απατηλές καταστάσεις

η περίεργη αίσθηση. το απομυθοποιημένο. τυχαία η λέξη της ήρθε στο μυαλό? αισθάνεται περίεργα, έξω από τον εαυτό της. ένιωσε έναν τρόμο στιγμιαίο που την παρέλυσε. ζαλάδα και αδυναμία να ανασάνει. όπως τότε πριν ενάμισυ χρόνο, που ξυπνούσε τα βράδυα τρομαγμένη. ανασηκώθηκε και άναψε το φως για να διώξει τον εφιάλτη. μπορεί κιόλας ο νους της να είχε κοιμηθεί.

και θυμήθηκε τη νύχτα της προχθεσινής Tετάρτης. είχε γυρίσει νυσταγμένη και ψιλοβαριεστημένη από το σπίτι της Λίλας. την άδειαζαν οι επαφές μαζί της. το μόνο ενδιαφέρον ήταν τα δυο είδη μακαρονάδας. και τα μπισκότα και το παγωτό και τίποτε άλλο απολύτως. ξάπλωσε να κοιμηθεί. και τί περίεργη αίσθηση! καθώς κουβάριασε και αγκάλιασε το σεντόνι πάνω στο στήθος της, την πλημμύρισε η βεβαιότητα πως αγκάλιαζε το όμορφο κεφάλι του. αισθανόταν τη ζεστασιά του, το βάρος του, την απαλή επιδερμίδα του, τα φιλιά του στο στήθος της. σκέφτηκε πόσο ευτυχισμένη ήταν εκείνο το βράδυ. και αποκοιμήθηκε. ίσως μόνον κλάσματα του δευτερολέπτου. και τότε άκουσε το κουδούνισμα του τηλεφώνου ή μάλλον τη γένεση του κουδουνίσματος. κατόπιν το δυνατό ντριν από το μέσα τηλέφωνο και το γουργούρισμα της συσκευής δίπλα της. και έπειτα σιωπή. πετάχτηκε. άναψε το φως. κοίταξε το ρολόι: 4.00 το πρωί. ήταν σίγουρη πως ήταν εκείνος. έκλεισε το φως και κοιμήθηκε ευτυχισμένη. το άλλο πρωί ήταν βέβαιη ότι το ονειρεύτηκε. την πλησίασε το αγοράκι της. «τη νύχτα χτύπησε το τηλέφωνο μαμά. μόνο μια φορά».

Σάββατο 17 Aυγούστου 1991, 02:15

Υ.Γ. μία από τις δεκάδες μικρές ιστορίες ατομικής εξαπάτησης

έχω πολλά ντοσιέ με τέτοιες

όλα ένας μύθος με ημερομηνία λήξης δεν είναι τελικά;

μαύρο

άνθρωπος των χρωμάτων εγώ, έπεσα πάνω του τώρα δα μετά από πολλά χρόνια. όντας νέα με λαγαρή μνήμη, μπορούσα τότε να το απαγγέλω απέξω ως το στίχο «των βημάτων μου η τάξη». κάποιος αυτάρεσκος φίλος -μάλλον φίλα διακείμενος παροδικά παρά φίλος, ξεδιάλυνα μέσα μου αργότερα πόσο αλλαζών ήταν- κατοικούσε σε μικρό διαμέρισμα με σαλόνι στρωμένο με άσπρα και μαύρα πλακάκια σ´ εναλλασσόμενη τάξη. λίγα λεπτά πριν με είχε φέρει σε δύσκολη θέση, δεν ήταν δα και η πρώτη φορά, και με έπιασα να ξοδεύω την αμηχανία μου κοιτώντας το πλαστικό πάτωμα και μουρμουρίζοντας το ποίημα. στο «τάξη» σήκωσα τα μάτια μου αργά και τον κοίταξα. τον είδα να με κοιτάει με τα μάτια ολάνοιχτα και έκπληκτος αναφώνησε: «σώπααα, πού το ξέρεις εσύ αυτό;». η εικόνα γράφτηκε μέσα μου, ασπρόμαυρη, σκούραινε παραπάνω όσο περνούσε ο καιρός. αφότου αυτός απέθανε, η εικόνα πάγωσε στο χρώμα που είχε φτάσει..

Άσπρα και μαύρα πλακάκια,

σ΄εναλλασσόμενη τάξη,

την επαφή των βημάτων μου δέχονται.

Στο διορισμένο μου δάπεδο τούτο

παίζω σαν ένα παιδί,

προσπαθώντας μονάχα

στις λευκές να πατώ επιφάνειες.

Δύσκολη άσκηση, ακροβασία περίτεχνη.

Κάποτε χάνω του σώματος

την ισορροπία.

Κάποτε χάνω του πνεύματος τον υπολογισμό.

Και μπερδεύεται τότε

των βημάτων μου η τάξη.

Και πλανημένο το πέλμα μου,

παραπατάει στα μαύρα πλακάκια.

Πρέπει πάλι ν’ αρχίσω

απ’ την αρχή το παιχνίδι.

Πρέπει ν’ ασκήσω το πνεύμα μου

στην τέλεια ακροβασία.

Όμως αρχίζοντας πάλι και πάλι,

το αποσταμένο μου πνεύμα

περιδινείται σε ιλίγγου στροβίλισμα.

Και του δαπέδου ο ακίνητος δίσκος

περιστρέφεται μ’ ένταση.

Και των χρωμάτων συγχέεται

η εναλλασσόμενη τάξη.

Των αισθήσεων σύγχυση.

Κι όπως ένα παιδί,

που του χαλούν το παιχνίδι,

κι όπως ένα παιδί,

που η υπομονή του εξαντλείται,

τρέχω με πείσμα,

τσαλαπατώντας

του δαπέδου την τάξη.

Με το πέλμα σκουπίζω

τις γραμμές που χωρίζουν

τα λευκά και τα μαύρα πλακάκια.

Και ξαπλώνομαι χάμου,

με βουρκωμένο το πνεύμα μου,

και ραντίζω με δάκρυα

τη συντριμμένη μου πίστη.

Πόσο με κούρασε η επίμονη άσκηση.

Όμως τώρα πια βλέπω

φανερά τι σημαίνει

του δαπέδου το γύρισμα.

Τώρα βλέπω το νόημα

της συνουσίας των χρωμάτων. 

Γεώργιου Βαφόπουλου, Το δάπεδο (από τη συλλογή «Το δάπεδο και άλλα ποιήματα», 1951)

γκουρού

με απασχόλησε για λίγο η λέξη «γκουρού»

οι δημοσιογράφοι διαγκωνίζονται για τους τίτλους

χρησιμοποιούν ό,τι νομίζουν ότι θα κάνει εντύπωση

και συ το ίδιο κάνεις

πειράματα εντυπωσιασμού σίγουρος για το αποτέλεσμα

είναι γιατί σου αρέσει να μαζεύεις ευμενείς χαρακτηρισμούς

είναι γιατί μελετάς τις απαντήσεις στα ερωτήματα που θέτεις

εύστροφος πατάς δυνατά όπου σταθείς και το παίζεις τάχα μετριόφρων

λίγα τάχα γνωρίζεις μα ποτέ αρκετά

θαυμάζεις τους άλλους και χαμογελάς

μοιράζεις ζεστές χειραψίες και ακούς με προσοχή

ζεις σαν γόης που ανατροφοδοτείται μερικώς

από κάθε είδους μπράβο

ίσαμε να ολοκληρώσεις τους σχεδιασμούς σου

και στην άκρη περιμένει το υπόλοιπό σου

έτοιμο να με σπαράξει

μια βόλτα τέτοιες μέρες στη σακατεμένη αγορά του ´12

Διαμαντή Ολύμπιου, ένας δρόμος που καταλήγει στη Δωδεκαννήσου. τον παίρνω ανάποδα. φωτοτυπείο, είδη δώρων, χριστουγεννιάτικες αηδίες, ελληνικό πρατήριο σιγαρέττων Γεωργίου Μυρώνη αριστερά μου κλειστό, ζαχαρώδη ποτά Πολυχρόνη δεξιά μου κλειστό, αλλαντικά τυροκομικά Τάσος ανοιχτό, αποθήκη.. ζαχαρώδη ψιλικά Καπουσούζης ανοιχτό αριστερά μου, στη γωνία με την Ερνέστ Εμπράρ μαγαζί που πουλάει μπαχαρικά παλιό.. μια σκέψη περνάει αστραπιαία, νομίζω ότι θα ηθελα να δω να ξεπροβάλει από κει άντρας καλοντυμένος ψηλός, εξηνταρης, με μπεζ καμηλό παλτό, πλούσιος της εποχής… ποιας εποχής; κι αυτή εδώ η Φαράχ; μεταφερθήκαμε Ερνέστ Εμπράρ, τρέχα-γύρευε τί ήταν η Φαράχ που μεταφέρθηκε πιο κει. τζάμια, κρύσταλλα, καθρέφτες, πέφτω πάνω στη Βίκτωρος Ουγκώ των Λαδάδικων.. αυτή ζει, αλλοίμονο στους υπόλοιπους δρόμους.. η βόλτα μου σήμερα είναι διαδρομή που ´χα καιρό να κάνω.

πιάνω την Τσιμισκή για να γυρίσω σπίτι. γκρεμίζουν εκείνο το παράπηγμα με τα σουβλάκια τα βρώμικα ενός ανηψιού του μπαμπά μου. βασικά έχει καταρρεύσει από μόνο του. κι αυτό το διατηρητέο εδώ, κομμάτι παλιού οικήματος, που προσπάθησαν να φαίνονται οι νέες προσθήκες πάνω στην παλιά βάση και το μεταμόρφωσαν σε κομψή καφετερία; σήμερα κλειστό και έρημο. ακολουθεί το μεγάλο γιαπί, η πολυόροφη οικοδομή, γυμνή με τα μπετά, σχεδόν απέναντι από την Τράπεζα της Ελλάδος. αρχίζουν τα μαγαζιά με τα είδη γραφείου, μηχανές γραφείου, επιχειρηματικά δώρα, χαρτοπωλεία.. θυμάμαι τότε, που έψαχνα να βρω δώρο για τον Αναστάση, τέτοιο που να μην καρφώνομαι κιόλας.. το ίδιο αίσθημα μιας ζεστής αγωνίας με κυριεύει πάντα, όπως πάλι τώρα που μισόκλεισα τα μάτια μου. οι αναμνήσεις δηλώνουν παρούσες με επιτακτικό τρόπο και με όλα τα σέα τους και τα μέα τους, σαν που μυρίζουν οι ακακίες στην παιδική μου γειτονιά, κι ας μην υπάρχουν ακακίες πια.

είναι έντεκα και έντεκα λεπτά, πλησιάζει μεσημέρι. χρειάζεται θάρρος ν´ απλώσεις το χέρι για να ζητιανέψεις. όλο το βόρειο πεζοδρόμιο της Τσιμισκή είναι γεμάτο με νεαρές ζητιάνες που κρατούν από ένα μωρό στην αγκαλιά, βιομηχανία της μιζέριας, πόσο επικερδής άραγε αυτή τη στιγμή στο άδειο σχεδόν πεζοδρόμιο; θα έλεγα ότι κυριαρχούν οι μορφές των ζητιάνων. προηγουμένως ένας παππούς που στάθηκε μπροστά μου απότομα, εδώ μια μαντάμ, Πεινάο γράφει στο χαρτόνι, το ο με όμικρον, θα μπορούσε να ´ναι και της ηλικίας μου.. στη γωνία Βενιζέλου και Τσιμισκή ετοιμάζεται άλλο ένα φαγάδικο, όταν κοιτάζω προς τα πίσω, τα Γκούντις υπάρχουν ακόμα, Δευτέρα 3 Δεκεμβρίου του δώδεκα σήμερα.

ανεβαίνω την Κομνηνών απ´ το απέναντι πεζοδρόμιο των Λουλουδάδικων….. έχει κόσμο στη γωνία, ένα καφέ εδώ δεξιά με Βασιλέως Ηρακλείου. την παίρνω, το μαγαζί με τα ηλεκτρικά είδη πιο κει αναβοσβήνει τα χριστουγεννιάτικα φωτάκια για πούλημα. πριν λίγο καιρό ακόμη μπορούσα να μπαίνω στον Κοσμά και να ξοδεύω είκοσι εικοσπέντε ευρώ για ντελικατέσσεν, σήμερα δεν έχω μία. δεν είναι εποχή να ανοίξεις καινούργιο μαγαζί. όλα τα καινούργια μαγαζιά είναι νεκρά. αυτά που είναι εδώ από πάντα σαν να δουλεύουν κάπως.

είμαι σίγουρη ότι πιάσαμε πάτο. πιο πάτο δε γίνεται, μαζί να ζουν οι σκεπτόμενοι με τους άσκεφτους. όσοι σκέφτονται πριν ενεργήσουν γίναν περιθώριο με τις ευλογίες κομμάτων, πολιτικής και ασαφών αναζητήσεων, με στόχο μια καλύτερη ζωή με ρευστό περίγραμμα. από δω και πιο κάτω υπάρχουν μόνον οι άλλοι, μέχρι που να αναμίξει τον μπερδεμένο σακατεμένο εαυτό του ο καθένας με του διπλανού του και να εμέσει πικρά πνιγμένος στο σκατό του. μόνον τότε θα ζητήσει ανάσα. αλλά, γνωστό, η δημαγωγία χαρακτηρίζεται από γρήγορη και εντυπωσιακή άνοδο, αλλά και απότομη και θορυβώδη πτώση. η αλήθεια είναι η μοναδική μου λύση για όλα και καλού-κακού αποφεύγω την κόντρα με τα μέσα μου.

Δευτέρα 3 Δεκεμβρίου 2012, 11:11 π.μ.

ο ήχος στο κενό

ξημέρωσε Σάββατο 12 Ιανουαρίου σήμερα και η μέρα είχε κιόλας προχωρήσει όσο η Έλλη να εγκαταλείψει το κρεβάτι. σκεφτόταν με ταχύτητα και ανάκατα τα παρόντα και τα παρελθόντα, καθόλου μέλλοντα ανάμεσά τους, και, πριν πονοκεφαλιάσει, σηκώθηκε.

πολλούς μήνες τώρα καταγράφει σε λευκά φύλλα χαρτιού τις σκέψεις της ή γράφει γράμματα που δεν σκοπεύει ποτέ να επιδώσει ή μιλάει ψιθυριστά κάτω από το πάπλωμα σε κασέτες. καλές πολύ της είναι οι κασέτες, της επιτρέπουν να ανακαλεί από το ηχόχρωμα της φωνής της ακόμη και το αίσθημα που πλανάται στο δωμάτιο τη στιγμή που τις γράφει, τις μυρωδιές του σπιτιού και το φόβο μη την ακούσει κανείς να μονολογεί. τα χειρόγραφα μπορεί και νάναι προτιμότερα. βασικό τους μειονέκτημα πως το χέρι δεν προλαβαίνει τη σκέψη, βασικό τους πλεονέκτημα πως τα διαβάζει μόνον αυτή ως καλλιγράφος της …πρώτης μόνο σελίδας· όσο γράφει, τόσο η γραφή γίνεται επιτακτικά επισεσυρμένη και άτσαλη και οι αράδες αραιώνουν και πολλαπλασιάζουν απρόβλεπτα τον αριθμό των σελίδων.

επέστρεψε με ένα φλυτζάνι καφέ και κάθισε πάλι στο κρεβάτι της. άρχισε να γράφει έχοντας για στήριγμα των χαρτιών ένα καπάκι από μπάλσα με κινέζικη γραφή πάνω του, που αγνοεί τί περιγράφει. έξω ο ήλιος λάμπει και κάνει σχεδόν ζέστη, αλκυονίδες. θα πρέπει τελικά να αποφασίσει αν θέλει να ´ρθει γρήγορα η άνοιξη ή όχι. πριν λίγο καιρό θα έλεγε Τί κρίμα να μην μπορώ να γυρίσω το κουμπί και να τρέξει ο χρόνος, να γίνει Μάης· τώρα, σήμερα δηλαδή, δεν θέλει να πατήσει κανένα κουμπί για να φτάσει στο Μάη, το πολύ-πολύ το Μάρτη έχει κατά νου, όταν θέλει να ´ρθει γρήγορα η άνοιξη. σήμερα, μοιάζει να μη την ενοχλεί πια τίποτε ή σχεδόν τίποτε ή ίσως και να είναι ιδέα της και τώρα να την ενοχλούν τα πάντα περισσότερο από πρώτα, η ενόχληση όμως να έχει άλλο περίγραμμα, για τούτο και δεν την αναγνωρίζει ως τέτοια.

παράτησε το τηλέφωνο στην κρεβατοκάμαρά της. επειδή ξέρει πως δεν θα χτυπήσει, έχει πάψει να την κουβαλάει παντού. τόσοι μήνες από τον περασμένο Mάη είναι πολλοί για να μην έχει απεξαρτηθεί απ´ την ιδέα ότι θα χτυπήσει το τηλέφωνο. ξέρει πια πότε περίπου να περιμένει να χτυπήσει: αραιά και πού τη θυμούνται λίγες φίλες, σπανιότερα άλλοι τη θυμούνται για θέματα του γραφείου. εκείνος δεν τηλεφωνεί πια. η Έλλη αποφάσισε, λέει, πως είναι καλύτερα έτσι, και με τίποτε δεν επιδιώκει να είναι διαφορετικά. αλλαγή μέσα της ή συνειδητοποίηση της πραγματικότητας; μερικές φορές απορεί με τον εαυτό της που τον έχει για έξυπνο και έχει, λέει, και ισχυρό ένστικτο και διαίσθηση, απορεί πώς δεν τα καταφέρνει να διαγνώσει έγκαιρα καταστάσεις που φαίνονται με την πρώτη ματιά. δικαιολογείται που αρμενίζει στη θαλασσώδη βλακεία της λέγοντας πως είναι θέμα εσωτερικής της ανάγκης να βλέπει τα πράγματα όπως θα ήθελε να είναι. Αν δεν κυκλοφορούσαν τύποι σαν και μένα, το ψεύδος της ιστορίας δεν θα ‘βρισκε γη για να στεριώσει, παραδέχεται. εξαπατημένη λοιπόν από τα γεγονότα, και πάλι και ξανά, μπορεί ακόμη να χαμογελάει ενίοτε εις επίρρωσιν της άμετρης ατομικής της ηλιθιότητας.

μονόλογοι στο δωμάτιο ζαλίζουν τους ροζ τοίχους, ότι τάχα είναι σημαντικό να αποφασίσει επιτέλους πως δεν είναι απελευθερωμένη και να κάνει μια προσπάθεια ακόμη να λυτρωθεί. Αν όμως, λέει έτσι για πλάκα που εικονογραφεί τους ενδόμυχους φόβους της, Βρεθώ κάποια στιγμή στ’ αλήθεια ελευθερωμένη, τότε τί θα κάνω; θα ´ναι χειρότερα από πρώτα αντί καλύτερα που επιδιώκω να είναι; θα μπω στο περιθώριο περισσότερο τότε; το πολύ κακό για μένα έγινε τότε που πίστεψα πως ανάμεσα στο άσπρο και το μαύρο υπάρχουν άπειροι τόνοι του γκρίζου κλπ., κι όλοι λένε ότι έτσι είναι κλπ., μπορεί να μη ζω στην κατάλληλη εποχή κλπ., υπάρχει και ο επιφανειακός τρόπος του ζην κλπ..

και.. στο κάτω-κάτω της γραφής θυμάται πάντα την επιτυχημένη ανερχόμενη 32χρονη ασχημούλα δημοσιογράφο που κουντούρντισε από τον 6ο όροφο και τότε νομίζει, ασθμαίνοντας, πως βλέπει το πλακοστρωμένο πεζοδρόμιο να ´ρχεται κατά πάνω της και ιδρώνει. τα χάπια είναι σίγουρα ανώτερη ιδέα, σε απαλλάσσει κι από την ασχήμια της μορφής, σου δίνει βέβαια τον ελάχιστο, πιθανά άχρηστο, χρόνο ν´ αποφασίσεις ότι έσφαλες κι έτσι πρέπει να τα μασήσεις αποφασιστικά όλα μαζί αφού προηγουμένως έχεις ζαλιστεί με τρία-τέσσερα ποτήρια και έχεις μπει στο χορό της αναχώρησης. μετά θα πιεις μισό μόνον ποτήρι νερό, μετά θα κοιμηθείς, ένα –ένα τα όργανά σου θα πάψουν να λειτουργούν, τότε δεν θα το ξέρεις. το μυστικό της επιτυχίας είναι να μη σηκώσεις ως τότε το τηλέφωνο, που ως τώρα χτυπούσε αριά και πού, με την ελπίδα ότι στην άλλη άκρη βρίσκεται η μόνη λύση που νομίζεις πως έχεις για να συνεχίσεις να ζεις. το πιθανότερο είναι πως θα τύχει να είναι κάποια φίλη σου που θα ακούσει τη φωνή σου περίεργη και θα σπεύσει. άλλωστε η μόνη σου λύση χρησιμοποιεί σπάνια τα τηλέφωνα, καθόλου τα σαββατοκύριακα, και σίγουρα δεν θα έχει τις δικές σου προσδοκίες ώστε να παραβαίνει τις αρχές του. και μετά, αν δηλαδή στο μεταξύ έχεις κοιμηθεί και δεν ακούς πια κουδουνίσματα τηλεφώνων, θα βρεθείς ατυχώς στο θάλαμο της εντατικής εφημερεύοντος νοσοκομείου. τρεις άντρες θα σε αρπάξουν και θα σε ξεγυμνώσουν με απίστευτη ταχύτητα, ευτυχώς κάτω από το πράσινο σεντόνι. το λάστιχο θα μπει στη μύτη σου και θα σου ζητήσουν γλυκά και επιτακτικά να το καταπιείς. μια σύριγγα γεμάτη με μαύρο αντίδοτο θα αδειάσει από το λάστιχο στο στομάχι σου. άλλη θα τρυπήσει τη φλέβα στο αριστερό σου χέρι. θα νομίζεις πως ονειρεύεσαι. τότε θ´ αρχίσει να βγαίνει από το λάστιχο μαύρο και ροζ υγρό. έχουν ωραίο χρώμα τα χάπια. μετά στα αριστερά σου θα αναγνωρίσεις τον Ηρακλή που θα σε κοιτάζει καλοσυνάτα, όπως όταν τον συναντάς από τότε και μετά στο λεωφορείο και σου καλομιλάει. μετά για πολλές ώρες θα κοιμάσαι και όταν ξυπνάς για λίγο, σαν σε όνειρο θα νιώθεις πως είσαι δεμένη στο κρεβάτι και στα όργανα πάνω από το κεφάλι σου και θα ακούς το χτύπο της καρδιάς σου με ηλεκτρονική φωνή. αριστερά σου θα είναι ο διάδρομος, θα κυκλοφορούν σιωπηλά πρασινοφορεμένοι από την κορυφή ως τα νύχια, η φίλη που σε έσωσε θα έρχεται κρατώντας ξερά λουλούδια και φορώντας αποστειρωμένη πράσινη ποδιά. στο κρεβάτι δεξιά σου θα δεις το παχουλό χέρι μιας κυρίας με περιποιημένα κόκκινα νύχια. κάποια γυναίκα με άσχημα δόντια θα καθίσει στα πόδια του κρεβατιού σου και θα σου πει: Γιατί βρε κορίτσι μου; Την βλέπεις; Αυτή πεθαίνει. και εσύ θα σκεφτείς: Α την τυχερή.. για μέρες θα κοιμάσαι χωρίς όνειρα στο κρεβάτι του πιο ήσυχου θαλάμου της πτέρυγας. μόνον το πρωί της Κυριακής θα νιώσεις τη μόνη ελπίδα σου να σου αγγίζει το δεξί χέρι με το δροσερό του χέρι και να σου λέει χαμογελαστά: Τι ήταν αυτό που έκανες κουτό κορίτσι; θα θυμάσαι πάντα αυτό το δροσερό χέρι κάθε φορά που κάνεις χειραψία με ένα οποιοδήποτε δροσερό χέρι. και έξω θα είναι ηλιόλουστη η μέρα. και δεν θα ξέρεις πόση ώρα έχει περάσει από την ώρα που μπήκε, γιατί δεν αποκατέστησες ακόμη το χρόνο μέσα σου. και τις επόμενες μέρες θα τον περιμένεις και θα ‘ρθει μόνον μια φορά, με κρύο, εξήμισυ το πρωί σου είπε ότι είναι. μέρες θα περάσουν πολλές, κανένας δεν θα κάνει συμφωνία μαζί σου για το πότε θα φύγεις. στο θάλαμό σου θα γνωρίσεις τη γιαγιά που δεν είχες ποτέ σου, μια μικροκαμωμένη γριούλα με νεφρική ανεπάρκεια στο διπλανό κρεβάτι, που δεν θα ξέρει καλά-καλά να μιλάει ελληνικά. θα λάμπουν τα μάτια της και τα σκουλαρίκια στ’ αφτιά της. θα ζυγίζει τριανταπέντε κιλά. μια μέρα θα την πάρεις αγκαλιά, θα τη σηκώσεις ψηλά και θα χορέψεις μαζί της ταγκό. μαζί σας θα χορεύει η σεμνότυφη κατηχητικού καν-καν αποκαλύπτοντας το μπούτι πίσω από την τραβηγμένη διπλή κουρτίνα της μπαλκονόπορτας, μπροστά στο κρεβάτι της πεθεράς της, που μέρες τώρα αναχωρεί μεθοδικά από τον κόσμο τούτο. εσύ θα ξέρεις πως η γιαγιά σου όλα τα καταλαβαίνει. είναι ο μόνος άνθρωπος που ξέρεις πως καταλαβαίνει τόσο καλά χωρίς να μιλά. θα σε παρατηρεί σιωπηλή καθώς γράφεις τις σκέψεις σου στο χαρτί, προσπαθώντας να ξεμπερδέψεις τους κόμπους μέσα σου και χρησιμοποιώντας το φως που βγαίνει από το φωτιστικό πάνω από το κρεβάτι της. δεν θα μπορεί να κοιμηθεί με το φως. τότε θα ανεβεί πάνω από τις κουβέρτες και θα κουλουριαστεί στα πόδια του κρεβατιού για να το αποφύγει. θα σηκωθείς και θα την αγκαλιάσεις και αυτή θα σου χαϊδεύει τα μαλλιά λέγοντας: Ξέρω παιδί μου. την άλλη μέρα θα βγεις. η γιαγιά θα σε φιλήσει καθώς νομίζει πως κοιμάσαι, γιατί φεύγει και κείνη πριν από σένα. εσύ θα έχεις κρυφτεί κάτω από το σεντόνι για να αποφύγεις τους αποχαιρετισμούς. και θα νιώσεις το φιλί στο μέτωπο που εξέχει. κάποια από τις επόμενες νύχτες θα βρεθείς πάλι εκεί στο θάλαμο 15 παρέα με την ελπίδα σου, να λες αμήχανα αστεία. η γιαγιά σου ξαναγύρισε και θα είναι πάντα εκεί ή στο χωριό της Φλώρινας για να σε καταλαβαίνει. από τότε θα τη συνοδεύεις συχνά στην αιμοκάθαρση και θα κάθεσαι μαζί της όσο σε χρειάζεται, δηλαδή συνέχεια.

η Έλλη γράφει: είναι λύτρωση να γράφεις. κρίμα που δεν μπορώ να απομονωθώ όπως θα ήθελα. οι θόρυβοι του σπιτιού με ενοχλούν και δυσκολεύομαι να μονολογήσω. επειδή συχνά ξεχνιέμαι και διατυπώνω τις σκέψεις μου δυνατά, θυμάμαι πόσο μου λείπει που δεν ζω μόνη πια. έχει βέβαια και τα ωφελήματά της η συγκατοίκηση με τη μητέρα: βρίσκεις το φαγητό έτοιμο και το σπίτι λίγο συμμαζεμένο. και μπορείς να αφήσεις και καμιά παραγγελία. τώρα η μητέρα μιλάει λιγότερο, κατάλαβε πως δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε σε τίποτε πια. έπαψα από πολλά χρόνια να αισθάνομαι φιλικά γι αυτήν. πάντα ένιωθα πως και κείνη δεν μπορούσε να νιώσει φιλία για μένα, πάντα υπονόμευε τις πράξεις και τα αισθήματά μου. αναλογίζομαι πολλές φορές πώς θα ήταν η ζωή μου χωρίς τις επεμβάσεις της. Αν ποτέ μου είχε δικαιολογήσει τις πράξεις μου θα ήταν καλύτερα, θα ζούσαμε πιο εύκολα, ίσως δεν πεισμάτωνα. δεν ξέρω πώς, το πείσμα της κόντρας με έθρεψε και με ανάθρεψε. μπορεί να ‘ταν κιόλας όλα διαφορετικά αν δεν θεωρούσα αναγκαία την κόντρα. το πιθανότερο είναι πως θα αρκούμουν σε πιο λίγα πράγματα από αυτά που τώρα απαιτώ. και τι θα γινότανε σάμπως; μήπως τώρα δεν κρίνω πως οι περισσότεροι είναι ευχαριστημένοι με λιγότερα πράγματα από ό,τι εγώ; είναι μια απλή ευτυχία αυτό, μια υπαρκτή και ζώσα ευτυχία. η δική μου ευτυχία παρέμεινε ουτοπία. έτσι μου φαίνεται, μα μπορεί και να απατώμαι. κι όμως όλα θα ήταν τόσο απλά σε ένα ερημονήσι.. πόσες φορές δεν σκέφτηκα αυτό το ερημονήσι.. να γινότανε ακόμη και να το σκηνοθετούσα. θα πλήρωνα με όσα λεφτά έχω ένα βαρκάρη να με βουλιάξει μαζί με κείνον που δεν ξέρει να βλέπει -δεν σκέφτηκα τι θα έκανα με το βαρκάρη, ας εύρισκε αυτός τη λύση της επιστροφής του-. έπειτα θα μάθαινα να επιβιώνω. αυτός γνωρίζει τα φύση, κολυμπάει σίγουρα και για την επιβίωση το μυαλό του θα έπαιρνε στροφές, τόσες στροφές όσες παίρνει όταν είναι να ασχοληθεί με την επισκευή του αυτοκινήτου του ή με τις κατασκευές του τις χιλιάδες που καταπιάνεται όλη μέρα χωρίς πρόγραμμα από δω κι από κει, και χωρίς βέβαια να ασχολείται με τις πιθανές συνέπειες της ανύπαρκτης συμπεριφοράς του. έπειτα στο ερημονήσι θα με φρόντιζε γιατί θα είχε την ανάγκη της συντροφιάς μου και της παρηγοριάς μου. θα με είχε επιτέλους ανάγκη. θα με φρόντιζε όπως ποτέ δε με φρόντισε, επειδή θα ένιωθε πως πρέπει να αντιμετωπίσει την κατάσταση μια που έτσι του έλαχε. θα δεχόταν την αλήθεια μοιρολατρικά κι όλο θα ‘λεγε: Και τώρα τι θ’ απογίνουμε; Με περιμένουν τόσες δουλειές… η χήρα του πίσω θα είχε κιόλας σταυροκοπηθεί που γλύτωσε τόσο εύκολα από αυτόν. καλύτερα χήρα από το να τον παρατήσεις, τη χήρα δεν τη μέμφονται. οι ελπίδες που έθρεψε τα παρελθόντα χρόνια και πολύ περισσότερο τώρα που αγνοείται η τύχη του, τις νύχτες στα όνειρά της και τις μέρες μπροστά στο νεροχύτη και τη σκάφη και το φλιτζάνι του καφέ, θα ξανεμισθούν μόλις ο ναυαγός επανακάμψει. αδύνατον αυτός να καταλάβει τι θα σημαίνει η έκφραση που θα παγώσει στο πρόσωπό της. θα τη θεωρήσει έκπληξη καθώς αυτή θα χαμογελάσει στο τέλος, νιώθοντας πως κάτι πρέπει να κάνει παραπάνω από το να στέκεται εκεί αμήχανη με τεντωμένα τα δάχτυλα του δεξιού χεριού μπροστά στο ανοιχτό της στόμα. αλήθεια, τι το θέλω το ερημονήσι; για να παραπλανηθούμε όλοι μας περισσότερο; να ξεριζωθούν τα ερημονήσια για να μάθουμε να ζούμε με όσα μας πονάνε και να πιστέψουμε πως η μόνη ευτυχία είναι να μπορούμε να λέμε και όχι.

η Έλλη περιγράφει: οι αδύναμοι χαρακτήρες έχουν πολλές όψεις: του φοβιτσιάρη, του ονειροπόλου, του φαντασιόπληκτου, αυτού που ονειρεύεται έναν καλύτερο ουτοπικό κόσμο και αρνείται να δει τι έχει στα χέρια του. όλες αυτές τις πλευρές του ενός και των πολλών τις έχει ο μικρός ανόητος, ο ωραίος αδιάφορος, και τις πλασάρει σαν χαρίσματα, εκ θεού δώρα, στα κορόιδα σαν και μένα. και τα κορόιδα σαν και μένα γίνονται συνένοχοι στο ανώριμο παιχνίδι του γιατί τους παγίδεψε με την ερωτική του φύση και φαντάστηκαν πως επιτέλους η αγνότητα κατέφθασε. δεν χρειάζεται να γυρίσουμε στα σπήλαια και τα γδαρμένα τομάρια για να ξαναβρούμε την παρθενικότητά μας, όλα τα αγαθά γύρω μας ξεχύνονται και τα αγγίζουμε και εμείς κερδίσαμε τη βασιλεία των ουρανών. ποιος μπόρεσε να σκεφτεί έγκαιρα πως η αγνότητα παραμένει στο συρτάρι για να τη θυμόμαστε μόνον όταν θέλουμε να κάνουμε κήρυγμα; ποιος μπόρεσε να νοιαστεί έγκαιρα τον εαυτό του πριν αυτός παγιδευτεί σε ζαχαρωμένους εφιάλτες; ποιος προστάτεψε στην ώρα του το σώμα του από το άγγιγμα που ξετρελαίνει και που δεν σου αφήνει, νομίζεις, περιθώρια να επιβιώσεις διαφορετικά; και γίνεσαι τότε ένα με τους πολλούς και απορείς πώς εξαπατήθηκες έτσι εσύ, που λιώνεις την πέτρα και βγάζεις ζουμί. συνειδητοποίησες την αδυναμία σου την ώρα που έφτιαχνες αυγολέμονο για τα γεμιστά κολοκυθάκια ένα μεσημέρι περιμένοντάς τον και υποτάχτηκες στη μοίρα σου, για να οδηγηθείς στην καταστροφή σου. και καταλήγεις τώρα να μέμφεσαι τον εαυτό σου γιατί τον παράκουσες και δεν λυπήθηκες να τον εξαναγκάσεις να περιπλανηθεί στο ανύπαρκτο δάσος που έκρυβε την παιδοκτόνο μάγισσα.

κάποιοι Έλλη για να σε παρηγορήσουν λένε πως πρέπει να χαίρεσαι για την ευχαρίστηση που άντλησες, ακόμη και αν η αφετηρία της ήταν φάντασμα των προσδοκιών σου. σου θυμίζουν πως το άγγιγμα του δροσερού χεριού το ξημέρωμα ήταν αυτό που σε βοήθησε να ξυπνήσεις για τα καλά και πως σε συντήρησε το όνειρο της παρουσίας του. Μου φαίνεται αφέλεια, λες. Δεν αρνούμαι να σκεφτώ την ομορφιά και ξέρω να είμαι ευγνώμων. μόνο με το σεισμό ασχολούμαι και προσπαθώ να κατευθυνθώ στο τοπίο με τις λιγότερες δονήσεις. και οι ίδιοι που δοκιμάζουν να μου πουν πως με καταλαβαίνουν, παραπαίουν χειρότερα από εμένα ψάχνοντας να συνδυάσουν το όνειρο με το θάμα, χωρίς να αναγνωρίζουν το σχήμα του. η δικαιολογία είναι μία: καλύτερα το τίποτε το δικό τους από το ένα δεύτερο το δικό μου, αναμένοντας το όλο. και όταν ρωτάω αν είναι καλύτερο το τίποτε από το όλο, τότε ομολογούν πως το όλο είναι προτιμότερο.

Μα εγώ παραδέχτηκα πια πως το όλο δεν υπάρχει, πως το τίποτε πρέπει να εξοβελιστεί και πως το μισό είναι η πιο σίγουρη πεπατημένη. και φέρνω το παράδειγμα της πλειονότητας. όλοι οι ευνοημένοι της τύχης ζουν οπωσδήποτε με το μισό. το όλο αεροβατεί στον φανταστικό κόσμο του Ρουώ και του υπό ανάπτυξη κινηματογράφου και το τίποτε είναι επιλογή των απροσάρμοστων. ας διχάσουμε λοιπόν τα πράγματα. δεν χρειάζεται να τα κατατμήσουμε σε περισσότερα από δύο τεμάχια: από τη μια πλευρά βάζουμε το άγγιγμα που ξετρελαίνει, όμως τώρα σου αφήνει περιθώρια να ζήσεις, και από την άλλη την ηρεμία και γαλήνη που μπορούν να σου προσφερθούν μονόπαντα. αφού υπήρξε εδώ μονόπλευρη αφοσίωση, τότε και για τους άλλους υπάρχει. δέξου την όπως έρχεται. όπως κάνει και κείνος, ο έξυπνος ανόητος. και δέξου και το άγγιγμα που ξετρελαίνει, όπως έρχεται κι αυτό. δυο μονόδρομοι που γίνονται αμφίδρομος. κι όμως φοβάμαι πως και έτσι να νομίζεις, πάλι μπορεί να μπλεχτείς μέσα στο ίδιο σου το ψέμα, δηλαδή να νομίσεις πως μπορείς να ζήσεις διαχωρίζοντας τον έρωτα από την γαλήνια σχέση, έστω και βασισμένη στην μονομερή προσπάθεια της άλλης πλευράς. και να δοκιμάσεις να βαδίσεις στο δρόμο αυτό μια και έχεις υποτίθεται πιστέψει για τα καλά πως ανήκεις στο μέσο όρο των αναζητούντων που θεωρείς ευτυχείς και τυχερούς που πρόλαβαν να διαχωρίσουν τις απαιτήσεις τους σε δύο κανάλια. και καθώς έχεις πάρει την τελική ευθεία, τότε…. νάτη μπροστά σου η αλήθεια: δεν άλλαξες, σου φάνηκε ότι άλλαξες, και δεν μπορείς να μοιράσεις τα πράγματα, γιατί είναι αλληλένδετα σαν σιαμαία. και να πάλι, ζητάς τη γαλήνη μέσα από τον έρωτα και τον έρωτα μέσα από τη γαλήνη. και τότε μπροστά σου στέκεται ο φαύλος κύκλος που σε έμπλεξε η ρομαντική ανατροφή σου. σε ανάθρεψαν να περιμένεις να σου συμβούν όλα όμορφα και συ τα βράδια πριν κοιμηθείς, έφτιαχνες ατέλειωτα ερωτικά σενάρια με φανταστικούς πρωταγωνιστές επιλέγοντας γι αυτούς αγαπημένα σου ονόματα. η όμορφη ιστορία τους συνεχιζόταν κάθε βράδυ από το σημείο όπου το προηγούμενο βράδυ είχε σταματήσει. σήμερα δεν θυμάσαι τίποτε από τις ιστορίες που έφτιαχνες πριν κοιμηθείς, παρά μόνον ότι σου προκαλούσαν ρίγη συγκίνησης και πολλά δάκρυα στα μάτια. και τα παγωμένα κάγκελα του κρεβατιού σου θυμάσαι, που σου προκαλούσαν πόνους στα πόδια.

σκέφτηκα πως δεν θ´απαλλαγώ αν πρώτα δεν δυσθυμήσω

αρκεί σερί να το πάρω για να βγει

πορεία απαραίτητη

κι αν δύσκολο φανεί που στο χαρίζω

σε διαβεβαιώ πως δεν υπάρχει μεγαλύτερος απατεώνας από μένα

και θα σου το αποδείξω αμέσως

τώρα θα δεις το μέσα σου να βγαίνει έξω για χάρη μου

αφιερωμένο στην Αναστασία Μουράτογλου

φωτιά ή delete;

παλιά ήταν πιο εύκολη η χαρτούρα

τη μάζευες σ´ένα ντοσιέ μαύρο κατά προτίμησιν

χοντρό κουτί που ασφάλιζε με λάστιχα

ή άλλο με μεταλλικές θηλειές και ελατήρια που γρήγορα χαλούσαν

χρειαζόσουν και κείνον τον σιδερένιο διακορευτή

που για δυο τρύπες όλο κι όλο σε στάνταρ αποστάσεις

φορτωνόσουν ένα βαρύ μάλλον ογκώδες εργαλείο

μικρά μεγάλα λευκά χρωματιστά χαρτιά

κόλλες γραφομηχανής αψεγάδιαστες

ή οι ανάποδες των χρησιμοποιημένων

μα και χαρτοπετσέτες σ´όλα τα χρώματα

κουρέλια σκισμένα με το χέρι ή τυπικά Α4 ή Α8

με μολύβι και μελάνι

καμιά φορά με χρώματα από ξυλομπογιές

ή από κείνους τους περίεργους στυλούς

με το γαλάζιο πράσινο και κόκκινο

που τέλειωνε πρώτα το γαλάζιο

και το πράσινο άντεχε

μέχρι να πρασινίσουν οριστικά οι σελίδες σου

γράμματα πλαγιαστά ή ίσια

τρελλαμένα ή τακτικά

μικρά ή κεφαλαία

με τόνους ή χωρίς

περισπωμένη που έμοιαζε μάλλον με βαρεία

μουτζούρες και συμπληρώσεις στα περιθώρια

και χι αβέρτα μικρά και μεγάλα

για συχνές ακυρώσεις και διαγραφές

χι από κείνα που η μύτη έγδερνε το χαρτί

από το πάθος της ακύρωσης που σε κατείχε

μπρος και πίσω γραμμένα φύλλα

που έπρεπε να αριθμείς σελίδες μήπως χάσεις τη σειρά

κι οι τόσες σημειώσεις άτακτες

καταντημένες δυσανάγνωστες καμιά φορά κι επίτηδες

από έναν αδικαιολόγητο φόβο των άλλων

τί θα σκεφτούν για σένα όταν θάχεις πεθάνει και τα βρουν

ό,τι και να σκεφτούν θα το ερμηνεύσουν με βάση τον εαυτό τους

γλυτωμός δεν υπάρχει από τον εαυτό του καθενός

εξάλλου ευανάγνωστοι τύποι δεν υπάρχουν

κακοερμηνευμένοι είμαστε όλοι

συμπεραίνω ότι όλες οι μεταθανάτιες εικόνες πάσχουν

μόνον ο εικονιζόμενος όμως το γνώριζε

γι αυτό άσκοπο είναι να κάψεις τη χαρτούρα

καλικάντζαροι

όταν ήμουν μικρή, κάθε νύχτα Θεοφανείων περίμενα πώς και πώς να καταφτάσει στους αρμένηδες γείτονες η χορωδία της εκκλησίας τους για να ψάλλει με αγγελικές φωνές τα κάλαντα. δεν καταλάβαινα γιατί η μαμά μου τα έλεγε κάλαντα, κάπως με τα Χριστούγεννα μου τα μπέρδευε, αλλά δεν μου είχε πει ποτέ καθαρά ότι την επομένη, 7 Ιανουαρίου, είναι Χριστούγεννα για πολλούς ανθρώπους πάνω στη γη.

έτσι, αφού για πολλούς ανθρώπους στη γη τα Χριστούγεννα δεν ήρθαν ακόμη και για πολλούς άλλους έρχονται τα Φώτα, συμπέρασμα: είμαστε ακόμη για τα καλά στις γιορτές, εμείς οι του νέου ημερολογίου διανύουμε το Δωδεκαήμερο, οπότε σκέφτηκα να σας γράψω μερικά που αναφέρονται σε έναν φοβερό κύριο των ημερών αυτών, τον Κάλχα ή Κάλκα, και σε μερικά άλλα συναφή με τα έργα και τις ημέρες του. τα κατέγραψε η μητέρα μου για να μην ξεχαστούν. κράτησα τη ροή του λόγου σχεδόν όπως είναι διατυπωμένη από την ίδια στο χαρτί, κανα δυό παρενθέσεις και μερικά κόμματα δικά μου είναι. μου λείπει η μαμά μου και μετανιώνω πολύ που όλο γκρίνιαζα όταν άρχιζε να μου λέει ιστορίες, δεν ήθελα να ακούω, έλεγα ότι είχα μεγαλώσει, και αργότερα που είχα μεγαλώσει πιο πολύ, τότε ήταν που τίποτε δεν ήθελα να ακούω, και αυτή είδε-απόειδε και μου τα έγραψε. η μαμά μου καταγόταν από το Πελλαδάρι της Προύσας, γεννήθηκε το 1925 στο Τσινάρι εδώ, στην οδό Στρυμώνος, αυτά όμως που γράφει ήταν έθιμα Πελλαδαρινά και γίνονταν στην Καρατζόβα, στη Φούστανη, όπου έζησε τα παιδικά της χρόνια και είναι θαμμένη.

«Όταν γεννιέται ο Χριστός μαζί γεννιούνται και οι καλικάντζαροι, τα απαίσια όντα της γης. Λένε πως ξεπηδάνε από τα βάθη της γης ροκανίζοντας ένα δέντρο. Αυτά είναι για να κάνουν όλο ζαβολιές, και οι άνθρωποι τα φοβούνται. Όλο μπαίνουν στα σπίτια, έτσι επίστευαν, από το τζάκι, μέσα από την καμινάδα του, επάνω από τα κεραμίδια των σπιτιών. Όταν μπαίνουν μέσα στο σπίτι όλα τα ανακατεύουν και η νοικοκυρά την άλλη μέρα τα βρίσκει όλα αναποδογυρισμένα, στο σαλόνι, στην κουζίνα και παντού. Κάποτε κάθονταν στο τζάκι ή γυναίκα του καντή, στα τούρκικα κατής ήταν ο δικαστής. Και ακούστηκε μια φωνή επάνω από το τζάκι και της λέγει «καντήνα.. παστουρμά γέρμισι; (στα τούρκικα τρως)» και η καντήνα απάντησε «γέριμ, γέριμ (τρώω, τρώω)» και ο καλικάντζαρος τότε της έριξε από την καμινάδα ένα κεραμίδι (το κεραμίδι με το μέγεθος και το χρώμα του μοιάζει με ένα κομμάτι παστουρμά). Οι καλικάντζαροι πάνε παρέες, παρέες, και έχουν αρχηγό τους τον μεγάλο καλικάντζαρο, τον «Κάλχα».

Τα Χριστούγεννα φτιάχναμε κουραμπιέδες, μελομακάρονα, που τα ονόμαζαν κρασάτα, και τσουρέκια. Ο καλικάντζαρος χτυπούσε ξημερώματα με ένα ξύλο τις πόρτες για να του ανοίξουν. Οι νοικοκυρές για να απαλλαχτούν από αυτά όλα που συνέβαιναν, έκαναν τα εξής: έβαζαν την νύχτα έξω από την πόρτα τους ένα σιταρικό, δηλαδή ένα κόσκινο που κοσκινίζουν το σιτάρι, και έλεγαν: «μέτρα Κάλκα κόσκινο, τρύπες κοκκινόσκοινο» και πίστευαν πως ο καλικάντζαρος θα ασχολούνταν με το μέτρημα και θα ξεχνούσε να μπει μέσα στο σπίτι. Μάζευαν και την στάχτη από το τζάκι, δηλαδή την χόβολη, έτσι την έλεγαν, κρύα, και την έβαζαν στις ρίζες από τα κούρβουλα, έτσι έλεγαν τους κορμούς από τα κλήματα, για να μπερδευτεί ο καλικάντζαρος με τη στάχτη. Έλεγαν πως οι καλικάντζαροι πήγαιναν στη ζύμη από τα χριστουγεννιάτικα τσουρέκια και έχωναν τη μύτη τους και εκείνα συνήθως δεν φούσκωναν κανονικά, έμεναν αλιπανάβατα. Την Πρωτοχρονιά η μητέρα μου, όπως ήταν το έθιμο, γέμιζε μια κότα, και ο μπαμπάς μου έβλεπε το κόκκαλο του στήθους της κότας και έλεγε «Καλή χρονιά, γεμάτος ο γεμιτζής».

Η μητέρα μου έφτιαχνε δύο πίτες με παρά, την μία, την μεγάλη, την έκανε επάνω ένα σταυρό. Ο μπαμπάς μου έκοβε το βράδυ της Πρωτοχρονιάς με το μαχαίρι και μας μοίραζε τα κομμάτια της πίτας, πρώτο του Άη Βασίλη, ύστερα το δικό του, ύστερα της μαμάς, και κατά τη σειρά του καθενός και τελευταία έβγαζε το κομμάτι του σπιτιού. Την δεύτερη πίτα την έκοβε την ημέρα της Πρωτοχρονιάς ύστερα από την λειτουργία της εκκλησίας. Οι πίτες ήταν με τυρί, αυγά και με λίγες τσιγαρίδες, είναι χοιρινό πάχος κομμένο σε μικρά κομματάκια και τσιγαρισμένο για αυτό τις λένε τσιγαρίδες, ήταν νοστιμότατες. Όταν βρίσκαμε όμως τον παρά, ήταν τυλιγμένος σε λαδόχαρτο καθαροπλυμένος και ο μπαμπάς μας τον έβαζε σε ποτήρι με λίγο κόκκινο κρασί και το πίναμε για το καλό του χρόνου.

Όλο το Δωδεκαήμερο δεν έβαζαν πλύση, ήταν λουσμένοι και καθαροί και δεν έκοβαν τα νύχια τους, και όταν γύριζαν από την εκκλησία με τις λαμπάδες αναμμένες φέρνοντας φως για να ανάψει η μαμά το καντήλι στο εικονοστάσι, ύστερα έπαιρνε η μαμά τις λαμπάδες και περνούσε τη φλόγα τους από τα νυχάκια των παιδιών και έλεγε

«Κάψε κάψε λαλαγκού και στα νύχια και παντού».

Είχαν έθιμο, η νουνά έστελνε στα βαφτισίμια της άσπρες λαμπάδες, για να τις ανάψουν που θα πάνε στην εκκλησία την ημέρα των Φώτων. Πρώτα έστελνε τις λαμπάδες για τα μεγαλύτερα παιδιά και τον άλλο χρόνο έστελνε …… σε ένα μεγάλο πιάτο που το τοποθετούσε επάνω σε μια άσπρη πετσέτα του φαγητού και εγέμιζε το πιάτο αυτό πρώτα με 2 πορτοκάλια, τότε ήταν της Χάιφας, διότι δεν είχε πολλά η πατρίδα μας και έκαναν εισαγωγή από το Ισραήλ. Έβαζε στο πιάτο και 2 λεμόνια, λίγες καραμέλες, λίγα κουφέτα, που είχαν στην μέση από ένα στραγάλι, και τυλιγμένο σε καραμέλα που γίνονταν κάτι σαν σγουρό, είχαν χρώμα λίγο ροζ και λίγο άσπρο. Έβαζε και κάτι στρογγυλά σαν μικρά κουλουράκια με στροφές κόκκινο και άσπρο χρώμα, και το έφερνε στο σπίτι η κόρη της. Όταν ήταν τα Φώτα δηλαδή τα Θεοφάνεια, πηγαίναμε στην εκκλησία για να (τα) φάμε (με) τις λαμπάδες της Νουνάς μας της Φανής.

Ύστερα από την εκκλησία πηγαίναμε με τις αναμμένες λαμπάδες στο σπίτι, η μαμά μας μας περνούσε από την κορυφή ως τα νύχια και έλεγε «κάψε κάψε λαλαγκού και στον κώλο και παντού» και περνούσε και από τα νυχάκια μας την φλόγα των Φώτων. Η μητέρα μου ύστερα από τις γιορτές έφτιαχνε ωραίους κουραμπιέδες και έβαζε στο πιάτο της νονάς και εγώ το πήγαινα πίσω στο σπίτι της.

Στο χωριό στη μέση της αγοράς ήταν ένα ποτάμι. Εκεί στη μεγάλη γέφυρα ….(λείπει) μετά τη λειτουργία της εκκλησίας μαζεύονταν όλοι οι χωριανοί και εκεί ο παπάς έριχνε το σταυρό στο ποτάμι. Και έπεφταν να τον πιάσουν οι χωριανοί, θυμάμαι τον Στρατή τον Βιρή και τον Λακρίζο, το όνομα του δεν θυμάμαι. Ύστερα έβαζαν τον ασημένιο σταυρό σε έναν δίσκο της εκκλησίας και έβαζαν και δάφνες γύρω από τον σταυρό και γύριζαν τα σπίτια, και έλεγαν «τον Ιορδάνη βαπτιζομένου σου κύριε εν της Τριάδας εφανερώθης προσκύνηση», το παρακάτω δεν το θυμάμαι, και τους έδιναν λεφτά…. Ο παπάς είχε το μπακίρι με ένα κομμάτι βασιλικό και άγιαζε τα σπίτια και του έδιναν χρήματα.

Την παραμονή των Φώτων οι γιαγιάδες έφτιαχναν λαλαγγίτες, τηγανίτες, και έτρωγαν τα παιδιά, αφήνανε και μερικές στο τηγάνι για να φάνε και τα καλικαντζαράκια και να φύγουνε να πάνε στα έγκατα της γης, γιατί είχαν αγιαστεί πλέον τα νερά. Και έλεγαν «φάγατε και φύγαμε και έφτασε ο μουρλόπαπας με την αγιαστούρα του και με την βρεχτούρα του, χόι – χόι – χόιχόι…». Και τα καλικαντζαράκια έφευγαν γρήγορα από το τζάκι.

Από αυτά που θυμάμαι.»

Λουέλα ντε Βιλ. η νύχτα ή μια μαλθακή ισοτιμία

αυτοί που γράφουν είναι παραμυθάδες και ολα τα ανακατώνουν, αλήθειες και ονειροφαντασιές. όταν το κάνουν όπως λάχει, έχουν πιο πολλή πλάκα. η Κρουέλα ντε Βιλ που έκλεψε τα 101 σκυλιά της Δαλματίας μου δάνεισε το όνομά της την εποχή που είχε διαγωγή κοσμιοτάτη, η παιδική μνήμη είναι αδυσώπητη και ο Μπορίς είναι υπαρκτός ελληναράς.

στον Mπορίς

εικοσιπέντε χρόνια πέρασαν από που ο αξιέραστος Tόμας συνάντησε στο δρόμο του την τυφλή Λουέλα. τυφλή τρόπος του λέγειν, θεόστραβη ήταν η Λουέλα και τίποτε δεν προμήνυε το δρόμο που θα έπαιρνε η υπόθεση όταν αυτή θα γνωρίζονταν με τον Tόμας στο δρόμο.

σπιτάκια, σπιταρόνες και παράσπιτα, όλα ίδια ήτανε στη γειτονιά, ομοιόχρωμα και ομοιόσχημα, μόνο το μέγεθος διέφερε, και ακριβώς ίδια στη φαντασία της Λουέλα αφού… δεν τα είχε δει. όχι πως δεν έβλεπε από πάντα, μα οι αναμνήσεις σβήνουν έτσι κι αλλιώς με το χρόνο άμα δεν είναι δυνατές. τα σκυλιά των σπιτιών μπορούσε να τα φανταστεί καλύτερα η Λουέλα, γιατί, ως κινούμενα αυτά ή κινούμενη αυτή, άλλοτε της γάβγιζαν από κοντά και άλλοτε από μακριά, καμιά φορά μάλιστα την έπαιρνε ο χλιαρός αέρας της γρήγορης κίνησής τους.

χρόνια μακρυά η τελευταία ανάμνηση -φαρμάκι…- στριμωχνόταν στο μπαρ της γωνίας. ήταν καφενείο την ημέρα και είχε ένα μικρό σχετικά δωμάτιο με στενή πόρτα, κλειστή για τους ημερήσιους θαμώνες. το μόνο που την ξεχώριζε από εκείνην του χρήσιμου δωματίου ήταν η έλλειψη της πινακίδας wc, την οποία έφερε η αντίστοιχη μορφολογικά πόρτα στον άλλο τοίχο. τη νύχτα μετά τις έντεκα η πόρτα άνοιγε στον άλλο κόσμο για τον άλλο κόσμο. εκεί η Λουέλα, πιτσιρίκα τότε, που είχε καταφτάσει νωρίτερα για να τακτοποιήσει, καθισμένη σε ψηλό σκαμπό, άναβε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο παρέα με την άλλη Λουέλα του μαγαζιού και περίμενε τη νυχτερινή πελατεία. ένα τέτοιο βράδυ, ίδιο δηλαδή με όλα τ’ άλλα, που χάλασε καθώς ο καβγατζής Φρέντυ αποφάσισε να δώσει τέλος στην υπόθεσή του βγάζοντας ύπουλα από την τσέπη του ένα μπουκάλι, ένα τέτοιο βράδυ λοιπόν η Λουέλα στραβώθηκε. εκεί, μέσα στους καπνούς και τη …σιγανή, ο θεός να την κάνει, μουσική, πάρτην κάτω, να γονατίζει στο πάτωμα και να χουφτώνει με τα δυό της χέρια το πρόσωπό της κουνώντας το κεφάλι πέρα δώθε και μουγκρίζοντας. όχιιιι!!!! τόσο εύκολα στραβώθηκε ολότελα. οι όροι έχουν αντιστραφεί τα τελευταία χρόνια. αυτό το ξέρουμε όλοι. τις δουλειές των γυναικών τις κάνουν οι άντρες και ανάποδα. πώς στραβώνεται λοιπόν κανείς (η Λουέλα εν προκειμένω) ολότελα όταν ο καβγατζής και οπωσδήποτε ζηλιάρης Φρέντυ αδράξει ένα μπουκάλι; (ξέχασα να πω ότι το μπουκάλι ήταν σκοτεινόχρωμο, κάτι σαν καφέ νομίζω).

παρένθεση μεγάλη: κάποτε μια φίλη της μαμάς είχε κάνει στον άπιστο εραστή της ό,τι και ο Φρέντυ στη Λουέλα. μετά βρέθηκε στη φυλακή. πολλά χρόνια. κανείς δεν μου είπε τί απέγινε ο εραστής και πόσο τυφλός είχε στο μεταξύ απομείνει. όταν είχαμε πάει να την επισκεφτούμε στο σπίτι της στην Καλαμαριά, τότε που είχε αποφυλακισθεί υπό όρους, και μας ξεπροβόδισε στην εξώπορτα, κοίταζε τριγύρω της ανήσυχα. η μαμά είπε ότι φοβόταν γιατί της είχαν στερήσει τα πολιτικά της δικαιώματα. εμένα, που αυτό δεν το πολυκαταλάβαινα, μου φάνηκε πως φοβόταν μην της την ανάψει κανείς ξαφνικά εκεί που δεν το περίμενε.

παρένθεση μικρή: τώρα πια το βιτριόλι δεν είναι της μόδας. το αγοράζεις εύκολα στο σούπερ μάρκετ, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να πιτσιλιστείς κατά το απονενοημένο σου διάβημα ή και να ξεβάψεις κατά λάθος κανά ρούχο. μετά δεν είναι και σίγουρο ότι η βλάβη θα είναι ανήκεστος. υπάρχουν άλλωστε τόσες σύγχρονες μέθοδοι, που αρκετές άλλες μέθοδοι κατέληξαν πλέον απηρχαιωμένες.

εκείνο το βράδυ έληξεη καριέρα της Λουέλας στο μπαρ και τα μπαρ εν γένει και έμεινε για πάντα στη νύχτα. φυσικό ήταν έτσι όπως έγιναν όλα. με τα χρόνια που πέρασαν, όλα τους νυχτερινά και κατασκότεινα, η Λουέλα έμεινε μόνη. τόσο μόνη που δεν άντεχε άλλο την άθλια συνέχεια.

ο Τύπος της εποχής συμπληρώνει τα κενά (δεν παραπέμπω, δεν κράτησα):

«Η ιστορία βασίζεται στα δημοσιεύματα της εποχής και στη ακροαματική διαδικασία στο δικαστήριο. Το βράδυ της 15ης Ιανουαρίου του 1957, η γειτονιά στην οδό Σκουζέ του Πειραιά σηκώθηκε στο πόδι από τα ουρλιαχτά ενός άνδρα. Η σύντροφος του, Δ.Λ. τον είχε τυφλώσει ρίχνοντας του βιτριόλι στο πρόσωπο αλλά και μέσα στο στόμα, την ώρα που κοιμόταν. Έγινε γνωστή ως η «Βιτριολίστρια της Τρούμπας». Το ζευγάρι είχε γνωριστεί 4 χρόνια πριν, στο Καμπαρέ «Αρτζεντίνα». Ο Γ.Τ. εργαζόταν εκεί ως σερβιτόρος, ενώ η 33χρονη γυναίκα ήταν ιερόδουλη. Ο έρωτας τους ήταν κεραυνοβόλος. Μετά από 2 μήνες σχέσης, ο Γ.Τ. ζήτησε από τη σύντροφό του «να εγκαταλείψει την αμαρτωλή ζωή που ακολουθούσε» και να ζήσουν μαζί.

Νοίκιασαν ένα δωμάτιο στον Πειραιά και για 1 χρόνο ζούσαν ευτυχισμένοι. Ωστόσο τα πράγματα άλλαξαν. Η 33χρονη επέστρεψε στον παλιό τρόπο ζωής. Άρχισε πάλι να πίνει, να ξενυχτάει και να κάνει ερωτικές σχέσεις ακόμα και με τους φίλους του εραστή της. Το ζευγάρι τσακωνόταν καθημερινά. Ο σύζυγος ήθελε να χωρίσουν αλλά η γυναίκα του ούτε άλλαζε ούτε τον άφηνε να φύγει. Για να αποφεύγει τις εντάσεις, την έπαιρνε μαζί του στο κέντρο διασκέδασης «Λίμπερτι Μπαρ», στο οποίο ήταν συνιδιοκτήτης. Όταν ένα βράδυ μέθυσε και αναστάτωσε τους πελάτες, την έδιωξε. Όσο κι αν τον παρακάλεσε να της δώσει ακόμη μια ευκαιρία, εκείνος ήταν ανένδοτος. Ο έρωτας και η συμβίωση ήταν πλέον παρελθόν.

Η 33χρονη βρήκε δουλειά ως «αρτίστα» στο καμπαρέ της Τρούμπας «Πουέρτο Ρίκο». Λέγεται, ότι σε καθημερινή βάση, τριγυρνούσε σε γνώριμα μαγαζιά της Τρούμπας και απειλούσε πως θα του κάνει κακό: «Θα τον κανονίσω εγώ τον κ…. Δεν θα του βγάλω μόνο τα μάτια, αλλά θα τον κάνω να μην μιλάει».

Ο Γ.Τ. συναντήθηκε με  ένα φίλο του στο καμπαρέ «Κόπα Καμπάνα» για επαγγελματικούς λόγους. Μετά τη λήξη της συνομιλίας τους, οι δύο άνδρες αποφάσισαν να πάνε σε ένα νυχτερινό κέντρο για να διασκεδάσουν. Όταν έβγαιναν από το μαγαζί, ο Γ.Τ αντιλήφθηκε ότι η πρώην σύντροφός του τον περίμενε στη γωνία. Με το φόβο μήπως του κάνει σκηνή στη μέση του δρόμου, την πήρε μαζί του. Επιστρέφοντας από το κέντρο, την πήγε μέχρι το δωμάτιο της, την αποχαιρέτησε και ετοιμάστηκε να φύγει.

-Γιατί φεύγεις; ρώτησε η 33χρονη.

-Μα αφού δεν μας συνδέει τίποτα πια. Τι θέλω εγώ στο δωμάτιο σου; Θα πάω να κοιμηθώ στο νοσοκομείο.

-Όχι, έλα που είσαι ζαλισμένος και σου υπόσχομαι ότι θα μείνουμε σαν 2 καλοί φίλοι, του απάντησε.

Του έστρωσε να κοιμηθεί και μόλις τον πήρε ο ύπνος, του έριξε βιτριόλι στο πρόσωπο και εξαφανίστηκε.

«Όπως ήμουνα βυθισμένος, ένιωσα φοβερούς πόνους στα μάτια και σε ολόκληρο το πρόσωπό μου. Χωρίς να ξέρω τι μου συμβαίνει, άρχισα να καλώ σε βοήθεια. Φώναζα και τη Δ., ενώ την αναζητούσα στο κρεβάτι με τα χέρια μου, χωρίς όμως να τη βρίσκω. Από τις φωνές μου, έτρεξαν μερικοί συγκάτοικοι, με έντυσαν και με μετέφεραν στο Τζάνειο Νοσοκομείο. Τα παρακάτω, τα βλέπετε τώρα στο πρόσωπό μου», έλεγε μεταξύ άλλων στην κατάθεση του το θύμα.

Η δράστης συνελήφθη και παραπέμφθηκε σε δίκη. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, δεν υπήρχε ούτε ένας μάρτυρας υπεράσπισης για τη λεγόμενη «βιτριολίστρια της Τρούμπας». Όλοι τη χαρακτήριζαν με τα χειρότερα λόγια και την αποκαλούσαν «μπελαλού», «κακούργα», «αμαρτωλή»  και «δολοφόνισσα».

Όταν ανέβηκε στο βήμα για να καταθέσει, έβριζε ασταμάτητα. Δεν έδειχνε να μετανοιώνει και παρουσίασε διαφορετική εκδοχή της ιστορίας. Όπως δήλωσε ο πρώην εραστής της την απατούσε και την κακομεταχειριζόταν. «Στην αρχή ζούσαμε καλά. Ο Γ.Τ. όμως άρχισε να με βαριέται. Κάθε τόσο με χτυπούσε. Μου είχε σπάσει 2 δόντια. Τελευταία ερχότανε και μου ζητούσε χρήματα. Είχε μπλέξει με άλλη. Όταν με πίεσε να πουλήσω τη φωτογραφική μηχανή μου, για να του δώσω χρήματα, έγινε ό,τι έγινε. Πήρα το βιτριόλι και όταν μπήκα στο δωμάτιο του λέω «να πάρε τη μηχανή» και του πέταξα στο πρόσωπο το βιτριόλι που είχα για να καθαρίζω την τουαλέτα. Μετά έφυγα, πήγα έναν περίπατο για να συνέλθω». Η Δ.Λ. κρίθηκε ένοχη χωρίς ελαφρυντικά και καταδικάστηκε σε φυλάκιση 5 ετών»

όταν θα σε κοιτάζω, δεν θα κρατώ καρφιά

ένα ανθρωπάκι δάνεισε για λίγο τη ζωή του στο όνειρο. θα την ήθελε να μείνει για πάντα δανεική κι αγύριστη, τώρα που μεγάλωνε, και μάλιστα άσχημα και άσχημος, και είχε πιο πολύ ανάγκη το παραμύθι. το μετονόμασε σε τυχερό του, γιατί ήταν από κείνους που πιστεύουν στην πρόκληση αποτελέσματος άμα το θες πολύ και το λες.

το τυχερό του ήταν μια γυναίκα του άλλου κόσμου, εκείνου που αυτός κοίταζε από μακριά με ζήλεια, αλλά έλεγε ότι δεν πίστευε σε αποστάσεις κανενός είδους. το έλεγε και το ξανάλεγε τα καλοκαίρια, όταν τύχαινε κανας συνομιλητής στο καφενείο εκεί κοντά στο γιαλό με το ρυθμικό κύμα, εκεί όπου η άρρυθμη καρδιά του ζητούσε να γαληνέψει κρυμένη κάτω από φθαρμένα ρούχα και γλιστερό άτριχο δέρμα. δεν ήταν δα και κανας αγαπητός, μάλλον ο χαρακτηρισμός «ο γραφικός του χωριού» του κάθονταν καλύτερα.

μονολογούσε στο δρόμο, μονολογούσε όταν γύριζε σπίτι, κάθε που άπλωνε το χέρι στο φαΐ μονολογούσε, μόνο όταν τραβούσε την άκρη της φυλακισμένης κάτω απ’ τη μασχάλη φρατζόλας για να αποχωριστεί το χοντροκόμματο σιωπούσε και συγκεντρωνόταν στην αύξηση της δύναμης που από τα κρύα μπράτσα μετακόμιζε στις άκρες των χοντρών δαχτύλων. μονολογούσε μπροστά και στον σπασμένο καθρέφτη που είχε κρεμάσει στον τοίχο της αυλής για να ξυρίζει το μαυριδερό μούτρο του το πρωί, χειμώνα-καλοκαίρι. η βροχή του είχε γδάρει τ’ ασήμι μα αυτός δεν τον άλλαζε με τίποτα, τον αγαπούσε λέει που είχε απομείνει από την προίκα της μάνας, δώδεκα χρόνια τώρα πεθαμένης. στο σπίτι μέσα μονολογούσε πάντα, μάλλον ερωταποκρίσεις ήτανε, κι απέναντι καθόταν η μάνα, ο γιατρός, ο μπακάλης, ο βουλευτής, η τεμπέλα γυναίκα, το ζωηρό αγοράκι που το κυνηγούσαν οι γείτονες για τις πετριές στα τζάμια. απηύθυνε το λόγο και στις ξεβαμμένες φωτογραφίες πάνω στο τζάκι, αυτός μόνον ήξερε τον εικονιζόμενο, κι όταν άναβε το καντήλι μονολογούσε, κι όταν θυμιάτιζε, αν και ισχυριζόταν πως δεν πιστεύει σε κανέναν και σε τίποτα.

εκείνο το πανάρχαιο ισόγειο πατρικό με τα χοντρά ντουβάρια, την απαιτητική υγρασία που ήθελε να κάθεται παντού και μετά να απορροφιέται ίσαμε το πιο πυκνογαζωμένο νήμα της ύστατης άκρης του σιλτέ, το γεμισμένο με άχυρα μαξιλάρι, το κατσιασμένο στρώμα με τον πατικωμένο βρωμερό κόθρο ολόγυρα, το κάποτε σπιτικό με τη μπρούτζινη καργιόλα, μαύρη πια -ποιος να τη γυαλίσει και γιατί-, τη ντουλάπα και τα σεντούκια που βρωμοκοπούσαν μούχλα. κάθε τι ήταν βρεμμένο χωρίς ούτε τα θερμά καλοκαίρια να στεγνώνει, ανήλιαγα κρυμμένο πίσω από κλειδωμένες πόρτες και καρφωμένα παράθυρα.

ήταν άσχημος ο Σάκης ο Εφραίμογλου, κι αυτός υγρός και κατσιασμένος ήταν, κατσίβελος το παρατσούκλι του για τη μαυρίλα, λίγο η καταγωγή και πιο πολύ ο ήλιος. όλη μέρα ψηνότανε από κάτω του, θερμός μόνιμος φίλος του και παρηγορητής, ελπίδα στον άχαρο κόσμο του. πότε ξύλα το φθινόπωρο, πότε τους καλούς καιρούς στην ακροθαλασσιά ύπνος στη βάρκα του Γιώργου, του γιού του χασίκλα. και το χειμώνα, κάθε που δεν κατέβαινε ύλη απ’ το σύννεφο, τον ζητούσε τον ήλιο του απλωμένος σε δυό άσπρες πλαστικές καρέκλες στη μέση της αυλής. σκληρός στο κρύο, αδιάφορος στην παγωνιά, χείλη σφιγμένα, που τον μονόλογο του για συνομιλία με τους καιρούς τον θαρρούσε, πίσω απ’ τα σκληρά μάγουλα ένα μου-μου-μου, που κρατούσε μόνιμα το ίσο. νους σφιγμένος κι αξεπέραστος, συμπαγής και αδιάβατος, γιατί η κάθε απόπειρα διάσχισής του του είναι πόνος του κατσίβελου, επειδή τότε είναι που στέκεται ολομόναχος, χωρίς φανταστικούς αντίλογους να καθηλώνονται μ’ ορθάνοιχτα μάτια απέναντι από τη μουρμούρα του κι αυτός να τους σηκώνει και να τους καθίζει στο μιντέρι, στο σκαμνί, στο χορτάρι, στην άμμο, στον τάφο.

η μοναξιά του χωριού είναι άγρια ή το μέσα του αγρίεψε κι έτσι τη βλέπει. συνόδεψε τη μάνα στα υστερνά, αυτήνα που τον ήθελε για τον εαυτό της σαν συνέχεια του άχρηστου σύζυγου που όλο στην πόλη ήτανε γιατί είχε δουλειές. ποτέ της δεν κατάλαβε τί δουλειές είχε μέχρι που αυτός δεν ξαναγύρισε και τότε κατάλαβε μια και καλή. ο κατσίβελος κράτησε τα σκουλαρίκια που είχε απ’ το μπαμπά της και το χρυσό δαχτυλίδι του γάμου με την ξεπλυμένη γαλάζια πέτρα, που του τα φύλαγε να τα χαρίσει στη γυναίκα που θα πάρει, «όταν πεθάνω μή μείνεις μόνος σου, ακούς;»

όταν η γυναίκα του άλλου κόσμου κατέβηκε από τη μπροστινή πόρτα του λεωφορείου, είχε τα μάτια αφηρημένα να κοιτάνε το σύννεφο του νου της μέσα από τα μαυρισμένα κάδρα τους, τα χείλη να σκύβουν τις άκρες τους στο στρογγυλό πηγούνι, τα κοντά μαλλιά σπρωγμένα πίσω με τα δάχτυλα. στα μαύρα ζωσμένη, μια σκούρη εικόνα πατόκορφα, επίπεδη χωρίς λοιπές αποχρώσεις για να της δίνουν τρίτη διάσταση. δεν είχε ιδέα γιατί σταμάτησε εκεί ειδικά. πολύ αργότερα θα θυμηθεί τα πυκνά παραταγμένα πράσινα δέντρα που έδειχναν σε ευθεία γραμμή το δρόμο τον επόμενο και τον διανυθέντα, εκείνο το απόγευμα της 23ης Σεπτεμβρίου, καθώς ταξίδευε σχεδόν ασυνείδητα μαζί με τα σύννεφα προς τα δυτικά για να φτάσει κάποτε στο λιμάνι. και μετά; ιδέα δεν είχε για μετά. ούτε θάρρος είχε πια, ούτε να ονειρευτεί μπορούσε, ούτε επέτρεπε στον εαυτό της να ξεπροβάλει έστω και ένα μόνο δάχτυλο πιο μπροστά από το περίγραμμά της, το σφηνωμένο σε κείνο το όρθιο παραλληλεπίπεδο θαμπού αέρα, που μετακινούνταν μαζί της. να κοκκινίζει είχε ξεχάσει πώς είναι, το ευχαριστώ, τυπική λέξη, μετά βίας ακουγόταν όταν σπάνια της χρειαζόταν, το θέλω είχε υποχωρήσει, κι αυτό μετά βίας το άκουγε από τα βάθη του κορμιού της, τότε που οι νύχτες κάλυπταν ανυποχώρητες τις κοινές ανθρώπινες ημέρες με όποιο φως κι αν αυτές είχαν, αυτό το φως που ήταν μόνον για τους άλλους. στο λιμάνι θα σταματούσε, ως εκεί χωρούσε τώρα ο νους.

φεγγάρια δεν είχαν οι μακρόσυρτες νύχτες της Λευκής μετά την ανεξήγητη εξαφάνιση εκείνου, και για πρώτη φορά είχαν άρκτους και πούλιες και αυγερινούς και γαλαξίες μερικούς μήνες αργότερα, τότε που κι αυτή αραδιαζόταν το Νοέμβρη νυχτιάτικα, γερμένη στις δυό αντικρυστές πλαστικές καρέκλες στην αυλή, και τα λέγανε με τον τρόπο τους κοιτώντας το στερέωμα. αυτός, γενναίος στο κρύο που τύλιγε τους ώμους, μιλούσε χωρίς διακοπή για την αδικία του κόσμου και τους τρόπους που είχε εφεύρει για να την κατατροπώνει. εκείνη κάτω από την κουβέρτα με τον απόηχο της μούχλας δεν έλεγε κιχ και έψαχνε κανα άστρο να πέφτει για να κάνει μιαν ευχή, ευχή να διαβεί τελικά την αδριατική. είχε γεμίσει με ψυχρό νερό το παραλληλεπίπεδό της, το είχε φαρδύνει αρκετά για να μην είναι στριμωγμένη, τα χεροπόδαρα σαν στατική μπαλαρίνα τα κουνούσε πάνω κάτω. αφού και η σιωπή παρέα είναι ο Σάκης ήταν ευχαριστημένος. τα αισθήματά του θα τα διαβάθμιζε καλύτερα αν ήξερε γράμματα και θα τα ονομάτιζε μπορεί, όμως αυτά είναι παραπανίσιες ανθρώπινες αγωνίες που οι μόνοι άνθρωποι ανάμεσα γη και ουρανό δεν τις έχουν.

το μεγάλο καθρέφτη στο δεξί φύλλο της ντουλάπας συγκρατημένα είχε καθαρίσει η Λευκή και τότε είχε αντικρύσει την ισοπεδωμένη μαυρίλα της, τα λειψά κιλά της, το άδειο δέρμα που την κάλυπτε, τις βαθιές ρυτίδες που είχαν εγκατασταθεί στην όψη της, πενήντα οχτώ χρονών χωρίς τοπίο μπροστά της υπάκουο να διανυθεί. θα περάσει καιρός μέχρι να διηγηθεί στον Εφραίμογλου τον τυραννικό της χρόνο που τη βύθισε ως τη μέση στη σκληρή γη πιέζοντας απλά τους ώμους της με τα δυο του μόλις δάχτυλα.

ο κατσίβελος μέρα με τη μέρα τροποποίησε τις συνήθειές του για χάρη της. τα κεριά τα έσβηνε με το καμπανάκι, το τζάκι οπωσδήποτε τη νύχτα, τα παράθυρα ξεκάρφωσε, τις δυο πόρτες άνοιξε. οι ντουλάπες αερίστηκαν, τα λεκιασμένα από την υγρασία ρούχα πετάχτηκαν, τα κεντήματα στολίστηκαν, μοντέρνο σίδερο αγοράστηκε, τις μπριζόλες που έψηνε δυο-δυό στο τζάκι τις έτρωγε πια μαζί της με μαχαιροπήρουνο, με το δεξί εννοείται και προσεκτικά μή τον πει χωριάτη, το νερό για τα πιάτα ζεσταινόταν στο πετρογκάζ, αυτός τα έπλενε, αυτή ποτέ, της απαγόρευε να χαλάει τα χέρια της από το μπούζι νερό, το απορρυπαντικό έγινε από σόι, ήρθε ο κόσμος τα πάνω κάτω και γραμμές από φως μονομοχούσαν επιτέλους στα κενά και τις επιφάνειες.

ήθελε να ακούει τη φωνή της να τον διατάζει: «σήκω, φέρε, δώσε, πάνε, έλα, άσε με». ναι, και το «άσε με» καλοδεχούμενο, «ό,τι πεις εσύ θα γίνει, να σου πιάσω το άστρο που πέφτει; χάιδεψε λίγο το κεφάλι μου και το άτριχο σώμα μου, χαμογέλασέ μου με μια καληνύχτα κι ύστερα γύρισέ μου την πλάτη και κοιμήσου, μάτι να μην κλείσω να σε κοιτάζω που τανύζεσαι και να στήνω αυτί να βεβαιώνομαι πως σωστά ανασαίνεις» ονειρευόταν..

ο κακομοίρης, που ποτέ δεν έβαλε την πάρτη του στη μπάντα… ήταν ένας ιδιόρρυθμος αγωνιστής με ανύπαρκτα κέρδη, που όμως με πάθος τα ιχνηλατούσε και τα μύριζε, σωστό σκυλί. δεν είχε προνόμια για να τον πάρουν από τη γωνιά, μα δεν το παραδεχόταν και πάλευε ν’ αλλάξει τις εικόνες που τον έλιωναν, χωρίς να ξέρει όμως τους αποδοτικούς τρόπους.

μιά από τις εχθρικές εικόνες του ήταν το καταπατημένο μνήμα της μάνας στο κοιμητήριο του χωριού. κανένα αντικείμενο και καμιά μνήμη δεν το επισήμαινε και όσοι κλωθογύριζαν ανάμεσα στους τάφους για καντήλια, καθαριότητες και τελετές, το πατούσαν σαν μέρος της διαδρομής τους από και προς την εκκλησία. τον είχαν ρωτήσει γιατί δεν κάνει τίποτε να το σημάνει και να το φυλάξει κι εκείνος τους είχε απαντήσει ότι αφού ζωή δεν υπάρχει πια, δεν υπάρχει και θάνατος, στιγμή το ένα, στιγμή και τ’ άλλο πάνω στη γη, και καμιά σημασία δεν έχει η ύλη από τα σκουριασμένα κόκαλα. ο ίδιος όμως δεν το πάτησε ποτέ.

τις νύχτες πάντα τις ξημέρωνε, έσβηνε το τζάκι νωρίς για να οικονομάει τα ξύλα, έμενε δίπλα του χωρίς παρέα μονολογώντας και χωρίς παρέα μετακινούνταν στο υγρό στρώμα. τέσσερις ώρες ύπνου αρκετές, η επόμενη μέρα είχε τις ακολουθίες της: τζάκι, ζέσταμα νερού, να γεμίσει ανεβασμένος στο σκαμνάκι το πράσινο μουσλούκι που κρέμονταν από την οροφή στο μισοχτισμένο δωμάτιο από κείνη την επέκταση που ετοίμαζε για όταν θα παντρευόταν και ποτέ δεν την τέλειωνε. έχτιζε και γκρέμιζε με κείνη τη μικρή σύνταξη και τα χρήματα από τις ευκαιριακές δουλειές, κάτι χαμαλίκια γενικώς, πρόθυμος για ό,τι οι άλλοι ήταν απρόθυμοι. ύστερα, βιαστικό όρθιο μπάνιο με τα σαπουνόνερα να κυλάνε στα κρύα μπετά και να σέρνονται ως τη σκάλα, που οδηγούσε από τη χορταριασμένη μόνιμα αυλή στο σπίτι, και το χειμώνα να μεταλλάσσονται στιγμιαία σε φλούδα πάγου, που περίμενε τον ήλιο για να ξηλωθεί. κατόπιν ξύρισμα έξω, στον σπασμένο καθρέφτη, χτένισμα με το ξεδοντιασμένο χτενάκι στο χρώμα της ταρταρούγας, το ένα χέρι χτένιζε και το δεύτερο ακολουθούσε σερνάμενο να στρώσει τα ίσια μαύρα μαλλιά. ήταν πενήντα δύο κιόλας μα τα μαλλιά του δεν είχαν ασπρίσει. καφές βαρύς γλυκός στο πετρογκάζ για πρωινό, ρούχα απαρχαιωμένα αρκεί να ντύνουν, μια ματιά με το μηχανάκι στο χωράφι, δεύτερος καφές στο καφενείο της παραλίας. μιλούσε κι έλεγε χωρίς να τον ρωτήσουν, οι θαμώνες βαριόνταν και δεν απαντούσαν, έτσι έφευγε για δίπλα στη θάλασσα. κανά σουβλάκι το μεσημέρι από την ψησταριά του Γρηγόρη, αφού απόσωνε τα θελήματα για να τη βγάλει τζάμπα και κατά τις πέντε άρχιζε τη νύχτα του καθισμένος στο κιγκλίδωμα του δημόσιου δρόμου δίπλα στη στάση των διερχόμενων λεωφορείων, έτσι για να τα βλέπει να περνούν. σήκωνε πάντα το χέρι να χαιρετήσει τον οδηγό και κείνοι τον γνώριζαν και πατούσαν μια φορά την κόρνα. ήταν πολύ σπάνιο να σταματήσει λεωφορείο στη στάση για να κατέβει κανείς, επισκέπτης στο χωριό θα έπρεπε να είναι, οι χωριανοί είχαν τα δικά τους αγροτικά για να πηγαινοέρχονται.

πολλοί είναι τυραννισμένοι ή νομίζουν ότι είναι, μα τυραννίδες και φάρσες και φιάσκα ποτέ ισοδύναμα και ποτέ ισόποσα δεν είναι. όλοι ξαποβγάζουν την ατομική τους άνιση συντριβή, ο καθένας με τον τρόπο του. ή αναχωρούν ή οπισθοδρομούν ή πλέουν ή σέρνονται ή χάνονται ή αναλύονται στα μέρη που τους αποτελούν. και τα μέρη καταπιάνονται στον ίδιο αγώνα μέχρι την παραδοχή της αποτυχίας. ποιος δέχεται ότι το λάθος του τον έσπρωξε στην άκρη; για να το δεχτεί, πρέπει πρώτα να λιανιστεί.

έτσι και με τη γυναίκα του άλλου κόσμου. ολόκληρη η Λευκή απαρτίζεται από μερικές εικόνες, που φούσκωναν στη μνήμη της και πρόβαλαν δυναμικά μόνον τις στιγμές που τις άντεχε. ήταν εκείνες οι ώρες που έπεφταν τα σούρουπα, που σταματούσαν τα πουλιά να έρχονται στο μπαλκόνι της για να πιουν νερό πριν κοιμηθούν. έγερνε πίσω στην πολυθρόνα, έκλεινε τα βλέφαρα τόσο ίσαμε το τελευταίο φως να τα διαπερνά ακόμη, έσπρωχνε πίσω αργά το κεφάλι τραβώντας τα μαλλιά με τις δυό παλάμες απ’ το μέτωπο. αναπηδούσαν τότε η κόκκινη πετσέτα, το ζευγάρι οι παντόφλες, το τασάκι γεμάτο στριφτά αποτσίγαρα, τα δυο πορσελάνινα φλιτζανάκια του καφέ, τα αναμμένα φανάρια του στέισον βάγκον νωρίς το απόγευμα, εκλεπτυσμένα και πρόστυχα πλεγμένα λόγια, στεναγμοί θορυβώδεις, ένα μαξιλάρι στο πάτωμα, μια ημερομηνία.. τότε άρχιζε να ανασηκώνεται σιγά-σιγά εκείνη η απώλεια η βαθιά σφηνωμένη. άρχιζε να αναδύεται φορώντας στην αρχή τρυφερό απατηλό περίβλημα. άκουγε το νερό να τρέχει στο μπάνιο, μύριζε το φαγητό απ’ την κουζίνα, αφουγκραζόταν τη τζαζ από το στερεοφωνικό, κοιτούσε τη χαριτωμένη μορφή της να πηγαινοέρχεται για να στρώσει το τραπέζι, να σερβίρει το χαμόγελο και το νάζι, να του κρατά τα χέρια πίσω από την πλάτη της και να ανεβαίνει πρώτη αυτή τη σκάλα για την κάμαρα τραβώντας τον μαζί της στα δροσερά σεντόνια. εκείνος είχε έρθει για μια νύχτα και μια μέρα και μετά χάθηκε ανεξήγητα. η ιδέα της απώλειας την έλιωσε, ο θολός φόβος μαύρισε γρήγορα σαν το σύννεφο της μπόρας και χύθηκε πάνω της βαρύς. πέρασαν μέρες πολλές κι αυτήν, που δεν γνώριζε τί είχε συμβεί, την έλιωσε η αναμονή μιας έστω ασήμαντης αντίδρασης. τα κακά νέα μαθεύονται γρήγορα μα τίποτε δεν ακούστηκε. έβαλε λυτούς και δεμένους να την πληροφορήσουν κι αυτοί της έμαθαν διακριτικά και διασκεδάζοντας ηδονικά με τις προσδοκίες της, ότι όλα τα είχε φτιάξει στο κεφάλι της, γιατί έτσι ήθελε να της συμβούν. από τότε το χέρι της άφηνε μόνη τη ζεστή παλάμη του πολλές φορές κάθε μέρα μα τα χρώματα, οι γεύσεις και το φως παραμέρισαν αυτουργοί του βασάνου της. το όνειρο ξεπλύθηκε τόσο γρήγορα;

της έλειπε μια βασική πληροφορία. αυτός που έπρεπε να της είχε μιλήσει, ντράπηκε. αλήθειες πολύ λίγες είχε πει για τον εαυτό του και γρήγορα ξανακρύφτηκε στο στούντιο της ταράτσας. σπάνια θα ξεμυτίζει από δω και πέρα. τα συμπιεσμένα στο μυαλό του αδιάγνωστα μηνύματα για χρόνια παραμόνευαν, «ποιος φταίει; φταίει μήπως η μάνα που με γέννησε; μακάρι να μην είχα γεννηθεί ποτέ» και μετά: «τρέξε, ερωτέψου, βάλε φωτιά σ’ ό,τι σου καίει την ψυχή». κάτω και πάνω, πάνω και κάτω, ατέρμονη σπείρα που γυρίζει ζινίζοντας η ματαιότητα, τρυπούσε και τρυπάει το είναι του. παρατηρητής μιας άχρωμης κι ανούσιας πραγματικότητας, κίνητρα ελάχιστα, σχεδόν ανύπαρκτα, μέχρι να ξανάβρει την ελπίδα, αυτήν που θα νικήσει τον κυνισμό και την σκληρότητα που γέννησε μέσα του η κατάθλιψη, τη σπίθα που λαχταράει να του πυρπολήσει το κρυφό του σώμα.

είχε γνωρίσει τη Λευκή στο δρόμο, σε κείνο το ταξίδι της. την άκουσε να μιλάει τη γλώσσα του. σαν ίσκα λειτούργησε το άκουσμα της μητρικής του γλώσσας. καιρός να νιώσει τη ζωή, του έλειπε τόσο η πατρίδα.. πέρασαν μήνες, δυό χιλιάδες χιλιόμετρα ανάμεσά τους. τις ώρες της επικοινωνίας τους τις διάλεγε αυτός. εκείνη τον έκρυβε μέσα της με όλους τους τρόπους και τον λάτρευε κάθε μέρα κι άλλο. και κείνες τις μέρες που η μανία του κρατούσε ατιθάσευτη, πέταξε τετρακόσια χιλιόμετρα φτερό ως το φέρυ, ταξίδεψε μια μέρα, έφτασε στο λιμάνι κι ανηφόρισε τρελός από έρωτα και ανυπομονησία επτά ώρες δρόμο ως εκείνη, χωρίς διακοπή κι ανάσα. κι όταν έπρεπε να επιστρέψει, κοντοστάθηκε πριν βγει στο πεζοδρόμιο, να καταπιεί τα χάπια του που της είχε κρύψει. έπειτα βγήκε, χαιρέτησε στέλνοντας ένα φιλί με το χέρι και επέστρεψε στον έκτο όροφο της πληγής του.

τον επόμενο καιρό η ξαφνική απώλεια εγκαταστάθηκε σα μικρός θάνατος μέσα της. όλα της φαίνονταν άχρηστα, θεατρικό παιχνίδι, και κείνον τον απέσυρε μέρα με τη μέρα θλιβερό κι ανάξιο στο υποσυνείδητό της. τα άγρια ψέματά του, που συμπέρανε ότι της έλεγε σε καθεστώς γαλήνης, τον ξερίζωσαν από το θυμικό της, και τα αγριότερα ακόμα σε καθεστώς πάθους τον σκότωσαν μέσα της. η Λευκή δεν ήξερε ότι τα ψέματα στον εαυτό του ήταν περισσότερα, τον περίμεναν στην ουρά και τον αποτελείωσαν μεθοδικά. θύμα μπλεγμένο στο αναγκαίο του παραμύθι, αυτόν που σε μια γωνιά έζησε και σ’ όλο τον κόσμο είπε ότι ταξίδεψε, τον επόμενο καιρό η υπομανία τον εκμηδένισε και έπειτα χάθηκε, ωχρός ορθός νεκρός με σερνάμενα τα αγαπημένα ψεύτικα πόδια του.

η ψυχή της μούδιαζε σταδιακά. τίποτε δεν την ευχαριστούσε, τίποτε καλό δεν ένιωθε, μόνον θλίψη, θυμό και πόνο. οι γεύσεις, οι μυρωδιές και τα χρώματα έγιναν οι εχθροί της. τέσσερις μήνες μετά ξεκίνησε, κορμί αγριεμένο, για το λιμάνι, να δει από μακριά με το χέρι αντήλιο τον κόκκινο δίσκο να βυθίζεται στον υγρό ορίζοντα και να του ζητήσει χάρη να την πάρει μαζί του. δεν είχε σχέδιο. από την άλλη, η έλλειψη παραδοχής του ηλίθιου εαυτού της της γεννούσε αναγούλα, ο πονοκέφαλος γινόταν δυνατότερος από το θόρυβο στο λεωφορείο. ο άνυδρος εγκέφαλός της της επέβαλε στιγμιαία λάμψη αντίδρασης: θα νοίκιαζε δωμάτιο στο πρώτο χωριό πιο κάτω μήπως στο νέο τοπίο ξανασυναντηθεί με τον εαυτό της. απόρησε με την αναλαμπή, ήταν σα να κλώτσησε τον πάτο την ώρα του πνιγμού για να ανέβει, να προλάβει να φωνάξει βοήθεια μήπως και τη δει κανείς και την αδράξει από τα μαλλιά.

η σκοτεινή δροσερή διαδρομή κάτω από τα στοιχισμένα δέντρα την ενθάρρυνε και κατέβηκε. κοίταξε γύρω της, πράσινο πυκνό παντού, οι αποχρώσεις του συγχωνεύτηκαν σε ασαφή παραδοχή, τί σημασία είχε; στο βάθος δεξιά κοκκίνιζαν κεραμίδια, «προς τα κει θα πάω» μονολόγησε και ξεκίνησε με το δερμάτινο τσαντί στο δεξί. κοντοστάθηκε να βάλει τα γυαλιά του ήλιου για να κρυφτεί πίσω τους, να μπορεί να μισοκλείνει τα μάτια ελεύθερα, για να τα στραγγίζει χωρίς θεατές.

«καλησπέρα!» άκουσε πίσω της. σχεδόν τρόμαξε και γύρισε. ο περίεργος λιανός μαυριδερός τύπος ξεκαβάλησε το κιγκλίδωμα και την πλησίασε, «δεν είσαι από δω» είπε, «γεια-χαρά, είμαι ο Σάκης». «όχι, δεν είμαι από δω» είπε η Λευκή μονοκόμματα χωρίς να συστηθεί. «έχει ξενοδοχείο το χωριό να μείνω απόψε;». ο κατσίβελος την κοίταξε αργά απ’ την κορφή ως τα νύχια. «όοοχι» απάντησε επισεσυρμένα χαμογελώντας, «πολύ μικρό είναι το χωριό, νοικιάζουμε μόνο μερικά δωμάτια το καλοκαίρι».

έτσι εκείνη βρέθηκε στο σπίτι του, απέξω γραφικό της φάνηκε, είχε δυο κερασιές στον κήπο και μια μουσμουλιά. κίνηση δεν έβλεπε. της ομολόγησε επιτέλους ότι ίσαμε έναν καφέ μπορεί να προσφέρει και το σπίτι δεν νοικιάζει δωμάτια, θα πάρει σε λίγο τον κουμπάρο του που κάνει αυτή τη δουλειά. «μην ανησυχείς, καλοί άνθρωποι είμαστε, δεν θα σ’ αφήσουμε παραπονεμένη».

εκείνη ξαφνιάζεται από την αδιαφορία της, τίποτε δεν έχει χρώμα, καταθλίβεται και τώρα, το ίδιο την κάνουν όλα, πάει να κάτσει στο σκαλί, εκείνος της βάζει δίπλα μια πλαστική καρέκλα. αυτή μουρμουρίζει ξέπνοο ευχαριστώ, κάθεται, τεντώνει τα πόδια στα σκαλιά, κοιτάζει τα παπούτσια της, το ένα κορδόνι λύθηκε, το ίδιο της κάνει. όλα μοιάζουν μάταια, πρέπει να βγει από την κινούμενη άμμο, δεν ξέρει πώς. κι αυτό το ανθρωπάκι, μαριονετάκι που κλωθογυρνάει γύρω της, μάλλον θόρυβο κάνει, τραβάει ατσούμπαλες γραμμές και μουτζουρώνει τις θαμπές εικόνες της.

της εξηγεί πως ζει μόνος του από τότε που πέθανε η μάνα, πως έχει περιουσία, όχι μεγάλη, να μην τον βλέπει έτσι, πως αγαπάει τους ανθρώπους που γελάνε και στενοχωριέται που αυτή δεν γελάει. και έπειτα η Λευκή πείστηκε ότι δεν έχει τίποτε να χάσει αν έμενε εκεί τη νύχτα και η συνάντηση με τον κουμπάρο μετακινήθηκε για αύριο. όταν μπήκε στην κρεβατοκάμαρα που εκείνος της παραχώρησε, η μυρωδιά της μούχλας όρμησε στα ρουθούνια της κι’ άρχισε να ανηφορίζει ως τον εγκέφαλο για να μεταπλαστεί σε εικόνα τέλειας εγκατάλειψης, απόρριψης, μοναξιάς. ένιωσε λύπη, σκέφτηκε ότι κι αυτός εγκαταλείφθηκε, φτωχός είναι αυτός, ακόμη χειρότερα.

και έπειτα άφησε τον εαυτό της να πλεύσει στην επιφάνεια του χρόνου. δεν είχε να δώσει λόγο σε κανέναν. ούτε να συνεχίσει το δρόμο που είχε ξεκινήσει ήθελε, ούτε ν’αγαπήσει πια ποτέ κανέναν ούτε να κλάψει για κανέναν ανάξιο. διέκρινε δυό αγριεμένα ζώα που ζούσαν παράλληλα, στα κρύσταλλα και τη μπουαζερί εκείνη, στη μούχλα και το σκοτάδι τούτος. αυτή χωρίς συνειδητή ελπίδα και αυτός με μια τοσοδούλα ελπίδα κρυμμένη, που δεν την βγάζει στο φως μήπως ξεβάψει. δεν ένιωθε τίποτα γι’αυτόν, όμως δεν πειράζει, ας μην είναι του κόσμου της, καλύτερα απλός κι αλλιώτικος, καημένος χωριάτης, που του γυάλισε η γυναίκα και κάνει τεμενάδες. μα μιλάει καθαρά κι ευθύγραμμα καθώς ο χρόνος φεύγει, με λόγια καθόλου επιτηδευμένα, της ψωνίζει ρούχα για το κρύο, της χαρίζεται «θα κάνω ό,τι θες», τη φροντίζει φορτικά χωρίς να του το ζητάει, δεν της παίρνει μια δραχμή γιατί «οι αληθινοί άντρες δεν εκμεταλλεύονται τις γυναίκες», την αφήνει μόνη της να πλυθεί χωρίς να κρυφοκοιτάει, την αφήνει να του λέει ό,τι θέλει για κείνην χωρίς τίποτε να ρωτάει, πάει συχνά για μεροκάματο ό,τι και νάναι, καμαρώνει που τον μακαρίζουν για την τύχη του, την περιγράφει στους συχωριανούς με λόγια υπερβολικά αυτή την τύχη, χωρίς να λέει πως κοιμάται στην κουζίνα, αντίθετα κοιμούνται αγκαλιά, και δεν τους βλέπει, που μόλις γυρίσει την πλάτη του, μορφάζουν και τον μουτζώνουν αλλάζοντας ματιές και ξεσπάνε σε χάχανα μόλις κλείσει την πόρτα του καφενείου πίσω του. της φόρεσε τα σκουλαρίκια της μάνας του και το δαχτυλίδι της με τα λίγα καράτια, παραξενεύτηκε αυτή κοιτώντας στον καθρέφτη της ντουλάπας τα παλιομοδίτικα, «δεν τα θέλω» είπε και έκανε να τα βγάλει, «όχι» σχεδόν ούρλιαξε αυτός κι αυτή σκέφτηκε πως θα τον διαλύσει εύκολα με τρεις σταγόνες μπασταρδεμένο χρυσάφι και δεν το θέλει. τα χριστούγεννα της έφερε ελατάκι απ’ το βουνό και το φύτεψε στην αυλή, αγόρασε πολύχρωμα λαμπάκια και καλώδια και της το στόλισε, έψηνε με τις ώρες κρέατα στο τζάκι, λιβάνιζε κιόλας, της έδειξε τα άλμπουμ με τις ξεθωριασμένες οικογενειακές φωτογραφίες, για να της μάθει πως δεν ήταν από πάντα του έρημος.

ένα βράδυ που είχε χιονίσει έπιασε τον εαυτό της να χαμογελάει κι αυτός πανηγύρισε και έσφιξε τα μάγουλά της ανάμεσα στα δυό του χέρια από ενθουσιασμό. αυτή αποστράφηκε κι αυτός σκοτείνιασε και έσκυψε αμέσως να κουνήσει το κούτσουρο στο τζάκι. οι σπίθες που αναδύθηκαν πήραν μαζί τους τον δρόμο της ως εδώ μέχρι την έξοδο της καμινάδας, κι όσο να αποσβηστούν στον παγωμένο αέρα, αυτή το αποφάσισε.

σηκώθηκε στις πέντε. είχε κρυφτεί κάτω από το πάπλωμα μισοντυμένη. άπλωσε το πανωφόρι μπροστά στην ηλεκτρική θερμάστρα να το ζεστάνει και τις μπότες που της είχε αγοράσει για να πηγαίνουν βόλτα στο βουνό. έβγαλε τα σκουλαρίκια, το δαχτυλίδι και τρία πεντοχίλιαρα και τα άφησε πάνω στο σεντούκι. φόρεσε μπότες, πανωφόρι και κουκούλα, πήρε την τσάντα της, το μόνο δικό της πράμα μαζί με τα καλοκαιρινά ρούχα, και γλύστρισε στο σκοτάδι. τα χρωματιστά λαμπιόνια αναβόσβηναν στην αυλή, το χιόνι έτριζε κάτω από τα πόδια της. δεν έκλεισε την πόρτα της αυλής για να μην κάνει άλλο θόρυβο. έκανε όσο πιο γρήγορα μπορούσε. σε λίγο πήρε το πρώτο λεωφορείο προς τα ανατολικά από την απέναντι πλευρά του δρόμου.

με τον καιρό ο κατσίβελος ξεθώριασε, τον έρωτα του έκτου ορόφου κατανόησε. όλα είναι δρόμος και η ειρήνη μέσα της προορισμός.

για την κολυμβήτρια

η κολυμβήτρια θέλει να φεύγει μακριά, να ξεπλένει τη μαυρίλα της τριβής της με τις άχρηστες αλήθειες γύρω της με ένα μακροβούτι στον κόσμο του υπόκωφου βουητού, αυτού που αργά-αργά θα υποχωρήσει και θα πάψει μόλις αυτή εισρεύσει στον παράδεισο. εκεί νομίζει ότι πάει τώρα. οι φυσαλίδες βγάζουν ήχο, οι κινήσεις των χεριών θόρυβο, ίσαμε που προλαβαίνει να διακρίνει τις ζαρωμένες ψίχες των δακτύλων της, η ανάσα της κοντή ακούγεται δυνατή στα νερωμένα αυτιά της, η αλμύρα κατεβαίνει μικρά ρυάκια από τις τούφες των μαλλιών της, της τσούζει τα μάτια, κάθεται στο πρόσωπο. θέλει κόπο να καταβάλει για να μεταβληθεί σε ροή, γιατί πριν μεταμορφωθεί, ο παράδεισός της της διαμήνυσε ότι δεν πρόκειται να τη δεχτεί. λαχταράει να λευτερωθεί και μακραίνει κι άλλο, ως εκεί που ακούει μόνο τον εαυτό της πια να θορυβεί. κάθε τι άθλιο, θλιμμένο, θλιβερό έμεινε πίσω. στρέφει το κεφάλι προς την ακτή, σκηνικό που χρυσοφέρνει, η μυωπία της διαλύει τα περιγράμματα σε κόκκους, σφίγγει τα βλέφαρα και το θέατρό της κομματιάζεται, οι άνθρωποι της παραλίας μεταφράζονται σε βουβά κινούμενα μαυριδερά σημάδια, τα λίγα χρώματα αμβλύνονται κάτω από φως του ήλιου και αυτή άρχισε κιόλας να μιλάει με τα μέσα της, χάνοντας όμως λεπτομέρειες, κάπως σαν εκείνες τις συλλαβές στην ξηρά, που εκπίπτουν με ασυνείδητη πονηρία στις μπάντες του μυαλού για να μην ολοκληρώνεται καμία φράση του συλλογισμού, που ξεστρατίζει έτσι ατίθασος και λυτρωμένος, και δόστου πάλι απ´την αρχή. η μνήμη της έχει από το ξεμάκραιμα κιόλας αρχίσει να υποχωρεί, τα αισθήματα αναδύονται μπλεγμένα φύκια ως το λαιμό της. έτσι ο λόγος που την έφερε εδώ στα βαθειά εύκολα επικρατεί, δεν χρειάζεται συλλογισμούς και αισθήματα για να βγει ο λόγος στον αφρό. ναι, να φύγει ήθελε μακριά και το κατάφερε με δυσκολία, να μεταφέρει το νου της στη σιωπή ήθελε για να τον εξετάσει κουνώντας του επιτιμητικά το δάχτυλο, μα τώρα ο εαυτός της συμπυκνώθηκε γύρω από μία μόνο επιθυμία, να τον ξαναδεί.