πια τις πεταλούδες της ψυχής
να μην ανοίξουν τα φτερά τους.
λόγος κανείς για επώδυνα πετάγματα.

                                         σάββατο 3 οκτωβρίου 2015

οι λέξεις μου

 

 
ιδέα, τώρα, μαζί, πάντα, έρωτας,
λέξεις απλές που δεν ζουν μόνες τους.
έτσι θαρρώ ώρες – ώρες,
πως έχουν νόημα μόνον όταν και άλλες προηγούνται ή έπονται.

βλακείες..
νιώθω και χρησιμοποιώ τις ίδιες λέξεις μοναχές. Να:
ιδέα (δική μου)
τώρα (έμεινα μόνη)
μαζί (με τον εαυτό μου)
πάντα (εγώ κανονίζω το χρόνο μου)
έρωτας (της ανάγκης και του μυαλού μου δημιούργημα).

ωραία τα κατάφερες και απομόνωσες τις λέξεις μου,
μπράβο σου…
και γω σε αντάλλαγμα σε καταράστηκα
και οι δικές σου λέξεις να μην συντροφεύονται

λαθούσα δύναμις επέρχεται;

 

 

είχα μια καταφυγή από χρόνια τώρα
πολλές φορές τη μέρα να αποσύρομαι μέσα μου
για λίγο ή πολύ, όσο η ανάγκη μου το απαιτούσε.
ταξίδευα σε λαμπρό, βαθιά επιθυμητό κόσμο,
εγώ, σώμα νυχτερινό, στο φως του ήλιου παραταύτα δυνατά παραδομένο.

το δάκρυ εύκολο και σιωπηλό τότε κυλούσε.
συνοδεία και απαραίτητο συμπλήρωμα κάθε φοράς.
έτσι απαλλασσόμουν γρήγορα από το πνιγηρό βάρος της αναμονής.
σενάριο αιφνίδιας άφιξης συχνά επεξεργαζόμουν.
στο κάγκελο του μπαλκονιού εγώ, λέει, ακουμπισμένη.

..απομεσήμερο, χτυπάει η καρδιά, τρέμουν τα άκρα,
τρίζει η ύπαρξη στις φλέβες.
εκείνος από τη γωνιά του δρόμου ξεμυτίζει..
κοιτάζει προς τα πάνω, με αναζητά,
διακρίνω το χαμόγελό του όσο πλησιάζει.
ακούω το σφυγμό μου που επιταχύνει.
είναι στην πόρτα, πριν καν χτυπήσει ανοίγω.
ήρθε, είναι εδώ, μπροστά μου.
ακινητοποιούμαι ανίσχυρη, διασκελίζει το κατώφλι,
αφήνει την αποσκευή στο πάτωμα,
δένει τα κρύα χέρια μου με τα ζεστά δικά του…

το βράδυ στέγνωνε, έκλεινε ο κύκλος ως αύριο πάλι.
τότε αποκοιμιόμουν, αργά ξυπνούσα το πρωί
και πρώτη η ίδια ακολουθία σκέψεων με κυρίευε.
έτσι τις δύσκολες ώρες αντιπαρερχόμουν.
άλλωστε στο φως όλα είναι πιο εύκολα.

έχασα την καταφυγή μου αιφνίδια,
συζητήσεις με θύματα της ίδιας αγάπης την καθαίρεσαν.
εύκολος θάνατος, ίσως παραδοξότητα γεμάτος.
άδειασα απόψε από τη βιαιότητα του απότομου,
που πήρε τα μέσα μου, κρυφά που τα΄χα, και τα σήκωσε.
κενό το είναι μου, ωθεί την αγωνία μου πέρα από τα άκρα,
που νόμιζα πως τάχαμ είχα με φροντίδα καθορίσει.

δεν υπάρχει κάτι από κείνον, από εκείνα τα κυρίαρχα,
που έσπρωχναν μεμιάς τη λογική μου πίσω μόλις τολμούσε τόσο δα ν´ αναδυθεί.
ούτε ιδέα, ούτε επιδερμίδα, ούτε προσμονή υπάρχει,
το χαμόγελο απομακρύνθηκε αργά, απογοητευμένο,
η ανάμνηση της σάρκας αίφνης αποπλύθηκε,
η ζεστασιά σε ύλη μεταπλάστηκε, που με καθήλωσε ανάσκελα, βαριά,
με δυσκολία ν’ αναπνέω όσο η ψυχή μου απόλλυται.

από δυνάστης ο έρωτας σε πνεύμα δροσερό μεταποιήθηκε
ίπταται τώρα δα στο ροζ πρωί που ξημερώνει,
φεύγει, μου αφήνει την πνοή του πίσω του.
απέθανε ό,τι έχτισα και ζύγισα και πριμοδότησα,
ό,τι στα τέλη της ζωής με μόχθο απόκτησα.
μια αγάπη που έζησε ως τα έξι της χρόνια στου μυαλού μου το περίβλημα.
πώς χάθηκαν όλα τόσο εύκολα;
μάλλον γιατί ποτέ δεν ήταν όπως έπρεπε, αλλά μόνον όπως εγώ τα ήθελα.

δευτέρα 3 αυγούστου 2015, 5 το πρωί

λόγια ανεπαρκή

 

 


όλο το πρωί πάλευα να ‘βρω λέξεις λίγες, μα γεμάτες, να περιγράψω το ζεστό σώμα,
την τρυφερή μυρωδάτη σάρκα που μαζί της, ολόκληρη εγώ, συνομιλούσα όλη νύχτα,
το πρόσωπό μου πίεζε για ν´ αφομοιωθεί, επιχειρούσε εκπροσωπώντας με να την αλώσει.
τα χέρια που λάτρεψαν το σώμα ακόμα εξετάζω,
τεντώνοντας μπροστά, διαδοχικά αναστρέφοντας,
αιώνια επιφυλακή και φως και ήχος,
τίποτα δεν χάνεται από αποτυχία περιγραφής.
δυο μέρες μαγεμένη και ακίνητη στα ίδια ανάστρωτα σεντόνια πολεμώ,
σε ιεροτελεστία μετατρέποντας σκέψεις, αισθήματα και μνήμη.

                                                                        δευτέρα 16 νοεμβρίου 2015, 12:36

τραμόντο

 

οι άνθρωποι είναι ματαιόδοξοι,
θέλουν να τους θυμούνται.
ντύνουν τη ματαιοδοξία τους με κομψά ρούχα,
λένε ωραία λόγια όλο το βράδυ,
γελάνε και κάνουν επίδειξη γνώσεων.
από όλο αυτό μένει πολύ καιρό μετά η αύρα της βραδιάς
ή μια ασχημάτιστη πίκρα.
προσπάθησα απόψε για να με θυμάσαι,
προσπάθησα πολύ, άνθρωπος είμαι και γω
και δεν τα βγάζω πέρα με την πίκρα.

ρομαντισμού αποκυήματα

 

-στης ζωής μου την ακμή θα πεθάνω,
αχ θεέ μου τί άδικο κρίμα
τέτοια νέα να έμπω στο μνήμα
με του γάμου την άσπρη στολή!

χάρε, χάρε, δεν θέλω να πεθάνω,
τη μανούλα μου να μην την πικράνω,
θέλω χάρε ακόμα να ζήσω,
της ζωής τη χαρά πώς ν´αφήσω;

-έλα κόρη μαζί μου με θάρρος,
τόσο κακός δεν είναι ο χάρος.
μή με βλέπεις και δάκρυα χύνεις,
μή λυπάσαι τον κόσμο π´αφήνεις.

-δεν λυπούμαι τον κόσμο π´αφήνω,
μόν´ λυπάμαι τη λύπη π´αφήνω.
εγώ στέλνω τη λύπη στο σπίτι,
εγώ σβήνω τη φλόγα απ´τα στήθη.

-έλα, έλα, η ψυχή σου σ´αφήνει.
μή λυπάσαι, στη γη δε θα μείνει.
εδώ λύπες υπάρχουν και πόνοι,
εκεί φεύγουν μ´αγάπη οι χρόνοι.

-άφησέ με να τρέξω ακόμα
εις τα δάση όπου έτρεχα πρώτα,
να χαρώ τα λουλούδια, τα χόρτα,
να πατήσω του κάμπου το χώμα.

σαν κλωνάρι μυρτιάς μαραμένο,
το κορμί μου χειμώνας το δέρνει,
το ποτάμι του χάρου με παίρνει
στα θολά του και μαύρα νερά.

διηγήθηκε η Μαριάνθη Αθ. Παπάζογλου (31.05.1979)

μικρές εξαπατήσεις

 

δεν υπάρχει καιρός πια παρά μόνο να φαντασιοκοπώ
όσα δεν έζησα, αν και το ήθελα πολύ.
θέλω, επιθυμώ, διακατέχομαι, ορίζω,
ως και μικρές μανίες αποδέχομαι εν τέλει να υπάρχουν,
ευρείες ευτυχείς εικόνες που με αφορούν.
γέρνω, κλείνω τα μάτια για να κοιμηθώ.
τότε είναι που εκκινούν οι ταινίες μικρού μήκους,
μπορεί και δυό και τρεις ακόμα κάθε νύχτα.
καθώς κινούνται οι μορφές μου κυκλικά στο ζωητρόπιο,
εκείνες που στατικές ζωγράφισα στις νυχτερινές ακολουθίες,
τα χρώματα εναλλάσσονται, κυρίως θερμά, αν όχι όλα,
τα σχήματα ρευστοποιούνται και αναμορφώνονται,
κι ανάμεσα στην τυχαιότητα και την ταχύτητα περιστροφής,
το έργο κίνησε και εξελίσσεται, όλο κρυμμένο σε μια αγκαλιά.

είναι η ώρα που ο έρωτας ιδανικά προσωποποιείται.
αποκοιμιέμαι ευτυχώς σώζοντας τη συνέχεια για αύριο…

σάββατο 8 αυγούστου 2015