είχα μια καταφυγή από χρόνια τώρα
πολλές φορές τη μέρα να αποσύρομαι μέσα μου
για λίγο ή πολύ, όσο η ανάγκη μου το απαιτούσε.
ταξίδευα σε λαμπρό, βαθιά επιθυμητό κόσμο,
εγώ, σώμα νυχτερινό, στο φως του ήλιου παραταύτα δυνατά παραδομένο.

το δάκρυ εύκολο και σιωπηλό τότε κυλούσε.
συνοδεία και απαραίτητο συμπλήρωμα κάθε φοράς.
έτσι απαλλασσόμουν γρήγορα από το πνιγηρό βάρος της αναμονής.
σενάριο αιφνίδιας άφιξης συχνά επεξεργαζόμουν.
στο κάγκελο του μπαλκονιού εγώ, λέει, ακουμπισμένη.

..απομεσήμερο, χτυπάει η καρδιά, τρέμουν τα άκρα,
τρίζει η ύπαρξη στις φλέβες.
εκείνος από τη γωνιά του δρόμου ξεμυτίζει..
κοιτάζει προς τα πάνω, με αναζητά,
διακρίνω το χαμόγελό του όσο πλησιάζει.
ακούω το σφυγμό μου που επιταχύνει.
είναι στην πόρτα, πριν καν χτυπήσει ανοίγω.
ήρθε, είναι εδώ, μπροστά μου.
ακινητοποιούμαι ανίσχυρη, διασκελίζει το κατώφλι,
αφήνει την αποσκευή στο πάτωμα,
δένει τα κρύα χέρια μου με τα ζεστά δικά του…

το βράδυ στέγνωνε, έκλεινε ο κύκλος ως αύριο πάλι.
τότε αποκοιμιόμουν, αργά ξυπνούσα το πρωί
και πρώτη η ίδια ακολουθία σκέψεων με κυρίευε.
έτσι τις δύσκολες ώρες αντιπαρερχόμουν.
άλλωστε στο φως όλα είναι πιο εύκολα.

έχασα την καταφυγή μου αιφνίδια,
συζητήσεις με θύματα της ίδιας αγάπης την καθαίρεσαν.
εύκολος θάνατος, ίσως παραδοξότητα γεμάτος.
άδειασα απόψε από τη βιαιότητα του απότομου,
που πήρε τα μέσα μου, κρυφά που τα΄χα, και τα σήκωσε.
κενό το είναι μου, ωθεί την αγωνία μου πέρα από τα άκρα,
που νόμιζα πως τάχαμ είχα με φροντίδα καθορίσει.

δεν υπάρχει κάτι από κείνον, από εκείνα τα κυρίαρχα,
που έσπρωχναν μεμιάς τη λογική μου πίσω μόλις τολμούσε τόσο δα ν´ αναδυθεί.
ούτε ιδέα, ούτε επιδερμίδα, ούτε προσμονή υπάρχει,
το χαμόγελο απομακρύνθηκε αργά, απογοητευμένο,
η ανάμνηση της σάρκας αίφνης αποπλύθηκε,
η ζεστασιά σε ύλη μεταπλάστηκε, που με καθήλωσε ανάσκελα, βαριά,
με δυσκολία ν’ αναπνέω όσο η ψυχή μου απόλλυται.

από δυνάστης ο έρωτας σε πνεύμα δροσερό μεταποιήθηκε
ίπταται τώρα δα στο ροζ πρωί που ξημερώνει,
φεύγει, μου αφήνει την πνοή του πίσω του.
απέθανε ό,τι έχτισα και ζύγισα και πριμοδότησα,
ό,τι στα τέλη της ζωής με μόχθο απόκτησα.
μια αγάπη που έζησε ως τα έξι της χρόνια στου μυαλού μου το περίβλημα.
πώς χάθηκαν όλα τόσο εύκολα;
μάλλον γιατί ποτέ δεν ήταν όπως έπρεπε, αλλά μόνον όπως εγώ τα ήθελα.

δευτέρα 3 αυγούστου 2015, 5 το πρωί

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s