τρένο

δεν θέλω να επιμένεις

ταξίδεψε στο χρόνο σου

με το τρένο σου

με το κρασί σου

δεν πρόκειται να γίνω άλλη

εσύ θέλεις αγάπες μιας μέρας αλλά αγάπες

ποιος έχει διάθεση για ψευδεπίγραφους ρόλους τώρα;

να προσβάλω τη μνήμη της ελπίδας μου;

γιατί να εργαστώ ενάντιά μου;

μήπως δεν ξέρω πώς να σκεπαστώ για να βγάλω το χειμώνα;

όταν η νύχτα έρχεται παθητικά δαιμονίζομαι

και συ κοιτάς συνέχεια έξω απ´το παράθυρο

νυχτώνει γρήγορα

για όλους το ίδιο

μοιάζει με στοίχημα λιγάκι

εννοώ θα ζήσω έως τότε; δεν θα ζήσω;

καιρός είναι και περνάει

γρήγορα

σαν το τοπίο έξω απ´το παράθυρο

κλειδώθηκα

 

 

έκλεισε το στόμα μου

πίκρισε η γλώσσα μου

άνοιξα παράθυρα μα φως δε μπήκε

νύχτωσε ξανά χωρίς να είναι η ώρα

άδειασε ο χρόνος από μνήμες

το σπίτι σώπασε

το φως δεν θα ανάψει απόψε

τώρα που κατάλαβα πως ζω καθισμένη

στα σκαλιά μιας καμένης ύπαρξης

 

δεν είσαι πουθενά

κάτι ληθαργικά όνειρα το ξημέρωμα

που γλιστράνε πριν καν αναγνωσθούν

καμιά ανάμνηση δεν συγκρατεί τόση βιασύνη

πλέω σε ζεστό ακίνητο νερό

θα γυρίσω πίσω μόλις φέξει

ξανά τα ίδια

ανάλλαχτα και κυκλικά

όσο να σε ξανάβρω

 

όπως κι αν είσαι

βίοι παράλληλοι

 

στον W.R.

είναι ελευθερία ν´αναθυμάσαι μόνη σου με πόση δύναμη περιτύλιξες νου και σώματα;

παροδικά το ενέκρινε και κείνος και αφέθηκε να αιωρείται πλήρης μπροστά στους προβολείς

που παίρνουν ένταση και χρώματα απ´ την αναμενόμενη χαρά που πια συμβαίνει

αφ´ εαυτού σου διάλεξες πως μόνο τη μνήμη σου χρειάζεσαι σαν ικανή να τη χειρίζεσαι

σε ευκολύνει να μακρύνεις

με αγώνα πρέπει να σωθείς απ´το περίτεχνο εκείνο πλάσμα σου

έτσι άλλωστε και κείνος σου απαίτησε μόλις φοβήθηκε πως ενεπλάκη στο δίχτυ του ονείρου σου

αν τον ρωτούσες θα σου έλεγε πως το μυαλό σου πλέκει ιστορίες ανυπόστατες

αυτός δε φταίει που εσύ δα ξεμυαλίστηκες

παιχνίδι φαντασίας ήτανε για να´ναι ο καιρός μας ευκολότερος

λάθος σου που συ γι αληθινό το πέρασες

στα σοβαρά το πήρες και ταξίδεψες… πώς τόλμησες…

 

μόνος εκείνος βασανίζεται στην αίθουσα του θρόνου του

δική του η ελευθερία

πάνω της γαντζώνεται και επαναλαμβάνει κλεμμένο λόγο διφορούμενο

τον βόλεψε ελλόγιμος να δείχνει χωρίς καν παύση

κακός πως είναι επιτέλους θα παραδεχθεί;

 

Which side are you on?

παρασκευή 26 δεκεμβρίου 2014

κακοί αριθμοί – κακός χρόνος – τρεις άνθρωποι εκδικούνται

 

η στροφή προς τα μέσα

εσύ πότε με το καλό; ρωτούσαν την κοπέλα

μικρή, μόλις 27, και φοβότανε τη μοίρα της

μην απογοητεύσει τους επενδυτές της.

σκληρή η μοίρα της την καταχέριασε ακόμη κι όταν της έκαμε τη χάρη

να συναντήσει το δυνάστη της.

γύρισε μέσα της και κρύφτηκε βαθειά η κοπέλα.

κρυμμένη έτσι έζησε με σκέψεις και φαντάσματα

κι όταν η εχθρά μοίρα τάχαμ την ευνόησε έστω και με άγριο τρόπο

μεγάλη πια ελευθερώθηκε νόμισε από αυτά

έπεσε με τα μούτρα στο χαμένο χρόνο να προλάβει

σε βάρος οποιουδήποτε

 

ο χρόνος που σταμάτησε

εσύ πότε με το καλό; ρωτούσαν το αγόρι

νεαρός μόλις 32 και φοβότανε τη μοίρα του

ανάξιό τους τον ονόμαζαν, αλήτη.

σκληρή η μοίρα του τον καταχέριασε ακόμη κι όταν της έκαμε τη χάρη

να προσπαθήσει όσο ήξερε.

γύρισε μέσα του και κρύφτηκε ανήμπορος ο άντρας.

κρυμμένος έτσι έζησε με σκέψεις και φαντάσματα

κι όταν η εχθρά μοίρα τάχαμ τον ευνόησε έστω και με ψεύτικο τρόπο

μεγάλος πια ελευθερώθηκε νόμισε από αυτά

αδιαφόρησε σκληρά για το χαμένο χρόνο

σε βάρος οποιασδήποτε

 

θύμα που βαραίνει στο όνομα της αγάπης

γεννήθηκα 21 κυριακή. ούτε κατάλαβα ποτέ αν μ’ αγαπούσαν.

ξαναγεννήθηκα 21 σάββατο. τότε ήταν βέβαιο πως δεν μ’ αγαπούσαν.

τί θέλαν από μένα τότε;

να ζήσουν καλύτερα σε βάρος μου

έννοιες αρχαίες παραβίασαν

καθώς έκριναν αλάνθαστο το δρόμο τους.

σάββατο 2 αυγούστου 2014

συνέπεια της σιωπής

 

λέτε συχνά μια φράση στερεότυπη αντιγραμμένη

πως η αγάπη άργησε μια μέρα

φράση καλή που σας βολεύει

να θορυβείτε με ποιητικό νομίζετε τρόπο

δεν πιστεύω σε λογοτεχνίζουσες διατυπώσεις

ούτε για να περνάει η ώρα δεν τις θέλω

εδώ ποτέ δεν ήρθε η αγάπη

τα πρόσωπα γίναν φωτογραφίες που ξέβαψαν στο φως

η αναμονή έγινε βρόγχος που έθρεψε τις νύχτες

κι όταν σαν πνεύμα σύρθηκε η ιδέα της

αγγίζοντας τους ώμους μου

ανατρίχιασα μπροστά στην πιθανότητα πως έφτασε

κι έπειτα συνέχισα παλινδρομώντας μια έτσι και μια αλλιώς

περιμένοντάς τον να γυρίσει κατά δω το πρόσωπό του

αφού ορκίζονταν για τη μοναδικότητά μου

μα κατέληξα πως ήταν ψεύτης

καλύτερα να υποταχτώ στο κύλισμα του χρόνου

να σπαταλιέμαι δεν κερδίζω δα και τίποτε

σκέφτομαι πως αν αλήθεια με αγάπησε

θα με κλάψει σιωπηλά στη γωνιά όταν πεθάνω

έτσι κανείς δεν θα μάθει πως αγαπήθηκα

ούτε εγώ η ίδια

το όλον και το μέρος

 

στον έντιμο Θάνο

γιατί απάλειψε τα όρια; γιατί ταξίδεψε άπονα εμπρός;

γιατί βιασύνη επέδειξε και αλυπία;.

ποιος να ΄θελε να κλάψει για την απώλειά της άραγε;

ως αθώα δεν μπορούσε ούτως ή άλλως να υφίσταται

είναι εκείνος που την έσπρωξε απ’ τα κάγκελα

με τον τρόπο του, να παίρνει από αυτήν το μέρος πάντα,

εκείνο που τον βόλευε εννοώ.

τι άλλο τάχαμ ξέρει αυτή μοναδικά να πράττει;

για το όλον αδιαφόρησε, ό,τι του έλειπε το μέρος ήταν

το πόθησε, το πήρε, το μεγέθυνε, το ύψωσε, το θεοποίησε,

μα μέρος ήταν μόνο και αυτήν πολλά κομμάτια τη συνάρμοζαν

-για όλα τ’ άλλα αδιαφορούσε ο επαρχιώτης επιβήτορας,

ή, καλύτερα, δεν είχε εντοπίσει ότι υπήρχαν κι άλλα

το μέρος έβλεπε και ήθελε μονάχα-

κυριακή 31 αυγούστου 2014, πενθώ

η αναζήτηση της τελειότητας

 

μου πήρε καιρό όσο ν´ αποφασίσω ότι έσφαλα

τα μάτια μου πως έκλεισα από το φόβο της απώλειας κάθε πιθανότητας

ν´ αγκαλιαστώ μ´ ένα κορμί λερό από συγκεχυμένα πάθη ατιθάσευτα. 

εκκώφευσα στη μόνη αλήθεια που αυτός εκραύγαζε. 

κι όμως ακόμη δέσμια του εαυτού μου

διαδράμω ατέρμονα τον κύκλο με κέντρο το φόβο

 

δευτέρα 9 νοεμβρίου 2015, μεσημέρι

άτολμη

 

ντράπηκα να σου πω Μη με ξεχάσεις.
κοίταζες για ώρα τον ιβίσκο με θαυμασμό
το ίδιο ψηλοί κι οι δύο.
λίγο μετά σ´αποχαιρέτησα.
απλοϊκά σχεδόν. 
δράμα καθόλου δεν υπήρξε.
δέθηκαν τα χέρια λίγα δευτερόλεπτα
το βλέμμα περιείχε ειλικρίνεια,
οι ευχές που ανταλλάξαμε μάλλον τυπικές
και μόνον οι απαραίτητες.
σκέφτηκα να σου πω Μη με ξεχάσεις
δεν τόλμησα. μοιάζω άφοβη μα δεν τολμώ
να ζητήσω τίποτε για μένα
αφήνοντας τους άλλους να μετρούν
χρόνο, αισθήματα, επιθυμίες
να αρθρώνουν λέξεις, όλα όπως αυτοί τα θέλουν.
όμως μπορεί και κάποιοι απ´αυτούς να περιμένουν
σαν και μένα από τους άλλους να μετρήσουν.
με τούτα και με κείνα φεύγει ο καιρός
ο ιβίσκος μαράθηκε τα χέρια ζαρώνουν
οι τελευταίες εικόνες ακινητοποιήθηκαν
στις ζάρες του μυαλού μου
και γράφω ελπίζοντας ότι θα διαβάσεις
αυτά που δεν μπόρεσα να πω.

ιούνιος 2017

μετεικάσματα

θυμάμαι εκμυστηρεύσεις από μερικά τσακισμένα κορίτσια, γυναίκες πια. σαν ένα φου, ένας αέρας, προκύπτουν έξαφνα στη μνήμη μου οι εικόνες τους, μικρά στην ηλικία. δεν έχουν σαφές σχήμα ούτε ευχάριστο χρώμα. γκρίζα μετεικάσματα. τα μάτια μου αποκεντρώθηκαν για να ησυχάσω, αλλά απότυχα και συνεχίζω να ταράζομαι που οι κηλίδες τους άσβεστες μετακινούνται όπου γυρίζω το βλέμμα.

μήπως και άκουσα ποτέ κάποια τους να λέει ότι είχε μπαμπά τύραννο; μήπως ότι είχε μάνα αφέντρα; καμιά δεν ομολόγησε αλήθειες. όλες τους γλυκιές μανούλες είχανε κι αγωνιστές πατερούληδες. και ήταν πρόθυμες να κάνουν ό,τι τους λέγανε οι καλοί αυτοί άνθρωποι και είναι ακόμα πρόθυμες να μετανιώνουν φριχτά που δεν στάθηκαν τα καλά κορίτσια που οι γονείς θέλανε κάθε φορά που τόλμησαν αλλιώς. μετανιώνουν για τη νεότητά τους, ακόμη και για ένα παραπάτημα του εκατοστού ή για μια τόση δα μικρούλα διεκδίκηση του δικαίου. Δεν είναι ηλίθιο να μετανιώνει κανείς για τη νεότητά του; -Την τυραννούσα τη μάνα μου πολύ στα δεκάξι μου. Όλο του κεφαλιού μου ήθελα να κάνω. -Έφαγα μπάτσο απ´τον πατέρα στα δεκατέσσερα γιατί αυτός μιλούσε και γω κοιτούσα αλλού. Ήταν καλοί άνθρωποι, εγώ δεν ήμουν εντάξει. Πόσο τους βασάνισα…

για λίγους λόγους, απ´τους οποίους διατηρήθηκε μια αόριστη γενικότητα, καμιά τους δεν ήταν άξια κόρη.

η Ρίτσα συγχώρεσε τη μάνα που σκάλιζε το ημερολόγιό της κι έσπευδε να γνωρίσει κάθε καινούργιο της καταγραμμένο φλερτ της, κι ας τον έστελνε από κει πούρθε με φωνή που δεν σήκωνε κουβέντα. -Μη σε ξαναδώ μαζί της, ούτε να ξανακούσω για σένα, κατάλαβες; Απορώ και πώς φαντάστηκες ότι η κόρη μου θα μπορούσε να ενδιαφέρεται για σένα και να χτίζει όνειρα με σένα μέσα. Και σεις μπαμπά και αδελφέ του Θόδωρου να κάνετε ό,τι μπορείτε το παιδάκι σας να απομακρυνθεί από την κόρη μου. Από πού κι ως πού νομίζετε ότι ο μουτζούρης γιος σας θα ταίριαζε ποτέ στο δικό μου παιδί που μοσχανάθρεψα; έτσι, χάθηκε ο ερωτευμένος Θοδωράκης ο μουτζούρης, αλλά η Ρίτσα το προσπέρασε.

είπα μουτζούρης και θυμήθηκα τη Γιώτα, εξήντα τεσσάρων σήμερα, ζωντοχήρα (οποία ηλίθια λέξη!), με τον άντρα της ζωής της το μουτζούρη πατέρα που λαδωνόταν ολημερίς στο συνεργείο αυτοκινήτων. αυτόν τον σπουδαίο αριστερό αγωνιστή που φούμαιρνε τα χύμα τσιγάρα το ένα πίσω απ´ τ´άλλο στο καφενείο της γειτονιάς, εκεί που ξαπόβγαζε τις ώρες που του μένανε λύνοντας το κυπριακό με τους άλλους κουρασμένους, ίσαμε να νυχτώσει για τα καλά, για να μη βλέπει τη μούρη της Φιλίτσας, της μάνας της, αυτής της υπέροχης γυναίκας. και η Γιώτα, όσο σου εξιστορεί χαμογελώντας όλο τούτο με λεπτομέρειες, μακρόσυρτα, για να προκάμει να υπεροπλίσει, σέρνει το καμουτσίκι καταγής πέρα-δώθε και, αφού ολοκληρώσει το εγκώμιο, με μια μαστόρικη κυκλοτερή κίνηση, σλιάαατς, το αδειάζει στη μαλακή πλάτη σου, έτσι για να σε χαράξει βαθιά, μη τολμήσεις και ξεχάσεις ποτέ τη μοσχαναθρεμμένη. λόγια άγρια σου λέει που δεν τ´αξίζεις ούτε σε εκπροσωπούν. έτοιμη να σπαράξει όποιον της πάει κόντρα είναι, συνήθως κραδαίνοντας τη σπάθη του νόμου που της την αποκαλύπτουν οι καταπόδι κυνηγημένοι δικηγόροι-φίλοι (οποία εξοργιστικά συνήθης λέξη!).

είπα καμουτσίκι και θυμήθηκα τον υπέροχο μορφωμένο πατέρα, τον διευθυντή βιβλιοθήκης, τον πνιγμένο στη χαρτούρα του, που όλοι τον είχαν τύπο και υπογραμμό και ήταν τιμή τους να τον συμβουλεύονται, αυτόν που έπαιρνε στους ώμους του τη μικρή Ανάστα και τη γύριζε βόλτες μες στο σπίτι, μόνο μέσα έτσι ξαδιάντροπα, έξω μόνο απ´το χεράκι. θυμήθηκα και τη χοντρή ξεμπράτσωτη ιδρωμένη λατρεμένη μανούλα της Ανάστας, που έστελνε στο διάολο ξεφυσώντας κάθε οδηγό που διασταυρωνότανε μαζί της και της φαινόταν ότι το πήρε νύχτα το δίπλωμα (μας γύριζε καμιά φορά από τη δουλειά και σε όλη τη διαδρομή δεν τολμούσα ν´αρθρώσω λέξη). ο μορφωμένος έκοψε ρόδα μυρωμένα διασωθείς πρωτίστως εις την αγκάλην φιλολόγου τινός και έγινε ξανά πατέρας κι η Ανάστα μισούσε τον ετεροθαλή και λάτρευε τον πατέρα. το δικό της καμουτσίκι λεγόταν εξευγενισμένα μαστίγιο, το χρησιμοποιούσε αδιακρίτως σε όλους τους αντιφρονούντες και γερνούσε βουτηγμένη στο λίπος της και τη βρώμα κουνώντας μόνιμα σε όλους σαν παρκινσονική το δάχτυλο.

είπα βρώμα και θυμήθηκα τη Βέτα. ζούσε με τη λατρεμένη της χήρα μητέρα σ´ένα βρώμικο και παρατημένο σπίτι. λυπόνταν τη μητέρα που δεν προλάβαινε να το καθαρίσει γιατί εργαζόταν μακριά, δεν πολυκαταλάβαινε βέβαια γιατί αυτό ήταν ακατόρθωτο, η ίδια ήτανε συστηματικιά βλέπεις, και έτσι καταπιάστηκε κάποτε να βοηθήσει. καθάρισε με ρέγουλα ακάματα και τις πιο μικρές λεπτομέρειες του σπιτιού για ώρες και περίμενε πώς και πώς να ρθει το βράδυ για να κάνει έκπληξη στη μαμά. ούτε να φανταστεί δεν μπορούσε το κλάμα που θα έριχνε όταν η καλή της μητέρα είδε το σπίτι να λάμπει. λύσσαξε, ούρλιαζε, μπορεί και να τη σκότωνε, της πέρασε από το νου και της τόπε κιόλας. κι όταν άκουσε σχεδόν ψιθυριστό τον αντίλογο από τρεμάμενα χείλη -Το έκανα μαμά γιατί είπα στη συμμαθήτριά μου τη Σούλα να ρθει, εγώ πάω πολύ συχνά στο σπίτι της και είναι καθαρό και ντρεπόμουν για το δικό μας, τότε σηκώθηκε θύελλα που πήρε τα μαλλιά και τις κουρτίνες και κλυδώνισε το πολύφωτο και η μικρή Βέτα βρέθηκε γονατισμένη στα τέσσερα να ζητάει συγνώμη και να παρακαλάει με αναφυλλητά να σταματήσει η τόση δυστυχία.

έρχεται μετά η Μαρικούλα που σαβουρντίζει το φλυτζάνι με το καυτό τσάι στο πάτωμα όταν την πατάνε στο σβέρκο για να το πιει μετά την κηδεία του πατέρα, τάχαμ για να την ηρεμήσει, και όταν μεγαλώνει φτύνει στα φλιτζάνια πίσω από τον πάγκο του καφενείου της, η Λένα που κατάπιε τα χάπια για να τους ταρακουνήσει μπας και την καταλάβουν έστω και κατόπιν εορτής, κι αργότερα τους φρόντισε αδιαμαρτύρητα και μίσησε τη γη ολάκερη, η Ρούλα που μαλλιοτραβιόνταν στο μπαλκόνι με τη μάνα της και είκοσι χρόνια αργότερα με το γιο της, η Διαμάντω, που έκρυβε με τα μακριά μαλλιά της τις γδαρμένες σάρκες της από τα νύχια του μετέπειτα συζύγου της και νυν σπουδαίου αντιδημάρχου (παραλλαγή μοιάζει αλλά συνδέεται). θα αποφύγω, ως θερμή ακόμη και καθόλου παιδική, την ενθύμηση της πενηντάχρονης Γαλάτειας με το φουντωτό μαλλί, δούλας γονέων και αδελφών, που είχε μάθει να λέει μόνον -Μάλιστα καθισμένη πειθήνια στις γωνίες και αδίκησε πανεύκολα και συνειδητά το μοναδικό ευεργέτη της.

ποτέ δεν πίστεψα πως συγχωρήθηκαν όλοι τούτοι οι ανιόντες.
μπορεί να αγαπήθηκαν γιατί ο ρόλος τους αγάπη εστί, όμως ούτε μια λέξη αγάπης δεν σας διηγήθηκα τελικά.

επί ξυρού ακμής

 

έπειτα κίνησε μονάχος μια βόλτα ερημική
τώρα που ο χρόνος λιγοστεύει
κι οι μέρες μεγαλώνουν όσο νάρθει πάλι το φθινόπωρο.
μπορεί και να προλάβει, υπάρχει η τύχη
και το στοίχημα συγκεχυμένο και θρασύ το έβαλε
με τον εαυτό του πρώτα κι ύστερα με το χρόνο.
τρανσβεστισμός για
να γράψει, να δέσει, να μιλήσει, να νιώσει, να αγαπήσει,
να αντέξει, να στηρίξει, να γκρεμίσει και να χτίσει,
τόσο πολύ ακόμα, ήταν πάντα του ακραίος.
βαδίζει στο σκοινί από τη μιαν άκρη της ζωής στην άλλη
γρήγορη ζιγκ ζαγκ γραμμή γι αυτόν μα συνεχόμενη ακόμα
δειλιάζει να τη σπάσει μη και χυθούν οι μισοτελειωμένες εκδρομές του νου
αυτή η αλήθεια που υποκρίνεται πως δεν υπάρχει.
στο μυαλό του συνωστίζονται άναρχα τα θέλω, τα μπορώ, τα νιώθω,
τα παίρνω, τα κρατώ, τα προχωρώ, τα προωθώ
κάθε τι ιεροτελεστία γίνεται, γάμος, χαρά, χαμός, απώλεια
όλα τα μεγαλώνει ακόμη κι από μικρούλες αφορμές
-ήταν ανέκαθεν καλός στον πολλαπλασιασμό-.
τις τελευταίες μέρες νέοι και γέροι από το έργο του πεθαίνουν αδιακρίτως.
χαμογελά που σκέφτεται διαταραχές της γραμμής, ωστόσο αναμενόμενες.
η δική του πώς θα σπάσει είναι το ζήτημα.
τότε θα γελάει που ευτυχώς δεν πρόλαβε να γεράσει.