την άνοιξη του 1982, ανάμεσα στα σουτζουκάκια αλ´εζυπσιέν του Όλυμπος-Νάουσα και στο ονομαστικό ευρετήριο του Ντελεγιέ και ενδελεχή συζήτηση -όλο τέτοιες κάναμε μαζί με αμέτρητη πλάκα-, αποφάσισα, με τη σύμφωνη γνώμη του πάντα, αν το μωρό που περίμενα είναι κορίτσι να το ονομάσω Ειρήνη και αν είναι αγόρι Νικηφόρο. έτσι έλεγαν τον πατέρα του μου είχε πει και εμένα μου άρεζε πολύ το όνομα.

τί να πρωτοθυμηθώ, το σπίτι στην οδό Μωρεάς όπου είχα το ελεύθερο να αλωνίζω, τα άπειρα συμπόσια εκεί και στο Τίφανις και στα μαγαζιά γύρω από την Καμάρα, τις αμέτρητες συζητήσεις με τη Θεανώ στο γραφείο της, φθινόπωρο του 81, τότε που αναμέναμε το νόμο για την ισότητα του Παπανδρέου, και αργότερα, τα τεκταινόμενα στις δύο εφορείες που υπηρετούσαμε, τις τσατίλες με τους εξυπνάκηδες, τους γάμους που πηγαίναμε μαζί, τα ομαδικά τσιμπούσια στο σπίτι του στο Κολωνάκι, το Ντεζιρέ απέναντι με τα υπέροχα σαμπλέ που επισκεπτόμασταν συχνά-πυκνά, το ασκητικό κρεβατάκι του μέσα σε ένα παλάτι, τα νεύρα που μας έσπαζε ο Τσουρής για τη σημασία του διδακτορικού για να καταξιωθούμε -τον ακούγαμε κι εμείς οι έρμοι και πολύ στα σοβαρά το παίρναμε-, το γυάλισμα των ασημικών με τις παλιές κάλτσες και πόσα λέγαμε..

όλο μαζί κυκλοφορούσαμε μέχρι που μετατέθηκε. κατόπιν τον έβλεπα σπάνια, μας πήρε η ζωή. τελευταία φορά στο Μουσείο Κανελλοπούλου ήπιαμε έναν καφέ..

γεια σου βρε Κώστα Σκαμπαβία, που βιάστηκες να φύγεις.. 10 Φεβρουαρίου 2021..

κατέβηκα στην Αθήνα το Μάιο του 1979 για να ορκιστώ. είχα λάβει μέρος στις εξετάσεις των βυζαντινών στις αρχές του παγωμένου Γενάρη του 1979, πέρασα ενδέκατη από τους δεκατρείς που είχαν πετύχει στο γραπτό διαγωνισμό.

ορκιστήκαμε σε ένα γραφείο του Υπουργείου Πολιτισμού και Επιστημών -έτσι το έλεγαν τότε-. ελάχιστα πράγματα θυμάμαι, όπως το φως που έμπαινε από το ολότοιχο παράθυρο και ότι αισθανόμουν πολύ σπουδαία και περήφανη. από τους συναδέλφους μου θυμάμαι την Αριστέα Καβαδία και τη Λίνα Στρατή με την οποία, ως μόνη προερχόμενη από τη Θεσσαλονίκη μου, επιστρέψαμε μαζί πίσω για να πάρουμε πράγματα για την πολύμηνη παραμονή μας στην Αθήνα, απαραίτητη παραμονή για την εκπαίδευσή μας.

όταν επιστρέψαμε, μας συνέστησαν να κατοικήσουμε στον ξενώνα της Αρχαιολογικής Εταιρείας, όπου με 30 δραχμές τη μέρα περάσαμε μια χαρά ως το τέλος του χρόνου. ο ξενώνας είχε τρία δωμάτια σε μόνιμη λειτουργία. στο μπροστινό που αντιστοιχεί στο κεντρικό από τα τρία παράθυρα της πρόσοψης μέναμε εγώ και η Λίνα, στο γωνιακό με την Ομήρου συχνά-πυκνά ο Μανώλης Μπορμπουδάκης που ερχόταν από την Κρήτη, κάποτε ένας ηλικιωμένος γερμανός αρχαιολόγος που είχε παίξει το ρόλο του στην κατοχή (θα το θυμηθώ το όνομα του ευσταλούς φαλακρού κυρίου κάποια στιγμή, πού θα πάει;) και ο Georges ο Ruzsa από τη Βουδαπέστη που είμασταν φιλαράκια, συνεννοούμασταν στα γαλλικά και πίναμε καφέδες στην πλατεία Εξαρχείων. στο πίσω δωμάτιο έμεναν ο Νίκος Ζήκος με τον Κώστα Τσουρή. μας φρόντιζε η πάντα χαμογελαστή κυρία Άννα που συμμάζευε τις ακαταστασίες μας και έστρωνε τα κρεβάτια μας. πολύ την αγαπούσα την κυρία Άννα που κατείχε το χάρισμα να δένεται με τους ανθρώπους που περιποιούνταν.

η βιβλιοθήκη της Εταιρείας ήταν από κάτω μας, αλλά εμένα με κατέθλιβε όλο αυτό το καφέ σκούρο. προτιμούσα να διαβάζω εφημερίδες, να πηγαίνω σχεδόν κάθε απόγευμα σινεμά (ω Βοξ αγαπημένο!), να τρώω μεσημέρια στο Κεντρικόν χαζεύοντας με θαυμασμό τον Κουν στη γωνία μπαίνοντας δεξιά και το βράδυ, μεταμεσονύχτια, στο Ιντεάλ με τους ηθοποιούς μου, που πιάναμε και κουβέντα καμιά φορά -ο Ζώρας Τσάπελης ήταν καλότατος και πολύ χαιρόμουν μου δεν έμοιαζε με τους ρόλους του-. τα ελάχιστα χρήματα που απέμεναν από το μισθό μου τα μετέφραζα σε ένα αεροπορικό πηγαινέλα στη Θεσσαλονίκη το δίμηνο.

η Λίνα ήταν του σπιτιού, ξυπνούσε χαράματα και μπαινόβγαινε στο δωμάτιο, κοιμόταν νωρίς, και όλο γκρίνιαζε που την άφηνα μόνη και έφευγα για να γυρίσω μεταμεσονύχτια. τις μη εργάσιμες ημέρες ανεβαίναμε στον τέταρτο όροφο της Εταιρείας με τα πόδια, για να μην διακινδυνέψουμε με το ασανσέρ να μείνουμε μέσα, και χτυπούσαμε με το κλειδί μας τα κεφάλια των μαρμάρινων προτομών στις σκάλες ένα-ένα για να ανακαλύψουμε τον πιο έξυπνο από τους παλιούς αρχαιολόγους. τον πιο μελωδικό ήχο έκανε η κεφαλή του Καστόρχη. την απαγόρευση της χρήσης του ασανσέρ έσπασε η Όλγα Κακαβογιάννη, που επιχειρώντας να πάει στην κηδεία του Ορλάνδου, κλείστηκε τελικά μέσα και τέσσερις φορές ανεβοκατέβηκα τις μαρμάρινες σκάλες για να μπαινοβγάλω την Πυροσβεστική που ήρθε να τη σώσει…

(μάλλον συνεχίζεται. θυμηθείτε μου να σας πω πώς περνούσαμε στο υπουργείο. στην πρώτη σύσκεψη ημών των νέων στο γραφείο του υπουργού Δημήτρη Νιάνια, ο ανηψιός του και νέος συνάδελφος Κώστας Σκαμπαβίας ανοιγοκλείνει τις ντουλάπες και ανακαλύπτει μέσα σε μία το πουλί της χούντας. «Ωωωω! monumentum historiae antiquae» αναφωνεί και μεις το αντικρύζουμε με αποτροπιασμό. τότε δεν ξέραμε αυτά τα je suis charlie)….

13 ιανουαρίου 2015

Μονή Δαφνίου, Σεπτέμβριος 1979. Καίτη Καλαντζή, Λίνα Στρατή, Αριστέα Καββαδία, Νίκος Ζήκος, Γιώργος Μαστορόπουλος, Δημήτρης Καλομοιράκης, Κατερίνα Δελλαπόρτα, εγώ, Ιωάννα Μακρή, Κώστας Σκαμπαβίας, Λίτσα Παπαθεοφάνους, Κώστας Τσουρής

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.