το προικιό (αποχαιρετιστήριο)

 

στο Πανικάλε εμπλέξαν τις δαντέλλες

κι όσο να φτάσουν με τ´ άλογα στη Σιένα

ο δρόμος έγινε άβατος

άνεμος αναπάντεχος σηκώθηκε και χάραξε νέο τοπίο

με σημάδια μαλακά κι έπειτα δύσβατα

έως ξερά και ανεπίστρεπτα

 

αρρώστιες του φόβου και της ατολμίας

σ´ενέδρα στήθηκαν επιστροφή να μην υπάρξει

κανένα γύρισμα στη βάση της υπακοής δεν πρόκειται να επιτρέψουν

κανένας ταπεινός δεν πρόκειται να συνεχίσει χωρίς τόλμη

ούτε ο ενάρετος ή ο πρόστυχος θα πάει και θα γυρίσει

ο δρόμος έλειψε, η μεταμόρφωση φυλάγει κάθε πρόθεση

 

δεν έζησε για κείνου τα καμώματα

χρειάστηκε κόπος να φύγει μακριά

με το προικιό για πρόσχημα πειράχτηκε ο δρόμος

προσαρμογές

 

 

σου έδωσαν ζωή από υποχρέωση

κι αυτή σε άφησε να περιμένεις

στο σκοτεινό δωμάτιο

εσύ πάλι την άφησες ν´αποφασίσει για σένα

σαν μαλακή καρδιά που προσποιήθηκε

του κόσμου τη σκληρότητα πως φοράει

αντίστασης προσαρμογή καθώς

ο σκληρός το χώμα αδιάφορα αγγίζει

μα τον ουρανό αδυνατεί

κι ούτε καν ψηλά τον νοιάζει να κοιτάζει

 

σαν δίωρη θεατρική παράσταση

που έδωσες και τέλειωσε

απ´τη γωνιά τώρα ανασαίνεις σιγανά

απλότητας προσαρμογή αυτή

που το χρόνο σου αθόρυβα μετράει

 

μέσα μου θυμάμαι και συγκρίνω

δεν ξέρεις πως μπορώ

 

είναι γιατί αποδοχής προσαρμογή

ελέγχει τα άκρα της ζωής σου

και τυφλό σε αφήνει

να μη διακρίνεις του κόσμου την αναίδεια

που εισχωρεί στο παράξενο

στο αδύναμο

στο ξένο

στο αλλιώτικο

 

θυμάμαι και συγκρίνω αναιδής κι εγώ

επιδέξια αδικώντας κάθε έναν

μπορεί και επιχαίροντας καμιά φορά

ώστε να σε υψώνω στα σημεία

ποτέ δεν πίστεψες πόσο πολύ σε αγαπώ

ποτέ δεν με χρησιμοποίησες στ´αλήθεια

λόγος για ένα στερεότυπο

 

πολύς λόγος γίνεται για την ελπίδα που πεθαίνει πάντα τελευταία

και όπως βαριέμαι τα κλισέ

σαν τρόπος βολικός που είναι να βγαίνουμε απ´τα δύσκολα

και τα αποστρέφομαι μόλις τα συναντήσω

να η φρασούλα τώρα ξεμυτάει θρασύδειλη

με άρπαξε -έξυπνη νομίζω εγώ πως είμαι-

και κολυμπάμε οι δυο μας στον αφρό στενά πιασμένες αγκαζέ

σάμπως εχθρές εικονικά ειρηνευμένες

 

σε λίγο θα αντιληφθώ πως απατήθηκα ξανά

κακώς εμόνοιασα με άχρηστο στερεότυπο

με λάθος βοηθό συμφιλιώθηκα

καλά φυλούσα τις δυο όψεις μου μακριά από ευκολίες

 

τί θα απογίνω άραγε χωρίς βοήθεια;

η βιασύνη μου με κυριεύει να τελεσιδικήσω

για τούτο κερδισμένη το πρωί ξυπνώ και αδειανή αργότερα κοιμούμαι

κλειδώθηκα

 

 

έκλεισε το στόμα μου

πίκρισε η γλώσσα μου

άνοιξα παράθυρα μα φως δε μπήκε

νύχτωσε ξανά χωρίς να είναι η ώρα

άδειασε ο χρόνος από μνήμες

το σπίτι σώπασε

το φως δεν θα ανάψει απόψε

τώρα που κατάλαβα πως ζω καθισμένη

στα σκαλιά μιας καμένης ύπαρξης

 

δεν είσαι πουθενά

κάτι ληθαργικά όνειρα το ξημέρωμα

που γλιστράνε πριν καν αναγνωσθούν

καμιά ανάμνηση δεν συγκρατεί τόση βιασύνη

πλέω σε ζεστό ακίνητο νερό

θα γυρίσω πίσω μόλις φέξει

ξανά τα ίδια

ανάλλαχτα και κυκλικά

όσο να σε ξανάβρω

 

όπως κι αν είσαι