ζητείται θύτης

 

σ’ ακολουθώ με κάθε ευκαιρία
χαίρομαι που υπάρχεις
θέλω να δράττεις τη ζωή
κι όταν σε βλέπω να το κάνεις ευτυχώ.
μα όλο επιδιώκω να υποθέτω και
με υποθέσεις ξακρίζω τις αλήθειες,
μουντώνω τις λάμψεις μόλις λίγο τις χαρώ.
σ´εμένα δεν οφείλονται χαρές.
ειν´η απόφαση που πάνω της προσπίπτει κάθε φως
μόλις εκρήγνυται
καταπατιέται λίγο ύστερα γιατί έτσι το αποφάσισα.
έτσι κάθε υπέροχη αναμονή σύντομα εξαϋλώνεται
γιατί μόνον άλλου τελικά μπορεί να είναι.
κάθε αχρωμία δικαιολογείται σαν φυσικό επακόλουθο.
αφού το χρώμα ξεθωριάζει γιατί
τα χρώματα σωρεύονται στο νου μου;
τίποτε δε μου οφείλεται και
ας είναι η λογική μου που άλλα λέει.
ποιος τάχα με σπρώχνει από το φως να υποχωρώ;
τα μακρινά ταξίδια της ψυχής ποιος όρισε
και μένουν μόνο στο ξεκίνημα;
αναρωτιέμαι άχρηστα αιώνες τώρα
και μετά απλώνω το χέρι να σβήσω τη λάμπα.

ναρκισσισμοί

 

πιάστηκα πάλι να βρω απάντηση για κείνο
το οικείο κι επαναλαμβανόμενο ερώτημα
πώς είναι τάχαμ δυνατό να αγαπάς αυτό που δεν υπάρχει.
κάθε φορά που επιχειρώ την κατανόηση
βάζω κάτω τις ενδείξεις και αρχίζω να καταμετρώ.
πάντοτε λειψές μου βγαίνουν αλλά μετά
τις πλάθω ολοστρόγγυλες χωρίς αγκαθωτά τελειώματα.
τις δικαιολογίες μαστορεύω και με τα πάθη
συζητώ ασταμάτητα και γι´αυτά δουλεύω.
μου αρέσουν για συνομιλητές
γιατί θορυβούν όσο εγώ τους επιτρέπω.

είναι να μην είσαι ικανός τελικά.

για την κολυμβήτρια

η κολυμβήτρια θέλει να φεύγει μακριά, να ξεπλένει τη μαυρίλα της τριβής της με τις άχρηστες αλήθειες γύρω της με ένα μακροβούτι στον κόσμο του υπόκωφου βουητού, αυτού που αργά-αργά θα υποχωρήσει και θα πάψει μόλις αυτή εισρεύσει στον παράδεισο. εκεί νομίζει ότι πάει τώρα. οι φυσαλίδες βγάζουν ήχο, οι κινήσεις των χεριών θόρυβο, ίσαμε που προλαβαίνει να διακρίνει τις ζαρωμένες ψίχες των δακτύλων της, η ανάσα της κοντή ακούγεται δυνατή στα νερωμένα αυτιά της, η αλμύρα κατεβαίνει μικρά ρυάκια από τις τούφες των μαλλιών της, της τσούζει τα μάτια, κάθεται στο πρόσωπο. θέλει κόπο να καταβάλει για να μεταβληθεί σε ροή, γιατί πριν μεταμορφωθεί, ο παράδεισός της της διαμήνυσε ότι δεν πρόκειται να τη δεχτεί. λαχταράει να λευτερωθεί και μακραίνει κι άλλο, ως εκεί που ακούει μόνο τον εαυτό της πια να θορυβεί. κάθε τι άθλιο, θλιμμένο, θλιβερό έμεινε πίσω. στρέφει το κεφάλι προς την ακτή, σκηνικό που χρυσοφέρνει, η μυωπία της διαλύει τα περιγράμματα σε κόκκους, σφίγγει τα βλέφαρα και το θέατρό της κομματιάζεται, οι άνθρωποι της παραλίας μεταφράζονται σε βουβά κινούμενα μαυριδερά σημάδια, τα λίγα χρώματα αμβλύνονται κάτω από φως του ήλιου και αυτή άρχισε κιόλας να μιλάει με τα μέσα της, χάνοντας όμως λεπτομέρειες, κάπως σαν εκείνες τις συλλαβές στην ξηρά, που εκπίπτουν με ασυνείδητη πονηρία στις μπάντες του μυαλού για να μην ολοκληρώνεται καμία φράση του συλλογισμού, που ξεστρατίζει έτσι ατίθασος και λυτρωμένος, και δόστου πάλι απ´την αρχή. η μνήμη της έχει από το ξεμάκραιμα κιόλας αρχίσει να υποχωρεί, τα αισθήματα αναδύονται μπλεγμένα φύκια ως το λαιμό της. έτσι ο λόγος που την έφερε εδώ στα βαθειά εύκολα επικρατεί, δεν χρειάζεται συλλογισμούς και αισθήματα για να βγει ο λόγος στον αφρό. ναι, να φύγει ήθελε μακριά και το κατάφερε με δυσκολία, να μεταφέρει το νου της στη σιωπή ήθελε για να τον εξετάσει κουνώντας του επιτιμητικά το δάχτυλο, μα τώρα ο εαυτός της συμπυκνώθηκε γύρω από μία μόνο επιθυμία, να τον ξαναδεί.

παρομοίωση


«κοινά τοπία»
«παρεμφερή τοπία»
πρέπει να βρω συνώνυμο της πρώτης λέξης οπωσδήποτε.
σφίγγω τα βλέφαρα με δύναμη
ν´απομονώσω το μυαλό να μπει σε κίνηση.
κάποτε πολύχρωμα πεταλουδάκια ξεπετιόνταν με το σφίξιμο
τώρα ούτε καν μονόχρωμα.
μάλλον παχύνθηκαν τα βλέφαρα και σκοτεινιάζουν.

ανάμεσα στις πινελιές κι ανάμεσα στις λέξεις βολοδέρνω
ώρες και ώρες κάθε μέρα.
δυό όργανα ή όπλα της επιθυμίας που αγωνιά να εκφραστεί
ίδια βαραίνουν όποια κι αν είναι η ώρα που τα φορτώνομαι.
ίσως το πρώτο πιο αργό κυλάει, το δεύτερο απαιτητικό στέκεται στην πόρτα.
τί θέλουν και τα δυό; μυαλό, δάχτυλα, κατόπιν να οπισθοχωρήσεις
για να παρατηρήσεις πόσο πέτυχες αυτό που είχες κατά νου.
μετά να τα κοιτάς κατά καιρούς και κάθε ματιά αλλιώτικη να είναι
η μιά εικόνα να μη μοιάζει απολύτως με την άλλη.

λέτε να το γυρίσω και να γράψω Συγγραφέας στην εισαγωγή;
μπορεί και Ζωγράφος; μα αυτά απαιτούν την ερμηνεία τους
και γω τώρα στέκομαι αδαής.
κοινός.. παρεμφερής..

κόκκινο

 

κόκκινο μέσα μου απομένει το υπόλειμμα της μάχης.
ό,τι και να αγγίξω παίρνει χρώμα άλικο
αμέσως ή αφού πρώτα με διασχίσει.

και τότε ταράχτηκα που σ´αγαπώ.

δράκος

 

ευτύχησα σκαρφαλωμένη στα φτερά του μύθου
που έφτιαξα για να ταξιδεύω στην ουράνια άκρη.
τις νύχτες αγκαλιάζω μετεικάσματα αλήθειας
που ο νους πυροβολεί χωρίς σταματημό στον τοίχο του μυαλού μου
κι αυτά γεννιούνται πάλι απ´την αρχή.

πετώ μέσα στο χρόνο ασήμαντη καθόλου ωραία.
ο μύθος μου σαν δράκος δυνατός
προβαίνει ηλιοσπυρίζοντας το φως
κι εγώ γελώ που ανασταίνω έρωτα για χάρη σου.
εμπρός τεράστιο ζωντανό προτού αδικηθώ.

ανάδραση

 

αγαπημένο σώμα
έχω τόσο ανάγκη να σε κοιτώ
και να σε γεύομαι χωρίς ο χρόνος να με σταματά
χωρίς οι άνθρωποι να μου αλλάζουν τα σχέδια.

κι έπειτα κινήσαν εναντίον μου τα πρόσωπα της ταραχής…

αφήνω τη σιωπή να προσπεράσει
αλαλάζω να σωθώ
διαλύεται ο αχνός της χαράς πριν κατακαθίσει.
πώς θα ζήσω χωρίς εσένα που ανάθρεψα εντός μου;