φωτιά ή delete;

παλιά ήταν πιο εύκολη η χαρτούρα

τη μάζευες σ´ένα ντοσιέ μαύρο κατά προτίμησιν

χοντρό κουτί που ασφάλιζε με λάστιχα

ή άλλο με μεταλλικές θηλειές και ελατήρια που γρήγορα χαλούσαν

χρειαζόσουν και κείνον τον σιδερένιο διακορευτή

που για δυο τρύπες όλο κι όλο σε στάνταρ αποστάσεις

φορτωνόσουν ένα βαρύ μάλλον ογκώδες εργαλείο

μικρά μεγάλα λευκά χρωματιστά χαρτιά

κόλλες γραφομηχανής αψεγάδιαστες

ή οι ανάποδες των χρησιμοποιημένων

μα και χαρτοπετσέτες σ´όλα τα χρώματα

κουρέλια σκισμένα με το χέρι ή τυπικά Α4 ή Α8

με μολύβι και μελάνι

καμιά φορά με χρώματα από ξυλομπογιές

ή από κείνους τους περίεργους στυλούς

με το γαλάζιο πράσινο και κόκκινο

που τέλειωνε πρώτα το γαλάζιο

και το πράσινο άντεχε

μέχρι να πρασινίσουν οριστικά οι σελίδες σου

γράμματα πλαγιαστά ή ίσια

τρελλαμένα ή τακτικά

μικρά ή κεφαλαία

με τόνους ή χωρίς

περισπωμένη που έμοιαζε μάλλον με βαρεία

μουτζούρες και συμπληρώσεις στα περιθώρια

και χι αβέρτα μικρά και μεγάλα

για συχνές ακυρώσεις και διαγραφές

χι από κείνα που η μύτη έγδερνε το χαρτί

από το πάθος της ακύρωσης που σε κατείχε

μπρος και πίσω γραμμένα φύλλα

που έπρεπε να αριθμείς σελίδες μήπως χάσεις τη σειρά

κι οι τόσες σημειώσεις άτακτες

καταντημένες δυσανάγνωστες καμιά φορά κι επίτηδες

από έναν αδικαιολόγητο φόβο των άλλων

τί θα σκεφτούν για σένα όταν θάχεις πεθάνει και τα βρουν

ό,τι και να σκεφτούν θα το ερμηνεύσουν με βάση τον εαυτό τους

γλυτωμός δεν υπάρχει από τον εαυτό του καθενός

εξάλλου ευανάγνωστοι τύποι δεν υπάρχουν

κακοερμηνευμένοι είμαστε όλοι

συμπεραίνω ότι όλες οι μεταθανάτιες εικόνες πάσχουν

μόνον ο εικονιζόμενος όμως το γνώριζε

γι αυτό άσκοπο είναι να κάψεις τη χαρτούρα

καλικάντζαροι

όταν ήμουν μικρή, κάθε νύχτα Θεοφανείων περίμενα πώς και πώς να καταφτάσει στους αρμένηδες γείτονες η χορωδία της εκκλησίας τους για να ψάλλει με αγγελικές φωνές τα κάλαντα. δεν καταλάβαινα γιατί η μαμά μου τα έλεγε κάλαντα, κάπως με τα Χριστούγεννα μου τα μπέρδευε, αλλά δεν μου είχε πει ποτέ καθαρά ότι την επομένη, 7 Ιανουαρίου, είναι Χριστούγεννα για πολλούς ανθρώπους πάνω στη γη.

έτσι, αφού για πολλούς ανθρώπους στη γη τα Χριστούγεννα δεν ήρθαν ακόμη και για πολλούς άλλους έρχονται τα Φώτα, συμπέρασμα: είμαστε ακόμη για τα καλά στις γιορτές, εμείς οι του νέου ημερολογίου διανύουμε το Δωδεκαήμερο, οπότε σκέφτηκα να σας γράψω μερικά που αναφέρονται σε έναν φοβερό κύριο των ημερών αυτών, τον Κάλχα ή Κάλκα, και σε μερικά άλλα συναφή με τα έργα και τις ημέρες του. τα κατέγραψε η μητέρα μου για να μην ξεχαστούν. κράτησα τη ροή του λόγου σχεδόν όπως είναι διατυπωμένη από την ίδια στο χαρτί, κανα δυό παρενθέσεις και μερικά κόμματα δικά μου είναι. μου λείπει η μαμά μου και μετανιώνω πολύ που όλο γκρίνιαζα όταν άρχιζε να μου λέει ιστορίες, δεν ήθελα να ακούω, έλεγα ότι είχα μεγαλώσει, και αργότερα που είχα μεγαλώσει πιο πολύ, τότε ήταν που τίποτε δεν ήθελα να ακούω, και αυτή είδε-απόειδε και μου τα έγραψε. η μαμά μου καταγόταν από το Πελλαδάρι της Προύσας, γεννήθηκε το 1925 στο Τσινάρι εδώ, στην οδό Στρυμώνος, αυτά όμως που γράφει ήταν έθιμα Πελλαδαρινά και γίνονταν στην Καρατζόβα, στη Φούστανη, όπου έζησε τα παιδικά της χρόνια και είναι θαμμένη.

«Όταν γεννιέται ο Χριστός μαζί γεννιούνται και οι καλικάντζαροι, τα απαίσια όντα της γης. Λένε πως ξεπηδάνε από τα βάθη της γης ροκανίζοντας ένα δέντρο. Αυτά είναι για να κάνουν όλο ζαβολιές, και οι άνθρωποι τα φοβούνται. Όλο μπαίνουν στα σπίτια, έτσι επίστευαν, από το τζάκι, μέσα από την καμινάδα του, επάνω από τα κεραμίδια των σπιτιών. Όταν μπαίνουν μέσα στο σπίτι όλα τα ανακατεύουν και η νοικοκυρά την άλλη μέρα τα βρίσκει όλα αναποδογυρισμένα, στο σαλόνι, στην κουζίνα και παντού. Κάποτε κάθονταν στο τζάκι ή γυναίκα του καντή, στα τούρκικα κατής ήταν ο δικαστής. Και ακούστηκε μια φωνή επάνω από το τζάκι και της λέγει «καντήνα.. παστουρμά γέρμισι; (στα τούρκικα τρως)» και η καντήνα απάντησε «γέριμ, γέριμ (τρώω, τρώω)» και ο καλικάντζαρος τότε της έριξε από την καμινάδα ένα κεραμίδι (το κεραμίδι με το μέγεθος και το χρώμα του μοιάζει με ένα κομμάτι παστουρμά). Οι καλικάντζαροι πάνε παρέες, παρέες, και έχουν αρχηγό τους τον μεγάλο καλικάντζαρο, τον «Κάλχα».

Τα Χριστούγεννα φτιάχναμε κουραμπιέδες, μελομακάρονα, που τα ονόμαζαν κρασάτα, και τσουρέκια. Ο καλικάντζαρος χτυπούσε ξημερώματα με ένα ξύλο τις πόρτες για να του ανοίξουν. Οι νοικοκυρές για να απαλλαχτούν από αυτά όλα που συνέβαιναν, έκαναν τα εξής: έβαζαν την νύχτα έξω από την πόρτα τους ένα σιταρικό, δηλαδή ένα κόσκινο που κοσκινίζουν το σιτάρι, και έλεγαν: «μέτρα Κάλκα κόσκινο, τρύπες κοκκινόσκοινο» και πίστευαν πως ο καλικάντζαρος θα ασχολούνταν με το μέτρημα και θα ξεχνούσε να μπει μέσα στο σπίτι. Μάζευαν και την στάχτη από το τζάκι, δηλαδή την χόβολη, έτσι την έλεγαν, κρύα, και την έβαζαν στις ρίζες από τα κούρβουλα, έτσι έλεγαν τους κορμούς από τα κλήματα, για να μπερδευτεί ο καλικάντζαρος με τη στάχτη. Έλεγαν πως οι καλικάντζαροι πήγαιναν στη ζύμη από τα χριστουγεννιάτικα τσουρέκια και έχωναν τη μύτη τους και εκείνα συνήθως δεν φούσκωναν κανονικά, έμεναν αλιπανάβατα. Την Πρωτοχρονιά η μητέρα μου, όπως ήταν το έθιμο, γέμιζε μια κότα, και ο μπαμπάς μου έβλεπε το κόκκαλο του στήθους της κότας και έλεγε «Καλή χρονιά, γεμάτος ο γεμιτζής».

Η μητέρα μου έφτιαχνε δύο πίτες με παρά, την μία, την μεγάλη, την έκανε επάνω ένα σταυρό. Ο μπαμπάς μου έκοβε το βράδυ της Πρωτοχρονιάς με το μαχαίρι και μας μοίραζε τα κομμάτια της πίτας, πρώτο του Άη Βασίλη, ύστερα το δικό του, ύστερα της μαμάς, και κατά τη σειρά του καθενός και τελευταία έβγαζε το κομμάτι του σπιτιού. Την δεύτερη πίτα την έκοβε την ημέρα της Πρωτοχρονιάς ύστερα από την λειτουργία της εκκλησίας. Οι πίτες ήταν με τυρί, αυγά και με λίγες τσιγαρίδες, είναι χοιρινό πάχος κομμένο σε μικρά κομματάκια και τσιγαρισμένο για αυτό τις λένε τσιγαρίδες, ήταν νοστιμότατες. Όταν βρίσκαμε όμως τον παρά, ήταν τυλιγμένος σε λαδόχαρτο καθαροπλυμένος και ο μπαμπάς μας τον έβαζε σε ποτήρι με λίγο κόκκινο κρασί και το πίναμε για το καλό του χρόνου.

Όλο το Δωδεκαήμερο δεν έβαζαν πλύση, ήταν λουσμένοι και καθαροί και δεν έκοβαν τα νύχια τους, και όταν γύριζαν από την εκκλησία με τις λαμπάδες αναμμένες φέρνοντας φως για να ανάψει η μαμά το καντήλι στο εικονοστάσι, ύστερα έπαιρνε η μαμά τις λαμπάδες και περνούσε τη φλόγα τους από τα νυχάκια των παιδιών και έλεγε

«Κάψε κάψε λαλαγκού και στα νύχια και παντού».

Είχαν έθιμο, η νουνά έστελνε στα βαφτισίμια της άσπρες λαμπάδες, για να τις ανάψουν που θα πάνε στην εκκλησία την ημέρα των Φώτων. Πρώτα έστελνε τις λαμπάδες για τα μεγαλύτερα παιδιά και τον άλλο χρόνο έστελνε …… σε ένα μεγάλο πιάτο που το τοποθετούσε επάνω σε μια άσπρη πετσέτα του φαγητού και εγέμιζε το πιάτο αυτό πρώτα με 2 πορτοκάλια, τότε ήταν της Χάιφας, διότι δεν είχε πολλά η πατρίδα μας και έκαναν εισαγωγή από το Ισραήλ. Έβαζε στο πιάτο και 2 λεμόνια, λίγες καραμέλες, λίγα κουφέτα, που είχαν στην μέση από ένα στραγάλι, και τυλιγμένο σε καραμέλα που γίνονταν κάτι σαν σγουρό, είχαν χρώμα λίγο ροζ και λίγο άσπρο. Έβαζε και κάτι στρογγυλά σαν μικρά κουλουράκια με στροφές κόκκινο και άσπρο χρώμα, και το έφερνε στο σπίτι η κόρη της. Όταν ήταν τα Φώτα δηλαδή τα Θεοφάνεια, πηγαίναμε στην εκκλησία για να (τα) φάμε (με) τις λαμπάδες της Νουνάς μας της Φανής.

Ύστερα από την εκκλησία πηγαίναμε με τις αναμμένες λαμπάδες στο σπίτι, η μαμά μας μας περνούσε από την κορυφή ως τα νύχια και έλεγε «κάψε κάψε λαλαγκού και στον κώλο και παντού» και περνούσε και από τα νυχάκια μας την φλόγα των Φώτων. Η μητέρα μου ύστερα από τις γιορτές έφτιαχνε ωραίους κουραμπιέδες και έβαζε στο πιάτο της νονάς και εγώ το πήγαινα πίσω στο σπίτι της.

Στο χωριό στη μέση της αγοράς ήταν ένα ποτάμι. Εκεί στη μεγάλη γέφυρα ….(λείπει) μετά τη λειτουργία της εκκλησίας μαζεύονταν όλοι οι χωριανοί και εκεί ο παπάς έριχνε το σταυρό στο ποτάμι. Και έπεφταν να τον πιάσουν οι χωριανοί, θυμάμαι τον Στρατή τον Βιρή και τον Λακρίζο, το όνομα του δεν θυμάμαι. Ύστερα έβαζαν τον ασημένιο σταυρό σε έναν δίσκο της εκκλησίας και έβαζαν και δάφνες γύρω από τον σταυρό και γύριζαν τα σπίτια, και έλεγαν «τον Ιορδάνη βαπτιζομένου σου κύριε εν της Τριάδας εφανερώθης προσκύνηση», το παρακάτω δεν το θυμάμαι, και τους έδιναν λεφτά…. Ο παπάς είχε το μπακίρι με ένα κομμάτι βασιλικό και άγιαζε τα σπίτια και του έδιναν χρήματα.

Την παραμονή των Φώτων οι γιαγιάδες έφτιαχναν λαλαγγίτες, τηγανίτες, και έτρωγαν τα παιδιά, αφήνανε και μερικές στο τηγάνι για να φάνε και τα καλικαντζαράκια και να φύγουνε να πάνε στα έγκατα της γης, γιατί είχαν αγιαστεί πλέον τα νερά. Και έλεγαν «φάγατε και φύγαμε και έφτασε ο μουρλόπαπας με την αγιαστούρα του και με την βρεχτούρα του, χόι – χόι – χόιχόι…». Και τα καλικαντζαράκια έφευγαν γρήγορα από το τζάκι.

Από αυτά που θυμάμαι.»

σκηνογραφία

τεράστιο φανάρι

πλέεις στον ωκεανό της πίστης μου σε σένα

λεπτά δερμάτινα λευκά πετάσματα τα βλέφαρα

το φως σου αγκαλιάζουν και τηρούν

σε υποθετικά ουτοπικά ταξίδια παρασύρομαι

καταστρώνω ανέλπιδα σχέδια

με φώτα και σκοτάδια μπερδεμένα

έτσι που σηκώνουν ψηλά το θυμό μου

τότε σαν αγριεμένη μηχανή γρυλίζω

κι ύστερα κοιμάμαι πανύψηλη

κάτω από τα χαμηλά ταβάνια της ξεχάρβαλης ιδιοκατασκευής μου

γλυστράς φανάρι στο λιπαρό ατμό του ορίζοντα

με μικρή υπέροχη πατρίδα μοιάζεις

της ψυχής μου μεταίσθημα

αντάλλαγμα σε πήρα για μια νύχτα

για το ναι

στον Φίλιππο

«μπορώ να σε αγγίξω;» τον ρώτησε

χρόνια μετά που τον ξανάδε

(«να σου χαϊδέψω τα μαλλιά» εννοούσε)

εκείνος χαμογέλασε σιγανά

το χαμόγελο έτρεμε

κίνησε μαζί αμυδρά και το κεφάλι προς τα κάτω

ήθελε να δείξει έτσι «ναι»

μια φορά ήταν αρκετή

μα το κίνησε φανερά μπορεί και τρεις

που έσβησαν αργά

μέσα του κινήθηκε πολλές φορές

κραυγάζοντας το «ναι»

(όπως πολυδιάβασα όλο αυτό περιγράφεται αλλιώς:

«το είναι του συγκατένευσε»

το διάβασα αλλά δεν το άκουσα όσο δυνατά θα ήθελα

λειψό το βρήκα

κανείς δεν έγραψε πως η κατάφαση ταξίδεψε με την ηχώ

μακριά πέρα από ανθρώπινα αυτιά

κατόπιν ότι τα ζώα το άκουσαν κι αυτά

τα έντομα κι αυτά

και τα λουλούδια αν μπορούν να ακούσουν

ότι η φύση το ταξίδεψε το «ναι» κι ύστερα το εκτόξευσε ψηλά

κι ο ουρανός για να το ακούσει)

δύναμη που είχε ο έρωτας

παραμερισμένος στη γωνιά τόσο καιρό!

εκείνη πρόσταξε τις τρεις γροθιές ν´ανοίξουν αμέσως

(είχαν σφιχτεί τα δάχτυλα να κρατηθούν ζεστά

είχε σφιχτεί η καρδιά να φυλαχτεί από το λάθος)

τα χέρια ξεκίνησαν τη διαδρομή

η καρδιά είχε διαδράμει παλαιόθεν

επίπεδα

τα επίπεδα του συναισθήματος νιώσε και ταξινόμησε:

αν υποφέρεις, άφησέ το να κυλήσει όπου βγει

μπορεί και να μικρύνει ή να σε σύρει ανύποπτα μπορεί

μα εσύ θα είσαι υποψιασμένος

κι αν αγαπήσεις θυμήσου να το ακούεις

ούτε πομπώδες είναι ούτε υπόκωφο

ακούγεται με όρους καθημερινούς συχνά

κι αν αδιαφορήσεις φυλάξου

αύριο μπορεί να αλλάξουν όλα μέσα σου

καλό είναι να μπορείς να συναλλάσσεσαι

αν περιφρονήσεις δεν είσαι υπερβολικός

κάποιοι λόγοι σε έφεραν εδώ

αφού πρώτα αλλού λανθασμένα σε οδήγησαν

αν πάλι ξεγελαστείς και νιώσεις ανήμπορος ή βλαξ

παροδικό αλλά απαραίτητο ήταν να συμβεί

μπορεί κανείς με την αφέλεια να συμπράττει πότε-πότε

κι όταν σωπάσεις κι όλα τα δέχεσαι

σαν αποτέλεσμα, συνέπεια ή τιμωρία

τότε γερνάς μικρούτσικος και κατσιασμένος

δευτέρα 17 δεκεμβρίου 2018, 01:26

στρατηγείο

υποχρεώνω το κορμί σε μεγάλα βήματα

ένα-δύο, εν-δυό

σαν σε παρέλαση να βρίσκομαι

προσέχω κιόλας μη χάσω το ρυθμό

καλός τρόπος διατήρησης

ενός παρελθόντος που οπισθοχωρεί

δευτέρα 9 νοεμβρίου 2015, μεσημέρι

ταξιδεύοντας με ήπιους τρόπους

αφήνω τον καιρό να περνάει κάτω από μένα

κυλάω πάνω του σιωπώντας

μέσα μου μιλάω ακατάπαυστα

φτάνει που ακούω εγώ

υπήρχαν καιροί που νόμιζα σημαντικό να ακούνε οι άλλοι

ό,τι άκουσαν, άκουσαν

έτσι κι αλλιώς οι άλλοι λιγόστεψαν πολύ

πήρε ο καιρός τους περισσότερους

πήρε η μνήμη μου άλλη θέση

ταξίδεψαν κι αυτοί

όλοι ταξιδεύουν

ο τρόπος έχει σημασία

οι υπέροχοι μαλώνουν τους άλλους

σπίτια κλειστά

σκυμμένα προς τα μέσα

παράθυρα ανοιχτά

για να κοιτάζουν έξω

τρύπες στη μοναξιά που εγκαταστάθηκε

και όλοι κάνουν πως δεν το γνωρίζουν

κυριακή 7 φεβρουαρίου 2015