ο μπακαλόγατος

σέβομαι τη μνήμη και τα παιχνίδια της, πολύ, που σε πετάνε μια από δω και μια από κει. υποθέτω ότι αν μπορούσε ο άνθρωπος να καλωδιώσει το μυαλό του και να καταγράψει σε λόγο τις σκέψεις του με την ταχύτητα που αυτές προκύπτουν, τότε πραγματικά θα φαινόταν ποιος είναι ο ήρεμος, ποιος είναι ο αδιάφορος, ποιος ζει, ποιος ζει επειδή ζει και ποιος οσονούπω μουρλαίνεται.

Γιώργος Δελημπανίδης.. ο Γιωργάκης που «έκοβε» το δάχτυλο του για να μου κάνει εντύπωση διπλώνοντας περίεργα τον αντίχειρα του ενός χεριού και το δείκτη του άλλου. που πήγαινε στο κυνήγι και έφερνε λαγό και η μαμά μου τον έκανε στιφάδο. από τότε δεν θυμάμαι να ξανάφαγα ποτέ λαγό στιφάδο. παράξενο φαινόταν στο παιδικό μυαλό μου που αυτό το όμορφο ζωάκι με τα μεγάλα αυτιά γινόταν φαγητό, μα δεν το συμπονούσα γιατί άλλο το ζωντανό, άλλο το μαγειρεμένο, δεν είναι το ίδιο λαγουδάκι. άσε εκείνο το μπέρδεμα με τα χρώματα. νόμιζα ότι τα λαγουδάκια ήταν άσπρα, γιατί άσπρα εικονίζονταν στα πασχαλιάτικα σκαλιστά, και πολύ απογοητεύτηκα όταν έμαθα αργότερα ότι οι λαγοί έχουν καφέ χρώμα. η μαμά μου συμπαθούσε πολύ το Γιωργάκη και τον κράτησε υπάλληλο στο μαγαζί αφότου πέθανε ο μπαμπάς μου το 1967, και μετά έφυγε ο Γιωργάκης, νομίζω ότι πήγε φαντάρος, τότε πήγαιναν φαντάροι μεγαλύτεροι από ό,τι πάνε τώρα.

ο Γιωργάκης μαζί με τον μπαμπά μου λοιπόν κουβαλούσαν μέσα τα σακιά από το πεζοδρόμιο, όταν ερχόταν η ώρα να κλείσει το μαγαζί μας στην οδό Βλάλη 12 στο Καπάνι, σηκώνοντάς τα βήμα-βήμα από κάτω, αδραγμένα από τα χείλη και στηριγμένα στον δεξιό μηρό, ενώ με το άλλο πόδι βημάτιζαν κουτσό μισό βήμα. μπορούσε να ήταν και πενήντα κιλά το κάθε σακί, μα τότε δεν ήξερα τί σημαίνει αυτό. τα σακιά ήταν τσουβάλια, από καφέ αραιοπλεγμένο σπάγγο, που τα μπάλωναν με τη σακορράφα. συμπαθούσα πολύ το τσουβάλι με τα ξερά κουκιά, γιατί στο σπίτι μας τα κουκιά ήταν απαγορευμένο είδος, ήτανε λέει δηλητηριώδη, και απορούσα γιατί οι άνθρωποι αγόραζαν χύμα κοφτά μακαρόνια, αφού υπήρχαν εκείνα τα ωραία γυαλιστερά μπλε πακέτα με τα μακρουλά μακαρόνια μέσα. τα σπαγγέτι εφευρέθηκαν πολύ αργότερα, τότε τα μακαρόνια ήταν χοντρά. τις αντιπαθητικές λέξεις κριθαράκι και μανέστρα στο μαγαζί μας τις πρωτοσυνάντησα. τα στοίβιαζαν τα τσουβάλια, κολλητά τα βαριά και πάνω τους τα πιο άδεια, και έμεναν σαράντα πόντοι διαδρομάκι ανάμεσα για να διασχίσουμε τα δυό μέτρα απόσταση από το τραπέζι-ταμείο ως τα μισοκατεβασμένα ρολά και να βγούμε στο πεζοδρόμιο.

το κατέβασμα των ρολών ήταν μεγάλη ιεροτελεστία. πρώτα μεταφέρονταν μέσα τα τσουβάλια. κατόπιν ένας από τους δύο κουβαλούσε από τη μπάντα τον ψηλό ξύλινο χοντρό στύλο που είχε στις δυο πλευρές μεταλλικό κανάλι για να κυλάει μέσα του το στόρι. στόρια τα λέγαμε τα ρολά από κυματιστή λαμαρίνα. ο στύλος αγκυρώνονταν στο πάνω μέρος του ανοίγματος και από κάτω ακριβώς και με ένα μακρύ άγκιστρο σαν αυτά που μαζεύουν τις τέντες, ο μπαμπάς μου άρπαζε το σιδερένιο θηλύκι από το κέντρο του στοριού και σχεδόν κρεμόταν από αυτό για να τραβήξει με το βάρος του το στόρι κάτω. ακουγόταν το τσίριγμα που αντιπαθούσα. εκεί είχα μάθει για την πίσσα που πασάλειβαν τους οδηγούς για να γλιστράνε. το αριστερό φύλλο είχε το μισό πάχος από το κεντρικό. κατά την αναχώρηση ένα λουκέτο έδενε το στόρι με το πάτωμα και ο μπαμπάς μου έβαζε τα κλειδιά στην τσέπη του.

ο Γιωργάκης ανέβαζε τα αποθηκευμένα σακιά από το υπόγειο, όπου ο μπαμπάς μου μου έλεγε ότι κατοικοέδρευε μία γάτα, ο μπακαλόγατος όπως την έλεγε. τη γάτα νομίζω είχα δει μία φορά και δεν ήταν ούτε ριγέ, ούτε πιτσιλωτή, ούτε μαύρη, ούτε άσπρη, νομίζω ότι ήταν κόκκινο με άσπρο και τώρα που το σκέφτομαι μάλλον περαστική θα ήταν, αλλιώς γιατί να ζει μια γάτα φυλακωμένη στο σκοτεινό υπόγειο;

πάνω από το μαγαζί, στο κέντρο της πρόσοψης, είχε μια ωραία ταμπέλα, ξύλινη ορθογώνια, που έγραφε «εδώδιμα – αποικιακά», πάνω «εδώδιμα» ημικυκλικά και κάτω, οριζόντια, «αποικιακά». θυμάμαι αμυδρά ένα χρώμα ώχρας στο φόντο και ένα επιτηδευμένο πλαίσιο μπλε ή πράσινο, νομίζω ότι είχε και κάτι βινιέτες δεξιά – αριστερά, αλλά δε θυμάμαι λεπτομέρειες γι’ αυτές. απορούσα πολύ με αυτές τις δύο λέξεις «εδώδιμα – αποικιακά». δεν καταλάβαινα καθόλου τι σημαίνουν, εγώ ήξερα ότι ο μπαμπάς μου ήταν παντοπώλης. δε λέγαμε τότε μπακάλης, ήταν κάπως ευτελής η λέξη και αφορούσε τα μικρά μαγαζάκια της γειτονιάς με τα πρώτα χρειαζούμενα. το μαγαζί του μπαμπά μου ήταν μεγάλο, ήταν κεντρικό, και σ’ αυτή την αγορά τότε το μοναδικό. η Έλλη μου έλεγε στο γραφείο ότι ψώνιζαν από εκεί και πήγαινε παρέα με την ψυχοκόρη τους, εκείνη για τα ψώνια, και η Έλλη για να δει τον μπαμπά μου, που πολύ της άρεσε γιατί ήταν πολύ όμορφος έλεγε και ευγενικός.

τα ζυμαρικά ήταν Μίσκο, γι’ αυτό και στο βάθος αριστερά ψηλά, τοποθετημένη λοξά, ήταν μία μεγάλη τενεκεδένια διαφημιστική πινακίδα με την έγχρωμη παράσταση του καλόγερου, που φεύγει από το μοναστήρι με το μουλάρι για να ψωνίσει και πίσω του κάποιος του φωνάζει: «Ακάκιε, τα μακαρόνια να είναι Μίσκο». γραμμένο, σαν κόμιξ. τί όνομα κι αυτό του καλόγερου! η μαμά μου εξηγούσε ότι δεν είχε κακία μέσα του. η καλογερική διαδρομή ήταν λοξή, από πάνω αριστερά προς τα κάτω δεξιά ο καλόγερος όδευε καβάλα στο μουλάρι και πίσω του το μοναστήρι, που είχε τείχη γύρω του και από κει πάνω έκανε ο άλλος καλόγερος την παραγγελιά σηκώνοντας ψηλά το χέρι. κίτρινο μοναστήρι, κίτρινη γη, γαλάζιος ουρανός, μαύροι καλογέροι.

πάνω από αυτή τη διαφήμιση βρισκόταν μία άλλη τενεκεδένια και έγχρωμη, τοποθετημένη κι αυτή λοξά. για πρώτη φορά μετά από τότε ξαναείδα ψηλές λοξές πινακίδες στην Αγιασοφιά στην Πόλη, διαφημιστικές και αυτές κατά μία έννοια. η δεύτερη πινακίδα εικόνιζε το υπερωκεάνειο «Βασίλισσα Φρειδερίκη». να υποθέσω ότι ήταν διαφήμιση του 1954, τότε που το υπερωκεάνειο ξαναπήρε το παρθενικό του όνομα.

ρωτούσα τι θα πει υπερωκεάνειο, δεν ήξεραν οι γονείς μου να μου ετυμολογήσουν τη λέξη, μα μου έλεγαν ότι ήταν ένα πολύ μεγάλο πλοίο που οι άνθρωποι πήγαιναν στην Αμερική και έπρεπε να είναι πολύ μεγάλο για να μπορεί να ταξιδέψει στον ωκεανό που είναι βαθιά και άγρια θάλασσα, και να μπορεί να φιλοξενεί πάρα πολλούς επιβάτες και πάρα πολλά τρόφιμα γιατί αυτό το ταξίδι διαρκούσε περίπου ένα μήνα, «29 ημέρες» εξειδίκευε η μαμά μου.

παρένθεση 1. το καφενείο: η μαμά μου συνήθως αναλάμβανε το ρόλο να μου λύνει τις απορίες, γιατί ο μπαμπάς μου δεν είχε ποτέ χρόνο και γιατί βρισκόταν στο σπίτι πάρα πολύ λίγο. τις λίγες ελεύθερες ώρες που είχε, τις καταχρώνταν εκείνο το άτιμο το καφενείο στην παραλία, το Μάζεστικ -έτσι το προφέραμε, πριν από μερικά χρόνια το λέγανε Θερμαϊκό-. θυμάμαι το μπαμπά μου να κάθεται στην δεξιά γωνία, κάτω από τον καθρέφτη, και ένα περιβάλλον γεμάτο καπνούς, εκείνους τους καπνούς που τον σκότωσαν μερικά χρόνια αργότερα. με τους φίλους του επιδίδονταν στο αρειμάνιο κάπνισμα, δύο πακέτα τουλάχιστον τη μέρα, νομίζω ήταν άσσος φίλτρο κασετίνα, μου άρεζε να μαζεύω τα μακρόστενα υπόλευκα χαρτάκια. εκεί, όταν περνούσαμε με τη μαμά μου για να πούμε ένα γεια στο μπαμπά ή για να τον πάρουμε να πάμε σπίτι, πάνω στο τραπέζι είχε κάτι αποδέλοιπα από ούζα και καμιά πράσινη ελιά στο μικρό πιατάκι. εκεί πρωτοείδα πράσινες ελιές. σε κάποια άλλα τραπέζια είχε πράσινες τσόχες, κάποιοι παίζανε χαρτιά και η μαμά μου μου έλεγε ότι είναι πολύ ευτυχισμένη που ο μπαμπάς δεν ασχολείται καθόλου με αυτό. ήταν ο μπαμπάς μου βέβαια που οι γνώσεις του έφταναν έως τη «μουτζούρα» για την «ξερή», που μου τα μάθανε όταν ήμουν μικρή -δεν τρελαινόμουν κιόλας-. κάποτε, αργά το απόγευμα, είχε γυρίσει ο μπαμπάς μου από το καφενείο, θα ήταν Κυριακή, πεθαμένος από την κούραση. η θάλασσα είχε βγει στη στεριά και προσπαθούσαν να μαζέψουν μέσα στο καφενείο την περιουσία του καφετζή, τα τραπέζια και τις καρέκλες που είχαν παρασυρθεί στο δρόμο και έπλεαν.

παρένθεση 2. ένας σεισμός: μου είχε κάνει εντύπωση η ιστορία με το ψάρεμα των καρεκλών, όπως μου είχε κάνει εντύπωση και το ότι μια μέρα, θα ήτανε γύρω στο 1960, όταν είχαμε γυρίσει με τη μαμά μου από το κομμωτήριο που πήγαινε, την κυρία Λίτσα στη γωνία Λεωφόρο Στρατού και Ζαλοκώστα στον πρώτο όροφο. ήτανε μια μέρα που έγινε ένας φοβερός σεισμός, ο κόσμος όλος ήταν στους δρόμους, και ο μπαμπάς μου γύρισε το μεσημέρι στο σπίτι από το μαγαζί, κουνώντας στο χέρι το διχτάκι που πολύ το χάζευα. τότε σε διχτάκια βάζαν τις προμήθειες για να τις μεταφέρουν. ήταν ελαφρύ, πλεγμένο με αφράτο νήμα και μεγάλα μάτια, του μπαμπά μου είχε λοξά καρό από μπλε και άσπρο νήμα. μέσα σ´ αυτό το διχτάκι εκείνο το μεσημέρι γυρνώντας κουβαλούσε ένα πακέτο κιμά και ένα μικυμάους για μένα. πρώτη φορά στη ζωή μου έπιασα στα χέρια μου μικυμάους τότε. όταν είχε μπει στο σπίτι, καθόμουν επάνω στο κρεβάτι τους και έπαιζα με ένα καφέ γυάλινο μπουκαλάκι σφιχτά βιδωμένο και γεμάτο μπαλάκια «νεφθαλίνης» και άκουγα τη μαμά μου από την κουζίνα να ωρύεται μη τολμήσω και το ξεβιδώσω. σιγά να μη το ξεβίδωνα, βρωμερή νεφθαλίνη, βρωμούσε όλο το σπίτι όταν ανοίγαμε την ντουλάπα.

κλείνουν οι παρενθέσεις: στο μαγαζί υπήρχε μια γκλαβανή που οδηγούσε στο πατάρι. δεν γνωρίζω αν ήταν ένας χώρος που ο μπαμπάς μου χρησιμοποιούσε, σίγουρα όμως δεν τον χρησιμοποιούσε κανένας άλλος ή γάτα. υπήρχε και μια ξύλινη γκλαβανή στο βάθος αριστερά κάτω, στη γωνία, που ένιωθα πολύ περίεργα όταν ο Γιωργάκης η ο μπαμπάς μου τη σήκωναν και κατέβαιναν από μια αιωρούμενη ξυλόσκαλα στο υπόγειο. εκείνο το υπόγειο που δεν κατέβηκα ποτέ, ανέδυε μια παράξενη μυρωδιά, δεν ήταν ακριβώς μούχλα, ήταν όμως μυρωδιά γης. το πάτωμα του μαγαζιού ήταν φτιαγμένο από χοντρά βρώμικα σανίδια, υλικό που εκεί πρωτοέβλεπα, γιατί δεν το είχαμε στο σπίτι μας, που τα πατώματα μας κάλυπταν ωραίοι μουσαμάδες. τα βρώμικα αυτά σανίδια αυτά τα ξαναβρήκα πάρα πολλά χρόνια αργότερα στο δωμάτιο του «ξενώνα» της εφορείας αρχαιοτήτων στην οδό Σωκράτους στην Κομοτηνή. είχα φροντίσει να τα ξύσουμε, να τα γυαλίσουμε και να ανθρωπέψουν, που κοιμόντανε τόσα χρόνια άνθρωποι εκεί μέσα για να μην πάνε στο ξενοδοχείο.

νύχτωνε -δεν ήταν χειμώνας γιατί δεν με κατέβαζε το χειμώνα ποτέ η μαμά μου στο Καπάνι, επομένως θα ηταν οχτώ, οχτώμισυ, γιατί τότε οχτώμισυ κλείναν τα μαγαζιά-, που είχαμε στρίψει τη γωνία στο Ραζή, υφάσματα πουλούσε αυτός, γωνία Βενιζέλου και Σολωμού, και κατευθυνόμασταν πιασμένες από το χέρι στο μαγαζί του μπαμπά. δεν έχω εικόνα πριν από το Ραζή. πώς φτάναμε ως εκεί; μάλλον με τη συγκοινωνία, περνούσε κοντά από το σπίτι μας το αστικό της Χαριλάου -δε μου έχει μείνει ακόμη καμιά εικόνα για το πώς επιστρέφαμε σπίτι μαζί με τον πατέρα, όμως ο μπαμπάς μου προτιμούσε τα ταξί για να μη μας ταλαιπωρεί, εκείνα τα ταξί τα τεράστια τα αμερικάνικα με τα φτερά έτοιμα να πετάξουν, που βλέπουμε στις ταινίες με τον Ρίζο ταξιτζή. δε θυμάμαι ποτέ τον μπαμπά μου πάνω σε αστικό-.

στρίβοντας από τη Σπανδωνή στη Βλάλη είδα τον ανθρωπάκο να κάθεται σε ένα σκαμνάκι στη γωνία, με ένα χάρτινο κουτί μπροστά του και πάνω αραδιασμένα καμιά δεκαριά πλαστικά παιχνιδάκια. ένα από αυτά είχε στα χέρια του και το κουνούσε, φωνάζοντας «Εδώ ο ποντικάς». τρελάθηκα από τη λαχτάρα μου να κρατήσω στα χέρια μου έναν ποντικά. ο άνθρωπος το ανεβοκατέβαζε μπροστά στα μάτια μου, αλλά δε με άφηνε να το ακουμπήσω, και δόστου και το έπαιζε κρατημένο από το λαστιχένιο του σχοινάκι πάνω-κάτω σα γιογιό. ζητούσα από τη μαμά μου απελπισμένα να μου το πάρει, μα αυτή έλεγε ότι δεν έχω χρήματα μαζί μου, και εγώ έκλαιγα και με άκουγε όλη γειτονιά, στο μεταξύ όμως τα μαγαζιά με τους νεωτερισμούς ήταν κιόλας κλειστά. στον σπαραγμό μου κάποια στιγμή αναγκάστηκε η μανούλα να δώσει διέξοδο: «πάμε στο μπαμπά» είπε, «και αν μας δώσει λεφτά να το πάρουμε, θα σου το πάρω». ευχαρίστως ο μπαμπάς της έδωσε τα χρήματα, μάλλον θα με είχε ακούσει που τσίριζα, με είχε μεγάλη αδυναμία κιόλας, και έτσι απόκτησα τον ποντικά. μπορεί να ήμουνα 6 χρονών.

να στη μνήμη μου και ο φίλος του μπαμπά μου ο Μητσπάιν, ο ψηλός, χοντρός, φαλακρός, με τη μακριά άσπρη ποδιά, που έστηνε τραπεζάκι με μεζέδες και ούζα μπροστά στο μαγαζί του με τυριά και αλλαντικά εκεί που σήμερα είναι το «Στου Μήτσου» (συνωνυμία), μπροστά στο «Σκεπαστό» -έτσι λεγόταν η αγορά στην πλατεία, απ´την πλευρά μας ήταν «οι ελιατζήδες», αυτοί δηλαδή που πουλούσαν ελιές-.

απέναντί μας στον όροφο τα «φύλλα κρούστας» με το στρωμένο με άσπρο κιτρινισμένο ύφασμα μεγάλο τραπέζι που γύρω-γύρω περπατούσαν και τυραννούσαν το φύλλο κάτι ασπροφορεμένοι με πασπαλισμένα από το σύννεφο του αλευριού πρόσωπα, και από κάτω του το μικρό καφενείο της αγοράς και ο καφετζής, ο Μπόζης.

ο Καραμουρτζούνης θα πάρει τη σειρά του άλλη μέρα.. το Ερμείον και ο Φωκάς θα ακολουθήσουν, ο Βιδάλης το ίδιο και .. βλέπουμε..

σημείωση: για το υπερωκεάνειο «Βασίλισσα Φρειδερίκη» βλ.: https://mlp-blo-g-spot.blogspot.com/2014/10/YKVassilissaFreiderikh.html. στις παρατιθέμενες στο εν λόγω αφιέρωμα φωτογραφίες δεν περιλαμβάνεται η έγχρωμη τενεκεδένια διαφήμιση.

ο πατέρας περίπου στα 1955
το μαγαζί περίπου στα 1950. η φωτογραφία αυτή πρέπει να τραβήχτηκε πριν τη δεύτερη μετακατοχική νομισματική μεταρρύθμιση. με δεδομένο ότι ο μπαμπάς μου είχε ήδη πριν αρραβωνιαστεί το 1952, παραλάβει την επιχείρηση από τον πατέρα του στο όνομά του, η εικονιζόμενη επιχείρηση ανήκε στον πατέρα του.
ο Ποντικάς. σώθηκε ο βλογημένος.. έστησα τα χαμένα πλαστικά γυαλιά του και τα μουστάκια του με σύρμα..