μ´ακούς;

 

 

δε μπόρεσα κι απόψε να βγάλω από πάνω μου αυτό που με βαραίνει

εικόνα θα το κάνω

περιγράφοντάς το μήπως το σκορπίσω

τερτίπια δανεικά από την τέχνη μου είναι τούτα

να

κοντούτσικος άτριχος βραχνάς θρονιάστηκε στο λαιμό μου

και με κοιτάει με μάτια γουρλωμένα

και πρέπει εγώ να αποστρέφομαι να μη νομίζει ότι κατάφερε να με παγώσει

και

το πανωφόρι μου δεν ξέρω γιατί τόσο βαρύ κατέληξε να είναι

μάλλον έκανα ό,τι μπορούσα γι’ αυτό

το σκόνισα τις νύχτες με ιδέες και φαντάσματα

με προσωπογραφίες άχρωμες που νόμιζα πως μου χαμογελούσαν

και τώρα από πάνω μου δε βγαίνουν τόσα που φορτώθηκε σε άχρηστους περίπατους

κουράστηκα ομολογώ

βαρέθηκα τα ίδια και τα ίδια

και όμως κείτομαι και περιμένω να αλλάξουν τα χρώματα με ανάμειξη λίγου φωτός

νέα περιμένω μέσα στην παγκόσμια ακινησία να έρθουν απ´ τη θάλασσα

εκεί που ηθελημένα βούλιαξα για να υπάρχω

Λουέλα ντε Βιλ. η νύχτα ή μια μαλθακή ισοτιμία

αυτοί που γράφουν είναι παραμυθάδες και ολα τα ανακατώνουν, αλήθειες και ονειροφαντασιές. όταν το κάνουν όπως λάχει, έχουν πιο πολλή πλάκα. η Κρουέλα ντε Βιλ που έκλεψε τα 101 σκυλιά της Δαλματίας μου δάνεισε το όνομά της την εποχή που είχε διαγωγή κοσμιοτάτη, η παιδική μνήμη είναι αδυσώπητη και ο Μπορίς είναι υπαρκτός ελληναράς.

στον Mπορίς

εικοσιπέντε χρόνια πέρασαν από που ο αξιέραστος Tόμας συνάντησε στο δρόμο του την τυφλή Λουέλα. τυφλή τρόπος του λέγειν, θεόστραβη ήταν η Λουέλα και τίποτε δεν προμήνυε το δρόμο που θα έπαιρνε η υπόθεση όταν αυτή θα γνωρίζονταν με τον Tόμας στο δρόμο.

σπιτάκια, σπιταρόνες και παράσπιτα, όλα ίδια ήτανε στη γειτονιά, ομοιόχρωμα και ομοιόσχημα, μόνο το μέγεθος διέφερε, και ακριβώς ίδια στη φαντασία της Λουέλα αφού… δεν τα είχε δει. όχι πως δεν έβλεπε από πάντα, μα οι αναμνήσεις σβήνουν έτσι κι αλλιώς με το χρόνο άμα δεν είναι δυνατές. τα σκυλιά των σπιτιών μπορούσε να τα φανταστεί καλύτερα η Λουέλα, γιατί, ως κινούμενα αυτά ή κινούμενη αυτή, άλλοτε της γάβγιζαν από κοντά και άλλοτε από μακριά, καμιά φορά μάλιστα την έπαιρνε ο χλιαρός αέρας της γρήγορης κίνησής τους.

χρόνια μακρυά η τελευταία ανάμνηση -φαρμάκι…- στριμωχνόταν στο μπαρ της γωνίας. ήταν καφενείο την ημέρα και είχε ένα μικρό σχετικά δωμάτιο με στενή πόρτα, κλειστή για τους ημερήσιους θαμώνες. το μόνο που την ξεχώριζε από εκείνην του χρήσιμου δωματίου ήταν η έλλειψη της πινακίδας wc, την οποία έφερε η αντίστοιχη μορφολογικά πόρτα στον άλλο τοίχο. τη νύχτα μετά τις έντεκα η πόρτα άνοιγε στον άλλο κόσμο για τον άλλο κόσμο. εκεί η Λουέλα, πιτσιρίκα τότε, που είχε καταφτάσει νωρίτερα για να τακτοποιήσει, καθισμένη σε ψηλό σκαμπό, άναβε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο παρέα με την άλλη Λουέλα του μαγαζιού και περίμενε τη νυχτερινή πελατεία. ένα τέτοιο βράδυ, ίδιο δηλαδή με όλα τ’ άλλα, που χάλασε καθώς ο καβγατζής Φρέντυ αποφάσισε να δώσει τέλος στην υπόθεσή του βγάζοντας ύπουλα από την τσέπη του ένα μπουκάλι, ένα τέτοιο βράδυ λοιπόν η Λουέλα στραβώθηκε. εκεί, μέσα στους καπνούς και τη …σιγανή, ο θεός να την κάνει, μουσική, πάρτην κάτω, να γονατίζει στο πάτωμα και να χουφτώνει με τα δυό της χέρια το πρόσωπό της κουνώντας το κεφάλι πέρα δώθε και μουγκρίζοντας. όχιιιι!!!! τόσο εύκολα στραβώθηκε ολότελα. οι όροι έχουν αντιστραφεί τα τελευταία χρόνια. αυτό το ξέρουμε όλοι. τις δουλειές των γυναικών τις κάνουν οι άντρες και ανάποδα. πώς στραβώνεται λοιπόν κανείς (η Λουέλα εν προκειμένω) ολότελα όταν ο καβγατζής και οπωσδήποτε ζηλιάρης Φρέντυ αδράξει ένα μπουκάλι; (ξέχασα να πω ότι το μπουκάλι ήταν σκοτεινόχρωμο, κάτι σαν καφέ νομίζω).

παρένθεση μεγάλη: κάποτε μια φίλη της μαμάς είχε κάνει στον άπιστο εραστή της ό,τι και ο Φρέντυ στη Λουέλα. μετά βρέθηκε στη φυλακή. πολλά χρόνια. κανείς δεν μου είπε τί απέγινε ο εραστής και πόσο τυφλός είχε στο μεταξύ απομείνει. όταν είχαμε πάει να την επισκεφτούμε στο σπίτι της στην Καλαμαριά, τότε που είχε αποφυλακισθεί υπό όρους, και μας ξεπροβόδισε στην εξώπορτα, κοίταζε τριγύρω της ανήσυχα. η μαμά είπε ότι φοβόταν γιατί της είχαν στερήσει τα πολιτικά της δικαιώματα. εμένα, που αυτό δεν το πολυκαταλάβαινα, μου φάνηκε πως φοβόταν μην της την ανάψει κανείς ξαφνικά εκεί που δεν το περίμενε.

παρένθεση μικρή: τώρα πια το βιτριόλι δεν είναι της μόδας. το αγοράζεις εύκολα στο σούπερ μάρκετ, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να πιτσιλιστείς κατά το απονενοημένο σου διάβημα ή και να ξεβάψεις κατά λάθος κανά ρούχο. μετά δεν είναι και σίγουρο ότι η βλάβη θα είναι ανήκεστος. υπάρχουν άλλωστε τόσες σύγχρονες μέθοδοι, που αρκετές άλλες μέθοδοι κατέληξαν πλέον απηρχαιωμένες.

εκείνο το βράδυ έληξεη καριέρα της Λουέλας στο μπαρ και τα μπαρ εν γένει και έμεινε για πάντα στη νύχτα. φυσικό ήταν έτσι όπως έγιναν όλα. με τα χρόνια που πέρασαν, όλα τους νυχτερινά και κατασκότεινα, η Λουέλα έμεινε μόνη. τόσο μόνη που δεν άντεχε άλλο την άθλια συνέχεια.

ο Τύπος της εποχής συμπληρώνει τα κενά (δεν παραπέμπω, δεν κράτησα):

«Η ιστορία βασίζεται στα δημοσιεύματα της εποχής και στη ακροαματική διαδικασία στο δικαστήριο. Το βράδυ της 15ης Ιανουαρίου του 1957, η γειτονιά στην οδό Σκουζέ του Πειραιά σηκώθηκε στο πόδι από τα ουρλιαχτά ενός άνδρα. Η σύντροφος του, Δ.Λ. τον είχε τυφλώσει ρίχνοντας του βιτριόλι στο πρόσωπο αλλά και μέσα στο στόμα, την ώρα που κοιμόταν. Έγινε γνωστή ως η «Βιτριολίστρια της Τρούμπας». Το ζευγάρι είχε γνωριστεί 4 χρόνια πριν, στο Καμπαρέ «Αρτζεντίνα». Ο Γ.Τ. εργαζόταν εκεί ως σερβιτόρος, ενώ η 33χρονη γυναίκα ήταν ιερόδουλη. Ο έρωτας τους ήταν κεραυνοβόλος. Μετά από 2 μήνες σχέσης, ο Γ.Τ. ζήτησε από τη σύντροφό του «να εγκαταλείψει την αμαρτωλή ζωή που ακολουθούσε» και να ζήσουν μαζί.

Νοίκιασαν ένα δωμάτιο στον Πειραιά και για 1 χρόνο ζούσαν ευτυχισμένοι. Ωστόσο τα πράγματα άλλαξαν. Η 33χρονη επέστρεψε στον παλιό τρόπο ζωής. Άρχισε πάλι να πίνει, να ξενυχτάει και να κάνει ερωτικές σχέσεις ακόμα και με τους φίλους του εραστή της. Το ζευγάρι τσακωνόταν καθημερινά. Ο σύζυγος ήθελε να χωρίσουν αλλά η γυναίκα του ούτε άλλαζε ούτε τον άφηνε να φύγει. Για να αποφεύγει τις εντάσεις, την έπαιρνε μαζί του στο κέντρο διασκέδασης «Λίμπερτι Μπαρ», στο οποίο ήταν συνιδιοκτήτης. Όταν ένα βράδυ μέθυσε και αναστάτωσε τους πελάτες, την έδιωξε. Όσο κι αν τον παρακάλεσε να της δώσει ακόμη μια ευκαιρία, εκείνος ήταν ανένδοτος. Ο έρωτας και η συμβίωση ήταν πλέον παρελθόν.

Η 33χρονη βρήκε δουλειά ως «αρτίστα» στο καμπαρέ της Τρούμπας «Πουέρτο Ρίκο». Λέγεται, ότι σε καθημερινή βάση, τριγυρνούσε σε γνώριμα μαγαζιά της Τρούμπας και απειλούσε πως θα του κάνει κακό: «Θα τον κανονίσω εγώ τον κ…. Δεν θα του βγάλω μόνο τα μάτια, αλλά θα τον κάνω να μην μιλάει».

Ο Γ.Τ. συναντήθηκε με  ένα φίλο του στο καμπαρέ «Κόπα Καμπάνα» για επαγγελματικούς λόγους. Μετά τη λήξη της συνομιλίας τους, οι δύο άνδρες αποφάσισαν να πάνε σε ένα νυχτερινό κέντρο για να διασκεδάσουν. Όταν έβγαιναν από το μαγαζί, ο Γ.Τ αντιλήφθηκε ότι η πρώην σύντροφός του τον περίμενε στη γωνία. Με το φόβο μήπως του κάνει σκηνή στη μέση του δρόμου, την πήρε μαζί του. Επιστρέφοντας από το κέντρο, την πήγε μέχρι το δωμάτιο της, την αποχαιρέτησε και ετοιμάστηκε να φύγει.

-Γιατί φεύγεις; ρώτησε η 33χρονη.

-Μα αφού δεν μας συνδέει τίποτα πια. Τι θέλω εγώ στο δωμάτιο σου; Θα πάω να κοιμηθώ στο νοσοκομείο.

-Όχι, έλα που είσαι ζαλισμένος και σου υπόσχομαι ότι θα μείνουμε σαν 2 καλοί φίλοι, του απάντησε.

Του έστρωσε να κοιμηθεί και μόλις τον πήρε ο ύπνος, του έριξε βιτριόλι στο πρόσωπο και εξαφανίστηκε.

«Όπως ήμουνα βυθισμένος, ένιωσα φοβερούς πόνους στα μάτια και σε ολόκληρο το πρόσωπό μου. Χωρίς να ξέρω τι μου συμβαίνει, άρχισα να καλώ σε βοήθεια. Φώναζα και τη Δ., ενώ την αναζητούσα στο κρεβάτι με τα χέρια μου, χωρίς όμως να τη βρίσκω. Από τις φωνές μου, έτρεξαν μερικοί συγκάτοικοι, με έντυσαν και με μετέφεραν στο Τζάνειο Νοσοκομείο. Τα παρακάτω, τα βλέπετε τώρα στο πρόσωπό μου», έλεγε μεταξύ άλλων στην κατάθεση του το θύμα.

Η δράστης συνελήφθη και παραπέμφθηκε σε δίκη. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, δεν υπήρχε ούτε ένας μάρτυρας υπεράσπισης για τη λεγόμενη «βιτριολίστρια της Τρούμπας». Όλοι τη χαρακτήριζαν με τα χειρότερα λόγια και την αποκαλούσαν «μπελαλού», «κακούργα», «αμαρτωλή»  και «δολοφόνισσα».

Όταν ανέβηκε στο βήμα για να καταθέσει, έβριζε ασταμάτητα. Δεν έδειχνε να μετανοιώνει και παρουσίασε διαφορετική εκδοχή της ιστορίας. Όπως δήλωσε ο πρώην εραστής της την απατούσε και την κακομεταχειριζόταν. «Στην αρχή ζούσαμε καλά. Ο Γ.Τ. όμως άρχισε να με βαριέται. Κάθε τόσο με χτυπούσε. Μου είχε σπάσει 2 δόντια. Τελευταία ερχότανε και μου ζητούσε χρήματα. Είχε μπλέξει με άλλη. Όταν με πίεσε να πουλήσω τη φωτογραφική μηχανή μου, για να του δώσω χρήματα, έγινε ό,τι έγινε. Πήρα το βιτριόλι και όταν μπήκα στο δωμάτιο του λέω «να πάρε τη μηχανή» και του πέταξα στο πρόσωπο το βιτριόλι που είχα για να καθαρίζω την τουαλέτα. Μετά έφυγα, πήγα έναν περίπατο για να συνέλθω». Η Δ.Λ. κρίθηκε ένοχη χωρίς ελαφρυντικά και καταδικάστηκε σε φυλάκιση 5 ετών»

το προικιό (αποχαιρετιστήριο)

 

στο Πανικάλε εμπλέξαν τις δαντέλλες

κι όσο να φτάσουν με τ´ άλογα στη Σιένα

ο δρόμος έγινε άβατος

άνεμος αναπάντεχος σηκώθηκε και χάραξε νέο τοπίο

με σημάδια μαλακά κι έπειτα δύσβατα

έως ξερά και ανεπίστρεπτα

 

αρρώστιες του φόβου και της ατολμίας

σ´ενέδρα στήθηκαν επιστροφή να μην υπάρξει

κανένα γύρισμα στη βάση της υπακοής δεν πρόκειται να επιτρέψουν

κανένας ταπεινός δεν πρόκειται να συνεχίσει χωρίς τόλμη

ούτε ο ενάρετος ή ο πρόστυχος θα πάει και θα γυρίσει

ο δρόμος έλειψε, η μεταμόρφωση φυλάγει κάθε πρόθεση

 

δεν έζησε για κείνου τα καμώματα

χρειάστηκε κόπος να φύγει μακριά

με το προικιό για πρόσχημα πειράχτηκε ο δρόμος

προσαρμογές

 

 

σου έδωσαν ζωή από υποχρέωση

κι αυτή σε άφησε να περιμένεις

στο σκοτεινό δωμάτιο

εσύ πάλι την άφησες ν´αποφασίσει για σένα

σαν μαλακή καρδιά που προσποιήθηκε

του κόσμου τη σκληρότητα πως φοράει

αντίστασης προσαρμογή καθώς

ο σκληρός το χώμα αδιάφορα αγγίζει

μα τον ουρανό αδυνατεί

κι ούτε καν ψηλά τον νοιάζει να κοιτάζει

 

σαν δίωρη θεατρική παράσταση

που έδωσες και τέλειωσε

απ´τη γωνιά τώρα ανασαίνεις σιγανά

απλότητας προσαρμογή αυτή

που το χρόνο σου αθόρυβα μετράει

 

μέσα μου θυμάμαι και συγκρίνω

δεν ξέρεις πως μπορώ

 

είναι γιατί αποδοχής προσαρμογή

ελέγχει τα άκρα της ζωής σου

και τυφλό σε αφήνει

να μη διακρίνεις του κόσμου την αναίδεια

που εισχωρεί στο παράξενο

στο αδύναμο

στο ξένο

στο αλλιώτικο

 

θυμάμαι και συγκρίνω αναιδής κι εγώ

επιδέξια αδικώντας κάθε έναν

μπορεί και επιχαίροντας καμιά φορά

ώστε να σε υψώνω στα σημεία

ποτέ δεν πίστεψες πόσο πολύ σε αγαπώ

ποτέ δεν με χρησιμοποίησες στ´αλήθεια

λόγος για ένα στερεότυπο

 

πολύς λόγος γίνεται για την ελπίδα που πεθαίνει πάντα τελευταία

και όπως βαριέμαι τα κλισέ

σαν τρόπος βολικός που είναι να βγαίνουμε απ´τα δύσκολα

και τα αποστρέφομαι μόλις τα συναντήσω

να η φρασούλα τώρα ξεμυτάει θρασύδειλη

με άρπαξε -έξυπνη νομίζω εγώ πως είμαι-

και κολυμπάμε οι δυο μας στον αφρό στενά πιασμένες αγκαζέ

σάμπως εχθρές εικονικά ειρηνευμένες

 

σε λίγο θα αντιληφθώ πως απατήθηκα ξανά

κακώς εμόνοιασα με άχρηστο στερεότυπο

με λάθος βοηθό συμφιλιώθηκα

καλά φυλούσα τις δυο όψεις μου μακριά από ευκολίες

 

τί θα απογίνω άραγε χωρίς βοήθεια;

η βιασύνη μου με κυριεύει να τελεσιδικήσω

για τούτο κερδισμένη το πρωί ξυπνώ και αδειανή αργότερα κοιμούμαι

άτιτλο ΙΙΙ

 

τους ανθρώπους τους κατατρύχει η μοίρα τους..

πεθαίνουν όπου έζησαν

ζουν όπως δεν ξέρουν

γελάνε όπου έκλαψαν

μισούν αυτό που αγάπησαν

σφίγγουν πάνω τους όσα παράτησαν

απωθούν ό,τι τους άγγιξε

ξεχνούν τα μάτια που τους κοίταξαν

αφήνουν πίσω χείλη που τους φίλησαν

ζητιανεύουν όσα κρατούν

ο τρόμος τους σαστίζει τα αυτονόητα

η ελαφρότητα βαρύτερη ηχεί

τα φανερά κλειδώνονται στα σπίτια τους

τα απόκρυφά τους δημόσια διαμοιράζονται..

για τις αποχρώσεις μου κοπίασα πολύ..

το μόνο που κατάφερα ήταν να διαφέρω

κυριακή 10 νοεμβρίου 2017

απληστία

 

ο ήλιος πάντα θα λάμπει, με μένα ή χωρίς εμένα

τα σιτάρια θα κιτρινίζουν κυκλικά και θα θερίζονται

τα δέντρα θα ξεδιψούν σε απρόοπτες διαδρομές νερού

οι αιωνόβιες χελώνες θα λιάζονται κροταλίζοντας τα καύκαλά τους.

 

θέλω να βυθιστώ σε όσο παραπάνω φως μπορώ

όσο ακόμα υπάρχει χρόνος και έχω φωνή και θυμικό

χωρίς γκρίνιες για τα ζεστά μεσημέρια

χωρίς κρυμμένα μπράτσα κι αφελείς ενδυματολογικές επιλογές.

 

το φως στις χούφτες σου το κράτησες και μου το χάρισες

στιγμές μόνο στα γρήγορα ήσουν βιαστικός να φύγεις

κράτησα τότε όσο μπορούσα κρατώ μα θέλω κι άλλο

δεν έπαψα ποτέ να επιθυμώ, δεν ξέχασα πώς είναι ν’ αναπνέω.

 

σάββατο 18 ιουλίου 2015, 16:30

άτιτλο VII

 

 
έπνιξες στο στήθος το γήινο λόγο μη τυχόν και ακουστείς
δεν μεταφράζεις τίποτε μέσα σου
όλα μόνο συμβαίνουν και μόνο ρέουν
και κατευθύνονται στη θάλασσα
που καταδεκτικά θα τα ρουφήξει
σαν συνέπεια της ροής προς το κατώτερο μεγάλο.
ούτε βουή ούτε ψωμί.
διάλεξες γωνιά για να σταθείς στο ένα πόδι
ασκήσεις ταπεινότητας στο ρεύμα που σε τύλιξε.
προσπάθησες να κατανοήσεις την ύλη της μοίρας σου
όσο να μάθεις πως άυλες είναι όλων οι μοίρες τελικά
από το τελευταίο κιόλας φως της πρώτης μέρας τους
τότε που χαράσσονται στου καθενός μας τα πατήματα.
αφηρημένα ουσιαστικά χορεύουν στη σιωπή σου
οι έννοιες που αγάπησες κι εχτρεύτηκες.
ροή να υπάρχει μοναχά κι ας χάνεται στη θάλασσα.
ούτε χαρά ούτε κορμί.

και δω τα χέρια μου ανοιχτά σε περιμένουν.

ζητείται θύτης

 

σ’ ακολουθώ με κάθε ευκαιρία
χαίρομαι που υπάρχεις
θέλω να δράττεις τη ζωή
κι όταν σε βλέπω να το κάνεις ευτυχώ.
μα όλο επιδιώκω να υποθέτω και
με υποθέσεις ξακρίζω τις αλήθειες,
μουντώνω τις λάμψεις μόλις λίγο τις χαρώ.
σ´εμένα δεν οφείλονται χαρές.
ειν´η απόφαση που πάνω της προσπίπτει κάθε φως
μόλις εκρήγνυται
καταπατιέται λίγο ύστερα γιατί έτσι το αποφάσισα.
έτσι κάθε υπέροχη αναμονή σύντομα εξαϋλώνεται
γιατί μόνον άλλου τελικά μπορεί να είναι.
κάθε αχρωμία δικαιολογείται σαν φυσικό επακόλουθο.
αφού το χρώμα ξεθωριάζει γιατί
τα χρώματα σωρεύονται στο νου μου;
τίποτε δε μου οφείλεται και
ας είναι η λογική μου που άλλα λέει.
ποιος τάχα με σπρώχνει από το φως να υποχωρώ;
τα μακρινά ταξίδια της ψυχής ποιος όρισε
και μένουν μόνο στο ξεκίνημα;
αναρωτιέμαι άχρηστα αιώνες τώρα
και μετά απλώνω το χέρι να σβήσω τη λάμπα.

ναρκισσισμοί

 

πιάστηκα πάλι να βρω απάντηση για κείνο
το οικείο κι επαναλαμβανόμενο ερώτημα
πώς είναι τάχαμ δυνατό να αγαπάς αυτό που δεν υπάρχει.
κάθε φορά που επιχειρώ την κατανόηση
βάζω κάτω τις ενδείξεις και αρχίζω να καταμετρώ.
πάντοτε λειψές μου βγαίνουν αλλά μετά
τις πλάθω ολοστρόγγυλες χωρίς αγκαθωτά τελειώματα.
τις δικαιολογίες μαστορεύω και με τα πάθη
συζητώ ασταμάτητα και γι´αυτά δουλεύω.
μου αρέσουν για συνομιλητές
γιατί θορυβούν όσο εγώ τους επιτρέπω.

είναι να μην είσαι ικανός τελικά.