μια Αθήνα

κατέβηκα στην Αθήνα το Μάη του 1979 για να ορκιστώ. είχα λάβει μέρος στις εξετάσεις των βυζαντινών στις αρχές του παγωμένου Γενάρη του 1979. ήταν οι πρώτες εισαγωγικές εξετάσεις στην αρχαιολογική υπηρεσία, που γίνονταν μετά από πολλά χρόνια. εγώ ήμουν τσαμπιόνι στα κλασικά, βυζαντινά κουτσοκάναμε στο πανεπιστήμιο (ο Πελεκανίδης είχε αποθάνει και μόλις είχε έρθει ο στεγνός Βοκοτόπουλος που μας έκανε αρχιτεκτονική, από τον οποίο είχα πάρει τον μεγαλύτερο βαθμό που είχε βάλει, 8!!), δεν τα χώνευα κιόλας τα βυζαντινά. έλα όμως που οι εξετάσεις των βυζαντινών ήταν οι πρώτες, των κλασικών αχνοφαίνονταν στο μέλλον κι εγώ είχα τρελή ανάγκη για δουλειά. τελικά οι εξετάσεις των κλασικών έγιναν σε τέσσερις μήνες, Απρίλιο, και διορίστηκαν λίγο μετά από μας, το καλοκαίρι. άμα τόξερα, δεν θα πήγαινα στα βυζαντινά, όπου έπρεπε να ξεκινήσω σχεδόν από το μηδέν, σε αντίθεση με τα κλασικά που τα έπαιζα στα δάχτυλα, και καθηγητάρες είχαμε και γω ήμουν πολύ διαβαστερή περί τα αρχαιολογικά, τρίτο και τέταρτο έτος τότε κι όχι από την αρχή, έπαιρνα και υποτροφία.

ετοιμάστηκα σαν τρελή για τις εξετάσεις. σε ένα μήνα διάβασα ό,τι άντεχα, δεκάξι ώρες τη μέρα διάβαζα. προκριματικά στην ξένη γλώσσα στο υπουργείο προεδρίας. γαλλικά πουρ μουά και για καλή μου τύχη το προηγούμενο βράδυ είχα ξεσκολίσει έναν γαλλικό οδηγό για τον άγιο Λουκά και την επομένη έτυχε θέμα για τον αρχιτεκτονικό αυτό τύπο, όπερ το μάσησα εύκολα με την ιδιαίτερη ορολογία του. άκου trompes d’ angle! έτσι τσίμπησα το 16 μου και από τους 149 υποψήφιους μεταπήδησα στους 13! γράφουμε στο αμφιθέατρο του εθνικού αρχαιολογικού μουσείου, ακροβολισμένοι και επιτηρούμενοι. ενδέκατη. παρ´ολίγο απέξω, με βοήθησε η ιστορία της τέχνης, Ρέμπραντ και Ρούμπενς, δύο αντίθετες προσωπικότητες του βορρά, ο θάνατος του Μαρά του Νταβίντ, ο Δαβίδ του Μικελάντζελο και το ecce homo του Γκρέκο, και κάτι γενικά από τον Τσούντα, άλλο ένα δεκαεξάρι. γεμάτη αυτοπεποίθηση κοίταζα την οθόνη και οι κοντινοί μου με παρακαλούσαν Πες μου σε παρακαλώ, βουβή εγώ, δεν ήμουνα για τέτοια. δύο επιτυχούσες θυμάμαι, όνομα και μή χωριό, την ακριανή μου δεξιά, μετέπειτα συνδικάλα, που ξεφύλλιζε μετά μανίας στη ζούλα στα γόνατά της ένα βιβλίο για ζωγραφική, και μία ακόμη, εισέτι υπηρετούσα, που όρθια αντέγραφε τον Σκαμπαβία που καθόταν μπροστά της (αγαθό και καλόβολο πλάσμα ο Σκαμπαβίας, συναντιόμασταν πολύ συχνά τα επόμενα χρόνια, καταλήξαμε μαζί στο Όλυμπος-Νάουσα ένα μεσημέρι, ετοιμόγεννη εγώ, τρώγοντας σουτζουκάκια αλ´εζυπσιέν, ότι αν αποκτήσω αγόρι, θα το ονομάσω Νικηφόρο και αν κορίτσι Ειρήνη, γιατί αυτό το άγνωστο κυοφορούμενο με είχε βοηθήσει να κάνω ειρήνη με τον εαυτό μου και αυτό έπρεπε να φαίνεται στο όνομά του).

ήταν εξουθενωτική η παραμονή μου στην Αθήνα, είχα κατεβεί με τη μαμά μου και μέναμε σε ένα ξενοδοχείο κοντά στο Εθνικό θέατρο. ζαλιζόμουν από το πολύ διάβασμα. τα βράδια βλέπαμε στην τηλεόραση του σαλονιού τα νέα για την ιρανική επανάσταση, φόβος και τρόμος ο Χομεϊνί, δεν πιστεύαμε στα μάτια μας τον τόσο θάνατο. η μαμά μου με είχε βοηθήσει πολύ, ήταν συνέχεια πίσω μου, και τα βράδια με έβγαζε βόλτα. το Μεταξουργείο και η Ομόνοια ήταν αλλιώτικα τότε, δεν κινδυνεύαμε στα σκοτεινά.

ορκιστήκαμε σε ένα γραφείο του Υπουργείου Πολιτισμού και Επιστημών, έτσι το έλεγαν τότε, ελάχιστα πράγματα θυμάμαι, όπως το φως που έμπαινε από το ολότοιχο παράθυρο και ότι αισθανόμουν πολύ σπουδαία και περήφανη. από τους συναδέλφους θυμάμαι την Αριστέα Καβαδία και τη Λίνα Στρατή με την οποία, ως μόνη προερχόμενη από τη Θεσσαλονίκη, επιστρέψαμε μαζί πίσω για να πάρουμε πράγματα για την επικείμενη πολύμηνη παραμονή μας στην Αθήνα για να κάνουμε την εκπαίδευσή μας. τότε ήταν που ταξίδεψα για πρώτη φορά στη ζωή μου με αεροπλάνο. με βουλωμένα αυτιά έφτασα στην Αθήνα. πολλές φορές από τότε χρειάστηκε να τα έχω βουλωμένα.

μας συνέστησαν να κατοικήσουμε στον ξενώνα της Αρχαιολογικής Εταιρείας, στον τέταρτο όροφο ψηλά, όπου με 30 δραχμές την ημέρα περάσαμε μια χαρά ως το τέλος του χρόνου. ο ξενώνας είχε τρία δωμάτια σε μόνιμη λειτουργία. στο μπροστινό, που αντιστοιχεί στο κεντρικό από τα τρία παράθυρα της πρόσοψης, μέναμε εγώ και η Λίνα, στο γωνιακό με την Ομήρου συχνά-πυκνά ο Μανώλης Μπορμπουδάκης από την Κρήτη, κάποτε ένας ηλικιωμένος γερμανός αρχαιολόγος που είχε παίξει το ρόλο του στην κατοχή (θα το θυμηθώ το όνομα του ευσταλούς φαλακρού κυρίου κάποια στιγμή, πού θα πάει;) και ο Georges Ruzsa από τη Βουδαπέστη που είμασταν φιλαράκια, συνεννοούμασταν στα γαλλικά και πίναμε αβέρτα καφέδες στην υπέροχη πλατεία των Εξαρχείων. στο πίσω δωμάτιο έμεναν ο Νίκος Ζήκος με τον Κώστα Τσουρή, συμπατριώτες και συνάδελφοι στην Καβάλα.

μας φρόντιζε η πάντα χαμογελαστή κυρία Άννα που συμμάζευε τις ακαταστασίες μας και έστρωνε τα κρεβάτια μας. πολύ την αγαπούσα την κυρία Άννα που κατείχε το χάρισμα να δένεται με τους ανθρώπους. η βιβλιοθήκη ήταν από κάτω μας, αλλά πήγαινα σπάνια, με κατέθλιβε όλο αυτό το καφέ σκούρο. προτιμούσα να διαβάζω εφημερίδες, να πηγαίνω σχεδόν κάθε απόγευμα σινεμά (ω Βοξ αγαπημένο!), να τρώω μεσημέρια στο Κεντρικόν χαζεύοντας με θαυμασμό τον Κουν καθισμένο στη γωνία μπαίνοντας δεξιά και το βράδυ μεταμεσονύχτια στο Ιντεάλ με τους ηθοποιούς μου, που πιάναμε και κουβέντα καμιά φορά -ο Ζώρας Τσάπελης ήταν καλότατος και πολύ χαιρόμουν μου δεν έμοιαζε με τους ρόλους του-. Τα ελάχιστα χρήματα που απέμεναν από το μισθό μου τα μετέφραζα σε ένα αεροπορικό πηγαινέλα στη Θεσσαλονίκη το δίμηνο. Η Λίνα ήταν του σπιτιού, ξυπνούσε χαράματα και μπαινόβγαινε στο δωμάτιο ανοιγοκλείνοντας τις πόρτες με θόρυβο, κοιμόταν νωρίς, εγώ αργά και τσατιζόμουν κάθε πρωΐ με το θορυβώδες ξύπνημα, και όλο γκρίνιαζε που την άφηνα μόνη και έφευγα για να γυρίσω μεταμεσονύχτια. θύμωνε όταν της διηγούμουν τα φλερτ μου. μου άρεζαν οι άντρες, κακό είναι; τη ρωτούσα. ήταν κακό.

τις μη εργάσιμες ημέρες ανεβαίναμε στον τέταρτο όροφο της Εταιρείας με τα πόδια, για να μην διακινδυνέψουμε το ασανσέρ να μείνουμε μέσα, και χτυπούσαμε με το κλειδί μας τα κεφάλια των μαρμάρινων προτομών στις σκάλες ένα-ένα για να ανακαλύψουμε.. τον πιο έξυπνο από τους παλιούς αρχαιολόγους. τον πιο μελωδικό ήχο έκανε η κεφαλή του Καστόρχη. την απαγόρευση της χρήσης του ασανσέρ έσπασε η Όλγα Κακαβογιάννη, που επιχειρώντας να πάει στην κηδεία του Ορλάνδου, κλείστηκε τελικά μέσα και τέσσερις φορές ανεβοκατέβηκα τις μαρμάρινες σκάλες για να μπαινοβγάλω την Πυροσβεστική που ήρθε να τη σώσει..

τρίτη 13 ιανουαρίου 2015

με αφορμή μια ζωγραφιά

όπως όλοι όσοι ανακατώνονται σοβαρά με δαύτα, τίποτε δε γράφω (με την αρχαία ή τη σύγχρονη έννοια της λέξης) απλά για να το κάνω, δεν βιοπορίζομαι άλλωστε από αυτά. πάντα κάτι σκέφτομαι και θέλω να το βγάλω από μέσα μου, καμιά φορά με βαραίνει πολύ και εξωτερικεύοντάς το ελαφραίνω, έτσι ώστε όταν τουλάχιστον εγώ θα αντικρίσω το τελικό αποτέλεσμα, αυτό να εικονίζει αυτό που είχα στο μυαλό μου την ώρα που το έφτιαχνα. τα αισθήματα και οι σκέψεις των ανθρώπων με απασχολούσαν από πάντα σαν θέμα και εξακολουθούν να με απασχολούν.

μέρες προσπαθούσα να απαλλαγώ από τη δυσκολία της έλλειψης μοντέλου. αναζητούσα στο διαδίκτυο μια οποιαδήποτε φωτογραφία που να πλησιάζει σε αυτό που ήθελα να στήσω στο καβαλέτο. κάποτε τη βρήκα, την έβαλα στο φωτοσόπ και την επεξεργάστηκα για ώρες, αφαιρώντας της κάθε ατομικό χαρακτηριστικό, κάθε χρώμα, κάνοντας τα περιγράμματα λεπτά σκοινιά ολόγυρα και προφάσεις, την έστρεψα οριζόντια, την πλάγιασα με χίλιους τρόπους, έσπασα τα μέρη της, τα ανεβοκατέβασα στον καμβά και πείραξα μεγέθη και διαστάσεις, μέχρι που μου φάνηκε ότι είναι πια κοντά σε αυτό που θέλω. κατόπιν τη μετέφερα στο τάμπλετ μου για να την έχω του χεριού μου και την έβαλα απέναντί μου. παρατηρούσα τους άξονες, το μοίρασμα των επιμέρους μορφών πάνω στην επιφάνεια και άρχισα να σκέφτομαι με ποιο τρόπο θα την υποτάξω κι άλλο, έτσι που παρούσα μπροστά μου να μου υπενθυμίζει τη δυναμική που θέλω να δώσω στο έργο μου. κατόπιν πήρα τα μολύβια μου, τις λαστιχένιες σβήστρες μου, τη βούρτσα μου για να σκουπίζω τα σβηστρίδια και ξεκίνησα να τραβάω γραμμές και να διορθώνω και να απομακρύνομαι από το πειραγμένο φωτογραφικό μοντέλο μου υποχωρώντας σιγά-σιγά μέχρι να αγγίξω τη θέλησή μου.

καμιά ώρα μετά κρέμασα το αποτέλεσμα απέναντί μου και ..έμεινα άναυδη. κάθε αίσθημα που ένιωθα το είχε πάρει πάνω του το χαρτί. χωρίς να κάνω τίποτε γι´ αυτό, το χαρτί άρπαξε την ψυχή μου.

αφήνω το ουΐσκι μου μισοπιωμένο στη μπάντα, παίρνω το μπλοκ και ανεβαίνω να κοιμηθώ. το πρωί μόλις ανοίξω το παράθυρο στο φως, θα καταλάβω αν το αποτέλεσμα θα αντέξει στο χρόνο, αφού και νύχτα είδε και ήλιο θα δει.

ποτέ μου δεν κατάλαβα γιατί συνδέομαι έτσι περίεργα με το χρόνο, με το φως, με τον ήχο, με τη μυρωδιά, με το φούσκωμα της καρδιάς, με την αναβίωση των εικόνων. κάθε ένα τους ανήκει σε μια εικόνα. όλα μαζί συνυπάρχουν σε διαφορετικές ποσότητες και εντάσεις στην κάθε εικόνα και τη χρωματίζουν. γι αυτό τα χρώματα έχουν αποχρώσεις.

τρέξε,

να μην προλάβει να σε πάρει η μέρα..

μήπως το φως μιας νέας εικόνας, που δεν διαμορφώθηκε ακόμα, συγχωνεύσει τα χρώματα..

παρασκευή 12 απριλίου 2019

παραλληλισμοί – νους ακατάβλητος

τραβάω γραμμές, πυκνές παράλληλες, πυκνές κάθετες, πυκνές πλάγιες, αναποδογυρίζω το χαρτί προς όλες τις κατευθύνσεις που μου επιτρέπει η στήριξη του καβαλέτου ή της αγκαλιάς μου, ώστε οι πολλές γραμμές να καλύψουν η μία την άλλη χιαστί και στο τέλος να φαίνεται το χρώμα ενιαίο..

κάθε φορά που πάω να αλλάξω χρώμα, οπισθοχωρώ για να δω κατά πόσο ως τώρα πέτυχε η κάλυψή μου. και μέσα σε όλη αυτή την προσπάθεια, που κρατάει ώρες (και το αναμενόμενο αποτέλεσμα ακόμη δε με έχει απασχολήσει, -αναμενόμενο σχετικά, μια κεντρική ιδέα είναι βασικά, φτιαγμένη από πολλές μικρές χρωματιστές κλωστούλες που πετάγονται τριγύρω και αγωνίζονται να πλεχτούν-. είναι που αφήνω το αποτέλεσμα να εξελίσσεται και περιμένω να μου μιλήσει τη δική του ώρα, που δεν την ελέγχω, να είναι αυτό που θα μαζέψει τα χέρια μου από πάνω του), μέσα λοιπόν σε όλη αυτή την προσπάθεια που κρατάει ώρες ο νους μου διασχίζεται προς όλες τις κατευθύνσεις από παράλληλες σκέψεις, που πυκνώνουν έτσι που να βγει μια εικόνα..

ο νους είναι χειρότερο μπακράουντ από το χαρτί και οι σκέψεις πιο σκληρές και δύσχρηστες από τα μολύβια. δεν προκύπτει μία μόνον εικόνα τραβώντας τις σκέψεις τακτικά ή άτακτα, μα πολλές διαδοχικές που χωνεύονται η μία μέσα στην άλλη, και στο τέλος δεν θαυμάζεις το αποτέλεσμα, αλλά μόνον τον τρόπο με τον οποίο κατάφερες να κουραστείς…

αφού λοιπόν έφεραν τις βόλτες τους στο μυαλό μου και το (ξανα)χαράκωσαν η προσποιητή και ποιος ξέρει πότε αληθινή Πάολα, το κοντινό μιάμισυ ώρα Βένετο, το κορίτσι της Ιντερφλόρα, η Πάτρα, η Σκιάθος, το Σικάγο, το Κάιρο και το Πεκίνο, κατέληξα στην κουτσομπόλα Ντίνα, που έκανε το σφουγγάρισμα επιστήμη, να έρχεται μπροστά μου στο κατάστρωμα του πλοίου την ώρα που πληρώνει τη συμμετοχή της στη μπιρίμπα θάβοντας στους τυχαίους ομοτράπεζούς της την Αμάντα, τη συντρόφισσά της στα ταξίδια, -μια χαριτωμένη και λυπημένη γυναίκα-. πολύ επιδέξια ομολογώ η Ντίνα, μεγάλη τεχνίτρα. κάθε φορά -ήμουν παρούσα σε πολλά επεισόδια του ίδιου έργου- τη ρωτούσα Γιατί το κάνεις αυτό; Γιατί πρέπει να δίνεις τους άλλους για να είσαι αρεστή; Κουβέντα κάνουμε, απαντούσε γελώντας. έφυγα, έγινα έτσι αυτόματα ανταλλακτικό μέσο. όσοι πουλήσατε παίρνοντας εμένα, χαλάλι σας βρε! τα χρώματα και τις αποχρώσεις τους εγώ τα κρατάω, όχι η μεταπράτισσα..

ας πάω να συνεχίσω..

οι λίρες (as the years go by..)

ο μπαμπάς μου πήρε προίκα από τη μάνα μου 300 χρυσές λίρες αγγλίας. με τις περισσότερες από αυτές αγόρασε το 1953 τη μονοκατοικία που γεννήθηκα (ψέματα, στο Άσυλο γεννήθηκα)..

το σπίτι μου ήταν εβραίικο, είχε χτιστεί το 1938 (για την οδό Γαλανάκη στις αρχές του 20ου αιώνα στη συνοικία Τράνσβααλ θα σας πω άλλη φορά) με άτρυπα τούβλα Fratelli Allatini και κοκκινόχωμα, και σε αυτό γεννήθηκε, έλεγε η μάνα μου που το είχε πληροφορηθεί από τη γειτονιά, μωράκι με διαμαρτία που δεν επέζησε τελικά, γεγονός που θεωρήθηκε κακός οιωνός και έτσι οι κάτοικοι του σπιτιού χάθηκαν λίγο καιρό μετά στο Μπίργκενάου της Πολωνίας.

ο πατέρας της ιδιοκτήτριας είχε προπολεμικά ένα σπίτι ακόμα, το διπλανό μας, ξύλινο τουρκόσπιτο, στην αυλή του οποίου εν όψει του επερχόμενου πολέμου είχε χτίσει ένα μπούνκερ, ένα τσιμεντένιο καταφύγιο για προστασία από τους βομβαρδισμούς, το δεύτερο καταφύγιο της γειτονιάς μου (το άλλο βρισκόταν στην οδό Αετορράχης, ανεβαίνοντας από Λεωφόρο Στρατού λίγα μέτρα αριστερά, το θυμάμαι σαν τώρα, λοξή τσιμεντένια επιφάνεια πάνω στη γη με μια στρογγυλή τρύπα για να μπαίνει οξυγόνο και να βλέπεις αν ξημέρωσε). στον τσιμεντένιο τοίχο του καταφυγίου ο εβραίος ιδιοκτήτης έθαψε έναν τενεκέ χρυσές λίρες.

όταν το 1968 γκρεμίστηκε το τουρκόσπιστο και το διπλανό του αρμένικο για να ανοικοδομηθεί, η φαγάνα έδωσε μιά το μπούνκερ και ξεχύθηκαν οι λίρες. ο τενεκές φορτώθηκε εσπευσμένα στο φορτηγό που πήγε να αδειάσει στο λιμάνι. η φήμη ξεχείλισε, η αστυνομία κατέφθασε και εγκαταστάθηκε νυχθημερόν μέχρι να ολοκληρωθούν οι τυπικές διαδικασίες. δουλεύαμε ψιλό γαζί εμείς τα παιδιά της γειτονιάς τους μπάτσους τις νύχτες πετώντας τα χρυσόχρωμα εξώφυλλα από τσιχλόφουσκες που είχαν μορφή λίρας, για να τους βλέπουμε να τα φωτίζουν στο σκοτάδι με το φακό, μή τυχόν και ξέφυγε τίποτε και είχαν κάνει την τύχη τους, ποτέ δεν ξέρεις…

η καινούργια εφημερίδα «Θεσσαλονίκη» έστειλε σπίτι νυχτιάτικα το δημοσιογράφο της, διαβασμένον, όχι σαν τους πιο πολλούς σημερινούς, που ήξερε ότι το σπίτι μου ήταν του ίδιου ιδιοκτήτη. την άλλη μέρα το σπίτι μου φιγουράριζε σε φωτογραφία στην εφημερίδα με μια λεζάντα που αναρωτιόταν μήπως υπάρχουν και άλλες λίρες εδώ. ο γιος της χοντρής γειτόνισσας (κλέφτρας από την αυλή μας κάθε γλάστρας μας με γαρυφαλιές που τις λάτρευε η μάνα μου), που ήταν στο εκσκαφικό συνεργείο, έσκαψε λίγο καιρό μετά το οικόπεδο του φαρμακείου Ζωγράφου στην Τσιμισκή με αλυσιδοφόρα φαγάνα και παραταγμένα φορτηγά να περιμένουν τη σειρά τους να φορτώσουν, πράγμα που μας έκανε να τον υποψιαστούμε άγρια γιατί προηγουμένως δεν είχε στον ήλιο μοίρα. στην κατά χώραν έρευνα στο υπό ανέγερσιν οικόπεδο βρέθηκαν κι άλλες λίρες και το νόμιμο μερίδιο παραδόθηκε στην επιζήσασα του Ολοκαυτώματος κληρονόμο Όρρω Μενασέ, χήρα Ιεσούα Αλφανταρί, που είχε χαθεί στο Μπίργκενάου το Μάρτη του 1944, την εποχή εκείνη Φλωρεντίν αν δεν με απατά η μνήμη μου.

αυτή η ιστορία με τις λίρες ήταν η αιτία που μου ρήμαξαν το σπίτι. το 1997, ο Γιώργος Μούλκας θα θυμάται που με πήγε τάκα-τάκα σπίτι από τη δουλειά με τη μοτοσυκλέτα του κατόπιν ανώνυμου υβριστικού τηλεφωνήματος που μου άνοιξε χαιρέκακα τα μάτια. είδαμε τη ζημιά μαζί και γω έκλαιγα κι αυτός προσπαθούσε να ασφαλίσει το σπίτι όσο μπορούσε να γίνει αυτό εκείνη την ώρα. τότε δεν κατοικούσα πια εκεί και το σπίτι ήταν κλειδωμένο περιμένοντας την κατάλληλη ευκαιρία για να ανοικοδομηθεί, φορώντας όμως όλη την παιδική, νεανική και φοιτητική μου ηλικία.

ο μέγας βάνδαλος ήταν ένας γείτονας χωροφύλακας ταγματασφαλίτης που του ξέφυγε απέξω-απέξω το ανδραγάθημα πολλά χρόνια μετά, στα γεράματά του, όταν μιλούσαμε από μπαλκόνι σε μπαλκόνι, μου είχε όμως προ πολλού περάσει η διάθεση να τον σκοτώσω. η επιχείρηση είχε γίνει μουλωχτά, μα υπήρξε άκαρπη φαντάζομαι, αλλιώς η φήμη του κλεπτονεόπλουτου θα έφτανε στ´αυτιά μου κάποια στιγμή, καθώς καπνός χωρίς φωτιά μάλλον δεν υπάρχει. όταν κάποτε είχα βρει το θάρρος να αντικρύσω την καταστροφή, ακολούθησα τα ίχνη του άχρηστου άντρα. ο τύπος είχε ξεκινήσει από το υπόγειο, όπου όμως τον εμπόδιζε ο αναλημματικός τοίχος που συγκρατούσε την επίχωση-στόχο του, που στο πάνω μέρος της ήταν χαμηλή καμιά σαρανταριά πόντους ίσαμε να μπαίνει το φως των μικρών καγκελωτών παραθυριών της πρόσοψης και να αερίζεται το υπόγειο. δεν χωρούσε λοιπόν στο κενό για να ψάξει το μπάζωμα από πάνω ούτε τολμούσε να ξηλώσει τον τοίχο μη και υποχωρήσει το μπάζωμα και τον θάψει και μή και κάνει θόρυβο και τον πάρουν χαμπάρι. οπότε άλλαξε ρότα, διάρρηξε την εξώπορτα, πήγε στο δωμάτιό μου και του ξήλωσε το πάτωμα. ό,τι ξήλωνε, το μετέφερε στο σαλόνι με τη σειρά ξηλώματος. μετά στο διαρρηγμένο πλέον σπίτι μπήκαν οι αλβανοί με τα πλαστά διαβατήρια, κάπου έχω ένα που βγάζει μάτι και είναι να απορείς πώς δεν το κατάλαβε ο τελώνης και τον άφησε να μπει (ή αλλιώς σιγά να μην δεν το κατάλαβε).

ανασκάπτοντας λοιπόν εγώ το βουνό του σαλονιού, βρήκα πρώτα τα χοντρά πριονισμένα πατωσάνιδα, από κάτω τους το μουσαμά που κάλυπτε το πάτωμα, μετά τα νεανικά μου ρούχα και εσώρρουχα σάπια πια, τα χαρτιά μου μισοπνιγμένα, έσωσα ό,τι μπόρεσα, και όλα αυτά αναπαύονταν πάνω στην καρυδένια ξυλόγλυπτη τραπεζαρία μου με τα λιονταροπόδαρα, που σήμερα χρησιμοποιώ περήφανη και την είχε φτιάξει το 1953 το παπαφάκι, που είχε το εργαστήριό του στην Αγίας Σοφίας στο κτήριο Μαζέστικ της Κομμαντατούρ, παραγγελία για το γάμο των γονιών μου.

μετά τον μεγάλο βάνδαλο, που κυνηγούσε τις λίρες που υπέθετε ότι ήταν κρυμμένες στο υπόγειο, εγκαταστάθηκαν στο σκοτάδι οι παράνομοι αλβανοί, που ταμπουρώθηκαν πίσω από έπιπλα και στόλισαν γύρω τους όμορφα αντικείμενα του σπιτιού χωρίς όμως και να τα απομακρύνουν. στο κλειδωμένο πάλαι ποτέ συρτάρι του γραφείου μου φύλαγαν τα σκόρδα και τα κρεμμύδια τους, δεν κατέστρεψαν όμως τον πάκο με τη νεανική μου ερωτική αλληλογραφία κατά χρονολογική σειρά που είχα δεμένον με ένα κορδελάκι. μάλλον φταίει που ήταν άλλη γλώσσα..

το σπίτι μου αυτό με άφησε κατάπληκτη όταν το άδειασα την παραμονή της κατεδάφισής του από ό,τι είχε καταφρονέσει ο ταγματασφαλίτης, τη χυτοσιδηρή δηλαδή ξυλόσομπα που τώρα στολίζει το σαλόνι μου και κείνην την παλιοτραπεζαρία. η υγρασία είχε φουσκώσει και ξεκολλήσει από τους τοίχους τη γαλανή λαδομπογιά με την οποία το είχε φρεσκάρει ο μπαμπάς μου όταν το είχε αγοράσει, και όταν τράβηξα τη φουσκωμένη πέτσα στην κρεβατοκάμαρα των γονιών μου, είδα από κάτω …τις τοιχογραφίες: ορθογώνια κάθετα διάχωρα από ροζ κορδέλες περιέβαλλαν μπουκέτα από ροζ και κόκκινα τριαντάφυλλα, όλα σε ουρανί φόντο.

με πολύ λιγότερα χρήματα από αυτά που κόστισε το σπίτι αυτό, ο μπαμπάς μου είχε βρει μια μονοκατοικία στην Ανθέων, με τεράστιο κήπο, αλλά όλο έλεγε ότι δεν την αγόρασε γιατί η δουλειά του έπεφτε μακριά πολύ, και πού να τρέχει τα παγωμένα πρωινά από τόσο μακριά για να κατέβει στο Καπάνι. ενώ εδώ, στην Αγία Τριάδα, έπαιρνε το τραμ και τσούπ βρισκόταν στη δουλειά του στο πιτς φιτίλι. έτσι στις 29 Μαΐου του 1953, ημέρα Παρασκευή, αγόρασε από την κυρία Όρρω το σπίτι της προίκας της έναντι 60.000.000 δραχμών που κατεβλήθησαν τοις μετρητοίς (με μορφή χρυσών λιρών αγγλίας να υποθέσω, την ισοτιμία το 1953 δεν τη γνωρίζω, η γνώση μου είναι μεταγενέστερη, των 300 δραχμών ανά λίρα).

πού να ήξερε ο άνθρωπος πως τα απομακρυσμένα οικόπεδα της Ανθέων θα ερχόταν εποχή που θα αποκτούσαν αξία και που θα έφτανε και το 2018 να μην μπορείς πια να βρίσκεται τσουπ στο Καπάνι γιατί η συγκοινωνία είναι για κλάματα;

έκανε όμως μια καλή αγορά. μπορείς να φτάσεις στο Καπάνι με τα πόδια στον ίδιο χρόνο που αυτός έφτανε με το τραμ.

02.12.2018

απατηλές καταστάσεις

η περίεργη αίσθηση. το απομυθοποιημένο. τυχαία η λέξη της ήρθε στο μυαλό? αισθάνεται περίεργα, έξω από τον εαυτό της. ένιωσε έναν τρόμο στιγμιαίο που την παρέλυσε. ζαλάδα και αδυναμία να ανασάνει. όπως τότε πριν ενάμισυ χρόνο, που ξυπνούσε τα βράδυα τρομαγμένη. ανασηκώθηκε και άναψε το φως για να διώξει τον εφιάλτη. μπορεί κιόλας ο νους της να είχε κοιμηθεί.

και θυμήθηκε τη νύχτα της προχθεσινής Tετάρτης. είχε γυρίσει νυσταγμένη και ψιλοβαριεστημένη από το σπίτι της Λίλας. την άδειαζαν οι επαφές μαζί της. το μόνο ενδιαφέρον ήταν τα δυο είδη μακαρονάδας. και τα μπισκότα και το παγωτό και τίποτε άλλο απολύτως. ξάπλωσε να κοιμηθεί. και τί περίεργη αίσθηση! καθώς κουβάριασε και αγκάλιασε το σεντόνι πάνω στο στήθος της, την πλημμύρισε η βεβαιότητα πως αγκάλιαζε το όμορφο κεφάλι του. αισθανόταν τη ζεστασιά του, το βάρος του, την απαλή επιδερμίδα του, τα φιλιά του στο στήθος της. σκέφτηκε πόσο ευτυχισμένη ήταν εκείνο το βράδυ. και αποκοιμήθηκε. ίσως μόνον κλάσματα του δευτερολέπτου. και τότε άκουσε το κουδούνισμα του τηλεφώνου ή μάλλον τη γένεση του κουδουνίσματος. κατόπιν το δυνατό ντριν από το μέσα τηλέφωνο και το γουργούρισμα της συσκευής δίπλα της. και έπειτα σιωπή. πετάχτηκε. άναψε το φως. κοίταξε το ρολόι: 4.00 το πρωί. ήταν σίγουρη πως ήταν εκείνος. έκλεισε το φως και κοιμήθηκε ευτυχισμένη. το άλλο πρωί ήταν βέβαιη ότι το ονειρεύτηκε. την πλησίασε το αγοράκι της. «τη νύχτα χτύπησε το τηλέφωνο μαμά. μόνο μια φορά».

Σάββατο 17 Aυγούστου 1991, 02:15

Υ.Γ. μία από τις δεκάδες μικρές ιστορίες ατομικής εξαπάτησης

έχω πολλά ντοσιέ με τέτοιες

όλα ένας μύθος με ημερομηνία λήξης δεν είναι τελικά;

μαύρο

άνθρωπος των χρωμάτων εγώ, έπεσα πάνω του τώρα δα μετά από πολλά χρόνια. όντας νέα με λαγαρή μνήμη, μπορούσα τότε να το απαγγέλω απέξω ως το στίχο «των βημάτων μου η τάξη». κάποιος αυτάρεσκος φίλος -μάλλον φίλα διακείμενος παροδικά παρά φίλος, ξεδιάλυνα μέσα μου αργότερα πόσο αλλαζών ήταν- κατοικούσε σε μικρό διαμέρισμα με σαλόνι στρωμένο με άσπρα και μαύρα πλακάκια σ´ εναλλασσόμενη τάξη. λίγα λεπτά πριν με είχε φέρει σε δύσκολη θέση, δεν ήταν δα και η πρώτη φορά, και με έπιασα να ξοδεύω την αμηχανία μου κοιτώντας το πλαστικό πάτωμα και μουρμουρίζοντας το ποίημα. στο «τάξη» σήκωσα τα μάτια μου αργά και τον κοίταξα. τον είδα να με κοιτάει με τα μάτια ολάνοιχτα και έκπληκτος αναφώνησε: «σώπααα, πού το ξέρεις εσύ αυτό;». η εικόνα γράφτηκε μέσα μου, ασπρόμαυρη, σκούραινε παραπάνω όσο περνούσε ο καιρός. αφότου αυτός απέθανε, η εικόνα πάγωσε στο χρώμα που είχε φτάσει..

Άσπρα και μαύρα πλακάκια,

σ΄εναλλασσόμενη τάξη,

την επαφή των βημάτων μου δέχονται.

Στο διορισμένο μου δάπεδο τούτο

παίζω σαν ένα παιδί,

προσπαθώντας μονάχα

στις λευκές να πατώ επιφάνειες.

Δύσκολη άσκηση, ακροβασία περίτεχνη.

Κάποτε χάνω του σώματος

την ισορροπία.

Κάποτε χάνω του πνεύματος τον υπολογισμό.

Και μπερδεύεται τότε

των βημάτων μου η τάξη.

Και πλανημένο το πέλμα μου,

παραπατάει στα μαύρα πλακάκια.

Πρέπει πάλι ν’ αρχίσω

απ’ την αρχή το παιχνίδι.

Πρέπει ν’ ασκήσω το πνεύμα μου

στην τέλεια ακροβασία.

Όμως αρχίζοντας πάλι και πάλι,

το αποσταμένο μου πνεύμα

περιδινείται σε ιλίγγου στροβίλισμα.

Και του δαπέδου ο ακίνητος δίσκος

περιστρέφεται μ’ ένταση.

Και των χρωμάτων συγχέεται

η εναλλασσόμενη τάξη.

Των αισθήσεων σύγχυση.

Κι όπως ένα παιδί,

που του χαλούν το παιχνίδι,

κι όπως ένα παιδί,

που η υπομονή του εξαντλείται,

τρέχω με πείσμα,

τσαλαπατώντας

του δαπέδου την τάξη.

Με το πέλμα σκουπίζω

τις γραμμές που χωρίζουν

τα λευκά και τα μαύρα πλακάκια.

Και ξαπλώνομαι χάμου,

με βουρκωμένο το πνεύμα μου,

και ραντίζω με δάκρυα

τη συντριμμένη μου πίστη.

Πόσο με κούρασε η επίμονη άσκηση.

Όμως τώρα πια βλέπω

φανερά τι σημαίνει

του δαπέδου το γύρισμα.

Τώρα βλέπω το νόημα

της συνουσίας των χρωμάτων. 

Γεώργιου Βαφόπουλου, Το δάπεδο (από τη συλλογή «Το δάπεδο και άλλα ποιήματα», 1951)

γκουρού

με απασχόλησε για λίγο η λέξη «γκουρού»

οι δημοσιογράφοι διαγκωνίζονται για τους τίτλους

χρησιμοποιούν ό,τι νομίζουν ότι θα κάνει εντύπωση

και συ το ίδιο κάνεις

πειράματα εντυπωσιασμού σίγουρος για το αποτέλεσμα

είναι γιατί σου αρέσει να μαζεύεις ευμενείς χαρακτηρισμούς

είναι γιατί μελετάς τις απαντήσεις στα ερωτήματα που θέτεις

εύστροφος πατάς δυνατά όπου σταθείς και το παίζεις τάχα μετριόφρων

λίγα τάχα γνωρίζεις μα ποτέ αρκετά

θαυμάζεις τους άλλους και χαμογελάς

μοιράζεις ζεστές χειραψίες και ακούς με προσοχή

ζεις σαν γόης που ανατροφοδοτείται μερικώς

από κάθε είδους μπράβο

ίσαμε να ολοκληρώσεις τους σχεδιασμούς σου

και στην άκρη περιμένει το υπόλοιπό σου

έτοιμο να με σπαράξει

μια βόλτα τέτοιες μέρες στη σακατεμένη αγορά του ´12

Διαμαντή Ολύμπιου, ένας δρόμος που καταλήγει στη Δωδεκαννήσου. τον παίρνω ανάποδα. φωτοτυπείο, είδη δώρων, χριστουγεννιάτικες αηδίες, ελληνικό πρατήριο σιγαρέττων Γεωργίου Μυρώνη αριστερά μου κλειστό, ζαχαρώδη ποτά Πολυχρόνη δεξιά μου κλειστό, αλλαντικά τυροκομικά Τάσος ανοιχτό, αποθήκη.. ζαχαρώδη ψιλικά Καπουσούζης ανοιχτό αριστερά μου, στη γωνία με την Ερνέστ Εμπράρ μαγαζί που πουλάει μπαχαρικά παλιό.. μια σκέψη περνάει αστραπιαία, νομίζω ότι θα ηθελα να δω να ξεπροβάλει από κει άντρας καλοντυμένος ψηλός, εξηνταρης, με μπεζ καμηλό παλτό, πλούσιος της εποχής… ποιας εποχής; κι αυτή εδώ η Φαράχ; μεταφερθήκαμε Ερνέστ Εμπράρ, τρέχα-γύρευε τί ήταν η Φαράχ που μεταφέρθηκε πιο κει. τζάμια, κρύσταλλα, καθρέφτες, πέφτω πάνω στη Βίκτωρος Ουγκώ των Λαδάδικων.. αυτή ζει, αλλοίμονο στους υπόλοιπους δρόμους.. η βόλτα μου σήμερα είναι διαδρομή που ´χα καιρό να κάνω.

πιάνω την Τσιμισκή για να γυρίσω σπίτι. γκρεμίζουν εκείνο το παράπηγμα με τα σουβλάκια τα βρώμικα ενός ανηψιού του μπαμπά μου. βασικά έχει καταρρεύσει από μόνο του. κι αυτό το διατηρητέο εδώ, κομμάτι παλιού οικήματος, που προσπάθησαν να φαίνονται οι νέες προσθήκες πάνω στην παλιά βάση και το μεταμόρφωσαν σε κομψή καφετερία; σήμερα κλειστό και έρημο. ακολουθεί το μεγάλο γιαπί, η πολυόροφη οικοδομή, γυμνή με τα μπετά, σχεδόν απέναντι από την Τράπεζα της Ελλάδος. αρχίζουν τα μαγαζιά με τα είδη γραφείου, μηχανές γραφείου, επιχειρηματικά δώρα, χαρτοπωλεία.. θυμάμαι τότε, που έψαχνα να βρω δώρο για τον Αναστάση, τέτοιο που να μην καρφώνομαι κιόλας.. το ίδιο αίσθημα μιας ζεστής αγωνίας με κυριεύει πάντα, όπως πάλι τώρα που μισόκλεισα τα μάτια μου. οι αναμνήσεις δηλώνουν παρούσες με επιτακτικό τρόπο και με όλα τα σέα τους και τα μέα τους, σαν που μυρίζουν οι ακακίες στην παιδική μου γειτονιά, κι ας μην υπάρχουν ακακίες πια.

είναι έντεκα και έντεκα λεπτά, πλησιάζει μεσημέρι. χρειάζεται θάρρος ν´ απλώσεις το χέρι για να ζητιανέψεις. όλο το βόρειο πεζοδρόμιο της Τσιμισκή είναι γεμάτο με νεαρές ζητιάνες που κρατούν από ένα μωρό στην αγκαλιά, βιομηχανία της μιζέριας, πόσο επικερδής άραγε αυτή τη στιγμή στο άδειο σχεδόν πεζοδρόμιο; θα έλεγα ότι κυριαρχούν οι μορφές των ζητιάνων. προηγουμένως ένας παππούς που στάθηκε μπροστά μου απότομα, εδώ μια μαντάμ, Πεινάο γράφει στο χαρτόνι, το ο με όμικρον, θα μπορούσε να ´ναι και της ηλικίας μου.. στη γωνία Βενιζέλου και Τσιμισκή ετοιμάζεται άλλο ένα φαγάδικο, όταν κοιτάζω προς τα πίσω, τα Γκούντις υπάρχουν ακόμα, Δευτέρα 3 Δεκεμβρίου του δώδεκα σήμερα.

ανεβαίνω την Κομνηνών απ´ το απέναντι πεζοδρόμιο των Λουλουδάδικων….. έχει κόσμο στη γωνία, ένα καφέ εδώ δεξιά με Βασιλέως Ηρακλείου. την παίρνω, το μαγαζί με τα ηλεκτρικά είδη πιο κει αναβοσβήνει τα χριστουγεννιάτικα φωτάκια για πούλημα. πριν λίγο καιρό ακόμη μπορούσα να μπαίνω στον Κοσμά και να ξοδεύω είκοσι εικοσπέντε ευρώ για ντελικατέσσεν, σήμερα δεν έχω μία. δεν είναι εποχή να ανοίξεις καινούργιο μαγαζί. όλα τα καινούργια μαγαζιά είναι νεκρά. αυτά που είναι εδώ από πάντα σαν να δουλεύουν κάπως.

είμαι σίγουρη ότι πιάσαμε πάτο. πιο πάτο δε γίνεται, μαζί να ζουν οι σκεπτόμενοι με τους άσκεφτους. όσοι σκέφτονται πριν ενεργήσουν γίναν περιθώριο με τις ευλογίες κομμάτων, πολιτικής και ασαφών αναζητήσεων, με στόχο μια καλύτερη ζωή με ρευστό περίγραμμα. από δω και πιο κάτω υπάρχουν μόνον οι άλλοι, μέχρι που να αναμίξει τον μπερδεμένο σακατεμένο εαυτό του ο καθένας με του διπλανού του και να εμέσει πικρά πνιγμένος στο σκατό του. μόνον τότε θα ζητήσει ανάσα. αλλά, γνωστό, η δημαγωγία χαρακτηρίζεται από γρήγορη και εντυπωσιακή άνοδο, αλλά και απότομη και θορυβώδη πτώση. η αλήθεια είναι η μοναδική μου λύση για όλα και καλού-κακού αποφεύγω την κόντρα με τα μέσα μου.

Δευτέρα 3 Δεκεμβρίου 2012, 11:11 π.μ.

ο ήχος στο κενό

ξημέρωσε Σάββατο 12 Ιανουαρίου σήμερα και η μέρα είχε κιόλας προχωρήσει όσο η Έλλη να εγκαταλείψει το κρεβάτι. σκεφτόταν με ταχύτητα και ανάκατα τα παρόντα και τα παρελθόντα, καθόλου μέλλοντα ανάμεσά τους, και, πριν πονοκεφαλιάσει, σηκώθηκε.

πολλούς μήνες τώρα καταγράφει σε λευκά φύλλα χαρτιού τις σκέψεις της ή γράφει γράμματα που δεν σκοπεύει ποτέ να επιδώσει ή μιλάει ψιθυριστά κάτω από το πάπλωμα σε κασέτες. καλές πολύ της είναι οι κασέτες, της επιτρέπουν να ανακαλεί από το ηχόχρωμα της φωνής της ακόμη και το αίσθημα που πλανάται στο δωμάτιο τη στιγμή που τις γράφει, τις μυρωδιές του σπιτιού και το φόβο μη την ακούσει κανείς να μονολογεί. τα χειρόγραφα μπορεί και νάναι προτιμότερα. βασικό τους μειονέκτημα πως το χέρι δεν προλαβαίνει τη σκέψη, βασικό τους πλεονέκτημα πως τα διαβάζει μόνον αυτή ως καλλιγράφος της …πρώτης μόνο σελίδας· όσο γράφει, τόσο η γραφή γίνεται επιτακτικά επισεσυρμένη και άτσαλη και οι αράδες αραιώνουν και πολλαπλασιάζουν απρόβλεπτα τον αριθμό των σελίδων.

επέστρεψε με ένα φλυτζάνι καφέ και κάθισε πάλι στο κρεβάτι της. άρχισε να γράφει έχοντας για στήριγμα των χαρτιών ένα καπάκι από μπάλσα με κινέζικη γραφή πάνω του, που αγνοεί τί περιγράφει. έξω ο ήλιος λάμπει και κάνει σχεδόν ζέστη, αλκυονίδες. θα πρέπει τελικά να αποφασίσει αν θέλει να ´ρθει γρήγορα η άνοιξη ή όχι. πριν λίγο καιρό θα έλεγε Τί κρίμα να μην μπορώ να γυρίσω το κουμπί και να τρέξει ο χρόνος, να γίνει Μάης· τώρα, σήμερα δηλαδή, δεν θέλει να πατήσει κανένα κουμπί για να φτάσει στο Μάη, το πολύ-πολύ το Μάρτη έχει κατά νου, όταν θέλει να ´ρθει γρήγορα η άνοιξη. σήμερα, μοιάζει να μη την ενοχλεί πια τίποτε ή σχεδόν τίποτε ή ίσως και να είναι ιδέα της και τώρα να την ενοχλούν τα πάντα περισσότερο από πρώτα, η ενόχληση όμως να έχει άλλο περίγραμμα, για τούτο και δεν την αναγνωρίζει ως τέτοια.

παράτησε το τηλέφωνο στην κρεβατοκάμαρά της. επειδή ξέρει πως δεν θα χτυπήσει, έχει πάψει να την κουβαλάει παντού. τόσοι μήνες από τον περασμένο Mάη είναι πολλοί για να μην έχει απεξαρτηθεί απ´ την ιδέα ότι θα χτυπήσει το τηλέφωνο. ξέρει πια πότε περίπου να περιμένει να χτυπήσει: αραιά και πού τη θυμούνται λίγες φίλες, σπανιότερα άλλοι τη θυμούνται για θέματα του γραφείου. εκείνος δεν τηλεφωνεί πια. η Έλλη αποφάσισε, λέει, πως είναι καλύτερα έτσι, και με τίποτε δεν επιδιώκει να είναι διαφορετικά. αλλαγή μέσα της ή συνειδητοποίηση της πραγματικότητας; μερικές φορές απορεί με τον εαυτό της που τον έχει για έξυπνο και έχει, λέει, και ισχυρό ένστικτο και διαίσθηση, απορεί πώς δεν τα καταφέρνει να διαγνώσει έγκαιρα καταστάσεις που φαίνονται με την πρώτη ματιά. δικαιολογείται που αρμενίζει στη θαλασσώδη βλακεία της λέγοντας πως είναι θέμα εσωτερικής της ανάγκης να βλέπει τα πράγματα όπως θα ήθελε να είναι. Αν δεν κυκλοφορούσαν τύποι σαν και μένα, το ψεύδος της ιστορίας δεν θα ‘βρισκε γη για να στεριώσει, παραδέχεται. εξαπατημένη λοιπόν από τα γεγονότα, και πάλι και ξανά, μπορεί ακόμη να χαμογελάει ενίοτε εις επίρρωσιν της άμετρης ατομικής της ηλιθιότητας.

μονόλογοι στο δωμάτιο ζαλίζουν τους ροζ τοίχους, ότι τάχα είναι σημαντικό να αποφασίσει επιτέλους πως δεν είναι απελευθερωμένη και να κάνει μια προσπάθεια ακόμη να λυτρωθεί. Αν όμως, λέει έτσι για πλάκα που εικονογραφεί τους ενδόμυχους φόβους της, Βρεθώ κάποια στιγμή στ’ αλήθεια ελευθερωμένη, τότε τί θα κάνω; θα ´ναι χειρότερα από πρώτα αντί καλύτερα που επιδιώκω να είναι; θα μπω στο περιθώριο περισσότερο τότε; το πολύ κακό για μένα έγινε τότε που πίστεψα πως ανάμεσα στο άσπρο και το μαύρο υπάρχουν άπειροι τόνοι του γκρίζου κλπ., κι όλοι λένε ότι έτσι είναι κλπ., μπορεί να μη ζω στην κατάλληλη εποχή κλπ., υπάρχει και ο επιφανειακός τρόπος του ζην κλπ..

και.. στο κάτω-κάτω της γραφής θυμάται πάντα την επιτυχημένη ανερχόμενη 32χρονη ασχημούλα δημοσιογράφο που κουντούρντισε από τον 6ο όροφο και τότε νομίζει, ασθμαίνοντας, πως βλέπει το πλακοστρωμένο πεζοδρόμιο να ´ρχεται κατά πάνω της και ιδρώνει. τα χάπια είναι σίγουρα ανώτερη ιδέα, σε απαλλάσσει κι από την ασχήμια της μορφής, σου δίνει βέβαια τον ελάχιστο, πιθανά άχρηστο, χρόνο ν´ αποφασίσεις ότι έσφαλες κι έτσι πρέπει να τα μασήσεις αποφασιστικά όλα μαζί αφού προηγουμένως έχεις ζαλιστεί με τρία-τέσσερα ποτήρια και έχεις μπει στο χορό της αναχώρησης. μετά θα πιεις μισό μόνον ποτήρι νερό, μετά θα κοιμηθείς, ένα –ένα τα όργανά σου θα πάψουν να λειτουργούν, τότε δεν θα το ξέρεις. το μυστικό της επιτυχίας είναι να μη σηκώσεις ως τότε το τηλέφωνο, που ως τώρα χτυπούσε αριά και πού, με την ελπίδα ότι στην άλλη άκρη βρίσκεται η μόνη λύση που νομίζεις πως έχεις για να συνεχίσεις να ζεις. το πιθανότερο είναι πως θα τύχει να είναι κάποια φίλη σου που θα ακούσει τη φωνή σου περίεργη και θα σπεύσει. άλλωστε η μόνη σου λύση χρησιμοποιεί σπάνια τα τηλέφωνα, καθόλου τα σαββατοκύριακα, και σίγουρα δεν θα έχει τις δικές σου προσδοκίες ώστε να παραβαίνει τις αρχές του. και μετά, αν δηλαδή στο μεταξύ έχεις κοιμηθεί και δεν ακούς πια κουδουνίσματα τηλεφώνων, θα βρεθείς ατυχώς στο θάλαμο της εντατικής εφημερεύοντος νοσοκομείου. τρεις άντρες θα σε αρπάξουν και θα σε ξεγυμνώσουν με απίστευτη ταχύτητα, ευτυχώς κάτω από το πράσινο σεντόνι. το λάστιχο θα μπει στη μύτη σου και θα σου ζητήσουν γλυκά και επιτακτικά να το καταπιείς. μια σύριγγα γεμάτη με μαύρο αντίδοτο θα αδειάσει από το λάστιχο στο στομάχι σου. άλλη θα τρυπήσει τη φλέβα στο αριστερό σου χέρι. θα νομίζεις πως ονειρεύεσαι. τότε θ´ αρχίσει να βγαίνει από το λάστιχο μαύρο και ροζ υγρό. έχουν ωραίο χρώμα τα χάπια. μετά στα αριστερά σου θα αναγνωρίσεις τον Ηρακλή που θα σε κοιτάζει καλοσυνάτα, όπως όταν τον συναντάς από τότε και μετά στο λεωφορείο και σου καλομιλάει. μετά για πολλές ώρες θα κοιμάσαι και όταν ξυπνάς για λίγο, σαν σε όνειρο θα νιώθεις πως είσαι δεμένη στο κρεβάτι και στα όργανα πάνω από το κεφάλι σου και θα ακούς το χτύπο της καρδιάς σου με ηλεκτρονική φωνή. αριστερά σου θα είναι ο διάδρομος, θα κυκλοφορούν σιωπηλά πρασινοφορεμένοι από την κορυφή ως τα νύχια, η φίλη που σε έσωσε θα έρχεται κρατώντας ξερά λουλούδια και φορώντας αποστειρωμένη πράσινη ποδιά. στο κρεβάτι δεξιά σου θα δεις το παχουλό χέρι μιας κυρίας με περιποιημένα κόκκινα νύχια. κάποια γυναίκα με άσχημα δόντια θα καθίσει στα πόδια του κρεβατιού σου και θα σου πει: Γιατί βρε κορίτσι μου; Την βλέπεις; Αυτή πεθαίνει. και εσύ θα σκεφτείς: Α την τυχερή.. για μέρες θα κοιμάσαι χωρίς όνειρα στο κρεβάτι του πιο ήσυχου θαλάμου της πτέρυγας. μόνον το πρωί της Κυριακής θα νιώσεις τη μόνη ελπίδα σου να σου αγγίζει το δεξί χέρι με το δροσερό του χέρι και να σου λέει χαμογελαστά: Τι ήταν αυτό που έκανες κουτό κορίτσι; θα θυμάσαι πάντα αυτό το δροσερό χέρι κάθε φορά που κάνεις χειραψία με ένα οποιοδήποτε δροσερό χέρι. και έξω θα είναι ηλιόλουστη η μέρα. και δεν θα ξέρεις πόση ώρα έχει περάσει από την ώρα που μπήκε, γιατί δεν αποκατέστησες ακόμη το χρόνο μέσα σου. και τις επόμενες μέρες θα τον περιμένεις και θα ‘ρθει μόνον μια φορά, με κρύο, εξήμισυ το πρωί σου είπε ότι είναι. μέρες θα περάσουν πολλές, κανένας δεν θα κάνει συμφωνία μαζί σου για το πότε θα φύγεις. στο θάλαμό σου θα γνωρίσεις τη γιαγιά που δεν είχες ποτέ σου, μια μικροκαμωμένη γριούλα με νεφρική ανεπάρκεια στο διπλανό κρεβάτι, που δεν θα ξέρει καλά-καλά να μιλάει ελληνικά. θα λάμπουν τα μάτια της και τα σκουλαρίκια στ’ αφτιά της. θα ζυγίζει τριανταπέντε κιλά. μια μέρα θα την πάρεις αγκαλιά, θα τη σηκώσεις ψηλά και θα χορέψεις μαζί της ταγκό. μαζί σας θα χορεύει η σεμνότυφη κατηχητικού καν-καν αποκαλύπτοντας το μπούτι πίσω από την τραβηγμένη διπλή κουρτίνα της μπαλκονόπορτας, μπροστά στο κρεβάτι της πεθεράς της, που μέρες τώρα αναχωρεί μεθοδικά από τον κόσμο τούτο. εσύ θα ξέρεις πως η γιαγιά σου όλα τα καταλαβαίνει. είναι ο μόνος άνθρωπος που ξέρεις πως καταλαβαίνει τόσο καλά χωρίς να μιλά. θα σε παρατηρεί σιωπηλή καθώς γράφεις τις σκέψεις σου στο χαρτί, προσπαθώντας να ξεμπερδέψεις τους κόμπους μέσα σου και χρησιμοποιώντας το φως που βγαίνει από το φωτιστικό πάνω από το κρεβάτι της. δεν θα μπορεί να κοιμηθεί με το φως. τότε θα ανεβεί πάνω από τις κουβέρτες και θα κουλουριαστεί στα πόδια του κρεβατιού για να το αποφύγει. θα σηκωθείς και θα την αγκαλιάσεις και αυτή θα σου χαϊδεύει τα μαλλιά λέγοντας: Ξέρω παιδί μου. την άλλη μέρα θα βγεις. η γιαγιά θα σε φιλήσει καθώς νομίζει πως κοιμάσαι, γιατί φεύγει και κείνη πριν από σένα. εσύ θα έχεις κρυφτεί κάτω από το σεντόνι για να αποφύγεις τους αποχαιρετισμούς. και θα νιώσεις το φιλί στο μέτωπο που εξέχει. κάποια από τις επόμενες νύχτες θα βρεθείς πάλι εκεί στο θάλαμο 15 παρέα με την ελπίδα σου, να λες αμήχανα αστεία. η γιαγιά σου ξαναγύρισε και θα είναι πάντα εκεί ή στο χωριό της Φλώρινας για να σε καταλαβαίνει. από τότε θα τη συνοδεύεις συχνά στην αιμοκάθαρση και θα κάθεσαι μαζί της όσο σε χρειάζεται, δηλαδή συνέχεια.

η Έλλη γράφει: είναι λύτρωση να γράφεις. κρίμα που δεν μπορώ να απομονωθώ όπως θα ήθελα. οι θόρυβοι του σπιτιού με ενοχλούν και δυσκολεύομαι να μονολογήσω. επειδή συχνά ξεχνιέμαι και διατυπώνω τις σκέψεις μου δυνατά, θυμάμαι πόσο μου λείπει που δεν ζω μόνη πια. έχει βέβαια και τα ωφελήματά της η συγκατοίκηση με τη μητέρα: βρίσκεις το φαγητό έτοιμο και το σπίτι λίγο συμμαζεμένο. και μπορείς να αφήσεις και καμιά παραγγελία. τώρα η μητέρα μιλάει λιγότερο, κατάλαβε πως δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε σε τίποτε πια. έπαψα από πολλά χρόνια να αισθάνομαι φιλικά γι αυτήν. πάντα ένιωθα πως και κείνη δεν μπορούσε να νιώσει φιλία για μένα, πάντα υπονόμευε τις πράξεις και τα αισθήματά μου. αναλογίζομαι πολλές φορές πώς θα ήταν η ζωή μου χωρίς τις επεμβάσεις της. Αν ποτέ μου είχε δικαιολογήσει τις πράξεις μου θα ήταν καλύτερα, θα ζούσαμε πιο εύκολα, ίσως δεν πεισμάτωνα. δεν ξέρω πώς, το πείσμα της κόντρας με έθρεψε και με ανάθρεψε. μπορεί να ‘ταν κιόλας όλα διαφορετικά αν δεν θεωρούσα αναγκαία την κόντρα. το πιθανότερο είναι πως θα αρκούμουν σε πιο λίγα πράγματα από αυτά που τώρα απαιτώ. και τι θα γινότανε σάμπως; μήπως τώρα δεν κρίνω πως οι περισσότεροι είναι ευχαριστημένοι με λιγότερα πράγματα από ό,τι εγώ; είναι μια απλή ευτυχία αυτό, μια υπαρκτή και ζώσα ευτυχία. η δική μου ευτυχία παρέμεινε ουτοπία. έτσι μου φαίνεται, μα μπορεί και να απατώμαι. κι όμως όλα θα ήταν τόσο απλά σε ένα ερημονήσι.. πόσες φορές δεν σκέφτηκα αυτό το ερημονήσι.. να γινότανε ακόμη και να το σκηνοθετούσα. θα πλήρωνα με όσα λεφτά έχω ένα βαρκάρη να με βουλιάξει μαζί με κείνον που δεν ξέρει να βλέπει -δεν σκέφτηκα τι θα έκανα με το βαρκάρη, ας εύρισκε αυτός τη λύση της επιστροφής του-. έπειτα θα μάθαινα να επιβιώνω. αυτός γνωρίζει τα φύση, κολυμπάει σίγουρα και για την επιβίωση το μυαλό του θα έπαιρνε στροφές, τόσες στροφές όσες παίρνει όταν είναι να ασχοληθεί με την επισκευή του αυτοκινήτου του ή με τις κατασκευές του τις χιλιάδες που καταπιάνεται όλη μέρα χωρίς πρόγραμμα από δω κι από κει, και χωρίς βέβαια να ασχολείται με τις πιθανές συνέπειες της ανύπαρκτης συμπεριφοράς του. έπειτα στο ερημονήσι θα με φρόντιζε γιατί θα είχε την ανάγκη της συντροφιάς μου και της παρηγοριάς μου. θα με είχε επιτέλους ανάγκη. θα με φρόντιζε όπως ποτέ δε με φρόντισε, επειδή θα ένιωθε πως πρέπει να αντιμετωπίσει την κατάσταση μια που έτσι του έλαχε. θα δεχόταν την αλήθεια μοιρολατρικά κι όλο θα ‘λεγε: Και τώρα τι θ’ απογίνουμε; Με περιμένουν τόσες δουλειές… η χήρα του πίσω θα είχε κιόλας σταυροκοπηθεί που γλύτωσε τόσο εύκολα από αυτόν. καλύτερα χήρα από το να τον παρατήσεις, τη χήρα δεν τη μέμφονται. οι ελπίδες που έθρεψε τα παρελθόντα χρόνια και πολύ περισσότερο τώρα που αγνοείται η τύχη του, τις νύχτες στα όνειρά της και τις μέρες μπροστά στο νεροχύτη και τη σκάφη και το φλιτζάνι του καφέ, θα ξανεμισθούν μόλις ο ναυαγός επανακάμψει. αδύνατον αυτός να καταλάβει τι θα σημαίνει η έκφραση που θα παγώσει στο πρόσωπό της. θα τη θεωρήσει έκπληξη καθώς αυτή θα χαμογελάσει στο τέλος, νιώθοντας πως κάτι πρέπει να κάνει παραπάνω από το να στέκεται εκεί αμήχανη με τεντωμένα τα δάχτυλα του δεξιού χεριού μπροστά στο ανοιχτό της στόμα. αλήθεια, τι το θέλω το ερημονήσι; για να παραπλανηθούμε όλοι μας περισσότερο; να ξεριζωθούν τα ερημονήσια για να μάθουμε να ζούμε με όσα μας πονάνε και να πιστέψουμε πως η μόνη ευτυχία είναι να μπορούμε να λέμε και όχι.

η Έλλη περιγράφει: οι αδύναμοι χαρακτήρες έχουν πολλές όψεις: του φοβιτσιάρη, του ονειροπόλου, του φαντασιόπληκτου, αυτού που ονειρεύεται έναν καλύτερο ουτοπικό κόσμο και αρνείται να δει τι έχει στα χέρια του. όλες αυτές τις πλευρές του ενός και των πολλών τις έχει ο μικρός ανόητος, ο ωραίος αδιάφορος, και τις πλασάρει σαν χαρίσματα, εκ θεού δώρα, στα κορόιδα σαν και μένα. και τα κορόιδα σαν και μένα γίνονται συνένοχοι στο ανώριμο παιχνίδι του γιατί τους παγίδεψε με την ερωτική του φύση και φαντάστηκαν πως επιτέλους η αγνότητα κατέφθασε. δεν χρειάζεται να γυρίσουμε στα σπήλαια και τα γδαρμένα τομάρια για να ξαναβρούμε την παρθενικότητά μας, όλα τα αγαθά γύρω μας ξεχύνονται και τα αγγίζουμε και εμείς κερδίσαμε τη βασιλεία των ουρανών. ποιος μπόρεσε να σκεφτεί έγκαιρα πως η αγνότητα παραμένει στο συρτάρι για να τη θυμόμαστε μόνον όταν θέλουμε να κάνουμε κήρυγμα; ποιος μπόρεσε να νοιαστεί έγκαιρα τον εαυτό του πριν αυτός παγιδευτεί σε ζαχαρωμένους εφιάλτες; ποιος προστάτεψε στην ώρα του το σώμα του από το άγγιγμα που ξετρελαίνει και που δεν σου αφήνει, νομίζεις, περιθώρια να επιβιώσεις διαφορετικά; και γίνεσαι τότε ένα με τους πολλούς και απορείς πώς εξαπατήθηκες έτσι εσύ, που λιώνεις την πέτρα και βγάζεις ζουμί. συνειδητοποίησες την αδυναμία σου την ώρα που έφτιαχνες αυγολέμονο για τα γεμιστά κολοκυθάκια ένα μεσημέρι περιμένοντάς τον και υποτάχτηκες στη μοίρα σου, για να οδηγηθείς στην καταστροφή σου. και καταλήγεις τώρα να μέμφεσαι τον εαυτό σου γιατί τον παράκουσες και δεν λυπήθηκες να τον εξαναγκάσεις να περιπλανηθεί στο ανύπαρκτο δάσος που έκρυβε την παιδοκτόνο μάγισσα.

κάποιοι Έλλη για να σε παρηγορήσουν λένε πως πρέπει να χαίρεσαι για την ευχαρίστηση που άντλησες, ακόμη και αν η αφετηρία της ήταν φάντασμα των προσδοκιών σου. σου θυμίζουν πως το άγγιγμα του δροσερού χεριού το ξημέρωμα ήταν αυτό που σε βοήθησε να ξυπνήσεις για τα καλά και πως σε συντήρησε το όνειρο της παρουσίας του. Μου φαίνεται αφέλεια, λες. Δεν αρνούμαι να σκεφτώ την ομορφιά και ξέρω να είμαι ευγνώμων. μόνο με το σεισμό ασχολούμαι και προσπαθώ να κατευθυνθώ στο τοπίο με τις λιγότερες δονήσεις. και οι ίδιοι που δοκιμάζουν να μου πουν πως με καταλαβαίνουν, παραπαίουν χειρότερα από εμένα ψάχνοντας να συνδυάσουν το όνειρο με το θάμα, χωρίς να αναγνωρίζουν το σχήμα του. η δικαιολογία είναι μία: καλύτερα το τίποτε το δικό τους από το ένα δεύτερο το δικό μου, αναμένοντας το όλο. και όταν ρωτάω αν είναι καλύτερο το τίποτε από το όλο, τότε ομολογούν πως το όλο είναι προτιμότερο.

Μα εγώ παραδέχτηκα πια πως το όλο δεν υπάρχει, πως το τίποτε πρέπει να εξοβελιστεί και πως το μισό είναι η πιο σίγουρη πεπατημένη. και φέρνω το παράδειγμα της πλειονότητας. όλοι οι ευνοημένοι της τύχης ζουν οπωσδήποτε με το μισό. το όλο αεροβατεί στον φανταστικό κόσμο του Ρουώ και του υπό ανάπτυξη κινηματογράφου και το τίποτε είναι επιλογή των απροσάρμοστων. ας διχάσουμε λοιπόν τα πράγματα. δεν χρειάζεται να τα κατατμήσουμε σε περισσότερα από δύο τεμάχια: από τη μια πλευρά βάζουμε το άγγιγμα που ξετρελαίνει, όμως τώρα σου αφήνει περιθώρια να ζήσεις, και από την άλλη την ηρεμία και γαλήνη που μπορούν να σου προσφερθούν μονόπαντα. αφού υπήρξε εδώ μονόπλευρη αφοσίωση, τότε και για τους άλλους υπάρχει. δέξου την όπως έρχεται. όπως κάνει και κείνος, ο έξυπνος ανόητος. και δέξου και το άγγιγμα που ξετρελαίνει, όπως έρχεται κι αυτό. δυο μονόδρομοι που γίνονται αμφίδρομος. κι όμως φοβάμαι πως και έτσι να νομίζεις, πάλι μπορεί να μπλεχτείς μέσα στο ίδιο σου το ψέμα, δηλαδή να νομίσεις πως μπορείς να ζήσεις διαχωρίζοντας τον έρωτα από την γαλήνια σχέση, έστω και βασισμένη στην μονομερή προσπάθεια της άλλης πλευράς. και να δοκιμάσεις να βαδίσεις στο δρόμο αυτό μια και έχεις υποτίθεται πιστέψει για τα καλά πως ανήκεις στο μέσο όρο των αναζητούντων που θεωρείς ευτυχείς και τυχερούς που πρόλαβαν να διαχωρίσουν τις απαιτήσεις τους σε δύο κανάλια. και καθώς έχεις πάρει την τελική ευθεία, τότε…. νάτη μπροστά σου η αλήθεια: δεν άλλαξες, σου φάνηκε ότι άλλαξες, και δεν μπορείς να μοιράσεις τα πράγματα, γιατί είναι αλληλένδετα σαν σιαμαία. και να πάλι, ζητάς τη γαλήνη μέσα από τον έρωτα και τον έρωτα μέσα από τη γαλήνη. και τότε μπροστά σου στέκεται ο φαύλος κύκλος που σε έμπλεξε η ρομαντική ανατροφή σου. σε ανάθρεψαν να περιμένεις να σου συμβούν όλα όμορφα και συ τα βράδια πριν κοιμηθείς, έφτιαχνες ατέλειωτα ερωτικά σενάρια με φανταστικούς πρωταγωνιστές επιλέγοντας γι αυτούς αγαπημένα σου ονόματα. η όμορφη ιστορία τους συνεχιζόταν κάθε βράδυ από το σημείο όπου το προηγούμενο βράδυ είχε σταματήσει. σήμερα δεν θυμάσαι τίποτε από τις ιστορίες που έφτιαχνες πριν κοιμηθείς, παρά μόνον ότι σου προκαλούσαν ρίγη συγκίνησης και πολλά δάκρυα στα μάτια. και τα παγωμένα κάγκελα του κρεβατιού σου θυμάσαι, που σου προκαλούσαν πόνους στα πόδια.

σκέφτηκα πως δεν θ´απαλλαγώ αν πρώτα δεν δυσθυμήσω

αρκεί σερί να το πάρω για να βγει

πορεία απαραίτητη

κι αν δύσκολο φανεί που στο χαρίζω

σε διαβεβαιώ πως δεν υπάρχει μεγαλύτερος απατεώνας από μένα

και θα σου το αποδείξω αμέσως

τώρα θα δεις το μέσα σου να βγαίνει έξω για χάρη μου

αφιερωμένο στην Αναστασία Μουράτογλου

φωτιά ή delete;

παλιά ήταν πιο εύκολη η χαρτούρα

τη μάζευες σ´ένα ντοσιέ μαύρο κατά προτίμησιν

χοντρό κουτί που ασφάλιζε με λάστιχα

ή άλλο με μεταλλικές θηλειές και ελατήρια που γρήγορα χαλούσαν

χρειαζόσουν και κείνον τον σιδερένιο διακορευτή

που για δυο τρύπες όλο κι όλο σε στάνταρ αποστάσεις

φορτωνόσουν ένα βαρύ μάλλον ογκώδες εργαλείο

μικρά μεγάλα λευκά χρωματιστά χαρτιά

κόλλες γραφομηχανής αψεγάδιαστες

ή οι ανάποδες των χρησιμοποιημένων

μα και χαρτοπετσέτες σ´όλα τα χρώματα

κουρέλια σκισμένα με το χέρι ή τυπικά Α4 ή Α8

με μολύβι και μελάνι

καμιά φορά με χρώματα από ξυλομπογιές

ή από κείνους τους περίεργους στυλούς

με το γαλάζιο πράσινο και κόκκινο

που τέλειωνε πρώτα το γαλάζιο

και το πράσινο άντεχε

μέχρι να πρασινίσουν οριστικά οι σελίδες σου

γράμματα πλαγιαστά ή ίσια

τρελλαμένα ή τακτικά

μικρά ή κεφαλαία

με τόνους ή χωρίς

περισπωμένη που έμοιαζε μάλλον με βαρεία

μουτζούρες και συμπληρώσεις στα περιθώρια

και χι αβέρτα μικρά και μεγάλα

για συχνές ακυρώσεις και διαγραφές

χι από κείνα που η μύτη έγδερνε το χαρτί

από το πάθος της ακύρωσης που σε κατείχε

μπρος και πίσω γραμμένα φύλλα

που έπρεπε να αριθμείς σελίδες μήπως χάσεις τη σειρά

κι οι τόσες σημειώσεις άτακτες

καταντημένες δυσανάγνωστες καμιά φορά κι επίτηδες

από έναν αδικαιολόγητο φόβο των άλλων

τί θα σκεφτούν για σένα όταν θάχεις πεθάνει και τα βρουν

ό,τι και να σκεφτούν θα το ερμηνεύσουν με βάση τον εαυτό τους

γλυτωμός δεν υπάρχει από τον εαυτό του καθενός

εξάλλου ευανάγνωστοι τύποι δεν υπάρχουν

κακοερμηνευμένοι είμαστε όλοι

συμπεραίνω ότι όλες οι μεταθανάτιες εικόνες πάσχουν

μόνον ο εικονιζόμενος όμως το γνώριζε

γι αυτό άσκοπο είναι να κάψεις τη χαρτούρα

καλικάντζαροι

όταν ήμουν μικρή, κάθε νύχτα Θεοφανείων περίμενα πώς και πώς να καταφτάσει στους αρμένηδες γείτονες η χορωδία της εκκλησίας τους για να ψάλλει με αγγελικές φωνές τα κάλαντα. δεν καταλάβαινα γιατί η μαμά μου τα έλεγε κάλαντα, κάπως με τα Χριστούγεννα μου τα μπέρδευε, αλλά δεν μου είχε πει ποτέ καθαρά ότι την επομένη, 7 Ιανουαρίου, είναι Χριστούγεννα για πολλούς ανθρώπους πάνω στη γη.

έτσι, αφού για πολλούς ανθρώπους στη γη τα Χριστούγεννα δεν ήρθαν ακόμη και για πολλούς άλλους έρχονται τα Φώτα, συμπέρασμα: είμαστε ακόμη για τα καλά στις γιορτές, εμείς οι του νέου ημερολογίου διανύουμε το Δωδεκαήμερο, οπότε σκέφτηκα να σας γράψω μερικά που αναφέρονται σε έναν φοβερό κύριο των ημερών αυτών, τον Κάλχα ή Κάλκα, και σε μερικά άλλα συναφή με τα έργα και τις ημέρες του. τα κατέγραψε η μητέρα μου για να μην ξεχαστούν. κράτησα τη ροή του λόγου σχεδόν όπως είναι διατυπωμένη από την ίδια στο χαρτί, κανα δυό παρενθέσεις και μερικά κόμματα δικά μου είναι. μου λείπει η μαμά μου και μετανιώνω πολύ που όλο γκρίνιαζα όταν άρχιζε να μου λέει ιστορίες, δεν ήθελα να ακούω, έλεγα ότι είχα μεγαλώσει, και αργότερα που είχα μεγαλώσει πιο πολύ, τότε ήταν που τίποτε δεν ήθελα να ακούω, και αυτή είδε-απόειδε και μου τα έγραψε. η μαμά μου καταγόταν από το Πελλαδάρι της Προύσας, γεννήθηκε το 1925 στο Τσινάρι εδώ, στην οδό Στρυμώνος, αυτά όμως που γράφει ήταν έθιμα Πελλαδαρινά και γίνονταν στην Καρατζόβα, στη Φούστανη, όπου έζησε τα παιδικά της χρόνια και είναι θαμμένη.

«Όταν γεννιέται ο Χριστός μαζί γεννιούνται και οι καλικάντζαροι, τα απαίσια όντα της γης. Λένε πως ξεπηδάνε από τα βάθη της γης ροκανίζοντας ένα δέντρο. Αυτά είναι για να κάνουν όλο ζαβολιές, και οι άνθρωποι τα φοβούνται. Όλο μπαίνουν στα σπίτια, έτσι επίστευαν, από το τζάκι, μέσα από την καμινάδα του, επάνω από τα κεραμίδια των σπιτιών. Όταν μπαίνουν μέσα στο σπίτι όλα τα ανακατεύουν και η νοικοκυρά την άλλη μέρα τα βρίσκει όλα αναποδογυρισμένα, στο σαλόνι, στην κουζίνα και παντού. Κάποτε κάθονταν στο τζάκι ή γυναίκα του καντή, στα τούρκικα κατής ήταν ο δικαστής. Και ακούστηκε μια φωνή επάνω από το τζάκι και της λέγει «καντήνα.. παστουρμά γέρμισι; (στα τούρκικα τρως)» και η καντήνα απάντησε «γέριμ, γέριμ (τρώω, τρώω)» και ο καλικάντζαρος τότε της έριξε από την καμινάδα ένα κεραμίδι (το κεραμίδι με το μέγεθος και το χρώμα του μοιάζει με ένα κομμάτι παστουρμά). Οι καλικάντζαροι πάνε παρέες, παρέες, και έχουν αρχηγό τους τον μεγάλο καλικάντζαρο, τον «Κάλχα».

Τα Χριστούγεννα φτιάχναμε κουραμπιέδες, μελομακάρονα, που τα ονόμαζαν κρασάτα, και τσουρέκια. Ο καλικάντζαρος χτυπούσε ξημερώματα με ένα ξύλο τις πόρτες για να του ανοίξουν. Οι νοικοκυρές για να απαλλαχτούν από αυτά όλα που συνέβαιναν, έκαναν τα εξής: έβαζαν την νύχτα έξω από την πόρτα τους ένα σιταρικό, δηλαδή ένα κόσκινο που κοσκινίζουν το σιτάρι, και έλεγαν: «μέτρα Κάλκα κόσκινο, τρύπες κοκκινόσκοινο» και πίστευαν πως ο καλικάντζαρος θα ασχολούνταν με το μέτρημα και θα ξεχνούσε να μπει μέσα στο σπίτι. Μάζευαν και την στάχτη από το τζάκι, δηλαδή την χόβολη, έτσι την έλεγαν, κρύα, και την έβαζαν στις ρίζες από τα κούρβουλα, έτσι έλεγαν τους κορμούς από τα κλήματα, για να μπερδευτεί ο καλικάντζαρος με τη στάχτη. Έλεγαν πως οι καλικάντζαροι πήγαιναν στη ζύμη από τα χριστουγεννιάτικα τσουρέκια και έχωναν τη μύτη τους και εκείνα συνήθως δεν φούσκωναν κανονικά, έμεναν αλιπανάβατα. Την Πρωτοχρονιά η μητέρα μου, όπως ήταν το έθιμο, γέμιζε μια κότα, και ο μπαμπάς μου έβλεπε το κόκκαλο του στήθους της κότας και έλεγε «Καλή χρονιά, γεμάτος ο γεμιτζής».

Η μητέρα μου έφτιαχνε δύο πίτες με παρά, την μία, την μεγάλη, την έκανε επάνω ένα σταυρό. Ο μπαμπάς μου έκοβε το βράδυ της Πρωτοχρονιάς με το μαχαίρι και μας μοίραζε τα κομμάτια της πίτας, πρώτο του Άη Βασίλη, ύστερα το δικό του, ύστερα της μαμάς, και κατά τη σειρά του καθενός και τελευταία έβγαζε το κομμάτι του σπιτιού. Την δεύτερη πίτα την έκοβε την ημέρα της Πρωτοχρονιάς ύστερα από την λειτουργία της εκκλησίας. Οι πίτες ήταν με τυρί, αυγά και με λίγες τσιγαρίδες, είναι χοιρινό πάχος κομμένο σε μικρά κομματάκια και τσιγαρισμένο για αυτό τις λένε τσιγαρίδες, ήταν νοστιμότατες. Όταν βρίσκαμε όμως τον παρά, ήταν τυλιγμένος σε λαδόχαρτο καθαροπλυμένος και ο μπαμπάς μας τον έβαζε σε ποτήρι με λίγο κόκκινο κρασί και το πίναμε για το καλό του χρόνου.

Όλο το Δωδεκαήμερο δεν έβαζαν πλύση, ήταν λουσμένοι και καθαροί και δεν έκοβαν τα νύχια τους, και όταν γύριζαν από την εκκλησία με τις λαμπάδες αναμμένες φέρνοντας φως για να ανάψει η μαμά το καντήλι στο εικονοστάσι, ύστερα έπαιρνε η μαμά τις λαμπάδες και περνούσε τη φλόγα τους από τα νυχάκια των παιδιών και έλεγε

«Κάψε κάψε λαλαγκού και στα νύχια και παντού».

Είχαν έθιμο, η νουνά έστελνε στα βαφτισίμια της άσπρες λαμπάδες, για να τις ανάψουν που θα πάνε στην εκκλησία την ημέρα των Φώτων. Πρώτα έστελνε τις λαμπάδες για τα μεγαλύτερα παιδιά και τον άλλο χρόνο έστελνε …… σε ένα μεγάλο πιάτο που το τοποθετούσε επάνω σε μια άσπρη πετσέτα του φαγητού και εγέμιζε το πιάτο αυτό πρώτα με 2 πορτοκάλια, τότε ήταν της Χάιφας, διότι δεν είχε πολλά η πατρίδα μας και έκαναν εισαγωγή από το Ισραήλ. Έβαζε στο πιάτο και 2 λεμόνια, λίγες καραμέλες, λίγα κουφέτα, που είχαν στην μέση από ένα στραγάλι, και τυλιγμένο σε καραμέλα που γίνονταν κάτι σαν σγουρό, είχαν χρώμα λίγο ροζ και λίγο άσπρο. Έβαζε και κάτι στρογγυλά σαν μικρά κουλουράκια με στροφές κόκκινο και άσπρο χρώμα, και το έφερνε στο σπίτι η κόρη της. Όταν ήταν τα Φώτα δηλαδή τα Θεοφάνεια, πηγαίναμε στην εκκλησία για να (τα) φάμε (με) τις λαμπάδες της Νουνάς μας της Φανής.

Ύστερα από την εκκλησία πηγαίναμε με τις αναμμένες λαμπάδες στο σπίτι, η μαμά μας μας περνούσε από την κορυφή ως τα νύχια και έλεγε «κάψε κάψε λαλαγκού και στον κώλο και παντού» και περνούσε και από τα νυχάκια μας την φλόγα των Φώτων. Η μητέρα μου ύστερα από τις γιορτές έφτιαχνε ωραίους κουραμπιέδες και έβαζε στο πιάτο της νονάς και εγώ το πήγαινα πίσω στο σπίτι της.

Στο χωριό στη μέση της αγοράς ήταν ένα ποτάμι. Εκεί στη μεγάλη γέφυρα ….(λείπει) μετά τη λειτουργία της εκκλησίας μαζεύονταν όλοι οι χωριανοί και εκεί ο παπάς έριχνε το σταυρό στο ποτάμι. Και έπεφταν να τον πιάσουν οι χωριανοί, θυμάμαι τον Στρατή τον Βιρή και τον Λακρίζο, το όνομα του δεν θυμάμαι. Ύστερα έβαζαν τον ασημένιο σταυρό σε έναν δίσκο της εκκλησίας και έβαζαν και δάφνες γύρω από τον σταυρό και γύριζαν τα σπίτια, και έλεγαν «τον Ιορδάνη βαπτιζομένου σου κύριε εν της Τριάδας εφανερώθης προσκύνηση», το παρακάτω δεν το θυμάμαι, και τους έδιναν λεφτά…. Ο παπάς είχε το μπακίρι με ένα κομμάτι βασιλικό και άγιαζε τα σπίτια και του έδιναν χρήματα.

Την παραμονή των Φώτων οι γιαγιάδες έφτιαχναν λαλαγγίτες, τηγανίτες, και έτρωγαν τα παιδιά, αφήνανε και μερικές στο τηγάνι για να φάνε και τα καλικαντζαράκια και να φύγουνε να πάνε στα έγκατα της γης, γιατί είχαν αγιαστεί πλέον τα νερά. Και έλεγαν «φάγατε και φύγαμε και έφτασε ο μουρλόπαπας με την αγιαστούρα του και με την βρεχτούρα του, χόι – χόι – χόιχόι…». Και τα καλικαντζαράκια έφευγαν γρήγορα από το τζάκι.

Από αυτά που θυμάμαι.»

Λουέλα ντε Βιλ. η νύχτα ή μια μαλθακή ισοτιμία

αυτοί που γράφουν είναι παραμυθάδες και ολα τα ανακατώνουν, αλήθειες και ονειροφαντασιές. όταν το κάνουν όπως λάχει, έχουν πιο πολλή πλάκα. η Κρουέλα ντε Βιλ που έκλεψε τα 101 σκυλιά της Δαλματίας μου δάνεισε το όνομά της την εποχή που είχε διαγωγή κοσμιοτάτη, η παιδική μνήμη είναι αδυσώπητη και ο Μπορίς είναι υπαρκτός ελληναράς.

στον Mπορίς

εικοσιπέντε χρόνια πέρασαν από που ο αξιέραστος Tόμας συνάντησε στο δρόμο του την τυφλή Λουέλα. τυφλή τρόπος του λέγειν, θεόστραβη ήταν η Λουέλα και τίποτε δεν προμήνυε το δρόμο που θα έπαιρνε η υπόθεση όταν αυτή θα γνωρίζονταν με τον Tόμας στο δρόμο.

σπιτάκια, σπιταρόνες και παράσπιτα, όλα ίδια ήτανε στη γειτονιά, ομοιόχρωμα και ομοιόσχημα, μόνο το μέγεθος διέφερε, και ακριβώς ίδια στη φαντασία της Λουέλα αφού… δεν τα είχε δει. όχι πως δεν έβλεπε από πάντα, μα οι αναμνήσεις σβήνουν έτσι κι αλλιώς με το χρόνο άμα δεν είναι δυνατές. τα σκυλιά των σπιτιών μπορούσε να τα φανταστεί καλύτερα η Λουέλα, γιατί, ως κινούμενα αυτά ή κινούμενη αυτή, άλλοτε της γάβγιζαν από κοντά και άλλοτε από μακριά, καμιά φορά μάλιστα την έπαιρνε ο χλιαρός αέρας της γρήγορης κίνησής τους.

χρόνια μακρυά η τελευταία ανάμνηση -φαρμάκι…- στριμωχνόταν στο μπαρ της γωνίας. ήταν καφενείο την ημέρα και είχε ένα μικρό σχετικά δωμάτιο με στενή πόρτα, κλειστή για τους ημερήσιους θαμώνες. το μόνο που την ξεχώριζε από εκείνην του χρήσιμου δωματίου ήταν η έλλειψη της πινακίδας wc, την οποία έφερε η αντίστοιχη μορφολογικά πόρτα στον άλλο τοίχο. τη νύχτα μετά τις έντεκα η πόρτα άνοιγε στον άλλο κόσμο για τον άλλο κόσμο. εκεί η Λουέλα, πιτσιρίκα τότε, που είχε καταφτάσει νωρίτερα για να τακτοποιήσει, καθισμένη σε ψηλό σκαμπό, άναβε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο παρέα με την άλλη Λουέλα του μαγαζιού και περίμενε τη νυχτερινή πελατεία. ένα τέτοιο βράδυ, ίδιο δηλαδή με όλα τ’ άλλα, που χάλασε καθώς ο καβγατζής Φρέντυ αποφάσισε να δώσει τέλος στην υπόθεσή του βγάζοντας ύπουλα από την τσέπη του ένα μπουκάλι, ένα τέτοιο βράδυ λοιπόν η Λουέλα στραβώθηκε. εκεί, μέσα στους καπνούς και τη …σιγανή, ο θεός να την κάνει, μουσική, πάρτην κάτω, να γονατίζει στο πάτωμα και να χουφτώνει με τα δυό της χέρια το πρόσωπό της κουνώντας το κεφάλι πέρα δώθε και μουγκρίζοντας. όχιιιι!!!! τόσο εύκολα στραβώθηκε ολότελα. οι όροι έχουν αντιστραφεί τα τελευταία χρόνια. αυτό το ξέρουμε όλοι. τις δουλειές των γυναικών τις κάνουν οι άντρες και ανάποδα. πώς στραβώνεται λοιπόν κανείς (η Λουέλα εν προκειμένω) ολότελα όταν ο καβγατζής και οπωσδήποτε ζηλιάρης Φρέντυ αδράξει ένα μπουκάλι; (ξέχασα να πω ότι το μπουκάλι ήταν σκοτεινόχρωμο, κάτι σαν καφέ νομίζω).

παρένθεση μεγάλη: κάποτε μια φίλη της μαμάς είχε κάνει στον άπιστο εραστή της ό,τι και ο Φρέντυ στη Λουέλα. μετά βρέθηκε στη φυλακή. πολλά χρόνια. κανείς δεν μου είπε τί απέγινε ο εραστής και πόσο τυφλός είχε στο μεταξύ απομείνει. όταν είχαμε πάει να την επισκεφτούμε στο σπίτι της στην Καλαμαριά, τότε που είχε αποφυλακισθεί υπό όρους, και μας ξεπροβόδισε στην εξώπορτα, κοίταζε τριγύρω της ανήσυχα. η μαμά είπε ότι φοβόταν γιατί της είχαν στερήσει τα πολιτικά της δικαιώματα. εμένα, που αυτό δεν το πολυκαταλάβαινα, μου φάνηκε πως φοβόταν μην της την ανάψει κανείς ξαφνικά εκεί που δεν το περίμενε.

παρένθεση μικρή: τώρα πια το βιτριόλι δεν είναι της μόδας. το αγοράζεις εύκολα στο σούπερ μάρκετ, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να πιτσιλιστείς κατά το απονενοημένο σου διάβημα ή και να ξεβάψεις κατά λάθος κανά ρούχο. μετά δεν είναι και σίγουρο ότι η βλάβη θα είναι ανήκεστος. υπάρχουν άλλωστε τόσες σύγχρονες μέθοδοι, που αρκετές άλλες μέθοδοι κατέληξαν πλέον απηρχαιωμένες.

εκείνο το βράδυ έληξεη καριέρα της Λουέλας στο μπαρ και τα μπαρ εν γένει και έμεινε για πάντα στη νύχτα. φυσικό ήταν έτσι όπως έγιναν όλα. με τα χρόνια που πέρασαν, όλα τους νυχτερινά και κατασκότεινα, η Λουέλα έμεινε μόνη. τόσο μόνη που δεν άντεχε άλλο την άθλια συνέχεια.

ο Τύπος της εποχής συμπληρώνει τα κενά (δεν παραπέμπω, δεν κράτησα):

«Η ιστορία βασίζεται στα δημοσιεύματα της εποχής και στη ακροαματική διαδικασία στο δικαστήριο. Το βράδυ της 15ης Ιανουαρίου του 1957, η γειτονιά στην οδό Σκουζέ του Πειραιά σηκώθηκε στο πόδι από τα ουρλιαχτά ενός άνδρα. Η σύντροφος του, Δ.Λ. τον είχε τυφλώσει ρίχνοντας του βιτριόλι στο πρόσωπο αλλά και μέσα στο στόμα, την ώρα που κοιμόταν. Έγινε γνωστή ως η «Βιτριολίστρια της Τρούμπας». Το ζευγάρι είχε γνωριστεί 4 χρόνια πριν, στο Καμπαρέ «Αρτζεντίνα». Ο Γ.Τ. εργαζόταν εκεί ως σερβιτόρος, ενώ η 33χρονη γυναίκα ήταν ιερόδουλη. Ο έρωτας τους ήταν κεραυνοβόλος. Μετά από 2 μήνες σχέσης, ο Γ.Τ. ζήτησε από τη σύντροφό του «να εγκαταλείψει την αμαρτωλή ζωή που ακολουθούσε» και να ζήσουν μαζί.

Νοίκιασαν ένα δωμάτιο στον Πειραιά και για 1 χρόνο ζούσαν ευτυχισμένοι. Ωστόσο τα πράγματα άλλαξαν. Η 33χρονη επέστρεψε στον παλιό τρόπο ζωής. Άρχισε πάλι να πίνει, να ξενυχτάει και να κάνει ερωτικές σχέσεις ακόμα και με τους φίλους του εραστή της. Το ζευγάρι τσακωνόταν καθημερινά. Ο σύζυγος ήθελε να χωρίσουν αλλά η γυναίκα του ούτε άλλαζε ούτε τον άφηνε να φύγει. Για να αποφεύγει τις εντάσεις, την έπαιρνε μαζί του στο κέντρο διασκέδασης «Λίμπερτι Μπαρ», στο οποίο ήταν συνιδιοκτήτης. Όταν ένα βράδυ μέθυσε και αναστάτωσε τους πελάτες, την έδιωξε. Όσο κι αν τον παρακάλεσε να της δώσει ακόμη μια ευκαιρία, εκείνος ήταν ανένδοτος. Ο έρωτας και η συμβίωση ήταν πλέον παρελθόν.

Η 33χρονη βρήκε δουλειά ως «αρτίστα» στο καμπαρέ της Τρούμπας «Πουέρτο Ρίκο». Λέγεται, ότι σε καθημερινή βάση, τριγυρνούσε σε γνώριμα μαγαζιά της Τρούμπας και απειλούσε πως θα του κάνει κακό: «Θα τον κανονίσω εγώ τον κ…. Δεν θα του βγάλω μόνο τα μάτια, αλλά θα τον κάνω να μην μιλάει».

Ο Γ.Τ. συναντήθηκε με  ένα φίλο του στο καμπαρέ «Κόπα Καμπάνα» για επαγγελματικούς λόγους. Μετά τη λήξη της συνομιλίας τους, οι δύο άνδρες αποφάσισαν να πάνε σε ένα νυχτερινό κέντρο για να διασκεδάσουν. Όταν έβγαιναν από το μαγαζί, ο Γ.Τ αντιλήφθηκε ότι η πρώην σύντροφός του τον περίμενε στη γωνία. Με το φόβο μήπως του κάνει σκηνή στη μέση του δρόμου, την πήρε μαζί του. Επιστρέφοντας από το κέντρο, την πήγε μέχρι το δωμάτιο της, την αποχαιρέτησε και ετοιμάστηκε να φύγει.

-Γιατί φεύγεις; ρώτησε η 33χρονη.

-Μα αφού δεν μας συνδέει τίποτα πια. Τι θέλω εγώ στο δωμάτιο σου; Θα πάω να κοιμηθώ στο νοσοκομείο.

-Όχι, έλα που είσαι ζαλισμένος και σου υπόσχομαι ότι θα μείνουμε σαν 2 καλοί φίλοι, του απάντησε.

Του έστρωσε να κοιμηθεί και μόλις τον πήρε ο ύπνος, του έριξε βιτριόλι στο πρόσωπο και εξαφανίστηκε.

«Όπως ήμουνα βυθισμένος, ένιωσα φοβερούς πόνους στα μάτια και σε ολόκληρο το πρόσωπό μου. Χωρίς να ξέρω τι μου συμβαίνει, άρχισα να καλώ σε βοήθεια. Φώναζα και τη Δ., ενώ την αναζητούσα στο κρεβάτι με τα χέρια μου, χωρίς όμως να τη βρίσκω. Από τις φωνές μου, έτρεξαν μερικοί συγκάτοικοι, με έντυσαν και με μετέφεραν στο Τζάνειο Νοσοκομείο. Τα παρακάτω, τα βλέπετε τώρα στο πρόσωπό μου», έλεγε μεταξύ άλλων στην κατάθεση του το θύμα.

Η δράστης συνελήφθη και παραπέμφθηκε σε δίκη. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, δεν υπήρχε ούτε ένας μάρτυρας υπεράσπισης για τη λεγόμενη «βιτριολίστρια της Τρούμπας». Όλοι τη χαρακτήριζαν με τα χειρότερα λόγια και την αποκαλούσαν «μπελαλού», «κακούργα», «αμαρτωλή»  και «δολοφόνισσα».

Όταν ανέβηκε στο βήμα για να καταθέσει, έβριζε ασταμάτητα. Δεν έδειχνε να μετανοιώνει και παρουσίασε διαφορετική εκδοχή της ιστορίας. Όπως δήλωσε ο πρώην εραστής της την απατούσε και την κακομεταχειριζόταν. «Στην αρχή ζούσαμε καλά. Ο Γ.Τ. όμως άρχισε να με βαριέται. Κάθε τόσο με χτυπούσε. Μου είχε σπάσει 2 δόντια. Τελευταία ερχότανε και μου ζητούσε χρήματα. Είχε μπλέξει με άλλη. Όταν με πίεσε να πουλήσω τη φωτογραφική μηχανή μου, για να του δώσω χρήματα, έγινε ό,τι έγινε. Πήρα το βιτριόλι και όταν μπήκα στο δωμάτιο του λέω «να πάρε τη μηχανή» και του πέταξα στο πρόσωπο το βιτριόλι που είχα για να καθαρίζω την τουαλέτα. Μετά έφυγα, πήγα έναν περίπατο για να συνέλθω». Η Δ.Λ. κρίθηκε ένοχη χωρίς ελαφρυντικά και καταδικάστηκε σε φυλάκιση 5 ετών»

όταν θα σε κοιτάζω, δεν θα κρατώ καρφιά

ένα ανθρωπάκι δάνεισε για λίγο τη ζωή του στο όνειρο. θα την ήθελε να μείνει για πάντα δανεική κι αγύριστη, τώρα που μεγάλωνε, και μάλιστα άσχημα και άσχημος, και είχε πιο πολύ ανάγκη το παραμύθι. το μετονόμασε σε τυχερό του, γιατί ήταν από κείνους που πιστεύουν στην πρόκληση αποτελέσματος άμα το θες πολύ και το λες.

το τυχερό του ήταν μια γυναίκα του άλλου κόσμου, εκείνου που αυτός κοίταζε από μακριά με ζήλεια, αλλά έλεγε ότι δεν πίστευε σε αποστάσεις κανενός είδους. το έλεγε και το ξανάλεγε τα καλοκαίρια, όταν τύχαινε κανας συνομιλητής στο καφενείο εκεί κοντά στο γιαλό με το ρυθμικό κύμα, εκεί όπου η άρρυθμη καρδιά του ζητούσε να γαληνέψει κρυμένη κάτω από φθαρμένα ρούχα και γλιστερό άτριχο δέρμα. δεν ήταν δα και κανας αγαπητός, μάλλον ο χαρακτηρισμός «ο γραφικός του χωριού» του κάθονταν καλύτερα.

μονολογούσε στο δρόμο, μονολογούσε όταν γύριζε σπίτι, κάθε που άπλωνε το χέρι στο φαΐ μονολογούσε, μόνο όταν τραβούσε την άκρη της φυλακισμένης κάτω απ’ τη μασχάλη φρατζόλας για να αποχωριστεί το χοντροκόμματο σιωπούσε και συγκεντρωνόταν στην αύξηση της δύναμης που από τα κρύα μπράτσα μετακόμιζε στις άκρες των χοντρών δαχτύλων. μονολογούσε μπροστά και στον σπασμένο καθρέφτη που είχε κρεμάσει στον τοίχο της αυλής για να ξυρίζει το μαυριδερό μούτρο του το πρωί, χειμώνα-καλοκαίρι. η βροχή του είχε γδάρει τ’ ασήμι μα αυτός δεν τον άλλαζε με τίποτα, τον αγαπούσε λέει που είχε απομείνει από την προίκα της μάνας, δώδεκα χρόνια τώρα πεθαμένης. στο σπίτι μέσα μονολογούσε πάντα, μάλλον ερωταποκρίσεις ήτανε, κι απέναντι καθόταν η μάνα, ο γιατρός, ο μπακάλης, ο βουλευτής, η τεμπέλα γυναίκα, το ζωηρό αγοράκι που το κυνηγούσαν οι γείτονες για τις πετριές στα τζάμια. απηύθυνε το λόγο και στις ξεβαμμένες φωτογραφίες πάνω στο τζάκι, αυτός μόνον ήξερε τον εικονιζόμενο, κι όταν άναβε το καντήλι μονολογούσε, κι όταν θυμιάτιζε, αν και ισχυριζόταν πως δεν πιστεύει σε κανέναν και σε τίποτα.

εκείνο το πανάρχαιο ισόγειο πατρικό με τα χοντρά ντουβάρια, την απαιτητική υγρασία που ήθελε να κάθεται παντού και μετά να απορροφιέται ίσαμε το πιο πυκνογαζωμένο νήμα της ύστατης άκρης του σιλτέ, το γεμισμένο με άχυρα μαξιλάρι, το κατσιασμένο στρώμα με τον πατικωμένο βρωμερό κόθρο ολόγυρα, το κάποτε σπιτικό με τη μπρούτζινη καργιόλα, μαύρη πια -ποιος να τη γυαλίσει και γιατί-, τη ντουλάπα και τα σεντούκια που βρωμοκοπούσαν μούχλα. κάθε τι ήταν βρεμμένο χωρίς ούτε τα θερμά καλοκαίρια να στεγνώνει, ανήλιαγα κρυμμένο πίσω από κλειδωμένες πόρτες και καρφωμένα παράθυρα.

ήταν άσχημος ο Σάκης ο Εφραίμογλου, κι αυτός υγρός και κατσιασμένος ήταν, κατσίβελος το παρατσούκλι του για τη μαυρίλα, λίγο η καταγωγή και πιο πολύ ο ήλιος. όλη μέρα ψηνότανε από κάτω του, θερμός μόνιμος φίλος του και παρηγορητής, ελπίδα στον άχαρο κόσμο του. πότε ξύλα το φθινόπωρο, πότε τους καλούς καιρούς στην ακροθαλασσιά ύπνος στη βάρκα του Γιώργου, του γιού του χασίκλα. και το χειμώνα, κάθε που δεν κατέβαινε ύλη απ’ το σύννεφο, τον ζητούσε τον ήλιο του απλωμένος σε δυό άσπρες πλαστικές καρέκλες στη μέση της αυλής. σκληρός στο κρύο, αδιάφορος στην παγωνιά, χείλη σφιγμένα, που τον μονόλογο του για συνομιλία με τους καιρούς τον θαρρούσε, πίσω απ’ τα σκληρά μάγουλα ένα μου-μου-μου, που κρατούσε μόνιμα το ίσο. νους σφιγμένος κι αξεπέραστος, συμπαγής και αδιάβατος, γιατί η κάθε απόπειρα διάσχισής του του είναι πόνος του κατσίβελου, επειδή τότε είναι που στέκεται ολομόναχος, χωρίς φανταστικούς αντίλογους να καθηλώνονται μ’ ορθάνοιχτα μάτια απέναντι από τη μουρμούρα του κι αυτός να τους σηκώνει και να τους καθίζει στο μιντέρι, στο σκαμνί, στο χορτάρι, στην άμμο, στον τάφο.

η μοναξιά του χωριού είναι άγρια ή το μέσα του αγρίεψε κι έτσι τη βλέπει. συνόδεψε τη μάνα στα υστερνά, αυτήνα που τον ήθελε για τον εαυτό της σαν συνέχεια του άχρηστου σύζυγου που όλο στην πόλη ήτανε γιατί είχε δουλειές. ποτέ της δεν κατάλαβε τί δουλειές είχε μέχρι που αυτός δεν ξαναγύρισε και τότε κατάλαβε μια και καλή. ο κατσίβελος κράτησε τα σκουλαρίκια που είχε απ’ το μπαμπά της και το χρυσό δαχτυλίδι του γάμου με την ξεπλυμένη γαλάζια πέτρα, που του τα φύλαγε να τα χαρίσει στη γυναίκα που θα πάρει, «όταν πεθάνω μή μείνεις μόνος σου, ακούς;»

όταν η γυναίκα του άλλου κόσμου κατέβηκε από τη μπροστινή πόρτα του λεωφορείου, είχε τα μάτια αφηρημένα να κοιτάνε το σύννεφο του νου της μέσα από τα μαυρισμένα κάδρα τους, τα χείλη να σκύβουν τις άκρες τους στο στρογγυλό πηγούνι, τα κοντά μαλλιά σπρωγμένα πίσω με τα δάχτυλα. στα μαύρα ζωσμένη, μια σκούρη εικόνα πατόκορφα, επίπεδη χωρίς λοιπές αποχρώσεις για να της δίνουν τρίτη διάσταση. δεν είχε ιδέα γιατί σταμάτησε εκεί ειδικά. πολύ αργότερα θα θυμηθεί τα πυκνά παραταγμένα πράσινα δέντρα που έδειχναν σε ευθεία γραμμή το δρόμο τον επόμενο και τον διανυθέντα, εκείνο το απόγευμα της 23ης Σεπτεμβρίου, καθώς ταξίδευε σχεδόν ασυνείδητα μαζί με τα σύννεφα προς τα δυτικά για να φτάσει κάποτε στο λιμάνι. και μετά; ιδέα δεν είχε για μετά. ούτε θάρρος είχε πια, ούτε να ονειρευτεί μπορούσε, ούτε επέτρεπε στον εαυτό της να ξεπροβάλει έστω και ένα μόνο δάχτυλο πιο μπροστά από το περίγραμμά της, το σφηνωμένο σε κείνο το όρθιο παραλληλεπίπεδο θαμπού αέρα, που μετακινούνταν μαζί της. να κοκκινίζει είχε ξεχάσει πώς είναι, το ευχαριστώ, τυπική λέξη, μετά βίας ακουγόταν όταν σπάνια της χρειαζόταν, το θέλω είχε υποχωρήσει, κι αυτό μετά βίας το άκουγε από τα βάθη του κορμιού της, τότε που οι νύχτες κάλυπταν ανυποχώρητες τις κοινές ανθρώπινες ημέρες με όποιο φως κι αν αυτές είχαν, αυτό το φως που ήταν μόνον για τους άλλους. στο λιμάνι θα σταματούσε, ως εκεί χωρούσε τώρα ο νους.

φεγγάρια δεν είχαν οι μακρόσυρτες νύχτες της Λευκής μετά την ανεξήγητη εξαφάνιση εκείνου, και για πρώτη φορά είχαν άρκτους και πούλιες και αυγερινούς και γαλαξίες μερικούς μήνες αργότερα, τότε που κι αυτή αραδιαζόταν το Νοέμβρη νυχτιάτικα, γερμένη στις δυό αντικρυστές πλαστικές καρέκλες στην αυλή, και τα λέγανε με τον τρόπο τους κοιτώντας το στερέωμα. αυτός, γενναίος στο κρύο που τύλιγε τους ώμους, μιλούσε χωρίς διακοπή για την αδικία του κόσμου και τους τρόπους που είχε εφεύρει για να την κατατροπώνει. εκείνη κάτω από την κουβέρτα με τον απόηχο της μούχλας δεν έλεγε κιχ και έψαχνε κανα άστρο να πέφτει για να κάνει μιαν ευχή, ευχή να διαβεί τελικά την αδριατική. είχε γεμίσει με ψυχρό νερό το παραλληλεπίπεδό της, το είχε φαρδύνει αρκετά για να μην είναι στριμωγμένη, τα χεροπόδαρα σαν στατική μπαλαρίνα τα κουνούσε πάνω κάτω. αφού και η σιωπή παρέα είναι ο Σάκης ήταν ευχαριστημένος. τα αισθήματά του θα τα διαβάθμιζε καλύτερα αν ήξερε γράμματα και θα τα ονομάτιζε μπορεί, όμως αυτά είναι παραπανίσιες ανθρώπινες αγωνίες που οι μόνοι άνθρωποι ανάμεσα γη και ουρανό δεν τις έχουν.

το μεγάλο καθρέφτη στο δεξί φύλλο της ντουλάπας συγκρατημένα είχε καθαρίσει η Λευκή και τότε είχε αντικρύσει την ισοπεδωμένη μαυρίλα της, τα λειψά κιλά της, το άδειο δέρμα που την κάλυπτε, τις βαθιές ρυτίδες που είχαν εγκατασταθεί στην όψη της, πενήντα οχτώ χρονών χωρίς τοπίο μπροστά της υπάκουο να διανυθεί. θα περάσει καιρός μέχρι να διηγηθεί στον Εφραίμογλου τον τυραννικό της χρόνο που τη βύθισε ως τη μέση στη σκληρή γη πιέζοντας απλά τους ώμους της με τα δυο του μόλις δάχτυλα.

ο κατσίβελος μέρα με τη μέρα τροποποίησε τις συνήθειές του για χάρη της. τα κεριά τα έσβηνε με το καμπανάκι, το τζάκι οπωσδήποτε τη νύχτα, τα παράθυρα ξεκάρφωσε, τις δυο πόρτες άνοιξε. οι ντουλάπες αερίστηκαν, τα λεκιασμένα από την υγρασία ρούχα πετάχτηκαν, τα κεντήματα στολίστηκαν, μοντέρνο σίδερο αγοράστηκε, τις μπριζόλες που έψηνε δυο-δυό στο τζάκι τις έτρωγε πια μαζί της με μαχαιροπήρουνο, με το δεξί εννοείται και προσεκτικά μή τον πει χωριάτη, το νερό για τα πιάτα ζεσταινόταν στο πετρογκάζ, αυτός τα έπλενε, αυτή ποτέ, της απαγόρευε να χαλάει τα χέρια της από το μπούζι νερό, το απορρυπαντικό έγινε από σόι, ήρθε ο κόσμος τα πάνω κάτω και γραμμές από φως μονομοχούσαν επιτέλους στα κενά και τις επιφάνειες.

ήθελε να ακούει τη φωνή της να τον διατάζει: «σήκω, φέρε, δώσε, πάνε, έλα, άσε με». ναι, και το «άσε με» καλοδεχούμενο, «ό,τι πεις εσύ θα γίνει, να σου πιάσω το άστρο που πέφτει; χάιδεψε λίγο το κεφάλι μου και το άτριχο σώμα μου, χαμογέλασέ μου με μια καληνύχτα κι ύστερα γύρισέ μου την πλάτη και κοιμήσου, μάτι να μην κλείσω να σε κοιτάζω που τανύζεσαι και να στήνω αυτί να βεβαιώνομαι πως σωστά ανασαίνεις» ονειρευόταν..

ο κακομοίρης, που ποτέ δεν έβαλε την πάρτη του στη μπάντα… ήταν ένας ιδιόρρυθμος αγωνιστής με ανύπαρκτα κέρδη, που όμως με πάθος τα ιχνηλατούσε και τα μύριζε, σωστό σκυλί. δεν είχε προνόμια για να τον πάρουν από τη γωνιά, μα δεν το παραδεχόταν και πάλευε ν’ αλλάξει τις εικόνες που τον έλιωναν, χωρίς να ξέρει όμως τους αποδοτικούς τρόπους.

μιά από τις εχθρικές εικόνες του ήταν το καταπατημένο μνήμα της μάνας στο κοιμητήριο του χωριού. κανένα αντικείμενο και καμιά μνήμη δεν το επισήμαινε και όσοι κλωθογύριζαν ανάμεσα στους τάφους για καντήλια, καθαριότητες και τελετές, το πατούσαν σαν μέρος της διαδρομής τους από και προς την εκκλησία. τον είχαν ρωτήσει γιατί δεν κάνει τίποτε να το σημάνει και να το φυλάξει κι εκείνος τους είχε απαντήσει ότι αφού ζωή δεν υπάρχει πια, δεν υπάρχει και θάνατος, στιγμή το ένα, στιγμή και τ’ άλλο πάνω στη γη, και καμιά σημασία δεν έχει η ύλη από τα σκουριασμένα κόκαλα. ο ίδιος όμως δεν το πάτησε ποτέ.

τις νύχτες πάντα τις ξημέρωνε, έσβηνε το τζάκι νωρίς για να οικονομάει τα ξύλα, έμενε δίπλα του χωρίς παρέα μονολογώντας και χωρίς παρέα μετακινούνταν στο υγρό στρώμα. τέσσερις ώρες ύπνου αρκετές, η επόμενη μέρα είχε τις ακολουθίες της: τζάκι, ζέσταμα νερού, να γεμίσει ανεβασμένος στο σκαμνάκι το πράσινο μουσλούκι που κρέμονταν από την οροφή στο μισοχτισμένο δωμάτιο από κείνη την επέκταση που ετοίμαζε για όταν θα παντρευόταν και ποτέ δεν την τέλειωνε. έχτιζε και γκρέμιζε με κείνη τη μικρή σύνταξη και τα χρήματα από τις ευκαιριακές δουλειές, κάτι χαμαλίκια γενικώς, πρόθυμος για ό,τι οι άλλοι ήταν απρόθυμοι. ύστερα, βιαστικό όρθιο μπάνιο με τα σαπουνόνερα να κυλάνε στα κρύα μπετά και να σέρνονται ως τη σκάλα, που οδηγούσε από τη χορταριασμένη μόνιμα αυλή στο σπίτι, και το χειμώνα να μεταλλάσσονται στιγμιαία σε φλούδα πάγου, που περίμενε τον ήλιο για να ξηλωθεί. κατόπιν ξύρισμα έξω, στον σπασμένο καθρέφτη, χτένισμα με το ξεδοντιασμένο χτενάκι στο χρώμα της ταρταρούγας, το ένα χέρι χτένιζε και το δεύτερο ακολουθούσε σερνάμενο να στρώσει τα ίσια μαύρα μαλλιά. ήταν πενήντα δύο κιόλας μα τα μαλλιά του δεν είχαν ασπρίσει. καφές βαρύς γλυκός στο πετρογκάζ για πρωινό, ρούχα απαρχαιωμένα αρκεί να ντύνουν, μια ματιά με το μηχανάκι στο χωράφι, δεύτερος καφές στο καφενείο της παραλίας. μιλούσε κι έλεγε χωρίς να τον ρωτήσουν, οι θαμώνες βαριόνταν και δεν απαντούσαν, έτσι έφευγε για δίπλα στη θάλασσα. κανά σουβλάκι το μεσημέρι από την ψησταριά του Γρηγόρη, αφού απόσωνε τα θελήματα για να τη βγάλει τζάμπα και κατά τις πέντε άρχιζε τη νύχτα του καθισμένος στο κιγκλίδωμα του δημόσιου δρόμου δίπλα στη στάση των διερχόμενων λεωφορείων, έτσι για να τα βλέπει να περνούν. σήκωνε πάντα το χέρι να χαιρετήσει τον οδηγό και κείνοι τον γνώριζαν και πατούσαν μια φορά την κόρνα. ήταν πολύ σπάνιο να σταματήσει λεωφορείο στη στάση για να κατέβει κανείς, επισκέπτης στο χωριό θα έπρεπε να είναι, οι χωριανοί είχαν τα δικά τους αγροτικά για να πηγαινοέρχονται.

πολλοί είναι τυραννισμένοι ή νομίζουν ότι είναι, μα τυραννίδες και φάρσες και φιάσκα ποτέ ισοδύναμα και ποτέ ισόποσα δεν είναι. όλοι ξαποβγάζουν την ατομική τους άνιση συντριβή, ο καθένας με τον τρόπο του. ή αναχωρούν ή οπισθοδρομούν ή πλέουν ή σέρνονται ή χάνονται ή αναλύονται στα μέρη που τους αποτελούν. και τα μέρη καταπιάνονται στον ίδιο αγώνα μέχρι την παραδοχή της αποτυχίας. ποιος δέχεται ότι το λάθος του τον έσπρωξε στην άκρη; για να το δεχτεί, πρέπει πρώτα να λιανιστεί.

έτσι και με τη γυναίκα του άλλου κόσμου. ολόκληρη η Λευκή απαρτίζεται από μερικές εικόνες, που φούσκωναν στη μνήμη της και πρόβαλαν δυναμικά μόνον τις στιγμές που τις άντεχε. ήταν εκείνες οι ώρες που έπεφταν τα σούρουπα, που σταματούσαν τα πουλιά να έρχονται στο μπαλκόνι της για να πιουν νερό πριν κοιμηθούν. έγερνε πίσω στην πολυθρόνα, έκλεινε τα βλέφαρα τόσο ίσαμε το τελευταίο φως να τα διαπερνά ακόμη, έσπρωχνε πίσω αργά το κεφάλι τραβώντας τα μαλλιά με τις δυό παλάμες απ’ το μέτωπο. αναπηδούσαν τότε η κόκκινη πετσέτα, το ζευγάρι οι παντόφλες, το τασάκι γεμάτο στριφτά αποτσίγαρα, τα δυο πορσελάνινα φλιτζανάκια του καφέ, τα αναμμένα φανάρια του στέισον βάγκον νωρίς το απόγευμα, εκλεπτυσμένα και πρόστυχα πλεγμένα λόγια, στεναγμοί θορυβώδεις, ένα μαξιλάρι στο πάτωμα, μια ημερομηνία.. τότε άρχιζε να ανασηκώνεται σιγά-σιγά εκείνη η απώλεια η βαθιά σφηνωμένη. άρχιζε να αναδύεται φορώντας στην αρχή τρυφερό απατηλό περίβλημα. άκουγε το νερό να τρέχει στο μπάνιο, μύριζε το φαγητό απ’ την κουζίνα, αφουγκραζόταν τη τζαζ από το στερεοφωνικό, κοιτούσε τη χαριτωμένη μορφή της να πηγαινοέρχεται για να στρώσει το τραπέζι, να σερβίρει το χαμόγελο και το νάζι, να του κρατά τα χέρια πίσω από την πλάτη της και να ανεβαίνει πρώτη αυτή τη σκάλα για την κάμαρα τραβώντας τον μαζί της στα δροσερά σεντόνια. εκείνος είχε έρθει για μια νύχτα και μια μέρα και μετά χάθηκε ανεξήγητα. η ιδέα της απώλειας την έλιωσε, ο θολός φόβος μαύρισε γρήγορα σαν το σύννεφο της μπόρας και χύθηκε πάνω της βαρύς. πέρασαν μέρες πολλές κι αυτήν, που δεν γνώριζε τί είχε συμβεί, την έλιωσε η αναμονή μιας έστω ασήμαντης αντίδρασης. τα κακά νέα μαθεύονται γρήγορα μα τίποτε δεν ακούστηκε. έβαλε λυτούς και δεμένους να την πληροφορήσουν κι αυτοί της έμαθαν διακριτικά και διασκεδάζοντας ηδονικά με τις προσδοκίες της, ότι όλα τα είχε φτιάξει στο κεφάλι της, γιατί έτσι ήθελε να της συμβούν. από τότε το χέρι της άφηνε μόνη τη ζεστή παλάμη του πολλές φορές κάθε μέρα μα τα χρώματα, οι γεύσεις και το φως παραμέρισαν αυτουργοί του βασάνου της. το όνειρο ξεπλύθηκε τόσο γρήγορα;

της έλειπε μια βασική πληροφορία. αυτός που έπρεπε να της είχε μιλήσει, ντράπηκε. αλήθειες πολύ λίγες είχε πει για τον εαυτό του και γρήγορα ξανακρύφτηκε στο στούντιο της ταράτσας. σπάνια θα ξεμυτίζει από δω και πέρα. τα συμπιεσμένα στο μυαλό του αδιάγνωστα μηνύματα για χρόνια παραμόνευαν, «ποιος φταίει; φταίει μήπως η μάνα που με γέννησε; μακάρι να μην είχα γεννηθεί ποτέ» και μετά: «τρέξε, ερωτέψου, βάλε φωτιά σ’ ό,τι σου καίει την ψυχή». κάτω και πάνω, πάνω και κάτω, ατέρμονη σπείρα που γυρίζει ζινίζοντας η ματαιότητα, τρυπούσε και τρυπάει το είναι του. παρατηρητής μιας άχρωμης κι ανούσιας πραγματικότητας, κίνητρα ελάχιστα, σχεδόν ανύπαρκτα, μέχρι να ξανάβρει την ελπίδα, αυτήν που θα νικήσει τον κυνισμό και την σκληρότητα που γέννησε μέσα του η κατάθλιψη, τη σπίθα που λαχταράει να του πυρπολήσει το κρυφό του σώμα.

είχε γνωρίσει τη Λευκή στο δρόμο, σε κείνο το ταξίδι της. την άκουσε να μιλάει τη γλώσσα του. σαν ίσκα λειτούργησε το άκουσμα της μητρικής του γλώσσας. καιρός να νιώσει τη ζωή, του έλειπε τόσο η πατρίδα.. πέρασαν μήνες, δυό χιλιάδες χιλιόμετρα ανάμεσά τους. τις ώρες της επικοινωνίας τους τις διάλεγε αυτός. εκείνη τον έκρυβε μέσα της με όλους τους τρόπους και τον λάτρευε κάθε μέρα κι άλλο. και κείνες τις μέρες που η μανία του κρατούσε ατιθάσευτη, πέταξε τετρακόσια χιλιόμετρα φτερό ως το φέρυ, ταξίδεψε μια μέρα, έφτασε στο λιμάνι κι ανηφόρισε τρελός από έρωτα και ανυπομονησία επτά ώρες δρόμο ως εκείνη, χωρίς διακοπή κι ανάσα. κι όταν έπρεπε να επιστρέψει, κοντοστάθηκε πριν βγει στο πεζοδρόμιο, να καταπιεί τα χάπια του που της είχε κρύψει. έπειτα βγήκε, χαιρέτησε στέλνοντας ένα φιλί με το χέρι και επέστρεψε στον έκτο όροφο της πληγής του.

τον επόμενο καιρό η ξαφνική απώλεια εγκαταστάθηκε σα μικρός θάνατος μέσα της. όλα της φαίνονταν άχρηστα, θεατρικό παιχνίδι, και κείνον τον απέσυρε μέρα με τη μέρα θλιβερό κι ανάξιο στο υποσυνείδητό της. τα άγρια ψέματά του, που συμπέρανε ότι της έλεγε σε καθεστώς γαλήνης, τον ξερίζωσαν από το θυμικό της, και τα αγριότερα ακόμα σε καθεστώς πάθους τον σκότωσαν μέσα της. η Λευκή δεν ήξερε ότι τα ψέματα στον εαυτό του ήταν περισσότερα, τον περίμεναν στην ουρά και τον αποτελείωσαν μεθοδικά. θύμα μπλεγμένο στο αναγκαίο του παραμύθι, αυτόν που σε μια γωνιά έζησε και σ’ όλο τον κόσμο είπε ότι ταξίδεψε, τον επόμενο καιρό η υπομανία τον εκμηδένισε και έπειτα χάθηκε, ωχρός ορθός νεκρός με σερνάμενα τα αγαπημένα ψεύτικα πόδια του.

η ψυχή της μούδιαζε σταδιακά. τίποτε δεν την ευχαριστούσε, τίποτε καλό δεν ένιωθε, μόνον θλίψη, θυμό και πόνο. οι γεύσεις, οι μυρωδιές και τα χρώματα έγιναν οι εχθροί της. τέσσερις μήνες μετά ξεκίνησε, κορμί αγριεμένο, για το λιμάνι, να δει από μακριά με το χέρι αντήλιο τον κόκκινο δίσκο να βυθίζεται στον υγρό ορίζοντα και να του ζητήσει χάρη να την πάρει μαζί του. δεν είχε σχέδιο. από την άλλη, η έλλειψη παραδοχής του ηλίθιου εαυτού της της γεννούσε αναγούλα, ο πονοκέφαλος γινόταν δυνατότερος από το θόρυβο στο λεωφορείο. ο άνυδρος εγκέφαλός της της επέβαλε στιγμιαία λάμψη αντίδρασης: θα νοίκιαζε δωμάτιο στο πρώτο χωριό πιο κάτω μήπως στο νέο τοπίο ξανασυναντηθεί με τον εαυτό της. απόρησε με την αναλαμπή, ήταν σα να κλώτσησε τον πάτο την ώρα του πνιγμού για να ανέβει, να προλάβει να φωνάξει βοήθεια μήπως και τη δει κανείς και την αδράξει από τα μαλλιά.

η σκοτεινή δροσερή διαδρομή κάτω από τα στοιχισμένα δέντρα την ενθάρρυνε και κατέβηκε. κοίταξε γύρω της, πράσινο πυκνό παντού, οι αποχρώσεις του συγχωνεύτηκαν σε ασαφή παραδοχή, τί σημασία είχε; στο βάθος δεξιά κοκκίνιζαν κεραμίδια, «προς τα κει θα πάω» μονολόγησε και ξεκίνησε με το δερμάτινο τσαντί στο δεξί. κοντοστάθηκε να βάλει τα γυαλιά του ήλιου για να κρυφτεί πίσω τους, να μπορεί να μισοκλείνει τα μάτια ελεύθερα, για να τα στραγγίζει χωρίς θεατές.

«καλησπέρα!» άκουσε πίσω της. σχεδόν τρόμαξε και γύρισε. ο περίεργος λιανός μαυριδερός τύπος ξεκαβάλησε το κιγκλίδωμα και την πλησίασε, «δεν είσαι από δω» είπε, «γεια-χαρά, είμαι ο Σάκης». «όχι, δεν είμαι από δω» είπε η Λευκή μονοκόμματα χωρίς να συστηθεί. «έχει ξενοδοχείο το χωριό να μείνω απόψε;». ο κατσίβελος την κοίταξε αργά απ’ την κορφή ως τα νύχια. «όοοχι» απάντησε επισεσυρμένα χαμογελώντας, «πολύ μικρό είναι το χωριό, νοικιάζουμε μόνο μερικά δωμάτια το καλοκαίρι».

έτσι εκείνη βρέθηκε στο σπίτι του, απέξω γραφικό της φάνηκε, είχε δυο κερασιές στον κήπο και μια μουσμουλιά. κίνηση δεν έβλεπε. της ομολόγησε επιτέλους ότι ίσαμε έναν καφέ μπορεί να προσφέρει και το σπίτι δεν νοικιάζει δωμάτια, θα πάρει σε λίγο τον κουμπάρο του που κάνει αυτή τη δουλειά. «μην ανησυχείς, καλοί άνθρωποι είμαστε, δεν θα σ’ αφήσουμε παραπονεμένη».

εκείνη ξαφνιάζεται από την αδιαφορία της, τίποτε δεν έχει χρώμα, καταθλίβεται και τώρα, το ίδιο την κάνουν όλα, πάει να κάτσει στο σκαλί, εκείνος της βάζει δίπλα μια πλαστική καρέκλα. αυτή μουρμουρίζει ξέπνοο ευχαριστώ, κάθεται, τεντώνει τα πόδια στα σκαλιά, κοιτάζει τα παπούτσια της, το ένα κορδόνι λύθηκε, το ίδιο της κάνει. όλα μοιάζουν μάταια, πρέπει να βγει από την κινούμενη άμμο, δεν ξέρει πώς. κι αυτό το ανθρωπάκι, μαριονετάκι που κλωθογυρνάει γύρω της, μάλλον θόρυβο κάνει, τραβάει ατσούμπαλες γραμμές και μουτζουρώνει τις θαμπές εικόνες της.

της εξηγεί πως ζει μόνος του από τότε που πέθανε η μάνα, πως έχει περιουσία, όχι μεγάλη, να μην τον βλέπει έτσι, πως αγαπάει τους ανθρώπους που γελάνε και στενοχωριέται που αυτή δεν γελάει. και έπειτα η Λευκή πείστηκε ότι δεν έχει τίποτε να χάσει αν έμενε εκεί τη νύχτα και η συνάντηση με τον κουμπάρο μετακινήθηκε για αύριο. όταν μπήκε στην κρεβατοκάμαρα που εκείνος της παραχώρησε, η μυρωδιά της μούχλας όρμησε στα ρουθούνια της κι’ άρχισε να ανηφορίζει ως τον εγκέφαλο για να μεταπλαστεί σε εικόνα τέλειας εγκατάλειψης, απόρριψης, μοναξιάς. ένιωσε λύπη, σκέφτηκε ότι κι αυτός εγκαταλείφθηκε, φτωχός είναι αυτός, ακόμη χειρότερα.

και έπειτα άφησε τον εαυτό της να πλεύσει στην επιφάνεια του χρόνου. δεν είχε να δώσει λόγο σε κανέναν. ούτε να συνεχίσει το δρόμο που είχε ξεκινήσει ήθελε, ούτε ν’αγαπήσει πια ποτέ κανέναν ούτε να κλάψει για κανέναν ανάξιο. διέκρινε δυό αγριεμένα ζώα που ζούσαν παράλληλα, στα κρύσταλλα και τη μπουαζερί εκείνη, στη μούχλα και το σκοτάδι τούτος. αυτή χωρίς συνειδητή ελπίδα και αυτός με μια τοσοδούλα ελπίδα κρυμμένη, που δεν την βγάζει στο φως μήπως ξεβάψει. δεν ένιωθε τίποτα γι’αυτόν, όμως δεν πειράζει, ας μην είναι του κόσμου της, καλύτερα απλός κι αλλιώτικος, καημένος χωριάτης, που του γυάλισε η γυναίκα και κάνει τεμενάδες. μα μιλάει καθαρά κι ευθύγραμμα καθώς ο χρόνος φεύγει, με λόγια καθόλου επιτηδευμένα, της ψωνίζει ρούχα για το κρύο, της χαρίζεται «θα κάνω ό,τι θες», τη φροντίζει φορτικά χωρίς να του το ζητάει, δεν της παίρνει μια δραχμή γιατί «οι αληθινοί άντρες δεν εκμεταλλεύονται τις γυναίκες», την αφήνει μόνη της να πλυθεί χωρίς να κρυφοκοιτάει, την αφήνει να του λέει ό,τι θέλει για κείνην χωρίς τίποτε να ρωτάει, πάει συχνά για μεροκάματο ό,τι και νάναι, καμαρώνει που τον μακαρίζουν για την τύχη του, την περιγράφει στους συχωριανούς με λόγια υπερβολικά αυτή την τύχη, χωρίς να λέει πως κοιμάται στην κουζίνα, αντίθετα κοιμούνται αγκαλιά, και δεν τους βλέπει, που μόλις γυρίσει την πλάτη του, μορφάζουν και τον μουτζώνουν αλλάζοντας ματιές και ξεσπάνε σε χάχανα μόλις κλείσει την πόρτα του καφενείου πίσω του. της φόρεσε τα σκουλαρίκια της μάνας του και το δαχτυλίδι της με τα λίγα καράτια, παραξενεύτηκε αυτή κοιτώντας στον καθρέφτη της ντουλάπας τα παλιομοδίτικα, «δεν τα θέλω» είπε και έκανε να τα βγάλει, «όχι» σχεδόν ούρλιαξε αυτός κι αυτή σκέφτηκε πως θα τον διαλύσει εύκολα με τρεις σταγόνες μπασταρδεμένο χρυσάφι και δεν το θέλει. τα χριστούγεννα της έφερε ελατάκι απ’ το βουνό και το φύτεψε στην αυλή, αγόρασε πολύχρωμα λαμπάκια και καλώδια και της το στόλισε, έψηνε με τις ώρες κρέατα στο τζάκι, λιβάνιζε κιόλας, της έδειξε τα άλμπουμ με τις ξεθωριασμένες οικογενειακές φωτογραφίες, για να της μάθει πως δεν ήταν από πάντα του έρημος.

ένα βράδυ που είχε χιονίσει έπιασε τον εαυτό της να χαμογελάει κι αυτός πανηγύρισε και έσφιξε τα μάγουλά της ανάμεσα στα δυό του χέρια από ενθουσιασμό. αυτή αποστράφηκε κι αυτός σκοτείνιασε και έσκυψε αμέσως να κουνήσει το κούτσουρο στο τζάκι. οι σπίθες που αναδύθηκαν πήραν μαζί τους τον δρόμο της ως εδώ μέχρι την έξοδο της καμινάδας, κι όσο να αποσβηστούν στον παγωμένο αέρα, αυτή το αποφάσισε.

σηκώθηκε στις πέντε. είχε κρυφτεί κάτω από το πάπλωμα μισοντυμένη. άπλωσε το πανωφόρι μπροστά στην ηλεκτρική θερμάστρα να το ζεστάνει και τις μπότες που της είχε αγοράσει για να πηγαίνουν βόλτα στο βουνό. έβγαλε τα σκουλαρίκια, το δαχτυλίδι και τρία πεντοχίλιαρα και τα άφησε πάνω στο σεντούκι. φόρεσε μπότες, πανωφόρι και κουκούλα, πήρε την τσάντα της, το μόνο δικό της πράμα μαζί με τα καλοκαιρινά ρούχα, και γλύστρισε στο σκοτάδι. τα χρωματιστά λαμπιόνια αναβόσβηναν στην αυλή, το χιόνι έτριζε κάτω από τα πόδια της. δεν έκλεισε την πόρτα της αυλής για να μην κάνει άλλο θόρυβο. έκανε όσο πιο γρήγορα μπορούσε. σε λίγο πήρε το πρώτο λεωφορείο προς τα ανατολικά από την απέναντι πλευρά του δρόμου.

με τον καιρό ο κατσίβελος ξεθώριασε, τον έρωτα του έκτου ορόφου κατανόησε. όλα είναι δρόμος και η ειρήνη μέσα της προορισμός.

για την κολυμβήτρια

η κολυμβήτρια θέλει να φεύγει μακριά, να ξεπλένει τη μαυρίλα της τριβής της με τις άχρηστες αλήθειες γύρω της με ένα μακροβούτι στον κόσμο του υπόκωφου βουητού, αυτού που αργά-αργά θα υποχωρήσει και θα πάψει μόλις αυτή εισρεύσει στον παράδεισο. εκεί νομίζει ότι πάει τώρα. οι φυσαλίδες βγάζουν ήχο, οι κινήσεις των χεριών θόρυβο, ίσαμε που προλαβαίνει να διακρίνει τις ζαρωμένες ψίχες των δακτύλων της, η ανάσα της κοντή ακούγεται δυνατή στα νερωμένα αυτιά της, η αλμύρα κατεβαίνει μικρά ρυάκια από τις τούφες των μαλλιών της, της τσούζει τα μάτια, κάθεται στο πρόσωπο. θέλει κόπο να καταβάλει για να μεταβληθεί σε ροή, γιατί πριν μεταμορφωθεί, ο παράδεισός της της διαμήνυσε ότι δεν πρόκειται να τη δεχτεί. λαχταράει να λευτερωθεί και μακραίνει κι άλλο, ως εκεί που ακούει μόνο τον εαυτό της πια να θορυβεί. κάθε τι άθλιο, θλιμμένο, θλιβερό έμεινε πίσω. στρέφει το κεφάλι προς την ακτή, σκηνικό που χρυσοφέρνει, η μυωπία της διαλύει τα περιγράμματα σε κόκκους, σφίγγει τα βλέφαρα και το θέατρό της κομματιάζεται, οι άνθρωποι της παραλίας μεταφράζονται σε βουβά κινούμενα μαυριδερά σημάδια, τα λίγα χρώματα αμβλύνονται κάτω από φως του ήλιου και αυτή άρχισε κιόλας να μιλάει με τα μέσα της, χάνοντας όμως λεπτομέρειες, κάπως σαν εκείνες τις συλλαβές στην ξηρά, που εκπίπτουν με ασυνείδητη πονηρία στις μπάντες του μυαλού για να μην ολοκληρώνεται καμία φράση του συλλογισμού, που ξεστρατίζει έτσι ατίθασος και λυτρωμένος, και δόστου πάλι απ´την αρχή. η μνήμη της έχει από το ξεμάκραιμα κιόλας αρχίσει να υποχωρεί, τα αισθήματα αναδύονται μπλεγμένα φύκια ως το λαιμό της. έτσι ο λόγος που την έφερε εδώ στα βαθειά εύκολα επικρατεί, δεν χρειάζεται συλλογισμούς και αισθήματα για να βγει ο λόγος στον αφρό. ναι, να φύγει ήθελε μακριά και το κατάφερε με δυσκολία, να μεταφέρει το νου της στη σιωπή ήθελε για να τον εξετάσει κουνώντας του επιτιμητικά το δάχτυλο, μα τώρα ο εαυτός της συμπυκνώθηκε γύρω από μία μόνο επιθυμία, να τον ξαναδεί.

εκείνος πίσω μου

προσγειώθηκα σ´ αυτό το συναίσθημα για σένα με ακατανόητο τρόπο. συνήθως έτσι απροσδόκητα συμβαίνει και κακώς εκπλήσσομαι, φταίει που θέλω όλα να τα ερμηνεύω. αυτοπροστατευτικοί λόγοι μου απαγορεύουν να το ονομάσω παραπάνω από Θερμή συμπάθεια (συγνώμη, χρησιμοποίησα κρύες λέξεις, μάλλον φοβάμαι πολύ τελικά, ωστόσο βεβαιώνομαι όσο περνούν οι μέρες ότι μια παραλλαγή προς τον Έρωτα θα ήταν ακριβέστερη. αλλά κρύβομαι πίσω μου, φτιάχνω σκιές για να μη διακρίνομαι, δε θέλω να με βλέπω μπορεί).

εκείνον τον άφησα πίσω μου. μου φάνηκε πως αίσθημα σιχασιάς και αηδίας τον απομάκρυνε βιαστικά από μένα. αν ήμουν πιο επιεικής θα τον ονόμαζα άρρωστο, μπορεί και νάλεγε αλήθεια όταν το ισχυριζόταν, μα επιείκεια και αυτοπροστασία δεν πάνε παρέα. σιγά σιγά έπαψε πια να με νοιάζει ακόμα και αν ζει ή τουλάχιστον αυτό απαντούσα πρόχειρα στην κάθε μου αναρώτηση. ξέρεις, όταν πάω να προφέρω το όνομά σου στους μονόλογούς μου, ξεστομίζω κατά λάθος το δικό του. είναι μάλλον από τη διαρκή επανάληψη, επειδή το δικό του το είχα φωνάξει δεκάδες φορές τις νύχτες, είχα ακούσει τη φωνή μου να το επαναλαμβάνει με όλη του τη συνοδεία αντάμα, ώστε τώρα να μην μπορώ να δικαιολογηθώ ότι ψεύδομαι: όνομα, επίθετο, όνομα πατέρα, μητέρας, γεννημένος στις δεκατρείς Μαρτίου του χίλια εννιακόσια πενήντα έξι στο Βόλο, στις έξι το πρωί..

λίγους μήνες πριν, καθισμένη στα σκαλάκια της Φοντάνα ντι τρέβι παρατηρούσα τους γιαπωνέζους σε δυο τους δραστηριότητες: πρώτη να τραβάνε σέλφι προβάροντας μουτσουνίτσες μπροστά στο μακρύ πλαστικό κοντάρι, τέτοιες που να μην αλλοιθωρίζει κατά το δυνατόν το βλέμμα στο τελικό αποτέλεσμα, και δεύτερη να στέκονται με ευλάβεια στραμμένοι προς εμένα, χωρίς να με κοιτάζουν απορροφημένοι στην επιλογή της ευχής τους, και με μια απότομη κίνηση να πετούν, μπλουπ, πίσω από την πλάτη τους το νόμισμα στο νερό. δοκίμασα να κάνω και τα δύο, το πρώτο μου φαινόταν ηλίθιο και το δεύτερο μαγικό, προτίμησα το δεύτερο. ένα δίευρο ήταν οκέι για να στηρίξει την ευχή μου. έκλεισα τα μάτια… , ζύγιασα και τα δυο χέρια πάνω από το κεφάλι μου και εκσφενδόνισα το κέρμα πίσω μου. ευχήθηκα αυτόματα Θέλω να ζήσω με τον… κι ενώ είχα στο μυαλό μου εσένα, ο νους μου ξεστόμισε το όνομα εκείνου, μόνο του, χωρίς τη συνοδεία του αντάμα, για να προλάβει τη διαδρομή ως το μπλουπ.

μα αμέσως κατάλαβα το λάθος μου και αμέσως τρόμαξα πως δεν ήταν λάθος. ήταν επειδή αυτός είχε κυριαρχήσει μέσα μου, ομολόγησα. είχα νιώσει πόθο και έρωτα για κείνον, από κείνους τους έρωτες και τους πόθους που, αν δεν τους ζήσεις, εγκαταλείπεις κάποτε φτωχότερος τον κόσμο τούτο (έτσι λένε, στα καλά μου μου φαίνεται ηλίθια αυτή η φράση). με σένα είναι αλλιώς. μπήκες ήσυχα μέσα μου, χωρίς να καταλάβω σε ένιωσα να συμβιώνεις μαζί μου διπλωμένος στο κέντρο του σώματός μου σα μωρό.

εσύ είσαι το μωρό μου, εκείνος ήταν ο άντρας μου, ο αρσενικός μου, εσύ είσαι το πλάσμα που θέλω να το χαϊδεύω όλη μέρα, να το περιποιούμαι, να μαντεύω τι θέλει πριν το ξεστομίσει, να το κοιτώ στα μάτια, να το υπηρετώ σιγανά, ήρεμα, με χαμόγελο, να του βάζω τα πόδια στις παντούφλες. εκείνον ήθελα να τον πιω πίσω από την πόρτα, πριν καταλάβει καλά καλά πως μπήκε.

έλα να σε αγγίξω, έλα να σε υπηρετήσω, εσύ να δημιουργείς και γω να κάθομαι σιωπηλά στο παρασκήνιο ανάμεσα στα χαρτομόλυβά μου. φωνάζω σιγανά το όνομά σου τώρα, είμαι βέβαιη ότι μ’ ακούς, ενώ όταν φώναζα εκείνον, το έκανα για να τον ταρακουνήσω να με δει στο όνειρο του, να με νιώσει ότι υπάρχω δίπλα του μέσα στη νύχτα. εσύ μ’ ακούς, μπορεί κιόλας να μ´ έχεις δει στο όνειρό σου. θυμάμαι τη σκληρότητα των μαλλιών σου, την τρυφερότητα και μαλακότητα της κοιλιάς σου που στη σάρκα της βυθιζόμουν, τη ζεστασιά της, μου λείπεις, θέλω να το ξαναζήσω, μαζί σου, μου αρέσεις, σε θέλω, σε περιμένω..

 

… κάθομαι στο παρασκήνιο ανάμεσα στα χαρτομόλυβά μου. τίποτε δε συμβαίνει. ούτε μωρά ούτε άντρες, ούτε πόθοι ούτε αγάπες, μόνο βουΐζει το κλιματιστικό πάνω από το κεφάλι μου, στο χάι ο ανεμιστήρας, στο λόου η αντιδραστική μου δύναμη, κουράστηκα να σκέφτομαι και να νιώθω…

πέμπτη 30 δεκεμβρίου 2016, νυχτιάτικα

μετεικάσματα

θυμάμαι εκμυστηρεύσεις από μερικά τσακισμένα κορίτσια, γυναίκες πια. σαν ένα φου, ένας αέρας, προκύπτουν έξαφνα στη μνήμη μου οι εικόνες τους, μικρά στην ηλικία. δεν έχουν σαφές σχήμα ούτε ευχάριστο χρώμα. γκρίζα μετεικάσματα. τα μάτια μου αποκεντρώθηκαν για να ησυχάσω, αλλά απότυχα και συνεχίζω να ταράζομαι που οι κηλίδες τους άσβεστες μετακινούνται όπου γυρίζω το βλέμμα.

μήπως και άκουσα ποτέ κάποια τους να λέει ότι είχε μπαμπά τύραννο; μήπως ότι είχε μάνα αφέντρα; καμιά δεν ομολόγησε αλήθειες. όλες τους γλυκιές μανούλες είχανε κι αγωνιστές πατερούληδες. και ήταν πρόθυμες να κάνουν ό,τι τους λέγανε οι καλοί αυτοί άνθρωποι και είναι ακόμα πρόθυμες να μετανιώνουν φριχτά που δεν στάθηκαν τα καλά κορίτσια που οι γονείς θέλανε κάθε φορά που τόλμησαν αλλιώς. μετανιώνουν για τη νεότητά τους, ακόμη και για ένα παραπάτημα του εκατοστού ή για μια τόση δα μικρούλα διεκδίκηση του δικαίου. Δεν είναι ηλίθιο να μετανιώνει κανείς για τη νεότητά του; -Την τυραννούσα τη μάνα μου πολύ στα δεκάξι μου. Όλο του κεφαλιού μου ήθελα να κάνω. -Έφαγα μπάτσο απ´τον πατέρα στα δεκατέσσερα γιατί αυτός μιλούσε και γω κοιτούσα αλλού. Ήταν καλοί άνθρωποι, εγώ δεν ήμουν εντάξει. Πόσο τους βασάνισα…

για λίγους λόγους, απ´τους οποίους διατηρήθηκε μια αόριστη γενικότητα, καμιά τους δεν ήταν άξια κόρη.

η Ρίτσα συγχώρεσε τη μάνα που σκάλιζε το ημερολόγιό της κι έσπευδε να γνωρίσει κάθε καινούργιο της καταγραμμένο φλερτ της, κι ας τον έστελνε από κει πούρθε με φωνή που δεν σήκωνε κουβέντα. -Μη σε ξαναδώ μαζί της, ούτε να ξανακούσω για σένα, κατάλαβες; Απορώ και πώς φαντάστηκες ότι η κόρη μου θα μπορούσε να ενδιαφέρεται για σένα και να χτίζει όνειρα με σένα μέσα. Και σεις μπαμπά και αδελφέ του Θόδωρου να κάνετε ό,τι μπορείτε το παιδάκι σας να απομακρυνθεί από την κόρη μου. Από πού κι ως πού νομίζετε ότι ο μουτζούρης γιος σας θα ταίριαζε ποτέ στο δικό μου παιδί που μοσχανάθρεψα; έτσι, χάθηκε ο ερωτευμένος Θοδωράκης ο μουτζούρης, αλλά η Ρίτσα το προσπέρασε.

είπα μουτζούρης και θυμήθηκα τη Γιώτα, εξήντα τεσσάρων σήμερα, ζωντοχήρα (οποία ηλίθια λέξη!), με τον άντρα της ζωής της το μουτζούρη πατέρα που λαδωνόταν ολημερίς στο συνεργείο αυτοκινήτων. αυτόν τον σπουδαίο αριστερό αγωνιστή που φούμαιρνε τα χύμα τσιγάρα το ένα πίσω απ´ τ´άλλο στο καφενείο της γειτονιάς, εκεί που ξαπόβγαζε τις ώρες που του μένανε λύνοντας το κυπριακό με τους άλλους κουρασμένους, ίσαμε να νυχτώσει για τα καλά, για να μη βλέπει τη μούρη της Φιλίτσας, της μάνας της, αυτής της υπέροχης γυναίκας. και η Γιώτα, όσο σου εξιστορεί χαμογελώντας όλο τούτο με λεπτομέρειες, μακρόσυρτα, για να προκάμει να υπεροπλίσει, σέρνει το καμουτσίκι καταγής πέρα-δώθε και, αφού ολοκληρώσει το εγκώμιο, με μια μαστόρικη κυκλοτερή κίνηση, σλιάαατς, το αδειάζει στη μαλακή πλάτη σου, έτσι για να σε χαράξει βαθιά, μη τολμήσεις και ξεχάσεις ποτέ τη μοσχαναθρεμμένη. λόγια άγρια σου λέει που δεν τ´αξίζεις ούτε σε εκπροσωπούν. έτοιμη να σπαράξει όποιον της πάει κόντρα είναι, συνήθως κραδαίνοντας τη σπάθη του νόμου που της την αποκαλύπτουν οι καταπόδι κυνηγημένοι δικηγόροι-φίλοι (οποία εξοργιστικά συνήθης λέξη!).

είπα καμουτσίκι και θυμήθηκα τον υπέροχο μορφωμένο πατέρα, τον διευθυντή βιβλιοθήκης, τον πνιγμένο στη χαρτούρα του, που όλοι τον είχαν τύπο και υπογραμμό και ήταν τιμή τους να τον συμβουλεύονται, αυτόν που έπαιρνε στους ώμους του τη μικρή Ανάστα και τη γύριζε βόλτες μες στο σπίτι, μόνο μέσα έτσι ξαδιάντροπα, έξω μόνο απ´το χεράκι. θυμήθηκα και τη χοντρή ξεμπράτσωτη ιδρωμένη λατρεμένη μανούλα της Ανάστας, που έστελνε στο διάολο ξεφυσώντας κάθε οδηγό που διασταυρωνότανε μαζί της και της φαινόταν ότι το πήρε νύχτα το δίπλωμα (μας γύριζε καμιά φορά από τη δουλειά και σε όλη τη διαδρομή δεν τολμούσα ν´αρθρώσω λέξη). ο μορφωμένος έκοψε ρόδα μυρωμένα διασωθείς πρωτίστως εις την αγκάλην φιλολόγου τινός και έγινε ξανά πατέρας κι η Ανάστα μισούσε τον ετεροθαλή και λάτρευε τον πατέρα. το δικό της καμουτσίκι λεγόταν εξευγενισμένα μαστίγιο, το χρησιμοποιούσε αδιακρίτως σε όλους τους αντιφρονούντες και γερνούσε βουτηγμένη στο λίπος της και τη βρώμα κουνώντας μόνιμα σε όλους σαν παρκινσονική το δάχτυλο.

είπα βρώμα και θυμήθηκα τη Βέτα. ζούσε με τη λατρεμένη της χήρα μητέρα σ´ένα βρώμικο και παρατημένο σπίτι. λυπόνταν τη μητέρα που δεν προλάβαινε να το καθαρίσει γιατί εργαζόταν μακριά, δεν πολυκαταλάβαινε βέβαια γιατί αυτό ήταν ακατόρθωτο, η ίδια ήτανε συστηματικιά βλέπεις, και έτσι καταπιάστηκε κάποτε να βοηθήσει. καθάρισε με ρέγουλα ακάματα και τις πιο μικρές λεπτομέρειες του σπιτιού για ώρες και περίμενε πώς και πώς να ρθει το βράδυ για να κάνει έκπληξη στη μαμά. ούτε να φανταστεί δεν μπορούσε το κλάμα που θα έριχνε όταν η καλή της μητέρα είδε το σπίτι να λάμπει. λύσσαξε, ούρλιαζε, μπορεί και να τη σκότωνε, της πέρασε από το νου και της τόπε κιόλας. κι όταν άκουσε σχεδόν ψιθυριστό τον αντίλογο από τρεμάμενα χείλη -Το έκανα μαμά γιατί είπα στη συμμαθήτριά μου τη Σούλα να ρθει, εγώ πάω πολύ συχνά στο σπίτι της και είναι καθαρό και ντρεπόμουν για το δικό μας, τότε σηκώθηκε θύελλα που πήρε τα μαλλιά και τις κουρτίνες και κλυδώνισε το πολύφωτο και η μικρή Βέτα βρέθηκε γονατισμένη στα τέσσερα να ζητάει συγνώμη και να παρακαλάει με αναφυλλητά να σταματήσει η τόση δυστυχία.

έρχεται μετά η Μαρικούλα που σαβουρντίζει το φλυτζάνι με το καυτό τσάι στο πάτωμα όταν την πατάνε στο σβέρκο για να το πιει μετά την κηδεία του πατέρα, τάχαμ για να την ηρεμήσει, και όταν μεγαλώνει φτύνει στα φλιτζάνια πίσω από τον πάγκο του καφενείου της, η Λένα που κατάπιε τα χάπια για να τους ταρακουνήσει μπας και την καταλάβουν έστω και κατόπιν εορτής, κι αργότερα τους φρόντισε αδιαμαρτύρητα και μίσησε τη γη ολάκερη, η Ρούλα που μαλλιοτραβιόνταν στο μπαλκόνι με τη μάνα της και είκοσι χρόνια αργότερα με το γιο της, η Διαμάντω, που έκρυβε με τα μακριά μαλλιά της τις γδαρμένες σάρκες της από τα νύχια του μετέπειτα συζύγου της και νυν σπουδαίου αντιδημάρχου (παραλλαγή μοιάζει αλλά συνδέεται). θα αποφύγω, ως θερμή ακόμη και καθόλου παιδική, την ενθύμηση της πενηντάχρονης Γαλάτειας με το φουντωτό μαλλί, δούλας γονέων και αδελφών, που είχε μάθει να λέει μόνον -Μάλιστα καθισμένη πειθήνια στις γωνίες και αδίκησε πανεύκολα και συνειδητά το μοναδικό ευεργέτη της.

ποτέ δεν πίστεψα πως συγχωρήθηκαν όλοι τούτοι οι ανιόντες.
μπορεί να αγαπήθηκαν γιατί ο ρόλος τους αγάπη εστί, όμως ούτε μια λέξη αγάπης δεν σας διηγήθηκα τελικά.

κλέφτες ψαριών

Δοϊράνη. το νερό είχε τραβηχτεί πολλά μέτρα μέσα στη λίμνη, από την ανομβρία. ο ήλιος είχε δόντια. ήταν μεσημέρι φθινοπωρινό. οι φαντάροι του φυλακείου σκάβαν χαντάκι στο δρόμο. ίσως χρησιμοποίησαν τα κιάλια τους. μου άρεσε η ιδέα πως έβλεπαν την ευτυχία μου. περπατήσαμε πλάι στη λίμνη, μαζέψαμε κοχύλια, αγκαλιαστήκαμε μέσα στη βάρκα. όλα ήταν απλά, ένας βαρκάρης από τη μια πλευρά κι ένας βοσκός με τις αγελάδες του από την άλλη. πήγαμε στα θεόξερα από τη λειψυδρία μπλόκια. λεπτή άμμος και τριβόλια και φυτά με αγκάθια. θυμάμαι τον ψυχρό ήλιο που ζέσταινε τη γύμνια μου. με αγκάλιασε υπέροχα. τον ρώτησα τι σημαίνω γι αυτόν και απάντησε πως θαρρεί πως είμαι ένα κομμάτι από τον εαυτό του. ήμουν η ψυχή του, η γλυκιά του. με φώναξε πάνω σ’ έναν ογκόλιθο. και με πήρε ή μάλλον δόθηκε στη φύση και όχι σε μένα, κι εγώ αποσβολώθηκα, Ξέφυγες, είπε αργότερα, και εντυπωσιάστηκα και τον κοιτούσα να ικανοποιείται απέραντα και να φωνάζει χαμογελώντας πως είναι τόσο όμορφα που δεν τον νοιάζει κι όλος ο κόσμος να τον ακούσει. ήμασταν μόνοι μας και ο αέρας, που σηκώθηκε στο μεταξύ, και η ψιχάλα, που ήρθε κατόπιν. μου μάζεψε βούρλα και καλάμια και γονάτισε να μου τα προσφέρει, Μαντάμ, είπε, πάνω στην τσιμεντένια σκάλα, στο μώλο που απείχε δυο εκατοντάδες μέτρα από το νερό. η καταιγίδα ξέσπασε πιο πέρα. κρατούσα τα παπούτσια μου στο χέρι βαδίζοντας στην άσφαλτο προς το αυτοκίνητο. περάσαμε πάνω από το χαντάκι. τα φαντάρια σταμάτησαν τη δουλειά τους και μας κοιτούσαν. εκείνος καλησπέρισε, ο όμορφος βαθμοφόρος αντιχαιρέτισε. στο γυρισμό -πάνω στην άσφαλτο, σέρνονταν οι ξεριζωμένοι από τον αέρα θάμνοι-  πήγαμε στο κλειστό ταβερνάκι με τη λιμνούλα με τις πέστροφες, επιχειρήσαμε να γίνουμε κλέφτες ψαριών αλλά αποτύχαμε μιας και κλέφτες δεν γεννηθήκαμε –μόνο από τον εαυτό μας κλέβουμε ό,τι βρούμε πρόχειρο- και ήπιαμε παγωμένο νερό από την τροφοδοσία της λίμνης. φάγαμε στο κοντινό χωριό που δεν θυμάμαι το όνομά του και διηγηθήκαμε ο ένας στον άλλον ιστορίες από το παρελθόν.

τύποι από το ράφι, 4

απόηχοι

θέλει να περιγράψει τα αισθήματα που νιώθει κάθε μέρα, όλη τη μέρα. το ένα διαδέχεται το άλλο. κυριαρχεί το μικροκλίμα της νοσταλγίας, νοσταλγία για τον έρωτα που ένιωσε και έχασε άδικα και ξαφνικά και στερήθηκε για λόγους αυτοπροστατευτικούς τελείως τη δυνατότητα να τον ξανανιώσει. πονάει όταν ανακαλεί το κλίμα αυτό. ο πόνος μοιάζει με αυτό που νιώθει κάθε φορά που ο νους της τρέχει στο σπίτι που μεγάλωσε, με πόσα όνειρα και ελπίδες έζησε εκεί μέσα, πόσο προσπαθούσε να το περιποιηθεί και να το συντηρήσει, τι χαρά ένιωθε κάθε φορά που το στόλιζε γιορτινά. αγωνία να το φέρει στο λογαριασμό που σχεδίαζε κι όταν τέλειωνε, με τι χαρά το απολάμβανε τελειωμένο. θυμάται τα χρώματα που το έλουζαν, την ιδιαίτερη ποιότητα του φωτός που έμπαινε από τα παράθυρα ή τις χαραμάδες των παντζουριών όταν τα συναντούσε κλειστά ο ήλιος. θυμάται τις μυρωδιές της γειτονιάς και της ακακίας, της γλυσίνας στην πόρτα και την ικανοποίηση που έβλεπε τα λουλούδια που φύτεψε να ανθίζουν. τα ευτυχισμένα απογεύματα που καθισμένη στο μπαλκόνι της εξώθυρας ασχολούνταν με το κέντημα και την ξυλογλυπτική. θυμάται που έπιανε συζήτηση με τους διερχόμενους γείτονες και τα θερινά σινεμά που πήγαινε μαζί τους, τις παρέες στις εξώπορτες και τις νυχτερινές βόλτες. από πολύ νωρίς είχε μάθει ότι οι κατιφέδες και οι ζίνιες του κήπου δεν επρόκειτο να ανθίσουν ξανά και όμως ήλπιζε. ύστερα ήρθε ο σεισμός και σε έντεκα δευτερόλεπτα το όνειρο χάθηκε και δεν ξαναγύρισε ποτέ όσες προσπάθειες και αν έκανε. μετά μεγάλωσε απότομα και άλλαξε ύφος και δράση στη ζωή της. στα όνειρά της βλέπει σκιώδεις εικόνες του αγαπημένου παρελθόντος που εμπεριέχουν τα ερείπια που προέκυψαν στο μεταξύ, μεταφορικά και κυριολεκτικά. έτσι ξαφνικά στο σεισμό της αδικίας που της έγινε έχασε όλον τον έρωτα που πάσχισε να χτίσει. το λάθος της ένα: έδωσε σε κείνον τη μορφή που ήθελε αυτή να έχει. τον έντυσε με τα χρώματα που αγάπησε, και μύρισε τα αρώματα που αυτή άλειψε. όμως, όπως το σπίτι της ήταν πραγματικό μόνο για κείνην, έτσι και κείνος ήταν αληθινός μόνο για κείνην. νόμισε πως ήταν ιδανική η ανταπόκρισή του, πως υπήρχε πραγματικά ανταπόκριση, και ένιωσε τυχερή. η συμπεριφορά του την ενθάρρυνε πως δεν έκανε λάθος. τον συμπονούσε και υπέφερε μαζί του. ήθελε αυτός να μην σκοτίζεται και να μην λυπάται, να μην έχει καμιά στενοχώρια. υγεία, χρήματα, φαγητό, χάδι, συμπαράταξη, συμπαράσταση, προσοχή, το θέμα της ημέρας, το θέμα της κάθε συζήτησης και σκέψης, η πρώτη και η τελευταία διαδρομή του νου καθημερινά. πηδούσε σαν αίλουρος το πρωί από το κρεβάτι της, δροσιζόταν και στολιζόταν για να τον δει και να ζήσει δίπλα του το ένα τρίτο της ημέρας. πόσα τσιγάρα κάπνιζε μέχρι να δει το κόκκινο αυτοκίνητο να μπαίνει στην αυλή.. άκουγε τις ρόδες πάνω στα χαλίκια, το γνώριμο θόρυβο της μηχανής. και εκείνος ερχόταν μόνιμα νυσταγμένος και κουρασμένος και σχεδόν πάντα καθυστερημένος. και μετά …παφ, αυτή προσγειώθηκε ανώμαλα, κατέπεσε και τσακίστηκε. και τότε ξεκίνησε τη θεραπευτική της αναθεώρηση. έτσι δημιουργήθηκε το απατηλό βραχύβιο μικροκλίμα του συμφέροντος· δοκίμασε να πεί στον εαυτό της πως θα μπορούσε τάχαμ να χαίρεται μονόπλευρα, τουλάχιστον να έχει την αγκαλιά του. τον δικαιολόγησε πως τόσο μπορεί και τόσο κάνει. για πρώτη φορά της φάνηκε πως είδε την κατάσταση στις πραγματικές της διαστάσεις. στο μεταξύ πίστεψε σε διαφορετικές εικόνες που διαδέχτηκαν η μία την άλλη: όσο εξακολουθούσε να τον θεωρεί έξυπνο, απέδιδε τη δυστυχία της στην απάτη. μετά άρχισε να αμφιβάλλει για την εξυπνάδα του. τότε απέδωσε τη δυστυχία της στη διάθεσή του να απομακρυνθεί από τη φορτικότητά της. και μετά τον θεώρησε λιγότερο έξυπνο και από το μέσο όρο και κατέληξε πως τόσο μπορούσε και τόσο έκανε. Αυτός δεν ήξερε καλά-καλά ελληνικά και συ πήγες να του μάθεις γαλλικά, είπε χαρακτηριστικά η Μαίρη. είχε τον τρόπο της να παρηγορεί την Έλλη: άρμεγε το τοπίο σουρώνοντας το σερί των γεγονότων, ικανότατη να πλάθει το μόρφωμα με καθαρά περιγράμματα, για τον εαυτό της όμως αφόρητα μυωπική.

τα κόκκινα παπούτσια

θυμάται τα κόκκινα καινούργια εκείνα παπούτσια. με ψηλό πάτο από φελλό και κόκκινα δερμάτινα κορδόνια με εξωτερικά γαζιά. τον παρακολουθούσε που σηκώθηκε αργά από το ντιβάνι απέναντί της, την πλησίασε αργά και στάθηκε όρθιος μπροστά της, σοβαρός, κοιτώντας την στα μάτια. κατόπιν γονάτισε στο δεξί γόνατο, πήρε στην αγκαλιά του το αριστερό της πόδι, ξεκούμπωσε αργά το παπούτσι χωρίς σφάλμα, το έβγαλε ήσυχα, σχεδόν τελετουργικά, και το ακούμπησε δίπλα του στο πάτωμα. κράτησε με ευλάβεια το γυμνό της πόδι μέσα στις δυο ζεστές του χούφτες, έσκυψε αργά μπροστά και το έφερε στα χείλη του. πιπίλισε το μεγάλο δάχτυλο με μισόκλειστα μάτια, όσο συνομιλούσε χωρίς φωνή με τον εαυτό του, και μετά την κοίταξε στα μάτια συνομιλώντας χωρίς φωνή μαζί της. με την ίδια ευλάβεια αγάπησε το δεξί της πόδι. δεν το ήξερε αυτό το χάδι εκείνη, πρωτόγνωρο, δεν είχε νιώσει ποτέ έτσι. ήταν όλος δικός της, αφημένος στην τύχη του, που έλεγχε με την άκρη μόνον του νου του, και αυτή το ίδιο στη δική της τύχη, ηθελημένα χωρίς κανέναν έλεγχο. πρώτη της φορά είχε έναν άντρα τόσο δικό της. από κει και ύστερα η μνήμη υποχώρησε. έκρυψε τις αναμνήσεις της βαθιά, να μην τις δει κανείς ποτέ, ούτε και αυτή η ίδια ξανά. σαν σε φωτογραφία θυμάται το άλλο πρωί τα δυο κόκκινα παπούτσια πεταμένα στο πάτωμα. δεν τα ξαναφόρεσε ποτέ. μόνο κάθε χρόνο την ίδια μέρα τα απιθώνει πάνω στο αδειανό διπλό της κρεβάτι με κείνα τα σατέν σεντόνια, μαζί με κείνα τα μαύρα δαντελένια εσώρουχα, και γιορτάζει μαζί τους την ανάμνηση, τη θέληση, την επιθυμία, τον άμετρο πόθο της προσμονής του.

τύποι από το ράφι, 2

το ζωητρόπιο (πράξις ωραία και ατελής)

μικρή η Άννα το 71, πήγαινε πέμπτη γυμνασίου, σκεφτόταν σοβαρά να δώσει εισαγωγικές εξετάσεις στο πανεπιστήμιο και του χρόνου θα ξεκινούσε για τον σκοπό αυτό φροντιστήριο. είχε μεγαλώσει μόνη της με λίγες χαρές. το σπίτι ήταν πάντα κρύο, οι χειμώνες τότε παγωμένοι, τόσο που πάγωνε το λάδι στο μπουκάλι μέσα στην κουζίνα και, για να το χρησιμοποιήσουν, έπρεπε πρώτα να το ακουμπήσουν δίπλα στη θερμάστρα, τη μοναδική θερμάστρα του σπιτιού μέσα στο σαλόνι.

η θερμάστρα ήταν χυτοσιδηρή, γερμανικής κατασκευής, Χάας και Υιοί, με ένα στρόγγυλο σταχτόμαυρο καζάνι κι ένα ορθογώνιο γυαλιστερό καφέ τεπόζιτο για το πετρέλαιο. η θερμάστρα ήταν σαν ζωντανός οργανισμός μέσα στο σπίτι, τουλάχιστον σαν σκύλος, θα έλεγα, να σας προλάβω μη τυχόν και πάει ο νους σας σε κανένα ποντίκι, γιατί ζωντανός οργανισμός είναι κι αυτό, όπως καλή ώρα κάποτε, κοντά στο 64, ο Τζακ ο αντεροβγάλτης που ξεμυτούσε τα μεσημέρια της Κυριακής κάτω από το ντιβάνι και κρυβόταν δίπλα στο ξύλινο πόδι του κάνοντας πού και πού τζα για να δει την οικογένεια να τρώει στο στρογγυλό καρυδένιο τραπέζι.

η σόμπα τέλος πάντων, έτσι τη λέγανε τότε, -θερμάστρα ήταν λέξη σαλονιού που απαιτούσε στραμπούληγμα της γλώσσας για να την πεις-, ήταν παράγων μέσα στο σπίτι. μπροστά της γινόταν το χειμωνιάτικο λούσιμο στη σκάφη, μπροστά της στέγνωναν τα ρούχα αχνίζοντας στην πλάτη της καρέκλας, πάνω της έβραζαν τα νερά και οι καφέδες και ζεσταινόταν το χθεσινό φαΐ, και επειδή είχε κιόλας εφευρεθεί το αλουμινόχαρτο, πάνω της έψηνε η Άννα το κρέας μερικές φορές και μοσχομύριζε ο τόπος.

όμως η σόμπα ήταν ταμπού, θαρρείς και θ´ άρπαζε το χέρι της Άννας και θα της τότρωγε και για τούτο της ήταν απαγορευμένο να την ανάβει όταν γύριζε από το σχολείο. ήταν τελετουργία, όσο νάναι, για να την ανάψεις. άνοιγες το διακόπτη του πετρελαίου και περίμενες μερικά λεπτά για να δακρύσει το πετρέλαιο στον πάτο του καζανιού και τότε έβαζες μπουρλότο με ένα βαμβάκι βουτηγμένο στο οινόπνευμα. μετά τοποθετούσες το καπάκι και παρακολουθούσες την εξέλιξη της πυροδότησης μισοκλείνοντας το ένα μάτι πάνω από μια τρύπα στο καπάκι, που χρησίμευε για να το ανασύρεις, και ακούγοντας τα βάρβαρα γουργουρητά της κοιλιάς της. το μπροστινό παραθυράκι ήταν μόνιμα μουτζουρωμένο κι από κει χάζευες τη ζωηρή φλόγα όταν δυνάμωνε. ειδική μυρωδιά αναδινόταν την ώρα της τελετουργίας, ανάμικτη οσμή πετρελαίου και οινοπνεύματος, και καιροφυλακτούσες πάνω στην τρύπα στρίβοντας σταδιακά το διακόπτη να τρέξει περισσότερο πετρέλαιο, να ταΐσει το θηρίο που καιροφυλακτούσε με τη σειρά του για να φάει το χέρι της Άννας.

και όσο αυτή φοβόταν το άναμμα, τόσο καθόλου δεν φοβόταν να στέκεται μπροστά στη σόμπα με τα μπούτια γυμνά για να ζεσταθεί, όσο να πυροκαεί και να γεμίσει ζεματιστές κόκκινες κηλίδες το παγωμένο δέρμα. τότε της γύριζε την πλάτη της κακούργας, για να της δώσει την ευκαιρία να την κάψει κι απ´ την πίσω πλευρά και να φαγουρίζεται μετά.

η Άννα άλλωστε, σαν παρατηρητική που ήταν και με έναν δυνατό έρωτα για τις λεπτομέρειες, ζούσε ανάμεσα σε εικόνες που ακινητοποιούνταν κάθε φορά που τις διέταζε, σε χρώματα μάλλον υποβαθμισμένα λόγω της εκτεταμένης σκοτεινότητας, που προκαλούσαν τα μόνιμα κλειστά παντζούρια, και σε κάθε μυρωδιά από όπου και αν αυτή προερχόταν. η σόμπα ήταν υπεύθυνη για μεγάλο μερίδιο από τις μυρωδιές, του άσπρου σαπουνιού από τους ατμούς των ρούχων, της τρίχας που καίγονταν κάθε που έσκυβε το κεφάλι της από πάνω η Άννα, των ρούχων που φορούσε και προσπαθούσε να τα συγκρατεί με ανοιχτές παλάμες για να μην κατακαούν και σαχνίσουν.

ό,τι συνέβαινε δίπλα στη σόμπα ήταν υπερβολικά ζεστό, και ό,τι συνέβαινε μακριά της κρύο, και κάθε βήμα απομάκρυνσης ή προσέγγισης θύμιζε εκείνο το παιχνίδι «κρύο-ζεστό». η αντανάκλαση της θερμότητας άντεχε ως δυο μέτρα πιο κεί, για παραπέρα έπρεπε να λάβεις τα μέτρα σου. το δωμάτιο της Άννας απείχε από τη σόμπα, έτσι, με λίγα λόγια, της ήταν περίπου άχρηστη ακόμα κι αναμμένη. αυτός ήταν ο λόγος που το κρεβάτι της δεν ήταν ποτέ στρωμένο, έτοιμο για να χώνεται εκεί να ζεσταθεί, αν και αργούσε κάπως να αυξηθεί ικανοποιητικά η θερμοκρασία κάτω από το βαρύ πάπλωμα και τις κουβέρτες πάνω-κάτω.

η Άννα πέρασε όλους τους εφηβικούς της χειμώνες μέσα στο κρεβάτι της με τα σχολικά της βιβλία, τα τετράδια και τα στυλά της και με αναμένο το ραδιόφωνο, ένα ογκώδες αυστηρά ορθογώνιο με αποστρογγυλεμένες γωνίες ξύλινο καφέ Τελεφούνκεν στα δεξιά του κρεβατιού της, με το οποίο διατηρούσε τρυφερό δεσμό. αυτό ήταν πολύ δοτικό πλάσμα, παράγων επίσης του σπιτιού, και δούλευε ικανοποιητικά από την εποχή της Κατοχής όπως της είχαν διηγηθεί οι δικοί της. όταν το δωμάτιο ήταν παγωμένο και υγρό, το ραδιόφωνο βράχνιαζε κι έπρεπε να παίξει τόσο όσο να ζεσταθεί για να ξεβραχνιάσει.

όταν η Άννα ήταν μικρή, αγαπούσε πολύ να προσπαθεί να διαβάσει εκείνες τις λέξεις τις γραμμένες με το ξένο αλφάβητο στην όψη του, που αντιστοιχούσαν σε μέρη της γης που πολλά τους δεν είχε ποτέ της ξανακούσει και ούτε ήξερε πού βρίσκονται. θυμάται πρόχειρα το Ραμπάτ, θεέ και κύριε, και ποτέ δεν κατάλαβε σε τί χρησίμευαν αυτές οι μονολέξεις οι σκαλοπατιαστά διατεταγμένες στο πινακίδιο, αφού όταν, συγκεντρωμένη, στριφογύριζε αργά το κουμπί για να βρεί έναν σταθμό, απανωτές φωνές σε πολλές γλώσσες που δεν είχε επίσης ξανακούσει συνέπιπταν με το μήκος ενός μόνον τοπωνύμιου. τόσες φωνές στο ένα εκατοστό που είχε μήκος το όνομα Χίλβερσουμ η λογική της έλεγε ότι δεν μπορούν να προέρχονται από τον τόπο αυτόν. και πάλι, πώς άκουγε ελληνικά εκεί που δεν έγραφε Αθήναι;

κρυφή επιθυμία της Άννας ήταν να δυναμώσει την ένταση στη διαπασών, αλλά αυτό της ήταν απαγορευμένο για να μην ενοχληθούν οι γείτονες. Ταξίδι με τον Έσπερο, Τερζάκης και Πάρλας αντάμα, Καλησπέρα κύριε Έντισον και Γιώργος Παπαστεφάνου με τη βελούδινη φωνή του αργά στις 11 τις Τρίτες, το Θέατρο της Δευτέρας τα βράδια μόλις καλονύχτωνε, το Σπίτι των Ανέμων τα πρωϊνά, μόνον όμως τρεις φορές την εβδομάδα που η Άννα ήταν απογευματινή στο σχολείο, με κείνον τον δαιμόνιο δικηγόρο Ορέστη Λαμπίρη και την καλή του Τζοβάνα Δεπάστα, ακόμη Πικρή, μικρή μου αγάπη, που της Άννας της φαίνονταν κάπως θλιβερή ιστορία και κάπως ανούσια, Η πρώτη σας γνωριμία, με ανάλογο με τον τίτλο περιεχόμενο, Αναζητήσεις του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, με όλους εκείνους τους χαμένους της μικρασιατικής καταστροφής και των πολέμων -τον αναζητεί ο αδελφός του τάδε-, αλλά και Πώς να επιζήσεις, η τρομακτική εκπομπή στις τρεις και τέταρτο κάποια μεσημέρια που έδινε εφιαλτικές οδηγίες για επιβίωση σε περίπτωση πυρηνικού πολέμου, έπαιζαν, έλεγαν, με το κουμπί του ολέθρου Ρωσία και Αμερική.

και παλιότερα, εκείνος ο φόβος του πολέμου που έσφιγγε την καρδιά της τις νύχτες μετά τα δελτία ειδήσεων, που οι γονείς παρακολουθούσαν αποσβωλωμένοι, και οι άπειρες ώρες μεταδόσεων που ακολούθησαν τη δολοφονία του Κένεντυ το 63, και το 67, και στη συνέχεια η μουλωχτή ακρόαση της Ντόιτσε Βέλλε και.. και.. ένα μακρόστενο ξύλινο καφέ κουτί σεβαστού μεγέθους, που είχε βγάλει την Κατοχή πακεταρισμένο και θαμμένο κάτω από ένα δέντρο, η μόνη παρέα της Άννας στο άδειο κρύο σπίτι.

τις νύχτες έμπαινε φως από τις γρίλλιες των παντζουριών του μοναδικού παράθυρου του δωματίου της από την παρακείμενη κολώνα της δεη και η Άννα κατάφερνε έτσι να μην σκοντάφτει στα έπιπλα και να μην φοβάται το σκοτάδι. εξ ανάγκης μάθηση είναι κι αυτή. και τα πρωινά το φως του ήλιου μέσα από την απέναντι γρίλλια σχημάτιζε ανεστραμμένο το είδωλο του κάρου και του άλόγου του πλανόδιου μανάβη πάνω στην κυρτή επιφάνεια του μεγάλου γλόμπου από ροζ οπαλίνα που κρεμόταν από το ξύλινο ταβάνι στο κέντρο του δωματίου.

ένα δωμάτιο κατάδικό της, φτιαγμένο γι αυτήν στα 10 της. κρεβάτι, κομοδίνο, ντουλάπα, γραφείο και καθρέφτης με ράφι -τουαλέτα το λέγανε- από κιτρινωπή φορμάικα και σχέδιο μαρμαρώδες, το κορυφαίο υλικό της σύγχρονης τεχνολογίας του επίπλου με τις δολοφονικές γωνίες, στο άγγιγμα παγωμένο ή και δροσερό θα μπορούσε να το πει κανείς αν ήθελε να είναι επιεικής μαζί του.

δωμάτιο και πεζοδρόμιο -τα χώριζαν μερικά εκατοστά, όσο ήταν το πάχος του εξωτερικού τοίχου από άτρυπα τούβλα φρατέλλι αλλατίνι χτισμένα με λάσπη- είχαν αναπτύξει μια μάλλον φοβική σχέση μεταξύ τους. και ενώ το τεράστιο παράθυρο με τα ξεχωριστά του ενσωματωμένα μικρά κανάτια πάνω και κάτω μπορούσε να καδράρει πέντε διαφορετικά μεταξύ τους ηλιόλουστα ή χιονισμένα ορθογώνια τοπία, η Άννα φοβόταν να δώσει στον εαυτό της την ευκαιρία της θέασής τους γιατί ψυχανεμιζόταν ότι η εισβολή των εξωτερικών εικόνων θα διέβαλε τη συνοχή της εσωτερικής της σκηνογραφίας.

σπάνια άνοιγε προς τα έξω τα δύο χαμηλά κανάτια και τα στήριζε μισάνοιχτα με τη μεταλλική βελόνα τη βιδωμένη στο παραθυρόφυλλο και έμενε να κοιτάει στο δρόμο για καμιάν ώρα τον κόσμο που πήγαινε κι ερχόταν. όταν ήταν μικρούλα χάζευε με περίσιο ενδιαφέρον τα στρόγγυλα  ταψιά με τους κεφτέδες και τις πατάτες, το κρέας με το κριθαράκι, που άγνωστοί της γείτονες πηγαινόφερναν για ψήσιμο στο φούρνο του Νεόφυτου. ντρεπόταν να πάρει την ψημμένη πατάτα που συχνά της πρόσφεραν οι περαστικοί, φέρνοντας ισχυρά στο νου της την παραίνεση της μητέρας να μην παίρνει τίποτε από αγνώστους και ιδίως φαγώσιμα.

ωστόσο το ξυλάκι παγωτό της εβγα από το άσπρο αμαξάκι του παγωτατζή με τις μεγάλες ρόδες άπλωνε το χέρι και το ´παιρνε, όπως και κείνο το κασάτο με την κίτρινη κρέμα λεμόνι, και έκανε μεγάλο χάζι τον παγωμένο καπνό, όπως τον έλεγε, που έβγαινε από το εσωτερικό του αμαξιού μόλις ο παγωτατζής σήκωνε τα καπάκια.

ο ξερός τεράστιος κρότος έξω από αυτό το ίδιο παράθυρο, τότε που κάποιος πυροβόλησε με το περίστροφο στις 4 το ξημέρωμα της 22ης του Απρίλη του 67, έκανε να τρίξουν τα παιδικά της δόντια από τον τρόμο και ακινητοποιήθηκε παγωμένη στο κρεβάτι της μη τυχόν και ακουστεί το τρίξιμο μέσα απ´ το διπλό άτρυπο τούβλο.

ήταν το ίδιο παράθυρο, που πλάι του η Άννα καθόταν και κεντούσε το καλοκαίρι του 74, τότε που μάνες, αδελφές και αγαπητικές συνόδευαν ως τη γωνία του δρόμου τους άντρες που έφευγαν να καταταχθούν. θυμάται τα παθιάρικα φιλιά, τις απελπισμένες αγκαλιές και κατόπιν τα δάκρυα που κυλούσαν στα μάγουλα των γυναικών που σε λίγο επέστρεφαν μόνες, και κάθε φορά που ένας αποχωρισμός συνέβαινε, η Άννα αναρωτιόταν ανατριχιάζοντας αν θα προλάβει να τελειώσει το κέντημά της πριν σκοτωθεί στον πόλεμο που έρχεται.

από το ίδιο παράθυρο αντίκρυσε το τέλειο σκοτάδι που είχε επιβάλει η αεράμυνα εκείνο το βράδυ του Ιουλίου, τρώγοντας με νευρικότητα σπόρια και φτύνοντας τα φλούδια στο πεζοδρόμιο, καθώς συνομιλούσε χαμηλόφωνα με την απέναντι γειτόνισσα που είχε γιο στην πρώτη γραμμή. στην κουζίνα η μαμά της έβραζε κρέας και η μυρωδιά, που γέμιζε το σπίτι, της ήταν για πρώτη φορά τόσο αδιάφορη, καθώς η ίδια είχε δαπανήσει πολλή ώρα οχυρώνοντας, όπως νόμιζε, με παπλώματα το χώρο που καταλάμβανε το μεγάλο τραπέζι της τραπεζαρίας, για να κρυφτούν εκεί αφού πια δεν υπήρχαν καταφύγια. πράγματι είχε δύο καταφύγια η γειτονιά από τον πόλεμο, που όμως οι άνθρωποι, που πίστεψαν ότι οι άσχημες μέρες είχαν πια περάσει, τα είχαν γκρεμίσει μαζί με τα σπίτια και χτίσαν πάνω τους πολυκατοικίες.

από το ίδιο παράθυρο μερικά χρόνια αργότερα παρατηρούσε τα απογεύματα με ήλιο ή και τα πρωινά καμιά φορά ένα μαυριδερό σγουρομάλλικο άσχημο κορίτσι, που γύριζε στο διάβα της προς αυτήν και την κοιτούσε με μίσος. αυτό το βλέμμα του μίσους ποτέ δεν το κατάλαβε, μέχρι τη στιγμή που πολλά χρόνια αργότερα η μαυριδερή σγουρομάλλα άσχημη κυρία της εξήγησε στο σαλόνι που τυχαία συναντήθηκαν ότι τη μισούσε γιατί η Άννα είχε να φάει. Με μισείς ακόμη; ρώτησε η Αννα χαμογελώντας και το στενό μαυριδερό στόμα έκανε προς τα κάτω ένα Ναι.

από τη μέσα μεριά του παραθύρου όλα ήταν καλύτερα, δικά της, ελεγχόμενα. είχε στήσει η Άννα το κουκλόσπιτο μέσα στο δεξί ντουλάπι του γραφείου της με το μοναδικό ράφι. ήξερε πώς να αναπαράγει τρεις διαστάσεις μετρώντας και χαρακώνοντας, για να σπάσει στην ισάδα του, το άσπρο χαρτόνι κι έφτιαξε λευκές ηλεκτρικές συσκευές τάχαμ, που τις ζωγράφισε με επιμέλεια για να είναι όσο γίνεται πιο αληθοφανείς. με γκρίζο σκληρό χαρτόνι έφτιαξε το κρεβάτι της κούκλας, με το μπεζ μαλλί, που είχε περισσέψει απ´ την πλεχτή φανέλα του μπαμπά της, έπλεξε την κουβέρτα -ήξερε να πλέκει από πολύ μικρή-, κι από υπόλοιπο μιας σιελ σατέν φόδρας έραψε το πάπλωμα. με μεγάλες βελονιές στην όψη το έκαμε καπιτονέ, όπως άρμοζε σε ένα πάπλωμα -ήξερε να παραθέτει πολλών ειδών βελονιές συστρέφοντας με προσοχή τις κλωστές γύρω από τα βελόνια-, κι η μαμά της, της κέντησε γύρω-γύρω με κόκκινο φεστόνι τους υφασμάτινους κουλέδες από ένα άσπρο στρογγυλό μαξιλαράκι.

η Άννα βιαζόταν κι ανυπομονούσε να ολοκληρώσει τη γκαρσονιέρα της κούκλας το καλοκαίρι του 70. και μέσα σε κείνο το στενό κάθετο ντουλαπάκι στήθηκαν κατόπιν όνειρα και μονόλογοι με δυνατή φωνή. είχε ένα συρτάρι στη μέση το γραφείο, με κλειδί, η απόλυτη ευτυχία να κλειδώνεις τον κόσμο σου, και κει κλειδώθηκαν ως το 80 όλοι οι έρωτες, πατικωμένοι τόσο ώστε να μην μπορούν να ανασάνουν -οι έρωτές της δεν ανάσαιναν ποτέ, έτσι που τους πατίκωνε μέσα της για να είναι κατάδικοί της-.

το 71 την άνοιξη αγοράστηκε το ραδιοπικάπ, απρόσμενο δώρο της μαμάς της, που ξωπέταξε στο άλλο δωμάτιο το αρχαίο ραδιόφωνο. ήταν έπιπλο στενόμακρο, γυαλιστερό καφέ, με δανέζικα πόδια κατά τη μόδα, αριστερά το μοντέρνο ραδιόφωνο παγκόσμιας λήψης και δεξιά το πικάπ, όχι σαν τα πικάπ της σειράς αλλά βαρέος τύπου, σήκωνες καπάκι και το αντίκρυζες να λαμποκοπάει και να μοσχοβολάει καινουργίλα κάτω από το χοντρό αυλακωτό λάστιχο που κάλυπτε το πλατώ.

λατρεμένος εκείνος ο μεταλλικός μίσχος που σήκωνε αδιαμαρτύρητα δέκα δίσκους 33 στροφών και μόλις τέλειωνε να παίζει ο πρώτος, τσουπ αυτόματα έπεφτε πάνω του ο δεύτερος. αυτός που είχε σκεφτεί αυτό το μηχανάκι ήταν σοφός φιλάνθρωπος, νοιαζόταν για τον ξεκούραστο ακροατή ή για το χωρίς διακοπή πάρτυ. πού να φανταζόταν ότι είχε επινοήσει ένα καταντίπ άχρηστο πράμα, εκτός κι αν οι δικοί του δίσκοι ήταν ατσαλένιοι και δεν στράβωναν και έτσι μπορούσαν να περιστρέφονται ο ένας καθισμένος σε στενή συναρμογή πάνω στον προηγούμενο. αδιανόητη η συναρμογή αυτή με το βινύλιο, που με μισό καλοκαίρι ζέστη, του ήταν αρκετό να ψιλοσκεβρώσει κι έτσι έχανε στροφές. ωστόσο μια τόση δα δυσλειτουργία δεν μείωνε τη σημασία του ραδιοπικάπ της Άννας.

όπως και να´χε ήταν σπουδαίο να κατέχεις ένα τόσο μοντέρνο εργαλείο και η Άννα επιτέλους νομιμοποιήθηκε να το χρησιμοποιεί στη διαπασών και να επιδεικνύεται περήφανα στη γειτονιά. μόνον αυτή κι άλλος κανείς. άστους εκείνους με τα επιτραπέζια πικάπ και τα ξεχωριστά ηχεία να αλλάζουν συνεχώς δίσκους ή, ακόμη χειρότερα, εκείνους τους καημένους με τα χοντροκομμένα μαγνητόφωνά τους που συχνά-πυκνά έπρεπε να τυλίγουν πίσω την ταινία που έφευγε από τη θέση της με το παραμικρό.

το ραδιοπικάπ της την αγάπησε και την ακολούθησε πειθήνια κι η Μέλανι Σάφκα γέμισε έτσι το 4 Χ 4 Χ 4 δωμάτιό της και τη γειτονιά με τη βραχνή φωνή της και με Candles in the rain: we were so close, there was no room, we bled inside each others wounds, we all had caught the same disease and we all sang the songs of peace. some came to sing, some came to pray, some came to keep the dark away. so raise the candles high cause if you don’t we could stay black against the sky, oh oh raise them higher again and if you do we could stay dry against the rain. είχε φέρει μια καρέκλα η Άννα μπροστά,  καθόταν ακίνητη και ευλαβική με το εξώφυλλο του δίσκου για ώρες στα χέρια να μαθαίνει τους στίχους απέξω, τόσο που σε λίγο καιρό η δική της φωνή σκέπαζε χωρίς κόπο τη φωνή της Μέλανι.

πέρασαν χρόνια κι η Άννα εξακολουθούσε να κάθεται μπροστά στο πικάπ της με τα εξώφυλλα των πολλών πια δίσκων της στα χέρια και να προσπαθεί να διαβάσει τα γράμματα στην ετικέττα, καθώς αυτοί γύριζαν πάνω στο πλατώ, έτσι για παιχνίδι. το προλάβαινε συνήθως με τα κεφαλαία, κι άλλοτε παρατηρούσε τις πυκνές χαρακιές στο βινύλιο που σχημάτιζαν ανισοπαχείς γυαλιστερές ζώνες στην κατάμαυρη επιφάνεια, προσπαθώντας να καταλάβει τί είδους ήχοι αντιστοιχούσαν σε κάθε απόχρωση γυαλάδας.

θα πρέπει να ήταν 79 ή 80 όταν η Άννα για πρώτη φορά σκέφτηκε να ασεβήσει πάνω στο υπέροχο πικάπ της. κάπου το είχε διαβάσει και της άρεσε και είπε να το δοκιμάσει. το χαρτόνι ήταν υλικό που αγαπιόταν, θύμιζε διαχρονικά σχολικά εγχειρήματα. έτσι έφτιαξε εύκολα και γρήγορα ένα χαρτονένιο κύλινδρο με δώδεκα κάθετες επιμελημένες στενές σχισμές στο πάνω του μισό, τόσον όσο να χωράει να κάτσει πάνω στο πλατώ του πικάπ της. αυτό ήταν το εύκολο μέρος της δουλειάς.

κατόπιν έκοψε επτά χαρτονένιες κορδέλες πλατιές όσο το μισό ύψος του κυλίνδρου. πάνω τους ζωγράφισε με παστέλ και πολύχρωμα μολύβια επτά χαριτωμένα θέματα. το κάθε ένα από αυτά το επανέλαβε αντιγράφοντάς το δώδεκα φορές, αλλά παραλάσσοντάς το τόσο λίγο κάθε φορά, όσο η κάθε μια από τις δώδεκα εικόνες του να ενσωματώσει λίγη κίνηση.

κάθε φορά, που τέλειωνε μία λωρίδα, ένωνε τις άκρες, την τοποθετούσε χαμηλά μέσα στον κύλινδρο και έβαζε μπροστά το πικάπ να γυρίσει. μέσα από τις σχισμές του κύλινδρου που γυρνούσε ισοταχώς μπροστά στα μάτια της διέκρινε τη ζωγραφιά της να ζωντανεύει. ούτε μπορούσε να φανταστεί τη μαγεία του τελικού αποτελέσματος τότε που είχε ξεκινήσει να ασχολείται. το κάθε θέμα της κινούνταν κι εξελισσόταν κυκλικά και γύριζε πάλι στην αρχή και πάλι το ίδιο, εξελισσόταν ξανά και ξανά.

η ταχύτητα της περιστροφής δεν επέτρεπε παρατήρηση της μηχανής αλλά μόνον του θέματος. έτσι το ροζ φίδι κουλουριασμένο πάνω στο πράσινο χορτάρι ξετυλιγόταν γρήγορα και γλιστρούσε έξω από το πλάνο, ο χορευτής με το ριγέ πανωφόρι χοροπηδούσε σε temps levé με λυγισμένα τα γόνατα, ο ζογκλέρ πετιόταν με το τραπίζ του από τη μιά άκρη της τέντας του τσίρκου στην άλλη, το κοριτσάκι με την κόκκινη φούστα πηδούσε το σκοινάκι του, ο ποδοσφαιριστής ετοιμαζόταν να σουτάρει, η γυμνάστρια ξαπλωμένη στριφογύριζε με τα πόδια της την τεράστια μπλε μπάλα, ο αγουροξυπνημένος ξεμάλλιαρος οικοδεσπότης με την πράσινη ρομπ ντε σαμπρ άνοιγε την κίτρινη εξώπορτα στο πορτοκαλί τέρας και του την ξανάκλεινε στη μούρη στο πιτς φιτίλι.

όλα αυτά ήταν ώρες πολλές δουλειάς με την Άννα επικεντρωμένη με πάθος στο αποτέλεσμα. ξεκίνημα της γραφής της πάνω στις χαρτονένιες λωρίδες ήταν οι πρώτες λέξεις που της έρχονταν στο μυαλό, καθόλου φανταστικές, όλες στηριγμένες στην πραγματικότητά της, όμως δεν το ήξερε ακόμη. δεν είχε ακόμη μεταφράσει πως το πορτοκαλί τέρας αντιπροσώπευε την αγωνία της για το άγνωστο, την ώρα που διάφοροι απρόσκλητοι, που διαγράφονταν σαν σκιές πίσω από το λαδομπογιαντισμένο τζαμάκι, χτυπούσαν το ρόπτρο της εξώπορτας. ότι το ροζ φιδάκι απεικόνιζε τους μικρούς της φόβους που της άδειαζαν τη γωνιά μόλις αποφάσιζε να τους κοιτάξει κατάματα. ότι το κοριτσάκι με το σχοινάκι ήταν συνώνυμο με την ανεμελιά που πεισματικά αρνήθηκε να εγκατασταθεί στην παιδική ψυχή της. ότι ο επιδειξίας επικίνδυνων ικανοτήτων ζογκλέρ ήταν ο θρίαμβός της στις προκλήσεις. όλα τα υπόλοιπα ήταν παραπληρωματικά στολίδια, πιθανόν ιδανικά, που βοηθούσαν να ακούγονται ήχοι, μουσικές και φωνές επιδοκιμασίας, όταν άρχιζε η παράσταση.

πολλές φορές τη μέρα έβλεπε από τις σχισμές τις ιστορίες της να επαναλαμβάνονται και σκεφτόταν ότι το σινεμά είναι τελικά ένας τεράστιος κύλινδρος που χωράει τον κόσμο όλο.. αθώες γενικεύσεις από ένοχο σπόρο..

 

το άγχος της επιτήδειας μηχανής (1)

ο κυρ Παναγιωτάκης, βιοτέχνης της αγοράς γύρω στα σαρανταδύο, παντελόνι μπεζ, πουκάμισο λευκό, μπουφάν μαύρο, φαλάκρα, λευκή επιδερμίδα με κίτρινες τις άκρες των δαχτύλων του δεξιού χεριού απ’ το πολύ τσιγάρο, ο κυρ Παναγιωτάκης που ονειρεύεται ώρες ελεύθερες και κοιμισμένες να γίνει πλούσιος επιτέλους σ’ αυτή τη ζωή, και όχι στην άλλη..
ο φίλος του ο Γιώργης, νεότερος, μελαχροινός, αξύριστος με πυκνό μαύρο μαλλί, βρώμικο τζην και μπουφάν κλειδαμπαρωμένο, άγνωστο τι επαγγέλλεται, είναι περισσότερο χωριάτης στην όψη και στους τρόπους από τον κυρ Παναγιωτάκη.
η Μαρίνα τους συναντά για πρώτη φορά ανάμεσα στα δέντρα ενός ελαιώνα, μέρα μεσημέρι στα μέσα του Νοέμβρη, κάπου εκεί στα τέλη της δεκαετίας του 80. για τη γνωριμία τους μεσολάβησε ο Αλέξανδρος, ένας πανέμορφος άντρας 35 χρονών, υπάλληλος στα λιγνιτωρυχεία Πτολεμαΐδας, με εκατον πενήντα χιλιάδες δραχμές μισθό, τη στιγμή που η Μαρίνα έπαιρνε μόλις σαρανταπέντε. προσπάθησε να της εξηγήσει ο Αλέξανδρος, καθισμένος στα δεξιά της στην καφετέρια ενός επαρχιακού ξενοδοχείου-γαμιστρώνα, πως είναι πολύ σημαντικό γι’ αυτόν να πιάσει επιτέλους την καλή, γιατί παιδεύεται τόσα χρόνια και τα λεφτά που παίρνει είναι λίγα και αυτός θέλει να κάνει σπουδαία ζωή και πρέπει να του φτάνουν. ονειρεύεται λέει μόλις πάρει το χρήμα να μεταναστεύσει στη Γερμανία, εκεί θα τον περιμένει καινούργια ζωή.
η Μαρίνα τον κοιτάζει με πολλή προσοχή. κοιτάζει πρώτα τα δάχτυλα των χεριών του. περιποιημένα χέρια, για τί στο καλό πληρώνεται τόσα; δεν φοράει βέρα ούτε στο λόγο του αναφέρεται σε κάποια γυναίκα εκτός από τη μάνα του. θα λυπηθεί λέει η μάνα του βέβαια αν θα φύγει αυτός στη Γερμανία αλλά θέλει πολύ να ζήσει καλά και είναι βέβαιος πως και η μάνα του δεν θα έχει ποτέ καμία αντίρρηση για την ευτυχία του γιου της. ο όμορφος Αλέξανδρος είναι μελαχρινός με πράσινα μάτια και η Μαρίνα τον καρφώνει μέσα σ´ αυτά και προσπαθεί να μαντέψει περισσότερα από όσα ακούει. παρατηρεί τα όμορφα δόντια του κάθε που γελάει.
έχει ήδη εφοδιαστεί με έναν επίχρυσο αναπτήρα Ντάνχιλ, άλλαξε το πακέτο τα τσιγάρα της σε Μπένσον και χέτζες, μάζεψε τα μαλλιά της πίσω σε χαμηλό σινιον, φόρεσε φον ντε τεν, κόκκινο κραγιόν, το καλύτερο φουστάνι που είχε, λεπτές νάιλον κάλτσες και ψηλοτάκουνα παπούτσια, έβαψε και τα νύχια της με μεγάλη επιμέλεια κατακόκκινα, έτσι ώστε να δείχνει κυρία του καλού κόσμου. έπρεπε να πείσει τους συνομιλητές της ότι ήταν μία κυρία του καλού κόσμου με πολλά λεφτά. συνόδευε εναν χοντρό γερμαναρά, πανύψηλο, με μεγάλη κοιλιά και τιράντες, με μύτη κόκκινη και στρογγυλή από τις πολλές μπύρες, ξανθό, σχεδόν άσπρο, προχωρημένης σχετικά ηλικίας για τα δικά της μέτρα, αυτή ήταν τριάντα κι ο γερμανός γύρω στα πενήντα πέντε, και είχαν προηγουμένως καλά συνεννοηθεί για το ρόλο που θα παίξουν στο ταξίδι αυτό το προσεγμένα οργανωμένο από την αστυνομία.
τον Φραντς τον έβλεπε επίσης για πρώτη φορά η Μαρίνα. τον είχε συναντήσει την προηγούμενη το βράδυ στο γραφείο του αστυνομικού διευθυντή, ήταν φίλος του και εχθρός της παράνομης εμπορίας. ο αστυνομικός διευθυντής του είχε ζητήσει να διαθέσει για την επιχείρηση την κόκκινη μερσεντές του, γιατί είχε μεγάλη αξία για την τύχη της το να φαίνεται λεφτάς. ήταν σαφές και μόνο που τον έβλεπες, πριν ακόμα ανοίξει το στόμα του, ότι στην πραγματική του ζωή ήταν καλοβαλμένος και μορφωμένος. μιλούσε τρεις γλώσσες εκτός από τα γερμανικά, γαλλικά, ισπανικά και φυσικά ελληνικά, παντρεμένος με ελληνίδα, γελούσε συχνά και τρανταχτά στο γραφείο του αστυνομικού διευθυντή, με ανοιχτό το στόμα και λίγα εκτινασσόμενα σάλια, άνετος, σαν φίλος του αρχηγού που ήταν, και αισθανόμενος φυσικά την υπεροχή του μέσα σε εκείνο το άθλιο μπορντέλο του αστυνομικού μεγάρου.
μέγαρα λέγαν οι αρχαίοι τα παλάτια και αυτή η άθλια πολυκατοικία στην οποία στεγαζόταν η αστυνομική διεύθυνση μόνο παλάτι δεν ήταν. ακόμη και στο γραφείο του αστυνομικού διευθυντή όλα ήταν χάλια και καθόλου διευθυντικά, αν εξαιρέσεις το φθαρμένο μαύρο δερμάτινο σουμέν με τα γδαρμένα χρυσοειδή στολίδια ολόγυρα και το διακοσμητικό στυπόχαρτο, εκείνο το ασταθές μαυριδερό ημικύκλιο εννοώ που στόλιζε επισταμένα για άπειρα χρόνια κάθε αρχηγικό γραφείο κι ας είχε προ πολλού εγκαταλειφθεί ο κονδυλοφόρος.
στις ετερόκλητες μεταξύ τους πάλαι ποτέ δερμάτινες πολυθρόνες είχαν βουλιάξει αναγκαστικά η Μαρίνα, ο Φραντς, ο Κώστας, ένας όμορφος ψηλός αστυνομικός, και η Πολύμνια, εκείνη η μαντάμ με το γουναράδικο γεμάτο λαθραίες γούνες, πολλά λεφτά και αφορολόγητα και η Πολύμνια έπρεπε να την βγάλει καθαρή αφού την είχαν στριμώξει για φοροδιαφυγή και παράνομες εισαγωγές. έτσι, σαν καταδότρια που σέβεται τον εαυτό της, αποφάσισε να δώσει εν ψυχρώ το νεαρό Αλέξανδρο που είχε κάνει κάποτε το μεγάλο λάθος να την πηδήξει και να της εξομολογηθεί στο επακόλουθο τσιγάρο τις άλλες του δραστηριότητες εκτός από τα λιγνιτωρυχεία Πτολεμαΐδας.
την Πολύμνια θα την έλεγες άσχημη μα καπάτσα, γυαλαμπούκα με μαύρο χοντρό σκελετό και πατομπούκαλα, με χοντρά μελανιασμένα χείλη, μεγάλο κώλο, μικρά βυζιά σκέτες υποψίες πίσω από το βαθύ ντεκολτέ του λουλουδάτου ντε πιες αρχές χειμώνα και ένα στόμα λαϊκό σαν από καταγώγιο.. η Πολύμνια κουτσοήξερε γερμανικά γιατί για μερικά χρόνια είχε υπάρξει μετανάστρια στη γερμανία. ο αστυνομικός διευθυντής πρότεινε να μιλούν μεταξύ τους μπροστά στους αλήτες εμπόρους, που θα συναντούσαν αύριο, σε ξένη γλώσσα, έτσι ώστε οι έμποροι να πεισθούν ότι ο γερμανός είναι ο αρχηγός, η Μαρίνα η γραμματέας του, ο Κώστας ο οδηγός του και η Πολύμνια μια καλή φίλη που τους φέρνει σε επαφή με την αρχηγική αφρόκρεμα της αρχαιοκαπηλείας.
αυτός ήταν και ο λόγος που η Μαρίνα αρματώθηκε πάνω της κάθε μικρή λεπτομέρεια που θα μπορούσε εύκολα και φθηνά να της εξασφαλίσει την εικόνα της πλούσιας. τον επίχρυσο αναπτήρα τον δανείστηκε από το μπαμπά της φίλης της και τα τσιγάρα της τα αγόρασε πανάκριβα ειδικά για την περίσταση. τα τακούνια ήξερε ότι θα της πλήγωναν τα πόδια, ωστόσο έκρινε ότι αποτελούσαν κρίσιμο στοιχείο για την εμφάνιση της.
στην καφετέρια του μικρού επαρχιακού ξενοδοχείου που σταμάτησαν για το πρώτο ραντεβού, έκανε πολλές σκέψεις η Μαρίνα παρατηρώντας με προσοχή το νεαρό υπάλληλο του λιγνιτωρυχείου Πτολεμαΐδας, καθώς μάλιστα μόλις είχε εισπράξει την απάντησή του για τον τεράστιο μισθό του σε σχέση με τον δικό της. τον οίκτιρε κιόλας από μέσα της που ήταν τόσο απατεώνας κι ας είχε χρήμα που λίγοι καθημερινοί τύποι είχαν παρόμοιο, αλλά λίγες στιγμές αργότερα τον αηδίασε σκεπτόμενη πώς ένας τόσο όμορφος και υπολογίσιμος άντρας έσπευδε τρέχοντας να χωθεί στη φυλάκα από πλεονεξία -είχε μάθει η Μαρίνα από μωρό ότι όποιος πάει για τα πολλά χάνει και τα λίγα-. καθώς τον παρατηρούσε με προσοχή σκεφτόταν ότι δεν είναι εύκολο να καταλάβεις έναν άνθρωπο δίπλα σου και ότι θα τον πηδούσε ευχαρίστως και χωρίς χασομέρι, αν δεν ήξερε τί μέρος του λόγου ήταν. βλέπεις η Μαρίνα είναι διαφορετική από την Πολύμνια, εκείνη πουτανέ στάιλ, η Μαρίνα παιδί των βιβλίων με έντονη διάθεση να διαβιοί εντός των ορίων της εντιμότητας, οπότε ο όποιος Αλέξανδρος δεν θα της εξομολογούνταν ποτέ βρωμοονειροπολήσεις και ξεράσματα. τότε η Μαρίνα σηκώθηκε να πάει για κατούρημα, όχι τόσο γιατί το είχε ανάγκη, αλλά γιατί ξαφνικά της ήρθε η επιθυμία να μείνει μόνη της με τον εαυτό της για να σκεφτεί όλα αυτά που γίνονταν γύρω της από χτες το βράδυ, έτσι, να γυρίσει τα μάτια της γύρω-γύρω χωρίς παρατηρητή, και να τα κλείσει, και να τα σφίξει για να νιώσει ξύπνια χωρίς ο περιποιητικός Αλέξανδρος να τη ρωτήσει: Πάθατε κάτι; άργησε πολύ στην τουαλέτα του ξενοδοχείου, έκανε όλες τις κινήσεις αργά, και όταν σηκώθηκε και στάθηκε μπροστά στο λαβομάνο για να πλυθεί και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη για να φρεσκάρει το κραγιόν της, ένιωσε αναγούλα για τη συνάντησή της με τον όμορφο παράνομο.
έμειναν στο ξενοδοχείο περίπου ως τις δώδεκα το μεσημέρι, ήταν ημέρα Πέμπτη, και ο όμορφος άντρας σηκώθηκε, πλήρωσε το λογαριασμό των καφέδων και του συνοδευτικού δεκατιανού και προχώρησε μπροστά για να δείξει το δρόμο που θα ακολουθούσε το αυτοκίνητο με τους τέσσερις επισκέπτες, που δεν ήταν η κόκκινη μερσεντές αλλά τελικά ένα μπεζ αγροτικό από τα κατασχεμένα με πινακίδα τσολ και δύο ζευγάρια καθίσματα. ο Αλέξανδρος είχε τηλεφωνήσει κάποιους να περιμένουν το μπεζ αυτοκίνητο. ο ίδιος τους χαιρέτησε εκεί, τη Μαρίνα με ένα χειροφίλημα.
βγήκανε λίγο πιο μακριά απ’ το ξενοδοχείο, οδηγούσε ο Κώστας και δίπλα του καθόταν ο Φραντς, πίσω από το γερμανό η Μαρίνα και δίπλα της η Πολύμνια. Μόλις απομακρύνθηκαν δυο-τρία χιλιόμετρα είδαν στ’ αριστερά τους τον ελαιώνα που τους είχε πει ο Αλέξανδρος και κάποιος πάνω στην άσφαλτο τους κούνησε το χέρι να σταματήσουν. πάρκαρε ο Κώστας με έναν ελιγμό μέσα στον ελαιώνα, εκείνος που τους έκανε νόημα, ο Γιώργης ήτανε, προχώρησε γρήγορα μπροστά σηκώνοντας το χέρι σε μια κίνηση Στάσου όπως είσαι, και οι τέσσερις άφησαν το αμάξι και ακολούθησαν περπατώντας τον τύπο βαθιά μέσα στον ελαιώνα, μέρα μεσημέρι με ήλιο και αρκετή ψύχρα.
διέκριναν λίγο πιο κει το κρεμ Λάντα, είχε τότε γεμίσει με Λάντα όλη η Ελλάδα. από τη θέση του οδηγού κατέβηκε ο Παναγιώτης, αυτός που λίγες ώρες αργότερα θα φαινόταν στη Μαρίνα τόσο κακομοίρης που θα τον ονομάτιζε κυρ Παναγιωτάκη. έκανε γενναιόδωρη κίνηση χαιρετισμού ανοίγοντας μπροστά και τα δυο του χέρια για να σφίξει τα δικά τους και ένα υπομειδίαμα εγκαθιδρύθηκε από τη στιγμή εκείνη στο κάτω μέρος του φεγγαροπροσώπου του. εξήγησε με λίγα λόγια πως η ανάγκη τον κάνει να κάνει αυτό που κάνει, είναι έντιμος άνθρωπος αυτός αλλά η δουλειά στη βιοτεχνία στην Πάτρα δεν πάει πολύ καλά και πρέπει να λάβει τα μέτρα του. ο γερμανός κοιτάζει αυστηρά αφ´υψηλού, κάτι λέει στα αγγλικά διφορούμενο στη Μαρίνα, που αυτή το πιάνει σαν Τον καημένο το μαλάκα, συγκατανεύει εξίσου σοβαρά κουνώντας το κεφάλι και ο Κώστας βγάζει από την τσέπη ένα μπλοκάκι και ένα μπικ για να κρατήσει σημειώσεις. η Πολύμνια στέκεται παρέκει ψιλοχεσμένη, καθώς δεν έχουν δα και όλοι γεννηθεί ηθοποιοί..
ο Φραντς δείχνει με το χέρι ότι θέλει να μη χάνουν χρόνο και ο Παναγιώτης ανοίγει το καπό του πορτ μπαγκάζ.

τα παστέλ

νόμιζα παλιά πως πρέπει απ´την αρχή να ξέρεις ακριβώς τί θέλεις να κάνεις τραβώντας τις όποιες γραμμές στο χαρτί, και έτσι κανένα αποτέλεσμα δεν μου άρεζε, καθώς τα σκληρά παστέλ γρατζουνούσαν βάφοντας σκληρές γραμμές και σπάζοντας σε σκληρούς κόκκους, και τα τρυφερά από δαύτα πουδράριζαν τον τόπο και κατακάθονταν στα πνευμόνια μου. δεν μου άρεζε γιατί βιαζόμουνα και τα περιγράμματα ήταν μοιραία χοντρά και ατελή και δεν μου αρέσουν οι χοντράδες. νόμιζα παλιά πως από την ώρα που θα αποφασίσεις να απλωθείς σ´ένα τραχύ μπεζ Α2, οφείλεις να μην σέρνεις το χέρι μουτζουρώνοντας και πως όλη αυτή η συγχώνευση μεμονωμένων χρωμάτων σε θολές τελικά αποχρώσεις χαράμιζε το αποτέλεσμα. βιαζόμουν, λες και δεν το ήξερα κατά βάθος ότι ο χρόνος είναι η καλύτερη παρέα που σε παίρνει αλά μπρατσέτα και σε βγάζει ήπια και απαλά. μπορεί και αφελώς να νόμιζα ότι μόλις χτυπήσεις παλαμάκια πρέπει να πάρεις περιποιημένη και περιγραμμένη τελική εικόνα. μα αφού το ίδιο το υλικό είναι δυνατό και γενναιόδωρο, να σπαταληθεί πολλές φορές πρέπει και καμιά σημασία δεν έχει αν τα μπαστουνάκια κονταίνουν γρήγορα. να πας και νάρθεις επανειλημμένα, να χωνέψεις και να συγχωνεύσεις έγχρωμες δυνάμεις και ασήμαντες μονοχρωμίες, να διασκεδάσεις με το άλλο χρώμα που σου χαμογελά σε κάθε πόντο. το όλον προκύπτει μαγικά κοντά ή και έξω από τις προσδοκίες σου, δεν έχει σημασία, αυτό θα πει ελευθερία. να μην βιαστείς. για ώρες, για μέρες να πηγαίνεις και να γυρίζεις πάνω στα δυόμισυ χιλιάδες τετραγωνικά εκατοστά σου, και να μεταμορφώνεις κάθε ένα από αυτά ασταμάτητα, όσο στο τέλος να απορείς πως ενώ ξεκίνησες με μιαν ακαθόριστη ιδέα για το τί θα ήθελες να δεις, προκύπτει εικόνα ομιλούσα έτσι πως δεν τη φαντάστηκες.. τα χρώματα παίζουν με το χρόνο μου…

12 ιανουαρίου 2017

μόνο με κόμματα κι ερωτηματικά

τον συμπάθησα ακούγοντάς τον να μιλάει; δεν ξέρω, ένιωσα ότι είναι μόνος μέσα στο πλήθος που τον ζώνει ασφυκτικά με τις απαιτήσεις του; μου θύμισε εκείνον που με προσπέρασε πατώντας κιόλας πάνω στο πτώμα μου; δεν ξέρω, άδειασε το μυαλό μου από το σύνηθες περιεχόμενό του και έγινα μικρότερη στο μέγεθος και υποχώρησα, νιώθω μιαν ήπια διαφορετικότητα μέσα μου, που την ταΐζω με εσωτερικές βουτιές, και παρατηρώ, σιγουρεύομαι πως καταλαβαίνω καλά, έχω τις αντέννες καλά απλωμένες για τούτο και για κείνα και για τα άλλα, μετά σκέφτηκα να μεταμορφώσω σε λέξεις το διανόημά μου για να το διαβώ καλύτερα υποτάσσοντάς το σε κανόνες του λόγου με μόνο αντικανόνα τη μία, άτμητη, φράση, έτσι για την πλάκα, αλλά ίσως και διαβολεμένα επίτηδες, γιατί η υπόταξη περιέχει ροή που δεν θέλω να τεμαχίσω, από πάντα αδιαφορούσα για τις τακτοποιημένες ζωές και νοιαζόμουν για όσους από υπερβολή στη χρήση του εσωτερικού τους κόσμου παραμέρισαν, ιδέα δεν έχω, την ίδια ώρα που άλλοι της ηλικίας του τρεχοβολάνε από δω και από κει και δεν τους φτάνει η γυναίκα και θέλουν κι άλλη, και δεν τους φτάνουν τα λεφτά και θέλουν κι άλλα, και όλα νομίζουν ότι βολεύονται πληρώνοντας, κι αδιαφορούν αν προκαλούν με τις πράξεις τους ενόχληση ή δυστυχία, και στέκονται ανίσχυροι και αδικημένοι μπροστά στις αποτυχίες και τα τέλη τους, είναι και άλλοι σαν κι αυτόν στις γωνιές τους, που δεν τους συνάντησα ακόμα, και οι εναντίοι που έλεγα πιο πάνω, οι βολεμένοι και διαρκώς πλεονέκτες ως τα τέλη της ζωής αυτών που δεν είναι σχεδόν ποτέ ανώδυνα, ανεπαίσχυντα και ειρηνικά, δεν τους γνωρίζουν αυτούς της γωνίας, γιατί διαθέτουν φυσική εξ αποτελέσματος τυφλότητα να μην τους βλέπουν ή γιατί δεν θέλουν ουδέ καν να τους αντικρίσουν έστω και άπαξ, τους μιαίνουν βλέπεις τις τακτοποιημένες ζωές τους, για τούτο και τους αποφεύγουν, κι όμως είναι που έχουν βαριές σκιές που τους δαγκώνουν τα σώψυχα, για τούτο και τους αποφεύγουν, άλλωστε η υποσυνείδητη σύγκριση είναι σκληρότερη της κατάφωρης αδελφής της, και προκαλεί τρόμο καθώς αναδεικνύει μεγέθη και ποσότητες και συνήθως θέλουμε για την πάρτη μας τα μεγαλύτερα και τα περισσότερα, χωρίς να βλέπουμε ότι μπορούμε να έχουμε μόνον τα μικρότερα και τα λιγότερα καθώς τον δρόμο μας αναλόγως ως τώρα λειάναμε, και πάω, και συνεχίζω να παραληρώ, έτσι νομίζετε οι εναντίοι, χωρίς τελείες, μόνο με κόμματα και ερωτηματικά, γιατί η υπόταξη περιέχει ροή που δεν θέλω να τεμαχίσω…

—————————————–
από τη λειτουργία του Χρυσοστόμου θυμήθηκα γράφοντας τη λέξη τέλη να ψάλλει ο διάκονος Χριστιανὰ τὰ τέλη τῆς ζωῆς ἡμῶν, ἀνώδυνα, ἀνεπαίσχυντα, εἰρηνικά καὶ καλὴν ἀπολογίαν τὴν ἐπὶ τοῦ φοβεροῦ βήματος τοῦ Χριστοῦ αἰτησώμεθα και μεις από κάτω Παράσχου Κύριε, ανώδυνα στην κυριολεξία, ως μεταφορά λέω ξεχνάτε το, ανεπαίσχυντα για να είναι πρέπει να τα φροντίσεις εγκαίρως, όσο επίσης και να γνωρίζεις το περιεχόμενο της λέξης επαίσχυντος, όσο για ειρηνικά μόνον στην κυριολεξία το βλέπω, καθώς μεγάλη ταραχή και πόλεμο εντός προκαλεί το ό,τι νάναι…

ο Eddie από το Αμέρικα

πολλοί προσπάθησαν να αντιγράψουν τον Εddie, σε όλους κάνει εντύπωση. φωτογραφίες με το ύφος του επιχείρησαν, για να συγκριθούν, κινηματογραφικές σεκάνς δημιούργησαν, μπορεί και βαρετές, αναμασήσανε μιμητικά τα φώτα του και τα σκοτάδια του και τις σκιές του και τα χρώματά του βέβαια, αυτά που τα δημιούργησαν όλα τούτα. κάτι θα πιάνανε όσο νάναι με την όσφρηση της ψυχής ανασκαλίζοντας το έργο του. πιθανόν όλοι να νιώθανε, όσο τον παρατηρούσαν, την ίδια σφιγμένη καρδιά από την απομόνωση καταμεσίς στον κόσμο όλο. και γω σαν κάτι από τα ίδια, με τις ώρες καθισμένη να τον κοιτώ και να αποσβολώνομαι μπροστά στο εμφανές του φως και στο καλά κρυμμένο του σκοτάδι και, πριν από αυτό, στις πολλές σκιές, φαινομενικά φυσιολογικές στα ετερόφωτα, μα στην ουσία ανέλπιδες.

δεν έχω ιδέα αν θα ήθελα να τον γνωρίσω και να με γνωρίσει. καμιά φορά λέω ναι, πολύ, κι άλλοτε καθόλου, θα έπληττα θανάσιμα με όλο αυτό που γι αυτόν ήταν τρόπος. ίσως αν ήμουν άρρωστη, θα με έστελνε μιαν ώρα αρχύτερα στον τάφο, όσο και να με κανάκευε ίσως, αν και νομίζω πως γενικά καθόλου δεν κανάκευε. δεν μπορώ να τον φανταστώ να χαϊδεύει μαλλιά, να γαμάει, να πηγαίνει σε χαρές –σε κηδείες ναι-. να χαμογελάει -αν κιόλας- με χείλη σφιγμένα, μάλλον για να δείξει πως ξέρει να το κάνει παρά γιατί του βγαίνει. καθισμένος μόνιμα σε μικρά δωμάτια, μπορεί και το ίδιο δωμάτιο χρόνια ολόκληρα ανάλλαχτο, και φωτεινές γωνιές, ανήλιαγες όμως μέσα του, με σηκωμένο το δεξί χέρι και μανίκι, να σερνοκοπάει, με σταθερότητα απαράμιλλη, το φαρδύ χρωστήρα και να απλώνει το φως του καθαρό, χωρίς καμία παρέμβαση και παράσιτα στον ήχο που τούτο αποπνέει. εἰναι απόλυτα προικισμένος όσο να πεις στο να ξεκαθαρίζει μέσα του, προτού το εφαρμόσει, ποιο και πόσο είναι το φως που θέλει στο τέλος να του βγεί.
οι νυχτερινές σκηνές του με διασκεδάζουν, σαν θεατής σε θέατρο ο ίδιος, με έναν ή το πολύ δύο ηθοποιούς στη σκηνή όπου τους ανεβάζει και την αποκαλεί ζωγραφικό χώρο.
και κείνες οι τραγικές γεροντοκόρες μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο, έτοιμες να πηδήξουν.. μα δίνουν λίγο περιθώριο ακόμα στην αναβολή, σκερτσάρουν θαρρείς με την αναπόφευκτη κατάληξη, μπας και μέσα στου ήλιου το καταύγασμα τις εντοπίσει κάποιος ανώνυμος από τον απέναντι ουρανοξύστη και τις λυπηθεί και σπεύσει να τις πάρει στην αγκαλιά του και να τις σώσει για πάντα και κείνες να σωθούν επιτέλους. για τούτο και φορούν λαμπρόχρωμο φουστάνι, για να εντοπίζονται καλύτερα, από όλους αυτούς που θα μπορούσαν αυτή τη στιγμή να μην κοιτάζουν τη δουλειά τους.
εκείνα πάλι τα δωμάτια των ξενοδοχείων, που από ανώνυμα πλαίσια σφοδρών ερωτικών αποκαλύψεων καταλήγουν στα χέρια του να στραγγαλίζουν ό,τι θα μπορούσε θεωρητικά να έχει απομείνει από τον, παροδικό έστω, συγχρωτισμό δύο ανθρώπων… σεμνύνομαι να τα κοιτάζω, με κάνουν να νιώθω παρατηρήτρια από φαρδιά κλειδαρότρυπα, που οι πρωταγωνιστές γνωρίζουν την ύπαρξή της, παρατηρήτρια μιας ιστορίας που τελείωσε, καλύτερα ας πω που ήταν ήδη τελειωμένη πριν καν αριβάρουν οι δυο τους στο λόμπυ. τελείωσε άσχημα και επικίνδυνα, τόσο που ο άντρας να ξεπλένει το στόμα του στο λαβομάνο του μπάνιου και η γυναίκα να κοιτάζει μπροστά της με κενό βλέμμα, παρότι προσπάθησε να είναι όμορφη πριν τη συνάντησή τους χωρίς να ξέρει καλά-καλά το γιατί. η υποβόσκουσα ελπίδα για τη διάσωσή τους επιτίθεται πάλι, πιο ξεκάθαρη όμως από εκείνη της γεροντοκόρης και πιο μακρόπνοη. θα αναζωπυρωθεί αύριο το πρωί και για τους δυο από άλλα όνειρα και νέες επιθετικές ενέργειες αυτοπροστασίας. και ξανά και ξανά το ίδιο μοτίβο θα επαναλαμβάνεται, όσο να καταλήξουν σαν εκείνα τα αποξενωμένα γερόντια που κοιτάζουν κι αυτά το άπειρο και αναμένουν το τέλος, αυτή που το συνειδητοποιεί ότι θάρθει και ο άλλος που ελπίζει ότι θα αργήσει.
πρὀσωπα δύο, όχι, μάλλον πρόσωπο ένα: ο αριθμός ένα υπερέχει σε σχέση με τους άλλους αριθμούς προσώπων.
το θέμα σπίτι, κουτί, περιεχόμενο τον βασανίζει. σπίτια κοιταγμένα από παντού, από μακριά, από κοντά, μέσα σε μικροσκοπικούς οικισμούς και μόνα τους ή και δυό μαζί, ουρανοξύστες και φάροι και εκκλησίες, όψεις και στέγες και δρόμοι, ιδωμένα από όλα τα ύψη που ο ίδιος μπορούσε να σταθεί ή να σκαρφαλώσει για να τα επιθεωρήσει και να δημιουργἠσει έτσι αιώνια, χωρίς να το ξέρει την ώρα εκείνη, ακίνητους και μόνιμους συσχετισμούς τους.
ο συσχετισμός των εννοιών και των εικόνων μάλλον επιδιώκεται και προκύπτει διαισθητικά παρά κατασκευάζεται. το ζήτημα είναι να υπάρχει ρεγουλατόρος μέσα σου. επιδιώκει το συσχετισμό των εικόνων του κουνώντας την καρέκλα παρέκει και πιο κει, τόσο όσο να νιώσει ότι οι όγκοι απέναντί του, που πρόκειται να εγκαταλείψουν τον τρισδιάστατο κόσμο τους και να του υποταχθούν μεταφερόμενοι στον επίπεδο καμβά, μοιράζονται πλέον ισόρροπα γύρω από τους άξονες, στους οποίους αυτός θέλει να τους δέσει οριστικά. έτσι, μετακινήθηκαν στο καβαλέτο κεραμιδιές και κόκκινες και ωχρές και γκρίζες επιφάνειες, σπάνια άσπρες καθώς το άσπρο φως είναι σκληρό από μόνο του και ανελέητο κι αυτός τις θέλει να γλυκαίνουν, γιατί βλέπει ομορφιά και αρμονία εκεί όπου οι υπόλοιποι συνήθως συμφωνούμε ότι υπάρχει ασχήμια, αδιαφορία και τυχαιότητα.
ο συσχετισμός των εννοιών προκύπτει ήρεμα μέσα μου, φυσικό επακόλουθο μιας διαρκούς παρατήρησης, επομένως για να εμπλουτίσω το εννοιολόγιό μου και να το ανακυκλώνω, ακολουθώ πειθήνια, ήρεμα και καθοριστικά τις εικόνες στις οποίες επιθυμώ να βυθιστώ. τα πρόσωπα, όσο και αν τα καθηλώσεις στην καρέκλα, όσο και αν τα τριγυρίσεις, όσες όψεις τους και να αντικρίσεις, ποτέ δεν καταφέρνεις να ακινητοποιηθείς απόλυτα μπροστά σε μία, καθώς η καμπύλη και η κυρτότητα από τη φύση τους ρέουν και συ ο ίδιος ρέεις είτε βηματίζοντας είτε αλαφροπατώντας. αυτή η ροή σε παρασέρνει να οικοδομείς μέσα σου τρισδιάστατη εικόνα, που συμπληρωμένη με ήχους, αποχρώσεις, φωτοσκιάσεις και συναισθήματα, καταλήγει να σε σπρώχνει βαθιά, να διεισδύσεις πέρα από το κρέας και τη μάζα και το αίμα, ζητώντας σου να αντλήσεις και να επαναφέρεις την αύρα του προσώπου πάνω σου, αγαπητό και αγαπημένο, αδιάφορο ή μισητό, σχηματοποιημένη όμως πια και με όρια μονοκοντυλιάς, έτσι ώστε αν θες να την περιγράψεις, να μπορείς να το κάνεις με κλειστά μάτια, νιώθοντας, ή ακόμη και με ανοιχτά, καταγράφοντας λέξεις ή τοποθετώντας χρώματα στον καμβά. και όταν δεν υπάρχουν καμπύλες και κυρτότητες αρκετές και αντικρίζεις μόνον τετράεδρες επιφάνειες που μοιράζουν το φως σε σκληρά γεωμετρικά σχήματα οριζόμενα από ευθείες, τότε τι κάνεις; τί κάνει;
σπάνια είναι η ασφυκτική ζωή ανάμεσα στους ουρανοξύστες, και ο ρεμβασμός ανάμεσα στις στέγες, πάντα ψηλά, να ρέπει πάντα προς το φως. και σκαλιά και πίσω αυλές και το φως πάντα τιμωρός. και με όλους τους καιρούς, το χιόνι κιόλας, αλλά προπάντων τον ήλιο και τα ξεραμένα στάχυα.
γεφύρια, φορτηγά και τρένα και οι σταθμοί τους, μέσα του το ίδιο. όχι μέσα μου, εγώ είμαι παρατηρητής της μοναξιάς, αρνούμαι την ενσωμάτωσή μου σ´ αυτήν. οι ακίνητοι κόσμοι των τοίχων δεν είναι ποτέ αρκετοί όταν δεν αφήνουν να διαρρεύσει η ζωή που περιέχουν. ωστόσο το μνημειώδες γκρίζο πλουσιόσπιτο δίπλα στις ράγες, με τον πύργο και τη βασιλική είσοδο, στέκεται μόνο του στο αδειανό τοπίο, ερημικό και απλαισίωτο. μόνον οι κουρτίνες στα παράθυρα κόντρα στον ήλιο σε αφήνουν να υποθέσεις ότι ίσως κατοικείται, αλλά οι ράγες είναι σκουριασμένες, άρα δεν περνάνε τρένα από κει πια, αν και το μικροσκοπικό ξύλινο οίκημα του σταθμού στην άκρη του χωριού αποκαλύπτει ότι μικρή ζωή υπάρχει. το σούρουπο που έρχεται μεγεθύνει τη μοναχικότητα στον άλλο μικροσκοπικό σταθμό του σιδηρόδρομου και οι ασήμαντες εικόνες βαγονιών την επιτείνουν.
το σιδερικό της γέφυρας μετατρέπεται σε πινελιές, που θυμίζουν γκρίζα κουρτίνα που απομονώνει τη γέφυρα και τους διαβάτες της από τον κόσμο μια συννεφιασμένη μέρα. οι γέφυρες, χτιστές και σιδερένιες, στέκονται απέναντι, παντού στη γη βαριές και μόνες. στους φάρους διακρίνεις πάντα φαροφύλακα κι ας μην εικονίζεται, διακρίνεις κίνηση καθώς τα δύο φανάρια περιστρέφονται, όμως είναι πάντα μέρα, ο ήλιος είναι ύπαρξη κι αυτός που τους κλέβει το ρόλο. ο θριαμβικά κυρίαρχος..

 

– – – – – – – – – – – – – – –

*εκκινεί από την αγάπη για το φως και τον Edward Hopper (Bridge in Paris, 1906, Les lavoirs de Pont Royal, 1907, Le Pont des Arts, 1907, Le Pont du Carrousel dans la brume, 1907, The El Station, 1908, Railroad Train,1908, Le Pont Neuf, 1909, Le Pont Royal, 1909, Queensborough Bridge, 1913, Girl On A Bridge, 1923, Blynman Bridge,1923, House by the Railroad, 1925, Manhattan Bridge, 1926, View from Manhattan Bridge,1926, Lighthouse and Buildings, 1927, Manhattan Bridge Loop, 1928, Railroad Sunset,1929, North Truro Station, 1930, Country Bridge, c.1934-38, Macomb’s Dam Bridge, 1935).

 

 

 

Γιάννης, ο πρώτος μηχανικός

το οχηματαγωγό Σκύρος αριβάρει άδειο στην Aλόννησο μόνο και μόνο για να την αφήσει. ο καπετάνιος και φίλος αρχαιόθεν της μαμάς της κάνει τα στραβά μάτια σε όλη τη διαδρομή. έτσι κάνουν οι κύριοι.

λευκή στολή με σειρήτια. πόσα; η Pενάτα δεν θυμάται. δεν της έκαναν εντύπωση τα σειρήτια ποτέ. πόσο μάλλον τότε που της φαινόταν αστείο που ο πρώτος μηχανικός έβαλε τη στολή για να την εντυπωσιάσει. μικρό ανάστημα, κοκκαλιάρης, ίσαμε δεκαπέντε, δεκαεφτά χρόνια της έριχνε. αυτή εντυπωσιάστηκε μόνον όταν την κατέβασε στο μηχανοστάσιο. θόρυβος για να φωνάζεις, λίγο τεχνητό φως, αέρας πουθενά, θαλασσίλα και καύσιμο μπερδεμένο κράμα, σίδερο παντού, πνίγεσαι. η Ρενάτα στις μύτες των ποδιών τεντωμένη να φτάνει γύριζε γρήγορα-γρήγορα τη μανιβέλα κατά τις εντολές του καπετάνιου, μέρος και αυτό του εντυπωσιασμού (ένας ωραίος καπετάνιος αποφάσισε να αποπλεύσει από το Βόλο σχεδόν άδειος με μπόλικα μποφόρια !!!), ο πρώτος μηχανικός έσπρωχνε το χέρι της με βιάση κάθε φορά που νόμιζε πως για δευτερόλεπτο καθυστερεί. ντριιιιιν! full engine! ντριιιιιν! «γρήγορα, βιάσου», σχεδόν ούρλιαζε…. αυτή όταν ανέβηκε πάνω ξαφνιάστηκε.. το καράβι είχε απομακρυνθεί από το λιμάνι. πώς γινήκαν τόσες μανούβρες με μια μανιβέλα που μόνο κουδούνιζε;

λίγο αργότερα η πάμπλουτη βραζιλιάνα ξερνούσε στο δερμάτινο ντιβάνι του σαλονιού της πρώτης θέσης. ένα ντιβάνι αυτή και ένα ντιβάνι, απέναντι η Pενάτα. αρπαγμένες κι οι δυο καλά-καλά από την πλάτη του καναπέ για να μην εκσφενδονιστούν. αντάρα, μαυριδερό νερό έσκαζε κι άφριζε πάνω στα παράθυρα της αριστερής πλευράς, πότε αυτά καπλαντίζονταν σκουρόγκριζα και πότε λευκά με τον κλυδωνισμό. θάλασσα, τρρρρρρκ, ουρανός, τρρρρρρκ και ξανά και ξανά… ο άντρας της βραζιλιάνας την είχε κοπανήσει για κάτω, να κουνιέται λιγότερο. η Pενάτα παρατηρούσε τα τεράστια φωναχτά δαχτυλίδια στα σφιγμένα της δάχτυλα, το ένα δίπλα στο άλλο, δεν ήταν της μόδας τέσσερα στο ίδιο χέρι μιας γριάς.

μερικά λεπτά μετά δεν άντεχε το στομάχι της που της είχε ανεβεί στο λαιμό. ο πρώτος μηχανικός είχε βάλει πάλι τα λιγδιασμένα, τα λευκά δεν είχαν νόημα μέσα σε τόσο ντόρο. ερχότανε κάθε τόσο και τη ρωτούσε αν είναι καλά. αυτή σηκώθηκε, ήθελε να ξεράσει, προσπαθούσε να συγκρατηθεί μα είχε ασπρίσει. την είχε κλειδώσει πάνω του αρπάζοντάς την απ´το μπράτσο, για να μην την πάρει η θάλασσα καθώς έγερνε στην κουπαστή της δεξιάς μεριάς. εκεί από δεξιά δεν χτυπούσε το κύμα. μόνο κλυδώνιζε, τόσο πολύ, που την ώρα που δρασκέλιζε την πόρτα της γέφυρας τα γόνατά της λύγισαν και παραλίγο να τα σπάσει στο ψηλό ποδοπάτι.

πρώτα έμαθε όλες τις κρυφές μεριές του καραβιού. μετά ζαλίστηκε και ξέρασε. μετά κατέβηκε ζαλισμένη στην Aλόννησο αφήνοντας το ταξίδι ακριβώς στη μέση. το κεφάλι της την τραβούσε προς τα πίσω μόλις ξάπλωνε για τέσσερις μέρες μετά. και το καράβι δεν έπιασε στην Aλόννησο για τόσες μέρες ακριβώς.

η μετέπειτα αλληλογραφία την εκνεύριζε και την παράτησε. ευτυχώς την είχε γλυτώσει η θάλασσα απ´ το λευκό κοκκόρι.

οι δουλειές του καλοκαιριού πρέπει να μένουν δουλειές του καλοκαιριού.

τύποι από το ράφι, 1

απάτη και (έκ)θλιψη

η Ελένη πάει καιρός που κατάλαβε ότι οι πλάκες των πεζοδρομίων δεν είναι απόλυτα στοιχημένες. σε μερικά πεζοδρόμια ο τεχνίτης φρόντισε τον αρμό έτσι που να απορείς πώς τέτοιος τετραγωνισμός προέκυψε από ανθρώπινα χέρια και αλλού πάλι δεκάρα δεν δόθηκε για την τάξη, όσο και αν την επιθυμούσαν μερικοί. και πάνω στις πλάκες, γκριζόμαυρες εξέχουσες κηλίδες οι πατημένες τσίχλες, τις κοιτάζει τώρα και αναρωτιέται πόσες τσίχλες έχουν μασηθεί από το ανθρώπινο γένος που παρήλασε πάνω σε πλακάκια τοποθετημένα ορθά και μή.

προχωρούσε προς τη διάβαση. ένιωθε πως ασφυκτιούσε, έκανε ζέστη βλέπεις και εκείνη έπρεπε να βαδίσει καμιά διακοσαριά μέτρα ακόμη ως τη δουλειά της. είπε επιτακτικά στον εαυτό της ότι πρέπει να αγνοήσει τη ζέστη, γιατί διαφορετικά θα αισθάνεται δυστυχισμένη άδικα. υπάρχουν άλλωστε τόσοι λόγοι για να αισθάνεται κανείς δυστυχισμένος, ας μην δώσουμε την ευκαιρία και στη ζέστη τώρα να μας χαλάσει την ημέρα. έτσι στωικά αντιμετώπισε τον υπόλοιπο δρόμο ως τη διάβαση, ήταν μάλιστα ομαλός ανήφορος.

ξέχασε την επιδιωκόμενη ηρεμία της μόλις έφτασε στο φανάρι και κατάλαβε πως έπρεπε ή να τρέξει για να προλάβει το πράσινο ή να περιμένει το επόμενο φανάρι. προτίμησε να τρέξει και έφτασε απέναντι. τώρα έπρεπε να διασχίσει τον επόμενο κάθετο δρόμο, πέντε μέτρα τη χώριζαν από αυτόν και τη διάβαση. τ’ αυτοκίνητα πήγαιναν σιγά-σιγά και κοντοστέκονταν στο φανάρι. ανάμεσά τους πέρασε η Ελένη ως τη διπλή διαχωριστική, ο άλλος μισός δρόμος άδειος από δεξιά και κατάφερε εύκολα να φτάσει απέναντι στον ανηφορικό πεζόδρομο. ήξερε τη διαδρομή απέξω, έτσι πήγαινε πάντα στη δουλειά της.

λίγα μέτρα ακόμη στον ανήφορο και η Ελένη κοκκάλωσε. στροφή επιτόπου. κοίταξε προς την πλευρά της θάλασσας και ένιωσε ηλίθια. τί δουλειά έχει κι ανηφορίζει; εκεί κάτω η θάλασσα αστράφτει, δεν τη βλέπει, αλλά τη φαντάζεται. κι η θάλασσα η άτιμη της κάνει γκελ, θέλει να την παραπλανήσει να πάει κοντά, το φως να της πονάει τα μάτια, να κλείνει τα βλέφαρα τόσο, όσο λίγο φως να περνάει ανάμεσα. θυμήθηκε ξαφνικά ότι όταν ήταν μικρή και έκλεινε σφιχτά τα μάτια της, έβλεπε εκείνα τα πολύχρωμα γεωμετρικά σχήματα που εκτινάσσονταν σαν μικρά πυροτεχνήματα κάτω από τα βλέφαρα. τώρα πια, όσο και να ‘σφιγγε τα βλέφαρα, κανένα πολύχρωμο γεωμετρικό σχήμα δεν προέκυπτε, μόνον στην καλύτερη περίπτωση γκριζόμαυρα, σαν ..τις πατημένες τσίχλες.

η θάλασσα, η θάλασσά μου. κοντοστάθηκε ακίνητη η Ελένη εκεί μπροστά στο χειμερινό σινεμά, έναρξη το Σεπτέμβριο, δεν ζεσταινόταν καθόλου πια και γύρω της οι θόρυβοι του δρόμου γίναν στ’αυτιά της ένα ακαθόριστο βουητό. αρνείται συχνά η Ελένη να ακούσει καθαρούς τους γύρω της θορύβους, όπως τότε που ξάπλωνε ανάσκελα πάνω στη θάλασσα με τα αυτιά χωμένα στο νερό και κείνο το βουητό έμοιαζε με το βουητό της μοναξιάς της.

ήρθε στο σήμερα. διαφόρων ηλικιών κυρίες κατηφόριζαν από τη λαϊκή και άλλες ανηφόριζαν για κει, μ’ όλα εκείνα τα δολοφονικά συρμάτινα καρότσια που άγχωναν την Ελένη. σταμάτησε το βλέμμα της πάνω στο καρότσι της κοπέλας που προπορεύονταν. προς στιγμήν σκέφτηκε πως μια κοπέλα στην ηλικία εκείνης έπρεπε να βρίσκεται στη δουλειά της κι όχι στη λαϊκή. λες να μην εργάζεται; υπάρχουν λοιπόν κοπέλες στην ηλικία της που δεν εργάζονται; όχι ότι της φαινόταν απίστευτο, μα τη ζήλεψε στιγμιαία. το καρότσι γεμάτο χαρτοσακούλες, η επιθυμητή γι΄αυτήν πολυχρωμία ανύπαρκτη, τόσο πολύ μπεζ χαρτί, και στην κορυφή μια μικρή σφιχτά κλεισμένη χαρτοσακούλα που κλυδωνιζόταν σύμφωνα με το βήμα της κοπέλας. όχι, είπε μέσα της, η συχνότητα των κλυδωνισμών δεν οφείλεται στο βήμα της κοπέλας, αλλά στους βαθουλούς αρμούς των τετράγωνων πλακακιών που υπερπηδά το καροτσάκι. ο κλυδωνισμός της χαρτοσακούλας διέλυσε το συγκεχυμένο βουητό από τ’αυτιά της και η Ελένη άκουσε επιτέλους. αυτό τη δυσαρέστησε προς στιγμήν, προτιμούσε τη θολούρα.

μετακινήθηκε πέντε βήματα αριστερά. εκεί υπήρχε το πεζούλι του πάρκου, μέσα στο πράσινο του οποίου ήταν φυτεμένη μια ελληνική σημαία, από κάποιον παλιομοδίτη σωβινιστή υπέθετε. σκαρφάλωσε στο πεζούλι και κάθισε πάνω του. γύρισε στ’ αριστερά της και άρχισε να εξερευνά με μισόκλειστα μάτια και ναρκωμένο μυαλό εκείνα τα τριάντα μέτρα που απέμεναν στον ανήφορο. ο πεζόδρομος σκιερός από τα στοιχημένα στον άξονά του δέντρα, λεύκες; τί δέντρα; δεν την ενδιαφέρει. συνεχίζει μέσα της την επιπόλαιη περιγραφή: κάποιοι κάθονται στα τραπεζάκια έξω από την καφετερία της γωνίας. ακούει ως εδώ τους πωλητές της λαϊκής. όλοι ριγμένοι στον αγώνα για το μεροκάματο σκέφτεται φευγαλέα.

τότε… νάτος ο χοντρός και βρώμικος Γρηγόρης ο γυψάς μπροστά της. είκοσιπέντε χρονώ ο Γρηγόρης. γκρι παντελόνι βρωμερό, κάποια μπλούζα, αδιόρατα θυμάται το βυσσινί χρώμα, χωρίς νάναι σίγουρη πως ήταν έτσι. ναι, μάλλον βυσσινιά ήταν με βε λαιμόκοψη. παράξενο, αλλά θυμάται κι ένα λευκό πουκάμισο. δεν μπορεί σήμερα, είκοσι χρόνια μετά, να καταλάβει πώς μπορούσαν να σχετίζονται η βρώμα με το λευκό πουκάμισο.

ο Γρηγόρης κάθισε στην άκρη της καρέκλας από πράσινη φορμάικα αργά το απόγευμα στο ραφτάδικο της γειτονιάς που περνούσε την ώρα του. τέντωσε τα χοντρά του μπούτια μπροστά, σταύρωσε τα τεντωμένα πόδια και τα χέρια πιάνοντας τον αριστερό καρπό με το δεξί χέρι πάνω στη χοντρή κοιλιά του, σαν τους πεθαμένους μέσα στο φέρετρο. έτσι, οριζόντιος σχεδόν, με κίνδυνο να ανατρέψει την καρέκλα και να τσακιστεί, έγειρε το κεφάλι του πίσω και χασμουρήθηκε. μετά χαλάρωσε το τέντωμα, μετακίνησε τον χοντρό πισινό του πιο μέσα στην καρέκλα κι άρχισε ν’ απαριθμεί τα φαγιά που κατανάλωσε το μεσημέρι στο μαγειρείο Το Φοιτητικόν, όπου ο Γιάννης, πάντα μεταξύ σοβαρού και αστείου, κένωνε στα πιάτα το φαΐ και ο Αλέκος, με τον αέρα λαϊκού γκόμενου, κουβαλούσε στα τραπέζια τους κεφτέδες, τα πιλάφια κ.λ.π., κ.λ.π. ψιλοαναγούλιαζε η Ελένη, όταν μάλιστα έβλεπε τα μαύρα άπλυτα μαλλιά του Γρηγόρη να κρέμονται λούνες-λούνες από το κεφάλι του. το μεσημέρι είχε μεταφράσει σε διπλές μερίδες φαΐ το πρωινό του μεροκάματο, έβγαζαν τότε μεροκάματο οι γυψάδες.

θυμήθηκε, περαστική κάποτε κάτω από το μπαλκόνι, το Γρηγόρη σ’ ένα παλιό ανώγειο πενηντάρι με ολάνοιχτα πατζούρια, φωτογραφίες με γυμνές γυναίκες καρφωμένες στους τοίχους, ένα κρεβάτι, μια καρέκλα, μια γυμνή λάμπα κρεμασμένη από το ταβάνι, που κουνιόταν πέρα-δώθε στο ρεύμα του αέρα. ο Γρηγόρης ήταν γι’αυτήν σύμβολο της απέραντης αδιαφορίας για το κάθε τί. ακόμα και τον μεγάλο σεισμό δεν τον είχε πάρει πρέφα ο Γρηγόρης. έντεκα και δέκα το βράδυ καλοκαιριάτικα κοιμόταν βαθειά. το πρωί αναρωτιόταν γιατί ήταν σχισμένοι οι τοίχοι και έψαχνε άνθρωπο στους άδειους δρόμους για να ρωτήσει. Η Ελένη γέλασε φωναχτά και, επειδή μπορεί να την έβλεπε κανένας γνωστός να γελάει μόνη της, βιάστηκε να φύγει.

ξεκαβάλησε το πεζούλι. με τη δεξιά παλάμη τίναξε το παντελόνι της. κρέμασε την τσάντα στον δεξί ώμο που την βόλευε καλύτερα, ανηφόρισε αποφασιστικά τα λίγα μέτρα που απέμεναν και εισήλθε με σπουδή στον κόσμο που τελευταία σφοδρά απεχθανόταν.

Θεσσαλονίκη, 1998, μεσημέρι καλοκαιριού

το παλιό ξενοδοχείο

μου ήρθε έξαφνα στο μυαλό τώρα δα ένα νυχτερινό μου όνειρο, πού και πού επαναλαμβανόμενο: ένας δρόμος, φαρδύς θα έλεγα, αλλά χωρίς περαστικούς και αυτοκίνητα. έχει νυχτώσει, δεν είναι περισσότερο από οκτώ η ώρα, δεν είναι χειμώνας, γιατί έχει νυχτώσει άραγε τόσο νωρίς;. ο δρόμος είναι σιωπηλός, το πεζοδρόμιο που περπατώ, έχω την αίσθηση ότι είναι το νότιο, δεν είναι πλατύ, περπατώ από τα αριστερά προς τα δεξιά, από τα ανατολικά προς τα δυτικά δηλαδή. πάντα διανύω την ίδια πορεία στο ίδιο όνειρο, την ίδια ώρα της ημέρας, και πάντα σηκώνω το κεφάλι και κοιτάζω ψηλά, όχι πολύ ψηλά, ίσαμε τον πρώτο όροφο, εκεί που υπάρχει ένα σαχνισί, όχι σαράβαλο σαν από τα παλιά τουρκόσπιτα, καινουργιότερο πάντως, που έχει δύο παράθυρα στην μπροστινή του όψη. έχει και μικρότερα μου φαίνεται στις στενές, αλλά ποιος τα δίνει σημασία.. δεν θυμάμαι αν τα δυο παράθυρα έχουν παντζούρια, οι περιορισμοί κάθε είδους περιττοί, και ιδίως στα όνειρα. είναι ολάνοιχτα στη νύχτα με τραβηγμένες στο πλάι τις κλαρωτές σε μπεζ φόντο βαμβακερές κουρτίνες. διακρίνω μέσα φως, θερμοκίτρινο το ονομάζω, νιώθω ανθρώπινη παρουσία, ζεσταίνομαι κάπως στην ιδέα της, νομίζω κιόλας ότι ακούω χαμηλές κουβέντες, και τότε αποφασίζω να εισέλθω.

εισέρχομαι από στενή, ψηλή, ξύλινη, εξώθυρα στην αριστερή άκρη της πρόσοψης, ανοιχτή τέντα είναι, σκοτεινή, στενή, ψηλή τρύπα είναι, που οδηγεί σύντομα σε μία απότομη ξύλινη σκάλα, αυτήν που τρίζοντας με ανεβάζει στον πρώτο όροφο, η φαντασία μου την πλάθει ημικυκλική, αλλά δεν έχει τέτοιες στα ξενοδοχεία των ταξιδιωτών. τί μπέρδεμα αλήθεια σοβεί στα όνειρα, σταγόνες παρμένες από παντού αλλού, που συνταιριάζονται σε ενιαίες καινούργιες εικόνες… όνειρα, πλάσματα σύνθετα της σιωπής…μπρόυτζινες μπετούγες,κ

είναι ένα μεγάλο σαλόνι που στη μέση του σαν καταπακτή καταλήγει η σκάλα. α ναι, τώρα τη βλέπω ευθύγραμμη, μα τί μπέρδεμα τέλος πάντων στη θολούρα της ανάμνησης. και γύρω-γύρω είναι τα δωμάτια. μου θυμίζει το hotel Αμερική στο Διδυμότειχο, σε ένα δρόμο ψιλοανηφορικό με μεγάλη κίνηση, νυφοπάζαρα τους λέγαμε τότε τους δρόμους με τα πολλά τα σύρε κι έλα, κάπου χίλια εννιακόσια εβδομήντα τρία ήτανε, με το πλήθος των κοριτσιών και των φαντάρων, αρβύλες, δίκωχα, χακί και άλλα χρώματα, πλήθος που ανεβοκατεβαίνει σε αέναη κίνηση. απέναντι έχει ένα σινεμά που η χρωματιστή αφίσα του λούζεται στο φως, παίζει ένα έργο, δεν θυμάμαι τώρα τον τίτλο του αν και τα γράμματα τεράστια ζωγραφισμένα, έργο που συμπεραίνω ότι είναι έργο για τους μόνους φαντάρους. σε αντίθεση, το σκοτάδι στην όχθη του Ερυθροπόταμου ταιριάζει στα ζευγάρια. μπορεί το ξενοδοχείο να μην το έλεγαν Αμερική, αλλά Νέα Ζωή, και από κάτω να έγραφε Παναγιώτης Τασκονίδης, το όνομα του ξενοδόχου, όχι κάνω λάθος, αυτό το ξενοδοχείο βρισκόταν στη Δράμα, κοντά στα κτελ και τα αλεσβερίσια τους.

παράξενο.. και τα δύο ξενοδοχεία της θύμισής μου μοιάζουν θαρρείς με αυτό του ονείρου μου, σαν το όνειρο να είναι οι υγρές στάλες της εικόνας τους που συνωστίζονται θέλοντας να με πνίξουν μεθοδικά στη νοσταλγία, μα εγώ όταν νιώθω ότι με επιβουλεύονται, παφφφ, δίνω μια του ονείρου και μια χαρά το διαλύω και το ξαποστέλνω στην επόμενη φορά του.

τα λαϊκά ξενοδοχεία που αγάπησα, πέμπτης κατηγορίας, διώροφα, θα μπορούσα να μιλάω ώρες γι΄αυτά.. δεν τα θέλω μεγάλα στις μνήμες μου, αν και μάλλον ήτανε, γιατί το μεγάλο σε κοσμοπολίτικο μου κάνει και τα δικά μου είναι ξενοδοχεία δοσμένα στον εφήμερο έρωτα, πουλημένο ή δωρεάν σαν τον δικό μου. εκεί που δεν ήθελες να μοιραστείς το μπάνιο του διαδρόμου με ξένους και προτιμούσες να κατουράς στο κρύο λαβομάνο του δωματίου, αφού πρώτα ο καλός σου σε σήκωνε αγκαλιά να σε καθίσει εκεί πάνω που δεν έφτανες. στο λαβομάνο πλυνόσουν και πλυνότανε. η δίφυλλη ντουλάπα στέκονταν στη μιαν άκρη, φτιαγμένη από σκούρο βαμμένο ξύλο με ποδαράκια και αέτωμα σκαλιστό ψηλά στο κέντρο και είχε πάντα την ίδια χαρακτηριστική μυρωδιά κλεισούρας, έναν καθρέφτη στο μαυριδερό εσώφυλλο και μια χιλιοφορεμένη βρωμερή μα καλοδιπλωμένη κουβέρτα-ρεζέρβα στον πάτο μαζί με δυο ακόμη πατικωμένα μαξιλάρια, ντουλάπα που δεν χρησίμευε ευτυχώς σε τίποτε για μια-δυο νύχτες, παρά να ξεχωρίζει τη νύχτα σαν μαύρος όγκος στο ελάχιστο φως που έμπαινε από τις τραυματισμένες και ελλείπουσες γρίλλιες.

δεν θυμάμαι αν τα ξενοδοχεία αυτά τα ζούσα χειμώνα, αλλά μου είναι πιο εύκολο να τα αισθάνομαι καλοκαιρινά, με τζάμια ανοιχτά, παντζούρια, γαλλικού τύπου νομίζω τα λένε σήμερα, που μπορούσες να τα κρατήσεις χαραγμένα για περισσότερο φως και αέρα, με πάντα τις ίδιες μπρούτζινες μπετούγες που η εξέχουσα ακρούλα τους δάγκωνε στο μεταλλικό αντίκρυσμα. και από τα γερμένα παντζούρια μπορούσες να παρατηρείς άνετα και κρυφά τα τεκταινόμενα στο δρόμο, όταν έκανες μικρό σκασιαρχείο από το κρεβάτι και τα χέρια του καλού σου. μεταλλική καριόλα για κρεβάτι, σωμιές με σκουριασμένες λάμες που έτριζε πάντα, στρώμα ριγέ βουλιαγμένο στη μέση, από κείνα τα λεκιασμένα στρώματα με τον ..κόθρο ολόγυρα πάνω και κάτω, χε χε γελάω.. δεν σ´ ένοιαζε το μοναδικό σκληρό μαξιλάρι του κρεβατιού, σε βόλευε καλύτερα ο ώμος του καλού σου, εκεί που εγκατέλειπες το κεφάλι σου με όλο του το βάρος, για να τον ακούσεις σε λίγο να προσπαθεί να δικαιολογηθεί που πρέπει να τραβήξει το χέρι που είχε μυρμηγκιάσει … γελώ…

ανέβηκα στον όροφο, κοιτάζω μπρος μου ένα μάλλον μικρό δωμάτιο με τα ανοιχτά παράθυρα φάτσα να δίνουν στο σκοτάδι και δυό αντικρυστές ξύλινες καρέκλες μπροστά τους στη στενή ορθογώνια εσοχή που σχηματίζει το σαχνισί. φέγγει ήπια το φως της λάμπας που κρέμεται γυμνή με ένα καλώδιο από το ταβάνι. το φως του ονείρου μου είναι σταθερό θερμοκίτρινο και η λάμπα δεν κινείται από το ελαφρύ πνεύμα του αέρα ανάμεσα παράθυρα και σκάλα, αντίθετα οι μπεζ λουλουδάτες κουρτινίτσες εκατέρωθεν των παραθύρων τρεμουλιάζουν, τραβήξτε μας, λένε, για να σπάσουμε εμείς επιτήδεια με την τέχνη μας την έντονη αντίφαση ανάμεσα στο σκοτάδι του δρόμου και το φως της λάμπας. δεν τις τραβώ, δεν φοβάμαι να στοχοποιηθώ από το δρόμο, μπορεί και να το θέλω. μαστόρισσα λάμπα, δε ρίχνεις σκληρές σκιές, αλλά το σιγανό σου φως πέφτει παντού μα και υφέρπει κάτω από τα λιγοστά έπιπλα του δωματίου.

αυτό το δωμάτιο ξενοδοχείου χαρακτηρίζεται από το ζεστό φως, τις λέξεις επιθυμώ και θέλω, τους δυο ανθρώπους αντικριστούς στις καρέκλες, μία εγώ στην αριστερή καρέκλα, ο συνομιλητής μου μοιάζει μάλλον με πρόσωπο του Ντερέν, κι ας έχω τόσα πρόσωπα στην κεφαλή να τον προσομοιάσω, το μεταλλικό κρεβάτι πίσω δεξιά δε μου λέει τίποτα, είναι καλοκαίρι αναμφισβήτητα, δροσερό βράδυ και ακίνητη ζωή έξω, έκρηξη χρωμάτων γύρω μου. θα τα αποκολλήσω από το όνειρο και θα βάψω τη ζωή μου με αποχρώσεις του θερμοκίτρινου χωρίς ποτέ μου να τραβήξω τις κουρτίνες…

τετάρτη 29 δεκεμβρίου 2016, 5 το πρωί