ζήτημα μάθησης

 

αναμονή ατέλειωτη μιας αγκαλιάς νύχτες πολλές
νύχτες που μοιάζαν αξημέρωτες·
κάποια στιγμή ο ύπνος άρπαζε τη σκόνη των ονείρων
για να την οικειοποιηθεί.
και δοκιμές άχρηστες επιχειρούνταν τις μέρες τις μικρούτσικες
που άφηναν πίσω τους κενό το σώμα και το νου.
κι απάνω που η ροή ξεπνόησε
πάνω που όλα μάταια φανήκαν πια
καθώς χιλιάδες ξημερώματα περάσαν ανεκπλήρωτα
τοπίο άναψε από τα χρώματα
και ισχυρίστηκε με τούτα πως δικό σου είναι
για ν´αγναντεύεις κρεμάμενη απ´ τα σύννεφα
τον κόσμο τον ονειρικό αργά αργά να εκπληρώνεται.
χαριτωμένος απρόοπτα ιπτάμενος αφρός
που αγγίζοντας την επιφάνεια
χρωματιστά κενά αφήνοντας μετατοπίζεται
ο χρόνος έπαυσε. σώπασαν οι μουρμούρες του μυαλού
πώς να πιστέψεις τόσην ομορφιά; κανείς δεν σου έμαθε πως την αξίζεις.

αναβολές

 

με ενοχλεί αυτή η σιωπή του Ιουλίου

όλα μικραίνουν και αναβάλλονται

για όταν ο χρόνος επιστρέψει

μα τότε μπορεί τίποτα να μην είναι το ίδιο

ή όλα αφόρητα τα ίδια να ´ναι

βουβός μήνας που παρατείνεται

με τη δικαιολογία της ξεκούρασης

είναι κι η θάλασσα που μόνο με το σώμα πια αγγίζεται

φωνές δυνατές

ήλιος πολύς θαρρείς τον άλλο χρόνο σβήνει

χρήσεις του σώματος θαρρείς τον άλλο χρόνο απαγορευμένες

Θα δούμε

Θα ΄ρθούμε

Θα πάμε

Θα κάνουμε από Σεπτέμβριο

Όταν επιστρέψουμε

Όχι τώρα

δεν ακούω τίποτε τώρα

καθένας κλεισμένος στον κόσμο του

που ονομάζει τώρα διακοπές, αύριο αλλιώς

κανένας δεν υπάρχει για τους άλλους

και όταν ο άλλος διαμαρτυρηθεί

Γιατί δε μου είπες; Θα ερχόμουν.

Γιατί δε μου είπες; Ήμουν πολύ κοντά.

Γιατί δε μου το είπες; Τι στο καλό άνθρωποι είμαστε

άμα δεν βοηθάει ο ένας τον άλλον;

και όταν όλα τελειώσουν και πάψει να υπάρχει

Δεν μου είπε τίποτα

Δεν έλεγε..

κυριακή 16 ιουλίου 2017, 15:00

άτολμη

 

ντράπηκα να σου πω Μη με ξεχάσεις.
κοίταζες για ώρα τον ιβίσκο με θαυμασμό
το ίδιο ψηλοί κι οι δύο.
λίγο μετά σ´αποχαιρέτησα.
απλοϊκά σχεδόν. 
δράμα καθόλου δεν υπήρξε.
δέθηκαν τα χέρια λίγα δευτερόλεπτα
το βλέμμα περιείχε ειλικρίνεια,
οι ευχές που ανταλλάξαμε μάλλον τυπικές
και μόνον οι απαραίτητες.
σκέφτηκα να σου πω Μη με ξεχάσεις
δεν τόλμησα. μοιάζω άφοβη μα δεν τολμώ
να ζητήσω τίποτε για μένα
αφήνοντας τους άλλους να μετρούν
χρόνο, αισθήματα, επιθυμίες
να αρθρώνουν λέξεις, όλα όπως αυτοί τα θέλουν.
όμως μπορεί και κάποιοι απ´αυτούς να περιμένουν
σαν και μένα από τους άλλους να μετρήσουν.
με τούτα και με κείνα φεύγει ο καιρός
ο ιβίσκος μαράθηκε τα χέρια ζαρώνουν
οι τελευταίες εικόνες ακινητοποιήθηκαν
στις ζάρες του μυαλού μου
και γράφω ελπίζοντας ότι θα διαβάσεις
αυτά που δεν μπόρεσα να πω.

ιούνιος 2017

σκέψεις του δρόμου

 

για έναν αδύναμο που υποχώρησε:
εσύ όσο περνάει ο χρόνος χάνεσαι μέσα στον εαυτό σου
εγώ όσο περνάει ο καιρός χάνομαι μέσα σε σένα..

 

άντληση από παρατήρηση:
άνθρωποι ανεκτικοί από το φόβο της μοναξιάς
που είναι ακόμη τόσο νέοι για να φοβούνται..

αυτόματη αντιπαραβολή:
άνθρωπος μη ανεκτικός χωρίς το φόβο της μοναξιάς
που δεν είμαι πια τόσο νέα για να μην φοβούμαι..

 

άυλος κόσμος εκ του ασφαλούς:
είμαι ερωτευμένη με ένα όνειρο που μεγαλώνει μέσα στο κεφάλι μου τις νύχτες.
τις ημέρες το αναγκάζω να μένει μικρό ίσαμε να περάσει ο καιρός.
θα μπορούσες να το δεις σαν ευκολία προσαρμογής
θα μπορούσες να το πεις τεράστια αδικία ή υπέρμετρη αφέλεια.
όπως και να ονομάσεις το όνειρο και τον πειθαναγκασμό δεν είναι ύλη.

 

αναρώτηση χωρίς αντίκρυσμα:
ένα μαξιλάρι μπορεί να αντικαταστήσει μιαν αγκαλιά;
μπορεί ένα φιλί στο χέρι να σπρώξει πίσω ένα φιλί στα χείλη;
μεταμεσονύχτια θεατρική παράσταση..

 

αλλάζω
επιθυμώ να γεράσω για να δικαιολογώ την εικόνα μου.

εκείνος πίσω μου

προσγειώθηκα σ´ αυτό το συναίσθημα για σένα με ακατανόητο τρόπο. συνήθως έτσι απροσδόκητα συμβαίνει και κακώς εκπλήσσομαι, φταίει που θέλω όλα να τα ερμηνεύω. αυτοπροστατευτικοί λόγοι μου απαγορεύουν να το ονομάσω παραπάνω από Θερμή συμπάθεια (συγνώμη, χρησιμοποίησα κρύες λέξεις, μάλλον φοβάμαι πολύ τελικά, ωστόσο βεβαιώνομαι όσο περνούν οι μέρες ότι μια παραλλαγή προς τον Έρωτα θα ήταν ακριβέστερη. αλλά κρύβομαι πίσω μου, φτιάχνω σκιές για να μη διακρίνομαι, δε θέλω να με βλέπω μπορεί).

εκείνον τον άφησα πίσω μου. μου φάνηκε πως αίσθημα σιχασιάς και αηδίας τον απομάκρυνε βιαστικά από μένα. αν ήμουν πιο επιεικής θα τον ονόμαζα άρρωστο, μπορεί και νάλεγε αλήθεια όταν το ισχυριζόταν, μα επιείκεια και αυτοπροστασία δεν πάνε παρέα. σιγά σιγά έπαψε πια να με νοιάζει ακόμα και αν ζει ή τουλάχιστον αυτό απαντούσα πρόχειρα στην κάθε μου αναρώτηση. ξέρεις, όταν πάω να προφέρω το όνομά σου στους μονόλογούς μου, ξεστομίζω κατά λάθος το δικό του. είναι μάλλον από τη διαρκή επανάληψη, επειδή το δικό του το είχα φωνάξει δεκάδες φορές τις νύχτες, είχα ακούσει τη φωνή μου να το επαναλαμβάνει με όλη του τη συνοδεία αντάμα, ώστε τώρα να μην μπορώ να δικαιολογηθώ ότι ψεύδομαι: όνομα, επίθετο, όνομα πατέρα, μητέρας, γεννημένος στις δεκατρείς Μαρτίου του χίλια εννιακόσια πενήντα έξι στο Βόλο, στις έξι το πρωί..

λίγους μήνες πριν, καθισμένη στα σκαλάκια της Φοντάνα ντι τρέβι παρατηρούσα τους γιαπωνέζους σε δυο τους δραστηριότητες: πρώτη να τραβάνε σέλφι προβάροντας μουτσουνίτσες μπροστά στο μακρύ πλαστικό κοντάρι, τέτοιες που να μην αλλοιθωρίζει κατά το δυνατόν το βλέμμα στο τελικό αποτέλεσμα, και δεύτερη να στέκονται με ευλάβεια στραμμένοι προς εμένα, χωρίς να με κοιτάζουν απορροφημένοι στην επιλογή της ευχής τους, και με μια απότομη κίνηση να πετούν, μπλουπ, πίσω από την πλάτη τους το νόμισμα στο νερό. δοκίμασα να κάνω και τα δύο, το πρώτο μου φαινόταν ηλίθιο και το δεύτερο μαγικό, προτίμησα το δεύτερο. ένα δίευρο ήταν οκέι για να στηρίξει την ευχή μου. έκλεισα τα μάτια… , ζύγιασα και τα δυο χέρια πάνω από το κεφάλι μου και εκσφενδόνισα το κέρμα πίσω μου. ευχήθηκα αυτόματα Θέλω να ζήσω με τον… κι ενώ είχα στο μυαλό μου εσένα, ο νους μου ξεστόμισε το όνομα εκείνου, μόνο του, χωρίς τη συνοδεία του αντάμα, για να προλάβει τη διαδρομή ως το μπλουπ.

μα αμέσως κατάλαβα το λάθος μου και αμέσως τρόμαξα πως δεν ήταν λάθος. ήταν επειδή αυτός είχε κυριαρχήσει μέσα μου, ομολόγησα. είχα νιώσει πόθο και έρωτα για κείνον, από κείνους τους έρωτες και τους πόθους που, αν δεν τους ζήσεις, εγκαταλείπεις κάποτε φτωχότερος τον κόσμο τούτο (έτσι λένε, στα καλά μου μου φαίνεται ηλίθια αυτή η φράση). με σένα είναι αλλιώς. μπήκες ήσυχα μέσα μου, χωρίς να καταλάβω σε ένιωσα να συμβιώνεις μαζί μου διπλωμένος στο κέντρο του σώματός μου σα μωρό.

εσύ είσαι το μωρό μου, εκείνος ήταν ο άντρας μου, ο αρσενικός μου, εσύ είσαι το πλάσμα που θέλω να το χαϊδεύω όλη μέρα, να το περιποιούμαι, να μαντεύω τι θέλει πριν το ξεστομίσει, να το κοιτώ στα μάτια, να το υπηρετώ σιγανά, ήρεμα, με χαμόγελο, να του βάζω τα πόδια στις παντούφλες. εκείνον ήθελα να τον πιω πίσω από την πόρτα, πριν καταλάβει καλά καλά πως μπήκε.

έλα να σε αγγίξω, έλα να σε υπηρετήσω, εσύ να δημιουργείς και γω να κάθομαι σιωπηλά στο παρασκήνιο ανάμεσα στα χαρτομόλυβά μου. φωνάζω σιγανά το όνομά σου τώρα, είμαι βέβαιη ότι μ’ ακούς, ενώ όταν φώναζα εκείνον, το έκανα για να τον ταρακουνήσω να με δει στο όνειρο του, να με νιώσει ότι υπάρχω δίπλα του μέσα στη νύχτα. εσύ μ’ ακούς, μπορεί κιόλας να μ´ έχεις δει στο όνειρό σου. θυμάμαι τη σκληρότητα των μαλλιών σου, την τρυφερότητα και μαλακότητα της κοιλιάς σου που στη σάρκα της βυθιζόμουν, τη ζεστασιά της, μου λείπεις, θέλω να το ξαναζήσω, μαζί σου, μου αρέσεις, σε θέλω, σε περιμένω..

 

… κάθομαι στο παρασκήνιο ανάμεσα στα χαρτομόλυβά μου. τίποτε δε συμβαίνει. ούτε μωρά ούτε άντρες, ούτε πόθοι ούτε αγάπες, μόνο βουΐζει το κλιματιστικό πάνω από το κεφάλι μου, στο χάι ο ανεμιστήρας, στο λόου η αντιδραστική μου δύναμη, κουράστηκα να σκέφτομαι και να νιώθω…

πέμπτη 30 δεκεμβρίου 2016, νυχτιάτικα

δεκάτη προτέρα

αποκοιμήθηκα αφήνοντάς με στα χέρια της ελπίδας

κάθε βράδυ συνήθεια το ‘χω μα η ελπίδα με προδίνει.

ανήσυχος ο ύπνος παρά ταύτα, το κορμί πονάει.

ακούω στο σκοτάδι τη σιωπή μου

πεζός ο λόγος τα χέρια μου ορφανά αφήνει.

ξημερώνει και περιμένω πάνω μου να γείρεις

να απαιτήσεις από μένα τη χαρά σου.

είσαι ζεστός

σε νιώθω πίσω από τα κλειστά μου μάτια         

σαν κίνηση σαν θέλω και σαν πάθος

τολμώ να ξεδιπλώνω ακόμη τα φτερά μου

το δεξί σου χέρι σέρνεται αργά στο λευκό σεντόνι

το αριστερό κινείται κιόλας στον αέρα να με αδράξει

μυρίζω τον ιδρώτα σου

δεν ξέχασα ποτέ το δέρμα σου πώς είναι

μα προσπαθώ ακίνητα τα βλέφαρα να έχω

για να νομίσεις τάχα πως κοιμάμαι.

αγάπησέ με

κράτα με όλη δική σου

απλά χωρίς πολλά να μου ζητήσεις

λόγος άλλωστε δε βρίσκω να υπάρχει

ζητάει κανείς να λάβει ό,τι δεν έχει

δικά σου είναι όλα όσα επιθυμείς και όσα έχω και όσα δύναμαι να δώσω

έχω και θέλω

ανάθεμά με

ο κόσμος μου μεγάλος και πολύχρωμος ακόμα

και συ που νιώθεις πώς είναι η χαρά ευλογημένος είσαι

ξύπνησέ με

ξημέρωσε