απληστία

 

ο ήλιος πάντα θα λάμπει, με μένα ή χωρίς εμένα,

τα σιτάρια θα κιτρινίζουν κυκλικά και θα θερίζονται,

τα δέντρα θα ξεδιψούν σε απρόοπτες διαδρομές νερού,

οι αιωνόβιες χελώνες θα λιάζονται κροταλίζοντας τα καύκαλά τους

 

θέλω να βυθιστώ σε όσο παραπάνω φως μπορώ,

όσο ακόμα υπάρχει χρόνος και έχω φωνή και θυμικό,

χωρίς γκρίνιες για τα ζεστά μεσημέρια,

χωρίς κρυμμένα μπράτσα κι αφελείς ενδυματολογικές επιλογές

 

το φως στις χούφτες σου το κράτησες και μου το χάρισες,

στιγμές μόνο, στα γρήγορα, ήσουν βιαστικός να φύγεις

κράτησα τότε όσο μπορούσα, κρατώ, μα θέλω κι άλλο

δεν έπαψα ποτέ να επιθυμώ, δεν ξέχασα πώς είναι ν’ αναπνέω

 

σάββατο 18 ιουλίου 2015, 16:30

άτιτλο VII

 

 
έπνιξες στο στήθος το γήινο λόγο μη τυχόν και ακουστείς
δεν μεταφράζεις τίποτε μέσα σου
όλα μόνο συμβαίνουν και μόνο ρέουν
και κατευθύνονται στη θάλασσα
που καταδεκτικά θα τα ρουφήξει
σαν συνέπεια της ροής προς το κατώτερο μεγάλο.
ούτε βουή ούτε ψωμί.
διάλεξες γωνιά για να σταθείς στο ένα πόδι
ασκήσεις ταπεινότητας στο ρεύμα που σε τύλιξε.
προσπάθησες να κατανοήσεις την ύλη της μοίρας σου
όσο να μάθεις πως άυλες είναι όλων οι μοίρες τελικά
από το τελευταίο κιόλας φως της πρώτης μέρας τους
τότε που χαράσσονται στου καθενός μας τα πατήματα.
αφηρημένα ουσιαστικά χορεύουν στη σιωπή σου
οι έννοιες που αγάπησες κι εχτρεύτηκες.
ροή να υπάρχει μοναχά κι ας χάνεται στη θάλασσα.
ούτε χαρά ούτε κορμί.

και δω τα χέρια μου ανοιχτά σε περιμένουν.

ζητείται θύτης

 

σ’ ακολουθώ με κάθε ευκαιρία
χαίρομαι που υπάρχεις
θέλω να δράττεις τη ζωή
κι όταν σε βλέπω να το κάνεις ευτυχώ.
μα όλο επιδιώκω να υποθέτω και
με υποθέσεις ξακρίζω τις αλήθειες,
μουντώνω τις λάμψεις μόλις λίγο τις χαρώ.
σ´εμένα δεν οφείλονται χαρές.
ειν´η απόφαση που πάνω της προσπίπτει κάθε φως
μόλις εκρήγνυται
καταπατιέται λίγο ύστερα γιατί έτσι το αποφάσισα.
έτσι κάθε υπέροχη αναμονή σύντομα εξαϋλώνεται
γιατί μόνον άλλου τελικά μπορεί να είναι.
κάθε αχρωμία δικαιολογείται σαν φυσικό επακόλουθο.
αφού το χρώμα ξεθωριάζει γιατί
τα χρώματα σωρεύονται στο νου μου;
τίποτε δε μου οφείλεται και
ας είναι η λογική μου που άλλα λέει.
ποιος τάχα με σπρώχνει από το φως να υποχωρώ;
τα μακρινά ταξίδια της ψυχής ποιος όρισε
και μένουν μόνο στο ξεκίνημα;
αναρωτιέμαι άχρηστα αιώνες τώρα
και μετά απλώνω το χέρι να σβήσω τη λάμπα.

ναρκισσισμοί

 

πιάστηκα πάλι να βρω απάντηση για κείνο
το οικείο κι επαναλαμβανόμενο ερώτημα
πώς είναι τάχαμ δυνατό να αγαπάς αυτό που δεν υπάρχει.
κάθε φορά που επιχειρώ την κατανόηση
βάζω κάτω τις ενδείξεις και αρχίζω να καταμετρώ.
πάντοτε λειψές μου βγαίνουν αλλά μετά
τις πλάθω ολοστρόγγυλες χωρίς αγκαθωτά τελειώματα.
τις δικαιολογίες μαστορεύω και με τα πάθη
συζητώ ασταμάτητα και γι´αυτά δουλεύω.
μου αρέσουν για συνομιλητές
γιατί θορυβούν όσο εγώ τους επιτρέπω.

είναι να μην είσαι ικανός τελικά.

παρομοίωση


«κοινά τοπία»
«παρεμφερή τοπία»
πρέπει να βρω συνώνυμο της πρώτης λέξης οπωσδήποτε.
σφίγγω τα βλέφαρα με δύναμη
ν´απομονώσω το μυαλό να μπει σε κίνηση.
κάποτε πολύχρωμα πεταλουδάκια ξεπετιόνταν με το σφίξιμο
τώρα ούτε καν μονόχρωμα.
μάλλον παχύνθηκαν τα βλέφαρα και σκοτεινιάζουν.

ανάμεσα στις πινελιές κι ανάμεσα στις λέξεις βολοδέρνω
ώρες και ώρες κάθε μέρα.
δυό όργανα ή όπλα της επιθυμίας που αγωνιά να εκφραστεί
ίδια βαραίνουν όποια κι αν είναι η ώρα που τα φορτώνομαι.
ίσως το πρώτο πιο αργό κυλάει, το δεύτερο απαιτητικό στέκεται στην πόρτα.
τί θέλουν και τα δυό; μυαλό, δάχτυλα, κατόπιν να οπισθοχωρήσεις
για να παρατηρήσεις πόσο πέτυχες αυτό που είχες κατά νου.
μετά να τα κοιτάς κατά καιρούς και κάθε ματιά αλλιώτικη να είναι
η μιά εικόνα να μη μοιάζει απολύτως με την άλλη.

λέτε να το γυρίσω και να γράψω Συγγραφέας στην εισαγωγή;
μπορεί και Ζωγράφος; μα αυτά απαιτούν την ερμηνεία τους
και γω τώρα στέκομαι αδαής.
κοινός.. παρεμφερής..

κόκκινο

 

κόκκινο μέσα μου απομένει το υπόλειμμα της μάχης.
ό,τι και να αγγίξω παίρνει χρώμα άλικο
αμέσως ή αφού πρώτα με διασχίσει.

και τότε ταράχτηκα που σ´αγαπώ.

ανάδραση

 

αγαπημένο σώμα
έχω τόσο ανάγκη να σε κοιτώ και
να σε γεύομαι χωρίς ο χρόνος να με σταματά
χωρίς οι άνθρωποι να μου αλλάζουν τα σχέδια.

κι έπειτα κινήσαν εναντίον μου τα πρόσωπα της ταραχής…

αφήνω τη σιωπή να προσπεράσει
αλαλάζω να σωθώ
διαλύεται ο αχνός της χαράς πριν κατακαθίσει.
πώς θα ζήσω χωρίς εσένα που ανάθρεψα εντός μου;

αναβολές

 

με ενοχλεί αυτή η σιωπή του Ιουλίου
όλα μικραίνουν και αναβάλλονται
για όταν ο χρόνος επιστρέψει
μα τότε μπορεί τίποτα να μην είναι το ίδιο
ή όλα αφόρητα τα ίδια να ´ναι
βουβός μήνας που παρατείνεται
με τη δικαιολογία της ξεκούρασης
είναι κι η θάλασσα που μόνο με το σώμα πια αγγίζεται
φωνές δυνατές, ήλιος πολύς θαρρείς τον άλλο χρόνο σβήνει
χρήσεις του σώματος θαρρείς τον άλλο χρόνο απαγορευμένες
Θα δούμε, Θα ρθούμε, Θα πάμε, Θα κάνουμε
από Σεπτέμβριο, Όταν επιστρέψουμε
Όχι τώρα, δεν ακούω τίποτε τώρα
καθένας κλεισμένος στον κόσμο του
που ονομάζει τώρα διακοπές, αύριο αλλιώς
κανένας δεν υπάρχει για τους άλλους
και όταν ο άλλος διαμαρτυρηθεί
Γιατί δε μου είπες; Θα ερχόμουν.
Γιατί δε μου είπες; Ήμουν πολύ κοντά.
Γιατί δε μου το είπες τι στο καλό άνθρωποι είμαστε
άμα δεν βοηθάει ο ένας τον άλλον;
και όταν όλα τελειώσουν και πάψει να υπάρχει
Δεν μου είπε τίποτα, Δεν έλεγε..

κυριακή 16 ιουλίου 2017, 15:00

σκέψεις του δρόμου

 

για έναν αδύναμο που υποχώρησε:
εσύ, όσο περνάει ο χρόνος, χάνεσαι μέσα στον εαυτό σου
εγώ, όσο περνάει ο καιρός, χάνομαι μέσα σε σένα

 

άντληση από παρατήρηση:
άνθρωποι ανεκτικοί από το φόβο της μοναξιάς,
που είναι ακόμη τόσο νέοι για να φοβούνται..

αυτόματη αντιπαραβολή:
άνθρωπος μη ανεκτικός χωρίς το φόβο της μοναξιάς,
που δεν είμαι πια τόσο νέα για να μην φοβούμαι..

 

άυλος κόσμος εκ του ασφαλούς:
είμαι ερωτευμένη με ένα όνειρο που μεγαλώνει μέσα στο κεφάλι μου τις νύχτες.
τις ημέρες το αναγκάζω να μένει μικρό, ίσαμε να περάσει ο καιρός.
θα μπορούσες να το δεις σαν ευκολία προσαρμογής,
θα μπορούσες να το πεις τεράστια αδικία ή υπέρμετρη αφέλεια.
όπως και να ονομάσεις το όνειρο και τον πειθαναγκασμό, δεν είναι ύλη

 

αναρώτηση χωρίς αντίκρυσμα:
ένα μαξιλάρι μπορεί να αντικαταστήσει μιαν αγκαλιά;
μπορεί ένα φιλί στο χέρι να σπρώξει πίσω ένα φιλί στα χείλη;
μεταμεσονύχτια θεατρική παράσταση..

 

αλλάζω,
επιθυμώ να γεράσω για να δικαιολογώ την εικόνα μου

δεκάτη προτέρα

 

αποκοιμήθηκα αφήνοντάς με στα χέρια της ελπίδας,
κάθε βράδυ συνήθεια το ‘χω μα η ελπίδα με προδίνει.
ανήσυχος ο ύπνος παρά ταύτα, το κορμί πονάει.
ακούω στο σκοτάδι τη σιωπή μου,
πεζός ο λόγος τα χέρια μου ορφανά αφήνει.
ξημερώνει και περιμένω πάνω μου να γείρεις,
να απαιτήσεις από μένα τη χαρά σου.
είσαι ζεστός, σε νιώθω πίσω από τα κλειστά μου μάτια
σαν κίνηση, σαν θέλω και σαν πάθος,
τολμώ να ξεδιπλώνω ακόμη τα φτερά μου,
το δεξί σου χέρι σέρνεται αργά στο λευκό σεντόνι
το αριστερό κινείται κιόλας στον αέρα να με αδράξει
μυρίζω τον ιδρώτα σου, δεν ξέχασα ποτέ το δέρμα σου πώς είναι.
μα προσπαθώ ακίνητα τα βλέφαρα να έχω, για να νομίσεις τάχα πως κοιμάμαι.
αγάπησέ με, κράτα με όλη δική σου, απλά χωρίς πολλά να μου ζητήσεις,
λόγος άλλωστε δε βρίσκω να υπάρχει, ζητάει κανείς να λάβει ό,τι δεν έχει,
δικά σου είναι όλα όσα επιθυμείς και όσα έχω και όσα δύναμαι να δώσω,
έχω και θέλω, ανάθεμά με, ο κόσμος μου μεγάλος και πολύχρωμος ακόμα
και συ που νιώθεις πώς είναι η χαρά, ευλογημένος είσαι
ξύπνησέ με, ξημέρωσε