κορόιδα των τρόπων

ο κρετίνος τη δύναμή του δοκίμασε

να γίνει τόση όση στα κύματα να τον πετάξει

ήξερε πως με φουρτούνες θα μπλεκε

μα αμέσως

χαμένος στην ιδέα της απώλειας μιας μεγαλοσύνης

που συχνά πρόβαρε στον καθρέφτη

κοιτάζοντας φιλάρεσκα ένα συνηθισμένο μάλλον είδωλο

τί θα έμενε μετά το νέο ξεκίνημα φαντασιώθηκε

και αναθάρρησε

τότε όλα ξεκίνησε να τα φροντίζει με χρήμα και σκοτάδι

όπως ο νους του τα επιθυμούσε θα τα έκανε

είχε τους τρόπους του αυτός

να προλάβει ήθελε μη και διαλυθεί

έτρεχε να προλάβει σαν απλός ηλίθιος που ήταν

δεν είδε την αποτυχία που έσπευδε ασθμαίνουσα

μόνον τη φοβήθηκε μην έρθει

ας περιμένουν σιγανά οι άλλοι

ας αναθαρρήσουν

ο θάνατός σου, η ζωή μου

καθρέφτης

υπέθεσε πως τον αγκάλιαζε

πόσος είναι ο άδειος κύκλος ανάμέσα τους

όταν καμπυλώσει τα χέρια της και τα δέσει;

επιχείρησε αναπαράσταση

να είναι σε όλα έτοιμη

σαράντα πόντους διάμετρο βία σαρανταπέντε

το κορμί του δεν χωράει

έτσι δεν θα δέσει ποτέ τα χέρια της πίσω του

ακατάλληλη

χαμογέλασε με την προοπτική της μισής αγκαλιάς

η δική της ήθελε να είναι ολόκληρη

το υπολειπόμενο κενό θα το συμπλήρωνε

ο πόθος της για κείνον να τον εισπράξει μέσα της

σαν ιδιοκτησία του νου και του σώματος

που κερδήθηκε σιγά-σιγά

ανοίγοντας τα μάτια ξαφνιάστηκε

ο καθρέφτης απέναντί της την κοιτούσε

είχε αρχίσει να γερνάει

δεν έχει σημασία πώς γερνώ

μπορεί σκληρή, μαυριδερή, μια ζάρα όλη κι όλη

αφού ποτέ δεν θα σε δω ξανά

αφού ποτέ δεν θα με δεις ξανά

ούτε ένας στίχος δεν πρόκειται να με γυρίσει πίσω

ούτε μια στενή γραμμή από πάθος δεν επιτρέπω να χαράξει

με ποιο θράσος θα ανταγωνιζόταν το τελευταίο δυνατό φως άλλωστε;

κλείδωσα κάθε σκέψη που τολμάει να πηγάσει από μιαν άλλη

επιζήμια είναι αυτή η διαδικασία καθώς εξελίσσεται

θα κυλήσω την υπόλοιπη ζωή μου σε αυστηρά χαραγμένη κοίτη

πως δεν υπήρξες θα προσποιηθώ

ήταν ένα μάτσο νυχτερινές σκέψεις μονάχα

που μαράθηκαν απότιστες επίτηδες

stir it up

τα τυραννικά βράδια επιθεωρούν σαδιστικά τη μέρα που πέρασε

τα άδεια χρόνια κυλιούνται στα φθαρμένα σεντόνια

πάρε μου τη μνήμη πρώτη μήπως αρχίσω πάλι από την αρχή

σήμερα

θέλησα να προβάρω τη σιωπή μου

καθώς πίσω ν’ αφήσω ετοιμάζομαι ζωή ολόκληρη

πέρασε τόσο γρήγορα

πολύ όμορφη δεν ήτανε

μοναχική την έζησα στον κόσμο μέσα

μπορούσα και καλύτερα μα τον τρόπο δεν εγνώριζα

ακόμη δεν τονε γνωρίζω

καταφύγιο προσωπικό ήσυχα οργανώνω

να κρύβομαι σαν κάποτε εκεί

στον ίδιο τόπο

μα σ’ άλλο χώρο κι άλλα αρώματα

φως άλλο

μέγεθος άλλο

προσμονή άλλη

που μέσα της εύκολο τάχα μέλλον έστηνα

ακόμη ελπίζω

μα τόσοι χώροι μου καταφύγιο είναι

τί ψάχνω συνέχεια καινούργιο;

είναι για μια μόνη αγάπη που δεν έζησα

σάββατο 20 σεπτεμβρίου 2014, προσπαθώ

γκουρού

με απασχόλησε για λίγο η λέξη «γκουρού»

οι δημοσιογράφοι διαγκωνίζονται για τους τίτλους

χρησιμοποιούν ό,τι νομίζουν ότι θα κάνει εντύπωση

και συ το ίδιο κάνεις

πειράματα εντυπωσιασμού σίγουρος για το αποτέλεσμα

είναι γιατί σου αρέσει να μαζεύεις ευμενείς χαρακτηρισμούς

είναι γιατί μελετάς τις απαντήσεις στα ερωτήματα που θέτεις

εύστροφος πατάς δυνατά όπου σταθείς και το παίζεις τάχα μετριόφρων

λίγα τάχα γνωρίζεις μα ποτέ αρκετά

θαυμάζεις τους άλλους και χαμογελάς

μοιράζεις ζεστές χειραψίες και ακούς με προσοχή

ζεις σαν γόης που ανατροφοδοτείται μερικώς

από κάθε είδους μπράβο

ίσαμε να ολοκληρώσεις τους σχεδιασμούς σου

και στην άκρη περιμένει το υπόλοιπό σου

έτοιμο να με σπαράξει

ο ήχος στο κενό

ξημέρωσε Σάββατο 12 Ιανουαρίου σήμερα και η μέρα είχε κιόλας προχωρήσει όσο η Έλλη να εγκαταλείψει το κρεβάτι. σκεφτόταν με ταχύτητα και ανάκατα τα παρόντα και τα παρελθόντα, καθόλου μέλλοντα ανάμεσά τους, και, πριν πονοκεφαλιάσει, σηκώθηκε.

πολλούς μήνες τώρα καταγράφει σε λευκά φύλλα χαρτιού τις σκέψεις της ή γράφει γράμματα που δεν σκοπεύει ποτέ να επιδώσει ή μιλάει ψιθυριστά κάτω από το πάπλωμα σε κασέτες. καλές πολύ της είναι οι κασέτες, της επιτρέπουν να ανακαλεί από το ηχόχρωμα της φωνής της ακόμη και το αίσθημα που πλανάται στο δωμάτιο τη στιγμή που τις γράφει, τις μυρωδιές του σπιτιού και το φόβο μη την ακούσει κανείς να μονολογεί. τα χειρόγραφα μπορεί και νάναι προτιμότερα. βασικό τους μειονέκτημα πως το χέρι δεν προλαβαίνει τη σκέψη, βασικό τους πλεονέκτημα πως τα διαβάζει μόνον αυτή ως καλλιγράφος της …πρώτης μόνο σελίδας· όσο γράφει, τόσο η γραφή γίνεται επιτακτικά επισεσυρμένη και άτσαλη και οι αράδες αραιώνουν και πολλαπλασιάζουν απρόβλεπτα τον αριθμό των σελίδων.

επέστρεψε με ένα φλυτζάνι καφέ και κάθισε πάλι στο κρεβάτι της. άρχισε να γράφει έχοντας για στήριγμα των χαρτιών ένα καπάκι από μπάλσα με κινέζικη γραφή πάνω του, που αγνοεί τί περιγράφει. έξω ο ήλιος λάμπει και κάνει σχεδόν ζέστη, αλκυονίδες. θα πρέπει τελικά να αποφασίσει αν θέλει να ´ρθει γρήγορα η άνοιξη ή όχι. πριν λίγο καιρό θα έλεγε Τί κρίμα να μην μπορώ να γυρίσω το κουμπί και να τρέξει ο χρόνος, να γίνει Μάης· τώρα, σήμερα δηλαδή, δεν θέλει να πατήσει κανένα κουμπί για να φτάσει στο Μάη, το πολύ-πολύ το Μάρτη έχει κατά νου, όταν θέλει να ´ρθει γρήγορα η άνοιξη. σήμερα, μοιάζει να μη την ενοχλεί πια τίποτε ή σχεδόν τίποτε ή ίσως και να είναι ιδέα της και τώρα να την ενοχλούν τα πάντα περισσότερο από πρώτα, η ενόχληση όμως να έχει άλλο περίγραμμα, για τούτο και δεν την αναγνωρίζει ως τέτοια.

παράτησε το τηλέφωνο στην κρεβατοκάμαρά της. επειδή ξέρει πως δεν θα χτυπήσει, έχει πάψει να την κουβαλάει παντού. τόσοι μήνες από τον περασμένο Mάη είναι πολλοί για να μην έχει απεξαρτηθεί απ´ την ιδέα ότι θα χτυπήσει το τηλέφωνο. ξέρει πια πότε περίπου να περιμένει να χτυπήσει: αραιά και πού τη θυμούνται λίγες φίλες, σπανιότερα άλλοι τη θυμούνται για θέματα του γραφείου. εκείνος δεν τηλεφωνεί πια. η Έλλη αποφάσισε, λέει, πως είναι καλύτερα έτσι, και με τίποτε δεν επιδιώκει να είναι διαφορετικά. αλλαγή μέσα της ή συνειδητοποίηση της πραγματικότητας; μερικές φορές απορεί με τον εαυτό της που τον έχει για έξυπνο και έχει, λέει, και ισχυρό ένστικτο και διαίσθηση, απορεί πώς δεν τα καταφέρνει να διαγνώσει έγκαιρα καταστάσεις που φαίνονται με την πρώτη ματιά. δικαιολογείται που αρμενίζει στη θαλασσώδη βλακεία της λέγοντας πως είναι θέμα εσωτερικής της ανάγκης να βλέπει τα πράγματα όπως θα ήθελε να είναι. Αν δεν κυκλοφορούσαν τύποι σαν και μένα, το ψεύδος της ιστορίας δεν θα ‘βρισκε γη για να στεριώσει, παραδέχεται. εξαπατημένη λοιπόν από τα γεγονότα, και πάλι και ξανά, μπορεί ακόμη να χαμογελάει ενίοτε εις επίρρωσιν της άμετρης ατομικής της ηλιθιότητας.

μονόλογοι στο δωμάτιο ζαλίζουν τους ροζ τοίχους, ότι τάχα είναι σημαντικό να αποφασίσει επιτέλους πως δεν είναι απελευθερωμένη και να κάνει μια προσπάθεια ακόμη να λυτρωθεί. Αν όμως, λέει έτσι για πλάκα που εικονογραφεί τους ενδόμυχους φόβους της, Βρεθώ κάποια στιγμή στ’ αλήθεια ελευθερωμένη, τότε τί θα κάνω; θα ´ναι χειρότερα από πρώτα αντί καλύτερα που επιδιώκω να είναι; θα μπω στο περιθώριο περισσότερο τότε; το πολύ κακό για μένα έγινε τότε που πίστεψα πως ανάμεσα στο άσπρο και το μαύρο υπάρχουν άπειροι τόνοι του γκρίζου κλπ., κι όλοι λένε ότι έτσι είναι κλπ., μπορεί να μη ζω στην κατάλληλη εποχή κλπ., υπάρχει και ο επιφανειακός τρόπος του ζην κλπ..

και.. στο κάτω-κάτω της γραφής θυμάται πάντα την επιτυχημένη ανερχόμενη 32χρονη ασχημούλα δημοσιογράφο που κουντούρντισε από τον 6ο όροφο και τότε νομίζει, ασθμαίνοντας, πως βλέπει το πλακοστρωμένο πεζοδρόμιο να ´ρχεται κατά πάνω της και ιδρώνει. τα χάπια είναι σίγουρα ανώτερη ιδέα, σε απαλλάσσει κι από την ασχήμια της μορφής, σου δίνει βέβαια τον ελάχιστο, πιθανά άχρηστο, χρόνο ν´ αποφασίσεις ότι έσφαλες κι έτσι πρέπει να τα μασήσεις αποφασιστικά όλα μαζί αφού προηγουμένως έχεις ζαλιστεί με τρία-τέσσερα ποτήρια και έχεις μπει στο χορό της αναχώρησης. μετά θα πιεις μισό μόνον ποτήρι νερό, μετά θα κοιμηθείς, ένα –ένα τα όργανά σου θα πάψουν να λειτουργούν, τότε δεν θα το ξέρεις. το μυστικό της επιτυχίας είναι να μη σηκώσεις ως τότε το τηλέφωνο, που ως τώρα χτυπούσε αριά και πού, με την ελπίδα ότι στην άλλη άκρη βρίσκεται η μόνη λύση που νομίζεις πως έχεις για να συνεχίσεις να ζεις. το πιθανότερο είναι πως θα τύχει να είναι κάποια φίλη σου που θα ακούσει τη φωνή σου περίεργη και θα σπεύσει. άλλωστε η μόνη σου λύση χρησιμοποιεί σπάνια τα τηλέφωνα, καθόλου τα σαββατοκύριακα, και σίγουρα δεν θα έχει τις δικές σου προσδοκίες ώστε να παραβαίνει τις αρχές του. και μετά, αν δηλαδή στο μεταξύ έχεις κοιμηθεί και δεν ακούς πια κουδουνίσματα τηλεφώνων, θα βρεθείς ατυχώς στο θάλαμο της εντατικής εφημερεύοντος νοσοκομείου. τρεις άντρες θα σε αρπάξουν και θα σε ξεγυμνώσουν με απίστευτη ταχύτητα, ευτυχώς κάτω από το πράσινο σεντόνι. το λάστιχο θα μπει στη μύτη σου και θα σου ζητήσουν γλυκά και επιτακτικά να το καταπιείς. μια σύριγγα γεμάτη με μαύρο αντίδοτο θα αδειάσει από το λάστιχο στο στομάχι σου. άλλη θα τρυπήσει τη φλέβα στο αριστερό σου χέρι. θα νομίζεις πως ονειρεύεσαι. τότε θ´ αρχίσει να βγαίνει από το λάστιχο μαύρο και ροζ υγρό. έχουν ωραίο χρώμα τα χάπια. μετά στα αριστερά σου θα αναγνωρίσεις τον Ηρακλή που θα σε κοιτάζει καλοσυνάτα, όπως όταν τον συναντάς από τότε και μετά στο λεωφορείο και σου καλομιλάει. μετά για πολλές ώρες θα κοιμάσαι και όταν ξυπνάς για λίγο, σαν σε όνειρο θα νιώθεις πως είσαι δεμένη στο κρεβάτι και στα όργανα πάνω από το κεφάλι σου και θα ακούς το χτύπο της καρδιάς σου με ηλεκτρονική φωνή. αριστερά σου θα είναι ο διάδρομος, θα κυκλοφορούν σιωπηλά πρασινοφορεμένοι από την κορυφή ως τα νύχια, η φίλη που σε έσωσε θα έρχεται κρατώντας ξερά λουλούδια και φορώντας αποστειρωμένη πράσινη ποδιά. στο κρεβάτι δεξιά σου θα δεις το παχουλό χέρι μιας κυρίας με περιποιημένα κόκκινα νύχια. κάποια γυναίκα με άσχημα δόντια θα καθίσει στα πόδια του κρεβατιού σου και θα σου πει: Γιατί βρε κορίτσι μου; Την βλέπεις; Αυτή πεθαίνει. και εσύ θα σκεφτείς: Α την τυχερή.. για μέρες θα κοιμάσαι χωρίς όνειρα στο κρεβάτι του πιο ήσυχου θαλάμου της πτέρυγας. μόνον το πρωί της Κυριακής θα νιώσεις τη μόνη ελπίδα σου να σου αγγίζει το δεξί χέρι με το δροσερό του χέρι και να σου λέει χαμογελαστά: Τι ήταν αυτό που έκανες κουτό κορίτσι; θα θυμάσαι πάντα αυτό το δροσερό χέρι κάθε φορά που κάνεις χειραψία με ένα οποιοδήποτε δροσερό χέρι. και έξω θα είναι ηλιόλουστη η μέρα. και δεν θα ξέρεις πόση ώρα έχει περάσει από την ώρα που μπήκε, γιατί δεν αποκατέστησες ακόμη το χρόνο μέσα σου. και τις επόμενες μέρες θα τον περιμένεις και θα ‘ρθει μόνον μια φορά, με κρύο, εξήμισυ το πρωί σου είπε ότι είναι. μέρες θα περάσουν πολλές, κανένας δεν θα κάνει συμφωνία μαζί σου για το πότε θα φύγεις. στο θάλαμό σου θα γνωρίσεις τη γιαγιά που δεν είχες ποτέ σου, μια μικροκαμωμένη γριούλα με νεφρική ανεπάρκεια στο διπλανό κρεβάτι, που δεν θα ξέρει καλά-καλά να μιλάει ελληνικά. θα λάμπουν τα μάτια της και τα σκουλαρίκια στ’ αφτιά της. θα ζυγίζει τριανταπέντε κιλά. μια μέρα θα την πάρεις αγκαλιά, θα τη σηκώσεις ψηλά και θα χορέψεις μαζί της ταγκό. μαζί σας θα χορεύει η σεμνότυφη κατηχητικού καν-καν αποκαλύπτοντας το μπούτι πίσω από την τραβηγμένη διπλή κουρτίνα της μπαλκονόπορτας, μπροστά στο κρεβάτι της πεθεράς της, που μέρες τώρα αναχωρεί μεθοδικά από τον κόσμο τούτο. εσύ θα ξέρεις πως η γιαγιά σου όλα τα καταλαβαίνει. είναι ο μόνος άνθρωπος που ξέρεις πως καταλαβαίνει τόσο καλά χωρίς να μιλά. θα σε παρατηρεί σιωπηλή καθώς γράφεις τις σκέψεις σου στο χαρτί, προσπαθώντας να ξεμπερδέψεις τους κόμπους μέσα σου και χρησιμοποιώντας το φως που βγαίνει από το φωτιστικό πάνω από το κρεβάτι της. δεν θα μπορεί να κοιμηθεί με το φως. τότε θα ανεβεί πάνω από τις κουβέρτες και θα κουλουριαστεί στα πόδια του κρεβατιού για να το αποφύγει. θα σηκωθείς και θα την αγκαλιάσεις και αυτή θα σου χαϊδεύει τα μαλλιά λέγοντας: Ξέρω παιδί μου. την άλλη μέρα θα βγεις. η γιαγιά θα σε φιλήσει καθώς νομίζει πως κοιμάσαι, γιατί φεύγει και κείνη πριν από σένα. εσύ θα έχεις κρυφτεί κάτω από το σεντόνι για να αποφύγεις τους αποχαιρετισμούς. και θα νιώσεις το φιλί στο μέτωπο που εξέχει. κάποια από τις επόμενες νύχτες θα βρεθείς πάλι εκεί στο θάλαμο 15 παρέα με την ελπίδα σου, να λες αμήχανα αστεία. η γιαγιά σου ξαναγύρισε και θα είναι πάντα εκεί ή στο χωριό της Φλώρινας για να σε καταλαβαίνει. από τότε θα τη συνοδεύεις συχνά στην αιμοκάθαρση και θα κάθεσαι μαζί της όσο σε χρειάζεται, δηλαδή συνέχεια.

η Έλλη γράφει: είναι λύτρωση να γράφεις. κρίμα που δεν μπορώ να απομονωθώ όπως θα ήθελα. οι θόρυβοι του σπιτιού με ενοχλούν και δυσκολεύομαι να μονολογήσω. επειδή συχνά ξεχνιέμαι και διατυπώνω τις σκέψεις μου δυνατά, θυμάμαι πόσο μου λείπει που δεν ζω μόνη πια. έχει βέβαια και τα ωφελήματά της η συγκατοίκηση με τη μητέρα: βρίσκεις το φαγητό έτοιμο και το σπίτι λίγο συμμαζεμένο. και μπορείς να αφήσεις και καμιά παραγγελία. τώρα η μητέρα μιλάει λιγότερο, κατάλαβε πως δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε σε τίποτε πια. έπαψα από πολλά χρόνια να αισθάνομαι φιλικά γι αυτήν. πάντα ένιωθα πως και κείνη δεν μπορούσε να νιώσει φιλία για μένα, πάντα υπονόμευε τις πράξεις και τα αισθήματά μου. αναλογίζομαι πολλές φορές πώς θα ήταν η ζωή μου χωρίς τις επεμβάσεις της. Αν ποτέ μου είχε δικαιολογήσει τις πράξεις μου θα ήταν καλύτερα, θα ζούσαμε πιο εύκολα, ίσως δεν πεισμάτωνα. δεν ξέρω πώς, το πείσμα της κόντρας με έθρεψε και με ανάθρεψε. μπορεί να ‘ταν κιόλας όλα διαφορετικά αν δεν θεωρούσα αναγκαία την κόντρα. το πιθανότερο είναι πως θα αρκούμουν σε πιο λίγα πράγματα από αυτά που τώρα απαιτώ. και τι θα γινότανε σάμπως; μήπως τώρα δεν κρίνω πως οι περισσότεροι είναι ευχαριστημένοι με λιγότερα πράγματα από ό,τι εγώ; είναι μια απλή ευτυχία αυτό, μια υπαρκτή και ζώσα ευτυχία. η δική μου ευτυχία παρέμεινε ουτοπία. έτσι μου φαίνεται, μα μπορεί και να απατώμαι. κι όμως όλα θα ήταν τόσο απλά σε ένα ερημονήσι.. πόσες φορές δεν σκέφτηκα αυτό το ερημονήσι.. να γινότανε ακόμη και να το σκηνοθετούσα. θα πλήρωνα με όσα λεφτά έχω ένα βαρκάρη να με βουλιάξει μαζί με κείνον που δεν ξέρει να βλέπει -δεν σκέφτηκα τι θα έκανα με το βαρκάρη, ας εύρισκε αυτός τη λύση της επιστροφής του-. έπειτα θα μάθαινα να επιβιώνω. αυτός γνωρίζει τα φύση, κολυμπάει σίγουρα και για την επιβίωση το μυαλό του θα έπαιρνε στροφές, τόσες στροφές όσες παίρνει όταν είναι να ασχοληθεί με την επισκευή του αυτοκινήτου του ή με τις κατασκευές του τις χιλιάδες που καταπιάνεται όλη μέρα χωρίς πρόγραμμα από δω κι από κει, και χωρίς βέβαια να ασχολείται με τις πιθανές συνέπειες της ανύπαρκτης συμπεριφοράς του. έπειτα στο ερημονήσι θα με φρόντιζε γιατί θα είχε την ανάγκη της συντροφιάς μου και της παρηγοριάς μου. θα με είχε επιτέλους ανάγκη. θα με φρόντιζε όπως ποτέ δε με φρόντισε, επειδή θα ένιωθε πως πρέπει να αντιμετωπίσει την κατάσταση μια που έτσι του έλαχε. θα δεχόταν την αλήθεια μοιρολατρικά κι όλο θα ‘λεγε: Και τώρα τι θ’ απογίνουμε; Με περιμένουν τόσες δουλειές… η χήρα του πίσω θα είχε κιόλας σταυροκοπηθεί που γλύτωσε τόσο εύκολα από αυτόν. καλύτερα χήρα από το να τον παρατήσεις, τη χήρα δεν τη μέμφονται. οι ελπίδες που έθρεψε τα παρελθόντα χρόνια και πολύ περισσότερο τώρα που αγνοείται η τύχη του, τις νύχτες στα όνειρά της και τις μέρες μπροστά στο νεροχύτη και τη σκάφη και το φλιτζάνι του καφέ, θα ξανεμισθούν μόλις ο ναυαγός επανακάμψει. αδύνατον αυτός να καταλάβει τι θα σημαίνει η έκφραση που θα παγώσει στο πρόσωπό της. θα τη θεωρήσει έκπληξη καθώς αυτή θα χαμογελάσει στο τέλος, νιώθοντας πως κάτι πρέπει να κάνει παραπάνω από το να στέκεται εκεί αμήχανη με τεντωμένα τα δάχτυλα του δεξιού χεριού μπροστά στο ανοιχτό της στόμα. αλήθεια, τι το θέλω το ερημονήσι; για να παραπλανηθούμε όλοι μας περισσότερο; να ξεριζωθούν τα ερημονήσια για να μάθουμε να ζούμε με όσα μας πονάνε και να πιστέψουμε πως η μόνη ευτυχία είναι να μπορούμε να λέμε και όχι.

η Έλλη περιγράφει: οι αδύναμοι χαρακτήρες έχουν πολλές όψεις: του φοβιτσιάρη, του ονειροπόλου, του φαντασιόπληκτου, αυτού που ονειρεύεται έναν καλύτερο ουτοπικό κόσμο και αρνείται να δει τι έχει στα χέρια του. όλες αυτές τις πλευρές του ενός και των πολλών τις έχει ο μικρός ανόητος, ο ωραίος αδιάφορος, και τις πλασάρει σαν χαρίσματα, εκ θεού δώρα, στα κορόιδα σαν και μένα. και τα κορόιδα σαν και μένα γίνονται συνένοχοι στο ανώριμο παιχνίδι του γιατί τους παγίδεψε με την ερωτική του φύση και φαντάστηκαν πως επιτέλους η αγνότητα κατέφθασε. δεν χρειάζεται να γυρίσουμε στα σπήλαια και τα γδαρμένα τομάρια για να ξαναβρούμε την παρθενικότητά μας, όλα τα αγαθά γύρω μας ξεχύνονται και τα αγγίζουμε και εμείς κερδίσαμε τη βασιλεία των ουρανών. ποιος μπόρεσε να σκεφτεί έγκαιρα πως η αγνότητα παραμένει στο συρτάρι για να τη θυμόμαστε μόνον όταν θέλουμε να κάνουμε κήρυγμα; ποιος μπόρεσε να νοιαστεί έγκαιρα τον εαυτό του πριν αυτός παγιδευτεί σε ζαχαρωμένους εφιάλτες; ποιος προστάτεψε στην ώρα του το σώμα του από το άγγιγμα που ξετρελαίνει και που δεν σου αφήνει, νομίζεις, περιθώρια να επιβιώσεις διαφορετικά; και γίνεσαι τότε ένα με τους πολλούς και απορείς πώς εξαπατήθηκες έτσι εσύ, που λιώνεις την πέτρα και βγάζεις ζουμί. συνειδητοποίησες την αδυναμία σου την ώρα που έφτιαχνες αυγολέμονο για τα γεμιστά κολοκυθάκια ένα μεσημέρι περιμένοντάς τον και υποτάχτηκες στη μοίρα σου, για να οδηγηθείς στην καταστροφή σου. και καταλήγεις τώρα να μέμφεσαι τον εαυτό σου γιατί τον παράκουσες και δεν λυπήθηκες να τον εξαναγκάσεις να περιπλανηθεί στο ανύπαρκτο δάσος που έκρυβε την παιδοκτόνο μάγισσα.

κάποιοι Έλλη για να σε παρηγορήσουν λένε πως πρέπει να χαίρεσαι για την ευχαρίστηση που άντλησες, ακόμη και αν η αφετηρία της ήταν φάντασμα των προσδοκιών σου. σου θυμίζουν πως το άγγιγμα του δροσερού χεριού το ξημέρωμα ήταν αυτό που σε βοήθησε να ξυπνήσεις για τα καλά και πως σε συντήρησε το όνειρο της παρουσίας του. Μου φαίνεται αφέλεια, λες. Δεν αρνούμαι να σκεφτώ την ομορφιά και ξέρω να είμαι ευγνώμων. μόνο με το σεισμό ασχολούμαι και προσπαθώ να κατευθυνθώ στο τοπίο με τις λιγότερες δονήσεις. και οι ίδιοι που δοκιμάζουν να μου πουν πως με καταλαβαίνουν, παραπαίουν χειρότερα από εμένα ψάχνοντας να συνδυάσουν το όνειρο με το θάμα, χωρίς να αναγνωρίζουν το σχήμα του. η δικαιολογία είναι μία: καλύτερα το τίποτε το δικό τους από το ένα δεύτερο το δικό μου, αναμένοντας το όλο. και όταν ρωτάω αν είναι καλύτερο το τίποτε από το όλο, τότε ομολογούν πως το όλο είναι προτιμότερο.

Μα εγώ παραδέχτηκα πια πως το όλο δεν υπάρχει, πως το τίποτε πρέπει να εξοβελιστεί και πως το μισό είναι η πιο σίγουρη πεπατημένη. και φέρνω το παράδειγμα της πλειονότητας. όλοι οι ευνοημένοι της τύχης ζουν οπωσδήποτε με το μισό. το όλο αεροβατεί στον φανταστικό κόσμο του Ρουώ και του υπό ανάπτυξη κινηματογράφου και το τίποτε είναι επιλογή των απροσάρμοστων. ας διχάσουμε λοιπόν τα πράγματα. δεν χρειάζεται να τα κατατμήσουμε σε περισσότερα από δύο τεμάχια: από τη μια πλευρά βάζουμε το άγγιγμα που ξετρελαίνει, όμως τώρα σου αφήνει περιθώρια να ζήσεις, και από την άλλη την ηρεμία και γαλήνη που μπορούν να σου προσφερθούν μονόπαντα. αφού υπήρξε εδώ μονόπλευρη αφοσίωση, τότε και για τους άλλους υπάρχει. δέξου την όπως έρχεται. όπως κάνει και κείνος, ο έξυπνος ανόητος. και δέξου και το άγγιγμα που ξετρελαίνει, όπως έρχεται κι αυτό. δυο μονόδρομοι που γίνονται αμφίδρομος. κι όμως φοβάμαι πως και έτσι να νομίζεις, πάλι μπορεί να μπλεχτείς μέσα στο ίδιο σου το ψέμα, δηλαδή να νομίσεις πως μπορείς να ζήσεις διαχωρίζοντας τον έρωτα από την γαλήνια σχέση, έστω και βασισμένη στην μονομερή προσπάθεια της άλλης πλευράς. και να δοκιμάσεις να βαδίσεις στο δρόμο αυτό μια και έχεις υποτίθεται πιστέψει για τα καλά πως ανήκεις στο μέσο όρο των αναζητούντων που θεωρείς ευτυχείς και τυχερούς που πρόλαβαν να διαχωρίσουν τις απαιτήσεις τους σε δύο κανάλια. και καθώς έχεις πάρει την τελική ευθεία, τότε…. νάτη μπροστά σου η αλήθεια: δεν άλλαξες, σου φάνηκε ότι άλλαξες, και δεν μπορείς να μοιράσεις τα πράγματα, γιατί είναι αλληλένδετα σαν σιαμαία. και να πάλι, ζητάς τη γαλήνη μέσα από τον έρωτα και τον έρωτα μέσα από τη γαλήνη. και τότε μπροστά σου στέκεται ο φαύλος κύκλος που σε έμπλεξε η ρομαντική ανατροφή σου. σε ανάθρεψαν να περιμένεις να σου συμβούν όλα όμορφα και συ τα βράδια πριν κοιμηθείς, έφτιαχνες ατέλειωτα ερωτικά σενάρια με φανταστικούς πρωταγωνιστές επιλέγοντας γι αυτούς αγαπημένα σου ονόματα. η όμορφη ιστορία τους συνεχιζόταν κάθε βράδυ από το σημείο όπου το προηγούμενο βράδυ είχε σταματήσει. σήμερα δεν θυμάσαι τίποτε από τις ιστορίες που έφτιαχνες πριν κοιμηθείς, παρά μόνον ότι σου προκαλούσαν ρίγη συγκίνησης και πολλά δάκρυα στα μάτια. και τα παγωμένα κάγκελα του κρεβατιού σου θυμάσαι, που σου προκαλούσαν πόνους στα πόδια.

σκέφτηκα πως δεν θ´απαλλαγώ αν πρώτα δεν δυσθυμήσω

αρκεί σερί να το πάρω για να βγει

πορεία απαραίτητη

κι αν δύσκολο φανεί που στο χαρίζω

σε διαβεβαιώ πως δεν υπάρχει μεγαλύτερος απατεώνας από μένα

και θα σου το αποδείξω αμέσως

τώρα θα δεις το μέσα σου να βγαίνει έξω για χάρη μου

αφιερωμένο στην Αναστασία Μουράτογλου

gambler

μαύρη ψυχή πετάει πάνω μου

τείνει να σβήσει στον ορίζοντα

αρνήθηκα να συναινέσω στη μανία του όσο ζούσε

αντιστάθηκα

ήθελε να λιώνει κάθε ανάμνησή μου σε πικρό διάλυμα κοινοτυπίας

κακότητα

που τον συνέπαιρνε να ψιλοκόβει την καρδιά μου

γιατί έζησα ζωή γεμάτη -την πλήρωσα ακριβά που την αγόρασα και τόξερε-

είχα τη δύναμη ν’ αντέχω την πληρωμή κάθε χαράς ακόμα

τίποτα δε μου χαρίστηκε

μα αυτός το συναίσθημά μου πρόδωσε εύκολα κι αδιάφορα

ανάξιος ν’ αγαπά και ν’ αγαπιέται

ουτιδανός

σκουπίδι

τον σκότωσα μέσα μου επιτέλους

δεν πονώ

άλλη μια ακριβή αγορά

μα έγινε

25 νοεμβρίου, παγκόσμια μέρα εξάλειψης της βίας κατά των γυναικών

τρένο

δεν θέλω να επιμένεις

ταξίδεψε στο χρόνο σου

με το τρένο σου

με το κρασί σου

δεν πρόκειται να γίνω άλλη

εσύ θέλεις αγάπες μιας μέρας αλλά αγάπες

ποιος έχει διάθεση για ψευδεπίγραφους ρόλους τώρα;

να προσβάλω τη μνήμη της ελπίδας μου;

γιατί να εργαστώ ενάντιά μου;

μήπως δεν ξέρω πώς να σκεπαστώ για να βγάλω το χειμώνα;

όταν η νύχτα έρχεται παθητικά δαιμονίζομαι

και συ κοιτάς συνέχεια έξω απ´το παράθυρο

νυχτώνει γρήγορα

για όλους το ίδιο

μοιάζει με στοίχημα λιγάκι

εννοώ θα ζήσω έως τότε; δεν θα ζήσω;

καιρός είναι και περνάει

γρήγορα

σαν το τοπίο έξω απ´το παράθυρο

κλειδώθηκα

 

 

έκλεισε το στόμα μου

πίκρισε η γλώσσα μου

άνοιξα παράθυρα μα φως δε μπήκε

νύχτωσε ξανά χωρίς να είναι η ώρα

άδειασε ο χρόνος από μνήμες

το σπίτι σώπασε

το φως δεν θα ανάψει απόψε

τώρα που κατάλαβα πως ζω καθισμένη

στα σκαλιά μιας καμένης ύπαρξης

 

δεν είσαι πουθενά

κάτι ληθαργικά όνειρα το ξημέρωμα

που γλιστράνε πριν καν αναγνωσθούν

καμιά ανάμνηση δεν συγκρατεί τόση βιασύνη

πλέω σε ζεστό ακίνητο νερό

θα γυρίσω πίσω μόλις φέξει

ξανά τα ίδια

ανάλλαχτα και κυκλικά

όσο να σε ξανάβρω

 

όπως κι αν είσαι

βίοι παράλληλοι

 

στον W.R.

είναι ελευθερία ν´αναθυμάσαι μόνη σου με πόση δύναμη περιτύλιξες νου και σώματα;

παροδικά το ενέκρινε και κείνος και αφέθηκε να αιωρείται πλήρης μπροστά στους προβολείς

που παίρνουν ένταση και χρώματα απ´ την αναμενόμενη χαρά που πια συμβαίνει

αφ´ εαυτού σου διάλεξες πως μόνο τη μνήμη σου χρειάζεσαι σαν ικανή να τη χειρίζεσαι

σε ευκολύνει να μακρύνεις

με αγώνα πρέπει να σωθείς απ´το περίτεχνο εκείνο πλάσμα σου

έτσι άλλωστε και κείνος σου απαίτησε μόλις φοβήθηκε πως ενεπλάκη στο δίχτυ του ονείρου σου

αν τον ρωτούσες θα σου έλεγε πως το μυαλό σου πλέκει ιστορίες ανυπόστατες

αυτός δε φταίει που εσύ δα ξεμυαλίστηκες

παιχνίδι φαντασίας ήτανε για να´ναι ο καιρός μας ευκολότερος

λάθος σου που συ γι αληθινό το πέρασες

στα σοβαρά το πήρες και ταξίδεψες… πώς τόλμησες…

 

μόνος εκείνος βασανίζεται στην αίθουσα του θρόνου του

δική του η ελευθερία

πάνω της γαντζώνεται και επαναλαμβάνει κλεμμένο λόγο διφορούμενο

τον βόλεψε ελλόγιμος να δείχνει χωρίς καν παύση

κακός πως είναι επιτέλους θα παραδεχθεί;

 

Which side are you on?

παρασκευή 26 δεκεμβρίου 2014

κακοί αριθμοί – κακός χρόνος – τρεις άνθρωποι εκδικούνται

 

η στροφή προς τα μέσα

εσύ πότε με το καλό; ρωτούσαν την κοπέλα

μικρή, μόλις 27, και φοβότανε τη μοίρα της

μην απογοητεύσει τους επενδυτές της.

σκληρή η μοίρα της την καταχέριασε ακόμη κι όταν της έκαμε τη χάρη

να συναντήσει το δυνάστη της.

γύρισε μέσα της και κρύφτηκε βαθειά η κοπέλα.

κρυμμένη έτσι έζησε με σκέψεις και φαντάσματα

κι όταν η εχθρά μοίρα τάχαμ την ευνόησε έστω και με άγριο τρόπο

μεγάλη πια ελευθερώθηκε νόμισε από αυτά

έπεσε με τα μούτρα στο χαμένο χρόνο να προλάβει

σε βάρος οποιουδήποτε

 

ο χρόνος που σταμάτησε

εσύ πότε με το καλό; ρωτούσαν το αγόρι

νεαρός μόλις 32 και φοβότανε τη μοίρα του

ανάξιό τους τον ονόμαζαν, αλήτη.

σκληρή η μοίρα του τον καταχέριασε ακόμη κι όταν της έκαμε τη χάρη

να προσπαθήσει όσο ήξερε.

γύρισε μέσα του και κρύφτηκε ανήμπορος ο άντρας.

κρυμμένος έτσι έζησε με σκέψεις και φαντάσματα

κι όταν η εχθρά μοίρα τάχαμ τον ευνόησε έστω και με ψεύτικο τρόπο

μεγάλος πια ελευθερώθηκε νόμισε από αυτά

αδιαφόρησε σκληρά για το χαμένο χρόνο

σε βάρος οποιασδήποτε

 

θύμα που βαραίνει στο όνομα της αγάπης

γεννήθηκα 21 κυριακή. ούτε κατάλαβα ποτέ αν μ’ αγαπούσαν.

ξαναγεννήθηκα 21 σάββατο. τότε ήταν βέβαιο πως δεν μ’ αγαπούσαν.

τί θέλαν από μένα τότε;

να ζήσουν καλύτερα σε βάρος μου

έννοιες αρχαίες παραβίασαν

καθώς έκριναν αλάνθαστο το δρόμο τους.

σάββατο 2 αυγούστου 2014

συνέπεια της σιωπής

 

λέτε συχνά μια φράση στερεότυπη αντιγραμμένη

πως η αγάπη άργησε μια μέρα

φράση καλή που σας βολεύει

να θορυβείτε με ποιητικό νομίζετε τρόπο

δεν πιστεύω σε λογοτεχνίζουσες διατυπώσεις

ούτε για να περνάει η ώρα δεν τις θέλω

εδώ ποτέ δεν ήρθε η αγάπη

τα πρόσωπα γίναν φωτογραφίες που ξέβαψαν στο φως

η αναμονή έγινε βρόγχος που έθρεψε τις νύχτες

κι όταν σαν πνεύμα σύρθηκε η ιδέα της

αγγίζοντας τους ώμους μου

ανατρίχιασα μπροστά στην πιθανότητα πως έφτασε

κι έπειτα συνέχισα παλινδρομώντας μια έτσι και μια αλλιώς

περιμένοντάς τον να γυρίσει κατά δω το πρόσωπό του

αφού ορκίζονταν για τη μοναδικότητά μου

μα κατέληξα πως ήταν ψεύτης

καλύτερα να υποταχτώ στο κύλισμα του χρόνου

να σπαταλιέμαι δεν κερδίζω δα και τίποτε

σκέφτομαι πως αν αλήθεια με αγάπησε

θα με κλάψει σιωπηλά στη γωνιά όταν πεθάνω

έτσι κανείς δεν θα μάθει πως αγαπήθηκα

ούτε εγώ η ίδια

το όλον και το μέρος

 

στον έντιμο Θάνο

γιατί απάλειψε τα όρια; γιατί ταξίδεψε άπονα εμπρός;

γιατί βιασύνη επέδειξε και αλυπία;.

ποιος να ΄θελε να κλάψει για την απώλειά της άραγε;

ως αθώα δεν μπορούσε ούτως ή άλλως να υφίσταται

είναι εκείνος που την έσπρωξε απ’ τα κάγκελα

με τον τρόπο του, να παίρνει από αυτήν το μέρος πάντα,

εκείνο που τον βόλευε εννοώ.

τι άλλο τάχαμ ξέρει αυτή μοναδικά να πράττει;

για το όλον αδιαφόρησε, ό,τι του έλειπε το μέρος ήταν

το πόθησε, το πήρε, το μεγέθυνε, το ύψωσε, το θεοποίησε,

μα μέρος ήταν μόνο και αυτήν πολλά κομμάτια τη συνάρμοζαν

-για όλα τ’ άλλα αδιαφορούσε ο επαρχιώτης επιβήτορας,

ή, καλύτερα, δεν είχε εντοπίσει ότι υπήρχαν κι άλλα

το μέρος έβλεπε και ήθελε μονάχα-

κυριακή 31 αυγούστου 2014, πενθώ

η αναζήτηση της τελειότητας

 

μου πήρε καιρό όσο ν´ αποφασίσω ότι έσφαλα

τα μάτια μου πως έκλεισα από το φόβο της απώλειας κάθε πιθανότητας

ν´ αγκαλιαστώ μ´ ένα κορμί λερό από συγκεχυμένα πάθη ατιθάσευτα. 

εκκώφευσα στη μόνη αλήθεια που αυτός εκραύγαζε. 

κι όμως ακόμη δέσμια του εαυτού μου

διαδράμω ατέρμονα τον κύκλο με κέντρο το φόβο

 

δευτέρα 9 νοεμβρίου 2015, μεσημέρι

άτολμη

 

ντράπηκα να σου πω Μη με ξεχάσεις.
κοίταζες για ώρα τον ιβίσκο με θαυμασμό
το ίδιο ψηλοί κι οι δύο.
λίγο μετά σ´αποχαιρέτησα.
απλοϊκά σχεδόν. 
δράμα καθόλου δεν υπήρξε.
δέθηκαν τα χέρια λίγα δευτερόλεπτα
το βλέμμα περιείχε ειλικρίνεια,
οι ευχές που ανταλλάξαμε μάλλον τυπικές
και μόνον οι απαραίτητες.
σκέφτηκα να σου πω Μη με ξεχάσεις
δεν τόλμησα. μοιάζω άφοβη μα δεν τολμώ
να ζητήσω τίποτε για μένα
αφήνοντας τους άλλους να μετρούν
χρόνο, αισθήματα, επιθυμίες
να αρθρώνουν λέξεις, όλα όπως αυτοί τα θέλουν.
όμως μπορεί και κάποιοι απ´αυτούς να περιμένουν
σαν και μένα από τους άλλους να μετρήσουν.
με τούτα και με κείνα φεύγει ο καιρός
ο ιβίσκος μαράθηκε τα χέρια ζαρώνουν
οι τελευταίες εικόνες ακινητοποιήθηκαν
στις ζάρες του μυαλού μου
και γράφω ελπίζοντας ότι θα διαβάσεις
αυτά που δεν μπόρεσα να πω.

ιούνιος 2017

μετεικάσματα

θυμάμαι εκμυστηρεύσεις από μερικά τσακισμένα κορίτσια, γυναίκες πια. σαν ένα φου, ένας αέρας, προκύπτουν έξαφνα στη μνήμη μου οι εικόνες τους, μικρά στην ηλικία. δεν έχουν σαφές σχήμα ούτε ευχάριστο χρώμα. γκρίζα μετεικάσματα. τα μάτια μου αποκεντρώθηκαν για να ησυχάσω, αλλά απότυχα και συνεχίζω να ταράζομαι που οι κηλίδες τους άσβεστες μετακινούνται όπου γυρίζω το βλέμμα.

μήπως και άκουσα ποτέ κάποια τους να λέει ότι είχε μπαμπά τύραννο; μήπως ότι είχε μάνα αφέντρα; καμιά δεν ομολόγησε αλήθειες. όλες τους γλυκιές μανούλες είχανε κι αγωνιστές πατερούληδες. και ήταν πρόθυμες να κάνουν ό,τι τους λέγανε οι καλοί αυτοί άνθρωποι και είναι ακόμα πρόθυμες να μετανιώνουν φριχτά που δεν στάθηκαν τα καλά κορίτσια που οι γονείς θέλανε κάθε φορά που τόλμησαν αλλιώς. μετανιώνουν για τη νεότητά τους, ακόμη και για ένα παραπάτημα του εκατοστού ή για μια τόση δα μικρούλα διεκδίκηση του δικαίου. Δεν είναι ηλίθιο να μετανιώνει κανείς για τη νεότητά του; -Την τυραννούσα τη μάνα μου πολύ στα δεκάξι μου. Όλο του κεφαλιού μου ήθελα να κάνω. -Έφαγα μπάτσο απ´τον πατέρα στα δεκατέσσερα γιατί αυτός μιλούσε και γω κοιτούσα αλλού. Ήταν καλοί άνθρωποι, εγώ δεν ήμουν εντάξει. Πόσο τους βασάνισα…

για λίγους λόγους, απ´τους οποίους διατηρήθηκε μια αόριστη γενικότητα, καμιά τους δεν ήταν άξια κόρη.

η Ρίτσα συγχώρεσε τη μάνα που σκάλιζε το ημερολόγιό της κι έσπευδε να γνωρίσει κάθε καινούργιο της καταγραμμένο φλερτ της, κι ας τον έστελνε από κει πούρθε με φωνή που δεν σήκωνε κουβέντα. -Μη σε ξαναδώ μαζί της, ούτε να ξανακούσω για σένα, κατάλαβες; Απορώ και πώς φαντάστηκες ότι η κόρη μου θα μπορούσε να ενδιαφέρεται για σένα και να χτίζει όνειρα με σένα μέσα. Και σεις μπαμπά και αδελφέ του Θόδωρου να κάνετε ό,τι μπορείτε το παιδάκι σας να απομακρυνθεί από την κόρη μου. Από πού κι ως πού νομίζετε ότι ο μουτζούρης γιος σας θα ταίριαζε ποτέ στο δικό μου παιδί που μοσχανάθρεψα; έτσι, χάθηκε ο ερωτευμένος Θοδωράκης ο μουτζούρης, αλλά η Ρίτσα το προσπέρασε.

είπα μουτζούρης και θυμήθηκα τη Γιώτα, εξήντα τεσσάρων σήμερα, ζωντοχήρα (οποία ηλίθια λέξη!), με τον άντρα της ζωής της το μουτζούρη πατέρα που λαδωνόταν ολημερίς στο συνεργείο αυτοκινήτων. αυτόν τον σπουδαίο αριστερό αγωνιστή που φούμαιρνε τα χύμα τσιγάρα το ένα πίσω απ´ τ´άλλο στο καφενείο της γειτονιάς, εκεί που ξαπόβγαζε τις ώρες που του μένανε λύνοντας το κυπριακό με τους άλλους κουρασμένους, ίσαμε να νυχτώσει για τα καλά, για να μη βλέπει τη μούρη της Φιλίτσας, της μάνας της, αυτής της υπέροχης γυναίκας. και η Γιώτα, όσο σου εξιστορεί χαμογελώντας όλο τούτο με λεπτομέρειες, μακρόσυρτα, για να προκάμει να υπεροπλίσει, σέρνει το καμουτσίκι καταγής πέρα-δώθε και, αφού ολοκληρώσει το εγκώμιο, με μια μαστόρικη κυκλοτερή κίνηση, σλιάαατς, το αδειάζει στη μαλακή πλάτη σου, έτσι για να σε χαράξει βαθιά, μη τολμήσεις και ξεχάσεις ποτέ τη μοσχαναθρεμμένη. λόγια άγρια σου λέει που δεν τ´αξίζεις ούτε σε εκπροσωπούν. έτοιμη να σπαράξει όποιον της πάει κόντρα είναι, συνήθως κραδαίνοντας τη σπάθη του νόμου που της την αποκαλύπτουν οι καταπόδι κυνηγημένοι δικηγόροι-φίλοι (οποία εξοργιστικά συνήθης λέξη!).

είπα καμουτσίκι και θυμήθηκα τον υπέροχο μορφωμένο πατέρα, τον διευθυντή βιβλιοθήκης, τον πνιγμένο στη χαρτούρα του, που όλοι τον είχαν τύπο και υπογραμμό και ήταν τιμή τους να τον συμβουλεύονται, αυτόν που έπαιρνε στους ώμους του τη μικρή Ανάστα και τη γύριζε βόλτες μες στο σπίτι, μόνο μέσα έτσι ξαδιάντροπα, έξω μόνο απ´το χεράκι. θυμήθηκα και τη χοντρή ξεμπράτσωτη ιδρωμένη λατρεμένη μανούλα της Ανάστας, που έστελνε στο διάολο ξεφυσώντας κάθε οδηγό που διασταυρωνότανε μαζί της και της φαινόταν ότι το πήρε νύχτα το δίπλωμα (μας γύριζε καμιά φορά από τη δουλειά και σε όλη τη διαδρομή δεν τολμούσα ν´αρθρώσω λέξη). ο μορφωμένος έκοψε ρόδα μυρωμένα διασωθείς πρωτίστως εις την αγκάλην φιλολόγου τινός και έγινε ξανά πατέρας κι η Ανάστα μισούσε τον ετεροθαλή και λάτρευε τον πατέρα. το δικό της καμουτσίκι λεγόταν εξευγενισμένα μαστίγιο, το χρησιμοποιούσε αδιακρίτως σε όλους τους αντιφρονούντες και γερνούσε βουτηγμένη στο λίπος της και τη βρώμα κουνώντας μόνιμα σε όλους σαν παρκινσονική το δάχτυλο.

είπα βρώμα και θυμήθηκα τη Βέτα. ζούσε με τη λατρεμένη της χήρα μητέρα σ´ένα βρώμικο και παρατημένο σπίτι. λυπόνταν τη μητέρα που δεν προλάβαινε να το καθαρίσει γιατί εργαζόταν μακριά, δεν πολυκαταλάβαινε βέβαια γιατί αυτό ήταν ακατόρθωτο, η ίδια ήτανε συστηματικιά βλέπεις, και έτσι καταπιάστηκε κάποτε να βοηθήσει. καθάρισε με ρέγουλα ακάματα και τις πιο μικρές λεπτομέρειες του σπιτιού για ώρες και περίμενε πώς και πώς να ρθει το βράδυ για να κάνει έκπληξη στη μαμά. ούτε να φανταστεί δεν μπορούσε το κλάμα που θα έριχνε όταν η καλή της μητέρα είδε το σπίτι να λάμπει. λύσσαξε, ούρλιαζε, μπορεί και να τη σκότωνε, της πέρασε από το νου και της τόπε κιόλας. κι όταν άκουσε σχεδόν ψιθυριστό τον αντίλογο από τρεμάμενα χείλη -Το έκανα μαμά γιατί είπα στη συμμαθήτριά μου τη Σούλα να ρθει, εγώ πάω πολύ συχνά στο σπίτι της και είναι καθαρό και ντρεπόμουν για το δικό μας, τότε σηκώθηκε θύελλα που πήρε τα μαλλιά και τις κουρτίνες και κλυδώνισε το πολύφωτο και η μικρή Βέτα βρέθηκε γονατισμένη στα τέσσερα να ζητάει συγνώμη και να παρακαλάει με αναφυλλητά να σταματήσει η τόση δυστυχία.

έρχεται μετά η Μαρικούλα που σαβουρντίζει το φλυτζάνι με το καυτό τσάι στο πάτωμα όταν την πατάνε στο σβέρκο για να το πιει μετά την κηδεία του πατέρα, τάχαμ για να την ηρεμήσει, και όταν μεγαλώνει φτύνει στα φλιτζάνια πίσω από τον πάγκο του καφενείου της, η Λένα που κατάπιε τα χάπια για να τους ταρακουνήσει μπας και την καταλάβουν έστω και κατόπιν εορτής, κι αργότερα τους φρόντισε αδιαμαρτύρητα και μίσησε τη γη ολάκερη, η Ρούλα που μαλλιοτραβιόνταν στο μπαλκόνι με τη μάνα της και είκοσι χρόνια αργότερα με το γιο της, η Διαμάντω, που έκρυβε με τα μακριά μαλλιά της τις γδαρμένες σάρκες της από τα νύχια του μετέπειτα συζύγου της και νυν σπουδαίου αντιδημάρχου (παραλλαγή μοιάζει αλλά συνδέεται). θα αποφύγω, ως θερμή ακόμη και καθόλου παιδική, την ενθύμηση της πενηντάχρονης Γαλάτειας με το φουντωτό μαλλί, δούλας γονέων και αδελφών, που είχε μάθει να λέει μόνον -Μάλιστα καθισμένη πειθήνια στις γωνίες και αδίκησε πανεύκολα και συνειδητά το μοναδικό ευεργέτη της.

ποτέ δεν πίστεψα πως συγχωρήθηκαν όλοι τούτοι οι ανιόντες.
μπορεί να αγαπήθηκαν γιατί ο ρόλος τους αγάπη εστί, όμως ούτε μια λέξη αγάπης δεν σας διηγήθηκα τελικά.

επί ξυρού ακμής

 

έπειτα κίνησε μονάχος μια βόλτα ερημική
τώρα που ο χρόνος λιγοστεύει
κι οι μέρες μεγαλώνουν όσο νάρθει πάλι το φθινόπωρο.
μπορεί και να προλάβει, υπάρχει η τύχη
και το στοίχημα συγκεχυμένο και θρασύ το έβαλε
με τον εαυτό του πρώτα κι ύστερα με το χρόνο.
τρανσβεστισμός για
να γράψει, να δέσει, να μιλήσει, να νιώσει, να αγαπήσει,
να αντέξει, να στηρίξει, να γκρεμίσει και να χτίσει,
τόσο πολύ ακόμα, ήταν πάντα του ακραίος.
βαδίζει στο σκοινί από τη μιαν άκρη της ζωής στην άλλη
γρήγορη ζιγκ ζαγκ γραμμή γι αυτόν μα συνεχόμενη ακόμα
δειλιάζει να τη σπάσει μη και χυθούν οι μισοτελειωμένες εκδρομές του νου
αυτή η αλήθεια που υποκρίνεται πως δεν υπάρχει.
στο μυαλό του συνωστίζονται άναρχα τα θέλω, τα μπορώ, τα νιώθω,
τα παίρνω, τα κρατώ, τα προχωρώ, τα προωθώ
κάθε τι ιεροτελεστία γίνεται, γάμος, χαρά, χαμός, απώλεια
όλα τα μεγαλώνει ακόμη κι από μικρούλες αφορμές
-ήταν ανέκαθεν καλός στον πολλαπλασιασμό-.
τις τελευταίες μέρες νέοι και γέροι από το έργο του πεθαίνουν αδιακρίτως.
χαμογελά που σκέφτεται διαταραχές της γραμμής, ωστόσο αναμενόμενες.
η δική του πώς θα σπάσει είναι το ζήτημα.
τότε θα γελάει που ευτυχώς δεν πρόλαβε να γεράσει.

ψευδές λευκό

 

έτσι μου ήρθε τώρα
να δακρύσω διαβάζοντας για χιόνι.
παιδιά, αυλή, γέλια, δρόμος, σπίτι,
όλα απαραίτητα συνοδευτικά.
για άλλους..
για μένα, κρύο νερό.

παροδικά..

 

η ψύχρα στα θερινά τα θέατρα αναμενόμενη,
σαν την αποψινή που στους ώμους μου ξαπλώνει,
κάθ´εκατοστό του δέρματος τεντώνεται σφιγμένο,
έτσι σκληρές είν´οι κουρδισμένες ψηλότερα χορδές πριν σπάσουν,
τα δάχτυλα γαντζώνονται στο χερούλι της τσάντας,
τα άλλα εξερευνούν την τσέπη για μια τσίχλα,
μειώνεται η ικανότητα αντίληψης του κίνδυνου από τα διερχόμενα
καθώς βουτήχτηκα στις μνήμες..
στη μέσα άκρη ας πορεύομαι καλύτερα.

θυμάμαι τους εντός μου πολλούς μικρούς ηθοποιούς,
όταν όρθιοι από τα χέρια πιάνονται για να υποκλιθούν στο τέλος
στους θεατές που παρατάχθηκαν ακίνητοι και κρύοι στην πλατεία.
οι προβολείς αδύναμη θερμότητα αναδίδουν
πίσω από τα χρωματιστά τα σελοφάν, τα φούξια και τα μπλε,
στους άσπρους πάλι γύρω σύννεφα τα φτερωτά που στροβιλίζονται.
προσαρμοσμένοι στην ψύχρα είναι όλοι τελικά οι ηθοποιοί μου.
τί κι αν οι θεατές κρυώνουν; ας ακουμπήσουν τυχαία ή επίτηδες τον διπλανό.
όλα διορθώνονται με λίγη συγκατάβαση..

με τη δικαιολογια της ψύχρας που κάθισε στους ώμους μου
απόκτησα απόψε επιτέλους την απόσταση που ήθελα, έστω και παροδικά..

αναγκαίο μακιγιάζ

 

αστεία φάση χωροχρόνου:
καθισμένη στην πολυθρόνα της γωνιάς ακολουθώ λόγια πολλά,
μπανιαρισμένα σε χρυσόσκονη μπρουντζίνας.
μέσα μου χαμογελώ, συγκαταβατικά ενίοτε.
φόρεσα κόκκινο κραγιόν πριν έρθω, μου έστειλα φιλάκι στον καθρέφτη,
ήξερα περίπου πού πηγαίνω, εκεί που το κόκκινο κραγιόν ταιριάζει,
εκεί που πέφτουν λέξεις πολλές κι ανάθεμα αν οι μισοί πιάνουν τη μία,
εγώ τουλάχιστον, ως ευγενής συνήθως, προσπαθώ…
κουράστηκα να προσπαθώ, έφυγα πριν το κραγιόν ξεβάψει.
δρόμοι άδειοι και γρίλλιες φωτεινές οδεύουν προς τα πίσω,
καθώς η σκέψη μου καρφώθηκε ακίνητη στην άσφαλτο.
το ίδιο απαράλλαχτο ερώτημα γύρω της ζινίζει:
πόση χρυσόσκονη κρύβουν πίσω τους οι φωτισμένες γρίλλιες;

αλλού

 

 

να ελευθερωθώ..

να φύγω..
πριν η αδικία λιανίσει την ψυχή μου..
πριν η ανάμνηση μαυρίσει και ξετελειωθεί..
τώρα που ζεις ακόμη μέσα μου υπάρχων και υποσχόμενος.

κυριακή 15 μαρτίου 2015, 10:05 π.μ.

άλλη μέρα

 

κάποιος σαν ζηλόφθονα απόψε να μου έκλεψε φως από το γκρίζο μου.
να το μαυρίσει θέλει για να επιδειχθεί ισχυρότερος.
χτύπα όσο θες, το πρωί κοντεύει.

καιρός χωρεί αμείλικτος

 

κύκλοι παντού, θύματα ακινητοποιημένα
στις παρυφές μιας ατέρμονης σπείρας
συνεργάζονται από ανάγκη στη συνεχή ροή της,
ανίκανα να διαφύγουν από τη μοιραία στοίχιση
που προκαλεί το σφιχταγκάλιασμα της ομοιότητας.
ισορροπώντας υπέροχα παλαντζάρει το άθλιο σύστημα της επανάληψης.
πηχτό πλέγμα που συστρέφεται με παγκόσμιο θόρυβο
γύρω από τη μαύρη χοάνη της απώλειας.
δεν πέφτουν, συνεχίζουν ως έχουν κι ας ξεγελιούνται τακτικά
πως είναι στο χέρι τους το άλμα, η πτώση, η πτήση.

σε ευχαριστώ Αντρέα που είσαι πραγματικός,
βαρέθηκα τα μετεικάσματα,
ο δρόμος μου γεμάτος από επίμονες αιματηρές σκιές
που άφησε πίσω της η ζωντανή ύλη,
σάρκα που πάλλεται προσμένοντας χωρίς δικαίωση.

18 φεβρουαρίου 2017

ο κύκλος της τιμωρίας

 

οικοδομείς την κρίση βήμα-βήμα με επιμέλεια 
συνειδητοποιημένος δολοφόνος εκπαιδεύτηκες.
υπέθεσες πως θύμα είμαι, για τούτο και σ’ ανέχομαι.
όλο πιο πρόστυχος κι απρόσεκτος ο λόγος σου.
με τιμωρείς για όλες που σε σκότωσαν.
φώναξα δυνατά ν’ ακούσεις πως δεν έφταιξα, δεν συμμετείχα, αθώα έμεινα.
πισθάγκωνα με έδενες τις νύχτες σου, όση φωνή κι αν είχα ήταν μάταιη.

τον εαυτό σου τελικά τιμώρησες
ήταν παιχνίδι, πλάκα, ζήτημα του κόσμου σου που στο νερό περπάτησε.
για μένα ήταν πόνος..

πέμπτη 17 απριλίου 2014

χρώματα

πρώτη φορά ήρθες στο όνειρό μου απόψε τέτοιος
αγέλαστος, ξερακιανός, μυστήριος, όπως τις άλλες τρεις φορές ολόιδιος
δικός μου όμως αναντίρρητα, πρώτη φορά δικός μου.
πρώτη φορά σ’ αγκάλιασα. Ψυχή μου, είσαι συ, εκπλήσσομαι
όπως τον αύγουστο του ΄10, κείνη τη μέρα που γεννήθηκα.

απόμακρος στον κόσμο σου κλεισμένος
μα ένα παράθυρο για μένα που σ’ αγάπησα έχεις αφήσει ανοιχτό.
σ’ αγκάλιασα αγαπημένο σώμα, επιτέλους, σε φιλώ ασταμάτητα
και συ το δέχεσαι, μολονότι ευθυτενής και άκαμπτος, νεκρός θαρρείς.
ξύπνησα.. μίλησα δυνατά και ομολόγησα:

σε ένιωσα όπως ήθελα, επιτέλους το κατάφερα.

είναι γιατί σ’ αποχαιρέτησα…

παρασκευή 18 απριλίου 2014

μόνο με κόμματα κι ερωτηματικά

τον συμπάθησα ακούγοντάς τον να μιλάει; δεν ξέρω, ένιωσα ότι είναι μόνος μέσα στο πλήθος που τον ζώνει ασφυκτικά με τις απαιτήσεις του; μου θύμισε εκείνον που με προσπέρασε πατώντας κιόλας πάνω στο πτώμα μου; δεν ξέρω, άδειασε το μυαλό μου από το σύνηθες περιεχόμενό του και έγινα μικρότερη στο μέγεθος και υποχώρησα, νιώθω μιαν ήπια διαφορετικότητα μέσα μου, που την ταΐζω με εσωτερικές βουτιές, και παρατηρώ, σιγουρεύομαι πως καταλαβαίνω καλά, έχω τις αντέννες καλά απλωμένες για τούτο και για κείνα και για τα άλλα, μετά σκέφτηκα να μεταμορφώσω σε λέξεις το διανόημά μου για να το διαβώ καλύτερα υποτάσσοντάς το σε κανόνες του λόγου με μόνο αντικανόνα τη μία, άτμητη, φράση, έτσι για την πλάκα, αλλά ίσως και διαβολεμένα επίτηδες, γιατί η υπόταξη περιέχει ροή που δεν θέλω να τεμαχίσω, από πάντα αδιαφορούσα για τις τακτοποιημένες ζωές και νοιαζόμουν για όσους από υπερβολή στη χρήση του εσωτερικού τους κόσμου παραμέρισαν, ιδέα δεν έχω, την ίδια ώρα που άλλοι της ηλικίας του τρεχοβολάνε από δω και από κει και δεν τους φτάνει η γυναίκα και θέλουν κι άλλη, και δεν τους φτάνουν τα λεφτά και θέλουν κι άλλα, και όλα νομίζουν ότι βολεύονται πληρώνοντας, κι αδιαφορούν αν προκαλούν με τις πράξεις τους ενόχληση ή δυστυχία, και στέκονται ανίσχυροι και αδικημένοι μπροστά στις αποτυχίες και τα τέλη τους, είναι και άλλοι σαν κι αυτόν στις γωνιές τους, που δεν τους συνάντησα ακόμα, και οι εναντίοι που έλεγα πιο πάνω, οι βολεμένοι και διαρκώς πλεονέκτες ως τα τέλη της ζωής αυτών που δεν είναι σχεδόν ποτέ ανώδυνα, ανεπαίσχυντα και ειρηνικά, δεν τους γνωρίζουν αυτούς της γωνίας, γιατί διαθέτουν φυσική εξ αποτελέσματος τυφλότητα να μην τους βλέπουν ή γιατί δεν θέλουν ουδέ καν να τους αντικρίσουν έστω και άπαξ, τους μιαίνουν βλέπεις τις τακτοποιημένες ζωές τους, για τούτο και τους αποφεύγουν, κι όμως είναι που έχουν βαριές σκιές που τους δαγκώνουν τα σώψυχα, για τούτο και τους αποφεύγουν, άλλωστε η υποσυνείδητη σύγκριση είναι σκληρότερη της κατάφωρης αδελφής της, και προκαλεί τρόμο καθώς αναδεικνύει μεγέθη και ποσότητες και συνήθως θέλουμε για την πάρτη μας τα μεγαλύτερα και τα περισσότερα, χωρίς να βλέπουμε ότι μπορούμε να έχουμε μόνον τα μικρότερα και τα λιγότερα καθώς τον δρόμο μας αναλόγως ως τώρα λειάναμε, και πάω, και συνεχίζω να παραληρώ, έτσι νομίζετε οι εναντίοι, χωρίς τελείες, μόνο με κόμματα και ερωτηματικά, γιατί η υπόταξη περιέχει ροή που δεν θέλω να τεμαχίσω…

—————————————–
από τη λειτουργία του Χρυσοστόμου θυμήθηκα γράφοντας τη λέξη τέλη να ψάλλει ο διάκονος Χριστιανὰ τὰ τέλη τῆς ζωῆς ἡμῶν, ἀνώδυνα, ἀνεπαίσχυντα, εἰρηνικά καὶ καλὴν ἀπολογίαν τὴν ἐπὶ τοῦ φοβεροῦ βήματος τοῦ Χριστοῦ αἰτησώμεθα και μεις από κάτω Παράσχου Κύριε, ανώδυνα στην κυριολεξία, ως μεταφορά λέω ξεχνάτε το, ανεπαίσχυντα για να είναι πρέπει να τα φροντίσεις εγκαίρως, όσο επίσης και να γνωρίζεις το περιεχόμενο της λέξης επαίσχυντος, όσο για ειρηνικά μόνον στην κυριολεξία το βλέπω, καθώς μεγάλη ταραχή και πόλεμο εντός προκαλεί το ό,τι νάναι…

one night stand

στο Μανώλη Λ. που έφυγε νωρίς

ξενοδοχείο χωρίς λοιπά στοιχεία στη μνήμη μου,
χρώματα, ορόφους, όψη, τι;
δεν έμεινε τίποτα από αυτά, τί να το κάνω άλλωστε το περικάλυμμα.
λευκό σεντόνι στο διπλό κρεβάτι, α ναι, θυμάμαι, πράγματα απλοϊκά,
έχει τη μυρωδιά του συνήθους καταλύματος ολόγυρα
(όλοι κατά βάθος τη μυρίζουμε και ξέρουμε πώς είναι).
χαχαχαχαααα!! η μνήμη παίζει κρυφτούλι μόνη της χωρίς ανησυχία που μου στερεί το κάδρο.
ααα ναι! είχε και κάδρο το δωμάτιο, κίτρινα λουλούδια σε άχρωμο (;) βάζο..

ήσουν παιδί, δεν θυμάμαι τίποτα για σε ζωγραφίσω,
άλλη αλήθεια πάλι απώλεσα, τη μεγαλύτερη, να μην ανακαλώ την εικόνα του εραστή μου..
απαράδεκτη.. μα βαρέθηκα, έπληξα, μετάνιωσα που ήρθα…
ακούω το αεροπλάνο να περνάει λίγα δευτερόλεπτα προτού με πάρει ο ύπνος πάνω σου.
με μίσησες φαντάζομαι.
έχεις τα δίκια σου
και να οργιστείς μαζί μου τα χεις
γιατί εσύ πέθανες και γω ακόμα δεν θυμάμαι..

ημερομηνία διαρκής, από ενοχή

 

 

lupanar

του Αντώνη, που η φωνή λιγόστεψε

επάγγελμα πουτάνα, το συνήθισε,
καμιά φορά σαν μοναχή πιο σοβαρά το παίρνει,
άλλοτε πάλι σωπαίνει κι αφουγκράζεται
μικρές φωνές που ξεπηδούν μέσα της άτακτα.
η κάθε ώρα σκέτη επανάληψη,
η κάθε στιγμή μικρότερη κι ασήμαντη.
ο λόγος τους σαν μούγκρισμα αρθρώνεται.
μπορεί και να ´ναι, δεν τον ακούει άλλωστε,
όλοι τα ίδια λένε, παλιότερα τα μέτραγε,
τώρα επανάληψη, μονοτονία, ένα χρώμα, μια οσμή,
μα τελευταία που η προσμονή του ιδέα της απόμεινε,
τον νιώθει ώρες-ώρες πάνω της, εντός της και ολόγυρα
ακούει τη δική του την απαίτηση,
η ψυχή υπακούει, το αίσθημα αναδύεται,
χαμογελάει μισοσκότεινα κι έτσι βολεύεται και πάει..

τετάρτη 20 αυγούστου 2014

ωδύνω

 

τί είπα και μου θύμωσες;

μήπως ότι σ’ αγαπάω ακόμα;

αλήθεια είναι, σ’ αγαπώ

ποτέ μου δεν προσπέρασα,

ποτέ δεν ξέχασα πώς άγγιξες τη φτώχεια μου

με την απλή σαγήνη της ερημιάς που σε κατάπινε,

αγαπημένο έμβρυο του νου μου

που δε θέλησες να γεννηθείς ποτέ.

τρίτη 14 οκτωβρίου 2014, 03:29 π.μ.

 

                                                                                                 

το αεράκι που φύσηξε.. το φως που έφεξε..

στη Μαρία Χ. που δε χώνεψα ποτέ μου

σπάνια που περπατώ χωρίς βιάζουσα πρόθεση,
πρωί ή νύχτα, φως γύρω μου ή όχι, καμία σημασία
τοπίο με περιπατητές ή όχι, καμία σημασία,

τότε
ανάμνηση σα νοσταλγία που πονάει ξεπηδάει μέσα μου αναπάντεχα.
αφορμή είναι το πνεύμα του αέρα που διακινεί τις μυρωδιές,
αφορμή είναι το χρώμα του φωτός που ενώνει τις εικόνες,
αφορμή είναι θαρρείς μια σταγόνα ελπίδας που αναδύεται (παράταση ζωής ελπίζω).

τότε θυμάμαι..
θυμήθηκα και σήμερα, σαν να ‘γινε πριν λίγες μέρες..
τη σημασία που είχε στα νεαρά μάτια μου μια μαυροβαμμένη χοντρή της γειτονιάς..
η Μαρία η Χ. που την τριγύριζαν τ’ αγόρια σωρό..
μακριά μαλλιά σιδερωμένα, πράσα τα λέγαμε, κατάμαυρα μπλεβίζοντα,
λεπτά μακριά δάχτυλα, χοντρά τεντωμένα μπούτια, μαύρο κοτλέ παντελόνι,
τα νεαρά μου μάτια άσχημη και άγρια τη βλέπανε,
μα ζήλευα τον κύκλο που την έσφιγγε..

Μαρία; ζεις;

 

27 ιουλίου 2014, 1:31 πρωί της κυριακής

ετήσια επιστροφή

 

θα περπατήσω σε λίγο, ζεστό καλοκαιρινό μεσημέρι,
στους άδειους δρόμους της αγοράς,
εκεί που ένα σάββατο κάθε χρόνου, αύγουστο μάλλον ή και ιούλη,
επιχειρώ επιστροφή, θυμάμαι έμπρακτα,
μνημόσυνο αναίτιο κατά βάση,
ανάμνηση ονειροπόλησης που κλειδώθηκε μαζί με τα εμπορικά
πίσω από τα κεπέγκια που κατέβασε η καρδιά μου.

σάββατο 6 ιουνίου 2015

τα γενέθλια του έρωτα

 

θα γιορτάσω πάλι στις εικοσιμία,
θα θυμηθώ με επιμέλεια.
η λογική λέει να μην το κάνω,
βασανίζομαι λέει φέρνοντας πάνω τόση δύναμη.
μα εγώ θα κλείσω πάλι επίμονα τα μάτια μου πάνω στα ροζ σατέν σεντόνια,
που αφήνουν το συρτάρι τους μόνον για την επέτειο,
σαν τη σημαία..

παρασκευή 26 ιουνίου 2015, 4:30