Λουέλα ντε Βιλ. η νύχτα ή μια μαλθακή ισοτιμία

αυτοί που γράφουν είναι παραμυθάδες και ολα τα ανακατώνουν, αλήθειες και ονειροφαντασιές. όταν το κάνουν όπως λάχει, έχουν πιο πολλή πλάκα. η Κρουέλα ντε Βιλ που έκλεψε τα 101 σκυλιά της Δαλματίας μου δάνεισε το όνομά της την εποχή που είχε διαγωγή κοσμιοτάτη, η παιδική μνήμη είναι αδυσώπητη και ο Μπορίς είναι υπαρκτός ελληναράς.

στον Mπορίς

εικοσιπέντε χρόνια πέρασαν από που ο αξιέραστος Tόμας συνάντησε στο δρόμο του την τυφλή Λουέλα. τυφλή τρόπος του λέγειν, θεόστραβη ήταν η Λουέλα και τίποτε δεν προμήνυε το δρόμο που θα έπαιρνε η υπόθεση όταν αυτή θα γνωρίζονταν με τον Tόμας στο δρόμο.

σπιτάκια, σπιταρόνες και παράσπιτα, όλα ίδια ήτανε στη γειτονιά, ομοιόχρωμα και ομοιόσχημα, μόνο το μέγεθος διέφερε, και ακριβώς ίδια στη φαντασία της Λουέλα αφού… δεν τα είχε δει. όχι πως δεν έβλεπε από πάντα, μα οι αναμνήσεις σβήνουν έτσι κι αλλιώς με το χρόνο άμα δεν είναι δυνατές. τα σκυλιά των σπιτιών μπορούσε να τα φανταστεί καλύτερα η Λουέλα, γιατί, ως κινούμενα αυτά ή κινούμενη αυτή, άλλοτε της γάβγιζαν από κοντά και άλλοτε από μακριά, καμιά φορά μάλιστα την έπαιρνε ο χλιαρός αέρας της γρήγορης κίνησής τους.

χρόνια μακρυά η τελευταία ανάμνηση -φαρμάκι…- στριμωχνόταν στο μπαρ της γωνίας. ήταν καφενείο την ημέρα και είχε ένα μικρό σχετικά δωμάτιο με στενή πόρτα, κλειστή για τους ημερήσιους θαμώνες. το μόνο που την ξεχώριζε από εκείνην του χρήσιμου δωματίου ήταν η έλλειψη της πινακίδας wc, την οποία έφερε η αντίστοιχη μορφολογικά πόρτα στον άλλο τοίχο. τη νύχτα μετά τις έντεκα η πόρτα άνοιγε στον άλλο κόσμο για τον άλλο κόσμο. εκεί η Λουέλα, πιτσιρίκα τότε, που είχε καταφτάσει νωρίτερα για να τακτοποιήσει, καθισμένη σε ψηλό σκαμπό, άναβε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο παρέα με την άλλη Λουέλα του μαγαζιού και περίμενε τη νυχτερινή πελατεία. ένα τέτοιο βράδυ, ίδιο δηλαδή με όλα τ’ άλλα, που χάλασε καθώς ο καβγατζής Φρέντυ αποφάσισε να δώσει τέλος στην υπόθεσή του βγάζοντας ύπουλα από την τσέπη του ένα μπουκάλι, ένα τέτοιο βράδυ λοιπόν η Λουέλα στραβώθηκε. εκεί, μέσα στους καπνούς και τη …σιγανή, ο θεός να την κάνει, μουσική, πάρτην κάτω, να γονατίζει στο πάτωμα και να χουφτώνει με τα δυό της χέρια το πρόσωπό της κουνώντας το κεφάλι πέρα δώθε και μουγκρίζοντας. όχιιιι!!!! τόσο εύκολα στραβώθηκε ολότελα. οι όροι έχουν αντιστραφεί τα τελευταία χρόνια. αυτό το ξέρουμε όλοι. τις δουλειές των γυναικών τις κάνουν οι άντρες και ανάποδα. πώς στραβώνεται λοιπόν κανείς (η Λουέλα εν προκειμένω) ολότελα όταν ο καβγατζής και οπωσδήποτε ζηλιάρης Φρέντυ αδράξει ένα μπουκάλι; (ξέχασα να πω ότι το μπουκάλι ήταν σκοτεινόχρωμο, κάτι σαν καφέ νομίζω).

παρένθεση μεγάλη: κάποτε μια φίλη της μαμάς είχε κάνει στον άπιστο εραστή της ό,τι και ο Φρέντυ στη Λουέλα. μετά βρέθηκε στη φυλακή. πολλά χρόνια. κανείς δεν μου είπε τί απέγινε ο εραστής και πόσο τυφλός είχε στο μεταξύ απομείνει. όταν είχαμε πάει να την επισκεφτούμε στο σπίτι της στην Καλαμαριά, τότε που είχε αποφυλακισθεί υπό όρους, και μας ξεπροβόδισε στην εξώπορτα, κοίταζε τριγύρω της ανήσυχα. η μαμά είπε ότι φοβόταν γιατί της είχαν στερήσει τα πολιτικά της δικαιώματα. εμένα, που αυτό δεν το πολυκαταλάβαινα, μου φάνηκε πως φοβόταν μην της την ανάψει κανείς ξαφνικά εκεί που δεν το περίμενε.

παρένθεση μικρή: τώρα πια το βιτριόλι δεν είναι της μόδας. το αγοράζεις εύκολα στο σούπερ μάρκετ, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να πιτσιλιστείς κατά το απονενοημένο σου διάβημα ή και να ξεβάψεις κατά λάθος κανά ρούχο. μετά δεν είναι και σίγουρο ότι η βλάβη θα είναι ανήκεστος. υπάρχουν άλλωστε τόσες σύγχρονες μέθοδοι, που αρκετές άλλες μέθοδοι κατέληξαν πλέον απηρχαιωμένες.

εκείνο το βράδυ έληξεη καριέρα της Λουέλας στο μπαρ και τα μπαρ εν γένει και έμεινε για πάντα στη νύχτα. φυσικό ήταν έτσι όπως έγιναν όλα. με τα χρόνια που πέρασαν, όλα τους νυχτερινά και κατασκότεινα, η Λουέλα έμεινε μόνη. τόσο μόνη που δεν άντεχε άλλο την άθλια συνέχεια.

ο Τύπος της εποχής συμπληρώνει τα κενά (δεν παραπέμπω, δεν κράτησα):

«Η ιστορία βασίζεται στα δημοσιεύματα της εποχής και στη ακροαματική διαδικασία στο δικαστήριο. Το βράδυ της 15ης Ιανουαρίου του 1957, η γειτονιά στην οδό Σκουζέ του Πειραιά σηκώθηκε στο πόδι από τα ουρλιαχτά ενός άνδρα. Η σύντροφος του, Δ.Λ. τον είχε τυφλώσει ρίχνοντας του βιτριόλι στο πρόσωπο αλλά και μέσα στο στόμα, την ώρα που κοιμόταν. Έγινε γνωστή ως η «Βιτριολίστρια της Τρούμπας». Το ζευγάρι είχε γνωριστεί 4 χρόνια πριν, στο Καμπαρέ «Αρτζεντίνα». Ο Γ.Τ. εργαζόταν εκεί ως σερβιτόρος, ενώ η 33χρονη γυναίκα ήταν ιερόδουλη. Ο έρωτας τους ήταν κεραυνοβόλος. Μετά από 2 μήνες σχέσης, ο Γ.Τ. ζήτησε από τη σύντροφό του «να εγκαταλείψει την αμαρτωλή ζωή που ακολουθούσε» και να ζήσουν μαζί.

Νοίκιασαν ένα δωμάτιο στον Πειραιά και για 1 χρόνο ζούσαν ευτυχισμένοι. Ωστόσο τα πράγματα άλλαξαν. Η 33χρονη επέστρεψε στον παλιό τρόπο ζωής. Άρχισε πάλι να πίνει, να ξενυχτάει και να κάνει ερωτικές σχέσεις ακόμα και με τους φίλους του εραστή της. Το ζευγάρι τσακωνόταν καθημερινά. Ο σύζυγος ήθελε να χωρίσουν αλλά η γυναίκα του ούτε άλλαζε ούτε τον άφηνε να φύγει. Για να αποφεύγει τις εντάσεις, την έπαιρνε μαζί του στο κέντρο διασκέδασης «Λίμπερτι Μπαρ», στο οποίο ήταν συνιδιοκτήτης. Όταν ένα βράδυ μέθυσε και αναστάτωσε τους πελάτες, την έδιωξε. Όσο κι αν τον παρακάλεσε να της δώσει ακόμη μια ευκαιρία, εκείνος ήταν ανένδοτος. Ο έρωτας και η συμβίωση ήταν πλέον παρελθόν.

Η 33χρονη βρήκε δουλειά ως «αρτίστα» στο καμπαρέ της Τρούμπας «Πουέρτο Ρίκο». Λέγεται, ότι σε καθημερινή βάση, τριγυρνούσε σε γνώριμα μαγαζιά της Τρούμπας και απειλούσε πως θα του κάνει κακό: «Θα τον κανονίσω εγώ τον κ…. Δεν θα του βγάλω μόνο τα μάτια, αλλά θα τον κάνω να μην μιλάει».

Ο Γ.Τ. συναντήθηκε με  ένα φίλο του στο καμπαρέ «Κόπα Καμπάνα» για επαγγελματικούς λόγους. Μετά τη λήξη της συνομιλίας τους, οι δύο άνδρες αποφάσισαν να πάνε σε ένα νυχτερινό κέντρο για να διασκεδάσουν. Όταν έβγαιναν από το μαγαζί, ο Γ.Τ αντιλήφθηκε ότι η πρώην σύντροφός του τον περίμενε στη γωνία. Με το φόβο μήπως του κάνει σκηνή στη μέση του δρόμου, την πήρε μαζί του. Επιστρέφοντας από το κέντρο, την πήγε μέχρι το δωμάτιο της, την αποχαιρέτησε και ετοιμάστηκε να φύγει.

-Γιατί φεύγεις; ρώτησε η 33χρονη.

-Μα αφού δεν μας συνδέει τίποτα πια. Τι θέλω εγώ στο δωμάτιο σου; Θα πάω να κοιμηθώ στο νοσοκομείο.

-Όχι, έλα που είσαι ζαλισμένος και σου υπόσχομαι ότι θα μείνουμε σαν 2 καλοί φίλοι, του απάντησε.

Του έστρωσε να κοιμηθεί και μόλις τον πήρε ο ύπνος, του έριξε βιτριόλι στο πρόσωπο και εξαφανίστηκε.

«Όπως ήμουνα βυθισμένος, ένιωσα φοβερούς πόνους στα μάτια και σε ολόκληρο το πρόσωπό μου. Χωρίς να ξέρω τι μου συμβαίνει, άρχισα να καλώ σε βοήθεια. Φώναζα και τη Δ., ενώ την αναζητούσα στο κρεβάτι με τα χέρια μου, χωρίς όμως να τη βρίσκω. Από τις φωνές μου, έτρεξαν μερικοί συγκάτοικοι, με έντυσαν και με μετέφεραν στο Τζάνειο Νοσοκομείο. Τα παρακάτω, τα βλέπετε τώρα στο πρόσωπό μου», έλεγε μεταξύ άλλων στην κατάθεση του το θύμα.

Η δράστης συνελήφθη και παραπέμφθηκε σε δίκη. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, δεν υπήρχε ούτε ένας μάρτυρας υπεράσπισης για τη λεγόμενη «βιτριολίστρια της Τρούμπας». Όλοι τη χαρακτήριζαν με τα χειρότερα λόγια και την αποκαλούσαν «μπελαλού», «κακούργα», «αμαρτωλή»  και «δολοφόνισσα».

Όταν ανέβηκε στο βήμα για να καταθέσει, έβριζε ασταμάτητα. Δεν έδειχνε να μετανοιώνει και παρουσίασε διαφορετική εκδοχή της ιστορίας. Όπως δήλωσε ο πρώην εραστής της την απατούσε και την κακομεταχειριζόταν. «Στην αρχή ζούσαμε καλά. Ο Γ.Τ. όμως άρχισε να με βαριέται. Κάθε τόσο με χτυπούσε. Μου είχε σπάσει 2 δόντια. Τελευταία ερχότανε και μου ζητούσε χρήματα. Είχε μπλέξει με άλλη. Όταν με πίεσε να πουλήσω τη φωτογραφική μηχανή μου, για να του δώσω χρήματα, έγινε ό,τι έγινε. Πήρα το βιτριόλι και όταν μπήκα στο δωμάτιο του λέω «να πάρε τη μηχανή» και του πέταξα στο πρόσωπο το βιτριόλι που είχα για να καθαρίζω την τουαλέτα. Μετά έφυγα, πήγα έναν περίπατο για να συνέλθω». Η Δ.Λ. κρίθηκε ένοχη χωρίς ελαφρυντικά και καταδικάστηκε σε φυλάκιση 5 ετών»

όταν θα σε κοιτάζω, δεν θα κρατώ καρφιά

ένα ανθρωπάκι δάνεισε για λίγο τη ζωή του στο όνειρο. θα την ήθελε να μείνει για πάντα δανεική κι αγύριστη, τώρα που μεγάλωνε, και μάλιστα άσχημα και άσχημος, και είχε πιο πολύ ανάγκη το παραμύθι. το μετονόμασε σε τυχερό του, γιατί ήταν από κείνους που πιστεύουν στην πρόκληση αποτελέσματος άμα το θες πολύ και το λες.

το τυχερό του ήταν μια γυναίκα του άλλου κόσμου, εκείνου που αυτός κοίταζε από μακριά με ζήλεια, αλλά έλεγε ότι δεν πίστευε σε αποστάσεις κανενός είδους. το έλεγε και το ξανάλεγε τα καλοκαίρια, όταν τύχαινε κανας συνομιλητής στο καφενείο εκεί κοντά στο γιαλό με το ρυθμικό κύμα, εκεί όπου η άρρυθμη καρδιά του ζητούσε να γαληνέψει κρυμένη κάτω από φθαρμένα ρούχα και γλιστερό άτριχο δέρμα. δεν ήταν δα και κανας αγαπητός, μάλλον ο χαρακτηρισμός «ο γραφικός του χωριού» του κάθονταν καλύτερα.

μονολογούσε στο δρόμο, μονολογούσε όταν γύριζε σπίτι, κάθε που άπλωνε το χέρι στο φαΐ μονολογούσε, μόνο όταν τραβούσε την άκρη της φυλακισμένης κάτω απ’ τη μασχάλη φρατζόλας για να αποχωριστεί το χοντροκόμματο σιωπούσε και συγκεντρωνόταν στην αύξηση της δύναμης που από τα κρύα μπράτσα μετακόμιζε στις άκρες των χοντρών δαχτύλων. μονολογούσε μπροστά και στον σπασμένο καθρέφτη που είχε κρεμάσει στον τοίχο της αυλής για να ξυρίζει το μαυριδερό μούτρο του το πρωί, χειμώνα-καλοκαίρι. η βροχή του είχε γδάρει τ’ ασήμι μα αυτός δεν τον άλλαζε με τίποτα, τον αγαπούσε λέει που είχε απομείνει από την προίκα της μάνας, δώδεκα χρόνια τώρα πεθαμένης. στο σπίτι μέσα μονολογούσε πάντα, μάλλον ερωταποκρίσεις ήτανε, κι απέναντι καθόταν η μάνα, ο γιατρός, ο μπακάλης, ο βουλευτής, η τεμπέλα γυναίκα, το ζωηρό αγοράκι που το κυνηγούσαν οι γείτονες για τις πετριές στα τζάμια. απηύθυνε το λόγο και στις ξεβαμμένες φωτογραφίες πάνω στο τζάκι, αυτός μόνον ήξερε τον εικονιζόμενο, κι όταν άναβε το καντήλι μονολογούσε, κι όταν θυμιάτιζε, αν και ισχυριζόταν πως δεν πιστεύει σε κανέναν και σε τίποτα.

εκείνο το πανάρχαιο ισόγειο πατρικό με τα χοντρά ντουβάρια, την απαιτητική υγρασία που ήθελε να κάθεται παντού και μετά να απορροφιέται ίσαμε το πιο πυκνογαζωμένο νήμα της ύστατης άκρης του σιλτέ, το γεμισμένο με άχυρα μαξιλάρι, το κατσιασμένο στρώμα με τον πατικωμένο βρωμερό κόθρο ολόγυρα, το κάποτε σπιτικό με τη μπρούτζινη καργιόλα, μαύρη πια -ποιος να τη γυαλίσει και γιατί-, τη ντουλάπα και τα σεντούκια που βρωμοκοπούσαν μούχλα. κάθε τι ήταν βρεμμένο χωρίς ούτε τα θερμά καλοκαίρια να στεγνώνει, ανήλιαγα κρυμμένο πίσω από κλειδωμένες πόρτες και καρφωμένα παράθυρα.

ήταν άσχημος ο Σάκης ο Εφραίμογλου, κι αυτός υγρός και κατσιασμένος ήταν, κατσίβελος το παρατσούκλι του για τη μαυρίλα, λίγο η καταγωγή και πιο πολύ ο ήλιος. όλη μέρα ψηνότανε από κάτω του, θερμός μόνιμος φίλος του και παρηγορητής, ελπίδα στον άχαρο κόσμο του. πότε ξύλα το φθινόπωρο, πότε τους καλούς καιρούς στην ακροθαλασσιά ύπνος στη βάρκα του Γιώργου, του γιού του χασίκλα. και το χειμώνα, κάθε που δεν κατέβαινε ύλη απ’ το σύννεφο, τον ζητούσε τον ήλιο του απλωμένος σε δυό άσπρες πλαστικές καρέκλες στη μέση της αυλής. σκληρός στο κρύο, αδιάφορος στην παγωνιά, χείλη σφιγμένα, που τον μονόλογο του για συνομιλία με τους καιρούς τον θαρρούσε, πίσω απ’ τα σκληρά μάγουλα ένα μου-μου-μου, που κρατούσε μόνιμα το ίσο. νους σφιγμένος κι αξεπέραστος, συμπαγής και αδιάβατος, γιατί η κάθε απόπειρα διάσχισής του του είναι πόνος του κατσίβελου, επειδή τότε είναι που στέκεται ολομόναχος, χωρίς φανταστικούς αντίλογους να καθηλώνονται μ’ ορθάνοιχτα μάτια απέναντι από τη μουρμούρα του κι αυτός να τους σηκώνει και να τους καθίζει στο μιντέρι, στο σκαμνί, στο χορτάρι, στην άμμο, στον τάφο.

η μοναξιά του χωριού είναι άγρια ή το μέσα του αγρίεψε κι έτσι τη βλέπει. συνόδεψε τη μάνα στα υστερνά, αυτήνα που τον ήθελε για τον εαυτό της σαν συνέχεια του άχρηστου σύζυγου που όλο στην πόλη ήτανε γιατί είχε δουλειές. ποτέ της δεν κατάλαβε τί δουλειές είχε μέχρι που αυτός δεν ξαναγύρισε και τότε κατάλαβε μια και καλή. ο κατσίβελος κράτησε τα σκουλαρίκια που είχε απ’ το μπαμπά της και το χρυσό δαχτυλίδι του γάμου με την ξεπλυμένη γαλάζια πέτρα, που του τα φύλαγε να τα χαρίσει στη γυναίκα που θα πάρει, «όταν πεθάνω μή μείνεις μόνος σου, ακούς;»

όταν η γυναίκα του άλλου κόσμου κατέβηκε από τη μπροστινή πόρτα του λεωφορείου, είχε τα μάτια αφηρημένα να κοιτάνε το σύννεφο του νου της μέσα από τα μαυρισμένα κάδρα τους, τα χείλη να σκύβουν τις άκρες τους στο στρογγυλό πηγούνι, τα κοντά μαλλιά σπρωγμένα πίσω με τα δάχτυλα. στα μαύρα ζωσμένη, μια σκούρη εικόνα πατόκορφα, επίπεδη χωρίς λοιπές αποχρώσεις για να της δίνουν τρίτη διάσταση. δεν είχε ιδέα γιατί σταμάτησε εκεί ειδικά. πολύ αργότερα θα θυμηθεί τα πυκνά παραταγμένα πράσινα δέντρα που έδειχναν σε ευθεία γραμμή το δρόμο τον επόμενο και τον διανυθέντα, εκείνο το απόγευμα της 23ης Σεπτεμβρίου, καθώς ταξίδευε σχεδόν ασυνείδητα μαζί με τα σύννεφα προς τα δυτικά για να φτάσει κάποτε στο λιμάνι. και μετά; ιδέα δεν είχε για μετά. ούτε θάρρος είχε πια, ούτε να ονειρευτεί μπορούσε, ούτε επέτρεπε στον εαυτό της να ξεπροβάλει έστω και ένα μόνο δάχτυλο πιο μπροστά από το περίγραμμά της, το σφηνωμένο σε κείνο το όρθιο παραλληλεπίπεδο θαμπού αέρα, που μετακινούνταν μαζί της. να κοκκινίζει είχε ξεχάσει πώς είναι, το ευχαριστώ, τυπική λέξη, μετά βίας ακουγόταν όταν σπάνια της χρειαζόταν, το θέλω είχε υποχωρήσει, κι αυτό μετά βίας το άκουγε από τα βάθη του κορμιού της, τότε που οι νύχτες κάλυπταν ανυποχώρητες τις κοινές ανθρώπινες ημέρες με όποιο φως κι αν αυτές είχαν, αυτό το φως που ήταν μόνον για τους άλλους. στο λιμάνι θα σταματούσε, ως εκεί χωρούσε τώρα ο νους.

φεγγάρια δεν είχαν οι μακρόσυρτες νύχτες της Λευκής μετά την ανεξήγητη εξαφάνιση εκείνου, και για πρώτη φορά είχαν άρκτους και πούλιες και αυγερινούς και γαλαξίες μερικούς μήνες αργότερα, τότε που κι αυτή αραδιαζόταν το Νοέμβρη νυχτιάτικα, γερμένη στις δυό αντικρυστές πλαστικές καρέκλες στην αυλή, και τα λέγανε με τον τρόπο τους κοιτώντας το στερέωμα. αυτός, γενναίος στο κρύο που τύλιγε τους ώμους, μιλούσε χωρίς διακοπή για την αδικία του κόσμου και τους τρόπους που είχε εφεύρει για να την κατατροπώνει. εκείνη κάτω από την κουβέρτα με τον απόηχο της μούχλας δεν έλεγε κιχ και έψαχνε κανα άστρο να πέφτει για να κάνει μιαν ευχή, ευχή να διαβεί τελικά την αδριατική. είχε γεμίσει με ψυχρό νερό το παραλληλεπίπεδό της, το είχε φαρδύνει αρκετά για να μην είναι στριμωγμένη, τα χεροπόδαρα σαν στατική μπαλαρίνα τα κουνούσε πάνω κάτω. αφού και η σιωπή παρέα είναι ο Σάκης ήταν ευχαριστημένος. τα αισθήματά του θα τα διαβάθμιζε καλύτερα αν ήξερε γράμματα και θα τα ονομάτιζε μπορεί, όμως αυτά είναι παραπανίσιες ανθρώπινες αγωνίες που οι μόνοι άνθρωποι ανάμεσα γη και ουρανό δεν τις έχουν.

το μεγάλο καθρέφτη στο δεξί φύλλο της ντουλάπας συγκρατημένα είχε καθαρίσει η Λευκή και τότε είχε αντικρύσει την ισοπεδωμένη μαυρίλα της, τα λειψά κιλά της, το άδειο δέρμα που την κάλυπτε, τις βαθιές ρυτίδες που είχαν εγκατασταθεί στην όψη της, πενήντα οχτώ χρονών χωρίς τοπίο μπροστά της υπάκουο να διανυθεί. θα περάσει καιρός μέχρι να διηγηθεί στον Εφραίμογλου τον τυραννικό της χρόνο που τη βύθισε ως τη μέση στη σκληρή γη πιέζοντας απλά τους ώμους της με τα δυο του μόλις δάχτυλα.

ο κατσίβελος μέρα με τη μέρα τροποποίησε τις συνήθειές του για χάρη της. τα κεριά τα έσβηνε με το καμπανάκι, το τζάκι οπωσδήποτε τη νύχτα, τα παράθυρα ξεκάρφωσε, τις δυο πόρτες άνοιξε. οι ντουλάπες αερίστηκαν, τα λεκιασμένα από την υγρασία ρούχα πετάχτηκαν, τα κεντήματα στολίστηκαν, μοντέρνο σίδερο αγοράστηκε, τις μπριζόλες που έψηνε δυο-δυό στο τζάκι τις έτρωγε πια μαζί της με μαχαιροπήρουνο, με το δεξί εννοείται και προσεκτικά μή τον πει χωριάτη, το νερό για τα πιάτα ζεσταινόταν στο πετρογκάζ, αυτός τα έπλενε, αυτή ποτέ, της απαγόρευε να χαλάει τα χέρια της από το μπούζι νερό, το απορρυπαντικό έγινε από σόι, ήρθε ο κόσμος τα πάνω κάτω και γραμμές από φως μονομοχούσαν επιτέλους στα κενά και τις επιφάνειες.

ήθελε να ακούει τη φωνή της να τον διατάζει: «σήκω, φέρε, δώσε, πάνε, έλα, άσε με». ναι, και το «άσε με» καλοδεχούμενο, «ό,τι πεις εσύ θα γίνει, να σου πιάσω το άστρο που πέφτει; χάιδεψε λίγο το κεφάλι μου και το άτριχο σώμα μου, χαμογέλασέ μου με μια καληνύχτα κι ύστερα γύρισέ μου την πλάτη και κοιμήσου, μάτι να μην κλείσω να σε κοιτάζω που τανύζεσαι και να στήνω αυτί να βεβαιώνομαι πως σωστά ανασαίνεις» ονειρευόταν..

ο κακομοίρης, που ποτέ δεν έβαλε την πάρτη του στη μπάντα… ήταν ένας ιδιόρρυθμος αγωνιστής με ανύπαρκτα κέρδη, που όμως με πάθος τα ιχνηλατούσε και τα μύριζε, σωστό σκυλί. δεν είχε προνόμια για να τον πάρουν από τη γωνιά, μα δεν το παραδεχόταν και πάλευε ν’ αλλάξει τις εικόνες που τον έλιωναν, χωρίς να ξέρει όμως τους αποδοτικούς τρόπους.

μιά από τις εχθρικές εικόνες του ήταν το καταπατημένο μνήμα της μάνας στο κοιμητήριο του χωριού. κανένα αντικείμενο και καμιά μνήμη δεν το επισήμαινε και όσοι κλωθογύριζαν ανάμεσα στους τάφους για καντήλια, καθαριότητες και τελετές, το πατούσαν σαν μέρος της διαδρομής τους από και προς την εκκλησία. τον είχαν ρωτήσει γιατί δεν κάνει τίποτε να το σημάνει και να το φυλάξει κι εκείνος τους είχε απαντήσει ότι αφού ζωή δεν υπάρχει πια, δεν υπάρχει και θάνατος, στιγμή το ένα, στιγμή και τ’ άλλο πάνω στη γη, και καμιά σημασία δεν έχει η ύλη από τα σκουριασμένα κόκαλα. ο ίδιος όμως δεν το πάτησε ποτέ.

τις νύχτες πάντα τις ξημέρωνε, έσβηνε το τζάκι νωρίς για να οικονομάει τα ξύλα, έμενε δίπλα του χωρίς παρέα μονολογώντας και χωρίς παρέα μετακινούνταν στο υγρό στρώμα. τέσσερις ώρες ύπνου αρκετές, η επόμενη μέρα είχε τις ακολουθίες της: τζάκι, ζέσταμα νερού, να γεμίσει ανεβασμένος στο σκαμνάκι το πράσινο μουσλούκι που κρέμονταν από την οροφή στο μισοχτισμένο δωμάτιο από κείνη την επέκταση που ετοίμαζε για όταν θα παντρευόταν και ποτέ δεν την τέλειωνε. έχτιζε και γκρέμιζε με κείνη τη μικρή σύνταξη και τα χρήματα από τις ευκαιριακές δουλειές, κάτι χαμαλίκια γενικώς, πρόθυμος για ό,τι οι άλλοι ήταν απρόθυμοι. ύστερα, βιαστικό όρθιο μπάνιο με τα σαπουνόνερα να κυλάνε στα κρύα μπετά και να σέρνονται ως τη σκάλα, που οδηγούσε από τη χορταριασμένη μόνιμα αυλή στο σπίτι, και το χειμώνα να μεταλλάσσονται στιγμιαία σε φλούδα πάγου, που περίμενε τον ήλιο για να ξηλωθεί. κατόπιν ξύρισμα έξω, στον σπασμένο καθρέφτη, χτένισμα με το ξεδοντιασμένο χτενάκι στο χρώμα της ταρταρούγας, το ένα χέρι χτένιζε και το δεύτερο ακολουθούσε σερνάμενο να στρώσει τα ίσια μαύρα μαλλιά. ήταν πενήντα δύο κιόλας μα τα μαλλιά του δεν είχαν ασπρίσει. καφές βαρύς γλυκός στο πετρογκάζ για πρωινό, ρούχα απαρχαιωμένα αρκεί να ντύνουν, μια ματιά με το μηχανάκι στο χωράφι, δεύτερος καφές στο καφενείο της παραλίας. μιλούσε κι έλεγε χωρίς να τον ρωτήσουν, οι θαμώνες βαριόνταν και δεν απαντούσαν, έτσι έφευγε για δίπλα στη θάλασσα. κανά σουβλάκι το μεσημέρι από την ψησταριά του Γρηγόρη, αφού απόσωνε τα θελήματα για να τη βγάλει τζάμπα και κατά τις πέντε άρχιζε τη νύχτα του καθισμένος στο κιγκλίδωμα του δημόσιου δρόμου δίπλα στη στάση των διερχόμενων λεωφορείων, έτσι για να τα βλέπει να περνούν. σήκωνε πάντα το χέρι να χαιρετήσει τον οδηγό και κείνοι τον γνώριζαν και πατούσαν μια φορά την κόρνα. ήταν πολύ σπάνιο να σταματήσει λεωφορείο στη στάση για να κατέβει κανείς, επισκέπτης στο χωριό θα έπρεπε να είναι, οι χωριανοί είχαν τα δικά τους αγροτικά για να πηγαινοέρχονται.

πολλοί είναι τυραννισμένοι ή νομίζουν ότι είναι, μα τυραννίδες και φάρσες και φιάσκα ποτέ ισοδύναμα και ποτέ ισόποσα δεν είναι. όλοι ξαποβγάζουν την ατομική τους άνιση συντριβή, ο καθένας με τον τρόπο του. ή αναχωρούν ή οπισθοδρομούν ή πλέουν ή σέρνονται ή χάνονται ή αναλύονται στα μέρη που τους αποτελούν. και τα μέρη καταπιάνονται στον ίδιο αγώνα μέχρι την παραδοχή της αποτυχίας. ποιος δέχεται ότι το λάθος του τον έσπρωξε στην άκρη; για να το δεχτεί, πρέπει πρώτα να λιανιστεί.

έτσι και με τη γυναίκα του άλλου κόσμου. ολόκληρη η Λευκή απαρτίζεται από μερικές εικόνες, που φούσκωναν στη μνήμη της και πρόβαλαν δυναμικά μόνον τις στιγμές που τις άντεχε. ήταν εκείνες οι ώρες που έπεφταν τα σούρουπα, που σταματούσαν τα πουλιά να έρχονται στο μπαλκόνι της για να πιουν νερό πριν κοιμηθούν. έγερνε πίσω στην πολυθρόνα, έκλεινε τα βλέφαρα τόσο ίσαμε το τελευταίο φως να τα διαπερνά ακόμη, έσπρωχνε πίσω αργά το κεφάλι τραβώντας τα μαλλιά με τις δυό παλάμες απ’ το μέτωπο. αναπηδούσαν τότε η κόκκινη πετσέτα, το ζευγάρι οι παντόφλες, το τασάκι γεμάτο στριφτά αποτσίγαρα, τα δυο πορσελάνινα φλιτζανάκια του καφέ, τα αναμμένα φανάρια του στέισον βάγκον νωρίς το απόγευμα, εκλεπτυσμένα και πρόστυχα πλεγμένα λόγια, στεναγμοί θορυβώδεις, ένα μαξιλάρι στο πάτωμα, μια ημερομηνία.. τότε άρχιζε να ανασηκώνεται σιγά-σιγά εκείνη η απώλεια η βαθιά σφηνωμένη. άρχιζε να αναδύεται φορώντας στην αρχή τρυφερό απατηλό περίβλημα. άκουγε το νερό να τρέχει στο μπάνιο, μύριζε το φαγητό απ’ την κουζίνα, αφουγκραζόταν τη τζαζ από το στερεοφωνικό, κοιτούσε τη χαριτωμένη μορφή της να πηγαινοέρχεται για να στρώσει το τραπέζι, να σερβίρει το χαμόγελο και το νάζι, να του κρατά τα χέρια πίσω από την πλάτη της και να ανεβαίνει πρώτη αυτή τη σκάλα για την κάμαρα τραβώντας τον μαζί της στα δροσερά σεντόνια. εκείνος είχε έρθει για μια νύχτα και μια μέρα και μετά χάθηκε ανεξήγητα. η ιδέα της απώλειας την έλιωσε, ο θολός φόβος μαύρισε γρήγορα σαν το σύννεφο της μπόρας και χύθηκε πάνω της βαρύς. πέρασαν μέρες πολλές κι αυτήν, που δεν γνώριζε τί είχε συμβεί, την έλιωσε η αναμονή μιας έστω ασήμαντης αντίδρασης. τα κακά νέα μαθεύονται γρήγορα μα τίποτε δεν ακούστηκε. έβαλε λυτούς και δεμένους να την πληροφορήσουν κι αυτοί της έμαθαν διακριτικά και διασκεδάζοντας ηδονικά με τις προσδοκίες της, ότι όλα τα είχε φτιάξει στο κεφάλι της, γιατί έτσι ήθελε να της συμβούν. από τότε το χέρι της άφηνε μόνη τη ζεστή παλάμη του πολλές φορές κάθε μέρα μα τα χρώματα, οι γεύσεις και το φως παραμέρισαν αυτουργοί του βασάνου της. το όνειρο ξεπλύθηκε τόσο γρήγορα;

της έλειπε μια βασική πληροφορία. αυτός που έπρεπε να της είχε μιλήσει, ντράπηκε. αλήθειες πολύ λίγες είχε πει για τον εαυτό του και γρήγορα ξανακρύφτηκε στο στούντιο της ταράτσας. σπάνια θα ξεμυτίζει από δω και πέρα. τα συμπιεσμένα στο μυαλό του αδιάγνωστα μηνύματα για χρόνια παραμόνευαν, «ποιος φταίει; φταίει μήπως η μάνα που με γέννησε; μακάρι να μην είχα γεννηθεί ποτέ» και μετά: «τρέξε, ερωτέψου, βάλε φωτιά σ’ ό,τι σου καίει την ψυχή». κάτω και πάνω, πάνω και κάτω, ατέρμονη σπείρα που γυρίζει ζινίζοντας η ματαιότητα, τρυπούσε και τρυπάει το είναι του. παρατηρητής μιας άχρωμης κι ανούσιας πραγματικότητας, κίνητρα ελάχιστα, σχεδόν ανύπαρκτα, μέχρι να ξανάβρει την ελπίδα, αυτήν που θα νικήσει τον κυνισμό και την σκληρότητα που γέννησε μέσα του η κατάθλιψη, τη σπίθα που λαχταράει να του πυρπολήσει το κρυφό του σώμα.

είχε γνωρίσει τη Λευκή στο δρόμο, σε κείνο το ταξίδι της. την άκουσε να μιλάει τη γλώσσα του. σαν ίσκα λειτούργησε το άκουσμα της μητρικής του γλώσσας. καιρός να νιώσει τη ζωή, του έλειπε τόσο η πατρίδα.. πέρασαν μήνες, δυό χιλιάδες χιλιόμετρα ανάμεσά τους. τις ώρες της επικοινωνίας τους τις διάλεγε αυτός. εκείνη τον έκρυβε μέσα της με όλους τους τρόπους και τον λάτρευε κάθε μέρα κι άλλο. και κείνες τις μέρες που η μανία του κρατούσε ατιθάσευτη, πέταξε τετρακόσια χιλιόμετρα φτερό ως το φέρυ, ταξίδεψε μια μέρα, έφτασε στο λιμάνι κι ανηφόρισε τρελός από έρωτα και ανυπομονησία επτά ώρες δρόμο ως εκείνη, χωρίς διακοπή κι ανάσα. κι όταν έπρεπε να επιστρέψει, κοντοστάθηκε πριν βγει στο πεζοδρόμιο, να καταπιεί τα χάπια του που της είχε κρύψει. έπειτα βγήκε, χαιρέτησε στέλνοντας ένα φιλί με το χέρι και επέστρεψε στον έκτο όροφο της πληγής του.

τον επόμενο καιρό η ξαφνική απώλεια εγκαταστάθηκε σα μικρός θάνατος μέσα της. όλα της φαίνονταν άχρηστα, θεατρικό παιχνίδι, και κείνον τον απέσυρε μέρα με τη μέρα θλιβερό κι ανάξιο στο υποσυνείδητό της. τα άγρια ψέματά του, που συμπέρανε ότι της έλεγε σε καθεστώς γαλήνης, τον ξερίζωσαν από το θυμικό της, και τα αγριότερα ακόμα σε καθεστώς πάθους τον σκότωσαν μέσα της. η Λευκή δεν ήξερε ότι τα ψέματα στον εαυτό του ήταν περισσότερα, τον περίμεναν στην ουρά και τον αποτελείωσαν μεθοδικά. θύμα μπλεγμένο στο αναγκαίο του παραμύθι, αυτόν που σε μια γωνιά έζησε και σ’ όλο τον κόσμο είπε ότι ταξίδεψε, τον επόμενο καιρό η υπομανία τον εκμηδένισε και έπειτα χάθηκε, ωχρός ορθός νεκρός με σερνάμενα τα αγαπημένα ψεύτικα πόδια του.

η ψυχή της μούδιαζε σταδιακά. τίποτε δεν την ευχαριστούσε, τίποτε καλό δεν ένιωθε, μόνον θλίψη, θυμό και πόνο. οι γεύσεις, οι μυρωδιές και τα χρώματα έγιναν οι εχθροί της. τέσσερις μήνες μετά ξεκίνησε, κορμί αγριεμένο, για το λιμάνι, να δει από μακριά με το χέρι αντήλιο τον κόκκινο δίσκο να βυθίζεται στον υγρό ορίζοντα και να του ζητήσει χάρη να την πάρει μαζί του. δεν είχε σχέδιο. από την άλλη, η έλλειψη παραδοχής του ηλίθιου εαυτού της της γεννούσε αναγούλα, ο πονοκέφαλος γινόταν δυνατότερος από το θόρυβο στο λεωφορείο. ο άνυδρος εγκέφαλός της της επέβαλε στιγμιαία λάμψη αντίδρασης: θα νοίκιαζε δωμάτιο στο πρώτο χωριό πιο κάτω μήπως στο νέο τοπίο ξανασυναντηθεί με τον εαυτό της. απόρησε με την αναλαμπή, ήταν σα να κλώτσησε τον πάτο την ώρα του πνιγμού για να ανέβει, να προλάβει να φωνάξει βοήθεια μήπως και τη δει κανείς και την αδράξει από τα μαλλιά.

η σκοτεινή δροσερή διαδρομή κάτω από τα στοιχισμένα δέντρα την ενθάρρυνε και κατέβηκε. κοίταξε γύρω της, πράσινο πυκνό παντού, οι αποχρώσεις του συγχωνεύτηκαν σε ασαφή παραδοχή, τί σημασία είχε; στο βάθος δεξιά κοκκίνιζαν κεραμίδια, «προς τα κει θα πάω» μονολόγησε και ξεκίνησε με το δερμάτινο τσαντί στο δεξί. κοντοστάθηκε να βάλει τα γυαλιά του ήλιου για να κρυφτεί πίσω τους, να μπορεί να μισοκλείνει τα μάτια ελεύθερα, για να τα στραγγίζει χωρίς θεατές.

«καλησπέρα!» άκουσε πίσω της. σχεδόν τρόμαξε και γύρισε. ο περίεργος λιανός μαυριδερός τύπος ξεκαβάλησε το κιγκλίδωμα και την πλησίασε, «δεν είσαι από δω» είπε, «γεια-χαρά, είμαι ο Σάκης». «όχι, δεν είμαι από δω» είπε η Λευκή μονοκόμματα χωρίς να συστηθεί. «έχει ξενοδοχείο το χωριό να μείνω απόψε;». ο κατσίβελος την κοίταξε αργά απ’ την κορφή ως τα νύχια. «όοοχι» απάντησε επισεσυρμένα χαμογελώντας, «πολύ μικρό είναι το χωριό, νοικιάζουμε μόνο μερικά δωμάτια το καλοκαίρι».

έτσι εκείνη βρέθηκε στο σπίτι του, απέξω γραφικό της φάνηκε, είχε δυο κερασιές στον κήπο και μια μουσμουλιά. κίνηση δεν έβλεπε. της ομολόγησε επιτέλους ότι ίσαμε έναν καφέ μπορεί να προσφέρει και το σπίτι δεν νοικιάζει δωμάτια, θα πάρει σε λίγο τον κουμπάρο του που κάνει αυτή τη δουλειά. «μην ανησυχείς, καλοί άνθρωποι είμαστε, δεν θα σ’ αφήσουμε παραπονεμένη».

εκείνη ξαφνιάζεται από την αδιαφορία της, τίποτε δεν έχει χρώμα, καταθλίβεται και τώρα, το ίδιο την κάνουν όλα, πάει να κάτσει στο σκαλί, εκείνος της βάζει δίπλα μια πλαστική καρέκλα. αυτή μουρμουρίζει ξέπνοο ευχαριστώ, κάθεται, τεντώνει τα πόδια στα σκαλιά, κοιτάζει τα παπούτσια της, το ένα κορδόνι λύθηκε, το ίδιο της κάνει. όλα μοιάζουν μάταια, πρέπει να βγει από την κινούμενη άμμο, δεν ξέρει πώς. κι αυτό το ανθρωπάκι, μαριονετάκι που κλωθογυρνάει γύρω της, μάλλον θόρυβο κάνει, τραβάει ατσούμπαλες γραμμές και μουτζουρώνει τις θαμπές εικόνες της.

της εξηγεί πως ζει μόνος του από τότε που πέθανε η μάνα, πως έχει περιουσία, όχι μεγάλη, να μην τον βλέπει έτσι, πως αγαπάει τους ανθρώπους που γελάνε και στενοχωριέται που αυτή δεν γελάει. και έπειτα η Λευκή πείστηκε ότι δεν έχει τίποτε να χάσει αν έμενε εκεί τη νύχτα και η συνάντηση με τον κουμπάρο μετακινήθηκε για αύριο. όταν μπήκε στην κρεβατοκάμαρα που εκείνος της παραχώρησε, η μυρωδιά της μούχλας όρμησε στα ρουθούνια της κι’ άρχισε να ανηφορίζει ως τον εγκέφαλο για να μεταπλαστεί σε εικόνα τέλειας εγκατάλειψης, απόρριψης, μοναξιάς. ένιωσε λύπη, σκέφτηκε ότι κι αυτός εγκαταλείφθηκε, φτωχός είναι αυτός, ακόμη χειρότερα.

και έπειτα άφησε τον εαυτό της να πλεύσει στην επιφάνεια του χρόνου. δεν είχε να δώσει λόγο σε κανέναν. ούτε να συνεχίσει το δρόμο που είχε ξεκινήσει ήθελε, ούτε ν’αγαπήσει πια ποτέ κανέναν ούτε να κλάψει για κανέναν ανάξιο. διέκρινε δυό αγριεμένα ζώα που ζούσαν παράλληλα, στα κρύσταλλα και τη μπουαζερί εκείνη, στη μούχλα και το σκοτάδι τούτος. αυτή χωρίς συνειδητή ελπίδα και αυτός με μια τοσοδούλα ελπίδα κρυμμένη, που δεν την βγάζει στο φως μήπως ξεβάψει. δεν ένιωθε τίποτα γι’αυτόν, όμως δεν πειράζει, ας μην είναι του κόσμου της, καλύτερα απλός κι αλλιώτικος, καημένος χωριάτης, που του γυάλισε η γυναίκα και κάνει τεμενάδες. μα μιλάει καθαρά κι ευθύγραμμα καθώς ο χρόνος φεύγει, με λόγια καθόλου επιτηδευμένα, της ψωνίζει ρούχα για το κρύο, της χαρίζεται «θα κάνω ό,τι θες», τη φροντίζει φορτικά χωρίς να του το ζητάει, δεν της παίρνει μια δραχμή γιατί «οι αληθινοί άντρες δεν εκμεταλλεύονται τις γυναίκες», την αφήνει μόνη της να πλυθεί χωρίς να κρυφοκοιτάει, την αφήνει να του λέει ό,τι θέλει για κείνην χωρίς τίποτε να ρωτάει, πάει συχνά για μεροκάματο ό,τι και νάναι, καμαρώνει που τον μακαρίζουν για την τύχη του, την περιγράφει στους συχωριανούς με λόγια υπερβολικά αυτή την τύχη, χωρίς να λέει πως κοιμάται στην κουζίνα, αντίθετα κοιμούνται αγκαλιά, και δεν τους βλέπει, που μόλις γυρίσει την πλάτη του, μορφάζουν και τον μουτζώνουν αλλάζοντας ματιές και ξεσπάνε σε χάχανα μόλις κλείσει την πόρτα του καφενείου πίσω του. της φόρεσε τα σκουλαρίκια της μάνας του και το δαχτυλίδι της με τα λίγα καράτια, παραξενεύτηκε αυτή κοιτώντας στον καθρέφτη της ντουλάπας τα παλιομοδίτικα, «δεν τα θέλω» είπε και έκανε να τα βγάλει, «όχι» σχεδόν ούρλιαξε αυτός κι αυτή σκέφτηκε πως θα τον διαλύσει εύκολα με τρεις σταγόνες μπασταρδεμένο χρυσάφι και δεν το θέλει. τα χριστούγεννα της έφερε ελατάκι απ’ το βουνό και το φύτεψε στην αυλή, αγόρασε πολύχρωμα λαμπάκια και καλώδια και της το στόλισε, έψηνε με τις ώρες κρέατα στο τζάκι, λιβάνιζε κιόλας, της έδειξε τα άλμπουμ με τις ξεθωριασμένες οικογενειακές φωτογραφίες, για να της μάθει πως δεν ήταν από πάντα του έρημος.

ένα βράδυ που είχε χιονίσει έπιασε τον εαυτό της να χαμογελάει κι αυτός πανηγύρισε και έσφιξε τα μάγουλά της ανάμεσα στα δυό του χέρια από ενθουσιασμό. αυτή αποστράφηκε κι αυτός σκοτείνιασε και έσκυψε αμέσως να κουνήσει το κούτσουρο στο τζάκι. οι σπίθες που αναδύθηκαν πήραν μαζί τους τον δρόμο της ως εδώ μέχρι την έξοδο της καμινάδας, κι όσο να αποσβηστούν στον παγωμένο αέρα, αυτή το αποφάσισε.

σηκώθηκε στις πέντε. είχε κρυφτεί κάτω από το πάπλωμα μισοντυμένη. άπλωσε το πανωφόρι μπροστά στην ηλεκτρική θερμάστρα να το ζεστάνει και τις μπότες που της είχε αγοράσει για να πηγαίνουν βόλτα στο βουνό. έβγαλε τα σκουλαρίκια, το δαχτυλίδι και τρία πεντοχίλιαρα και τα άφησε πάνω στο σεντούκι. φόρεσε μπότες, πανωφόρι και κουκούλα, πήρε την τσάντα της, το μόνο δικό της πράμα μαζί με τα καλοκαιρινά ρούχα, και γλύστρισε στο σκοτάδι. τα χρωματιστά λαμπιόνια αναβόσβηναν στην αυλή, το χιόνι έτριζε κάτω από τα πόδια της. δεν έκλεισε την πόρτα της αυλής για να μην κάνει άλλο θόρυβο. έκανε όσο πιο γρήγορα μπορούσε. σε λίγο πήρε το πρώτο λεωφορείο προς τα ανατολικά από την απέναντι πλευρά του δρόμου.

με τον καιρό ο κατσίβελος ξεθώριασε, τον έρωτα του έκτου ορόφου κατανόησε. όλα είναι δρόμος και η ειρήνη μέσα της προορισμός.

για την κολυμβήτρια

η κολυμβήτρια θέλει να φεύγει μακριά, να ξεπλένει τη μαυρίλα της τριβής της με τις άχρηστες αλήθειες γύρω της με ένα μακροβούτι στον κόσμο του υπόκωφου βουητού, αυτού που αργά-αργά θα υποχωρήσει και θα πάψει μόλις αυτή εισρεύσει στον παράδεισο. εκεί νομίζει ότι πάει τώρα. οι φυσαλίδες βγάζουν ήχο, οι κινήσεις των χεριών θόρυβο, ίσαμε που προλαβαίνει να διακρίνει τις ζαρωμένες ψίχες των δακτύλων της, η ανάσα της κοντή ακούγεται δυνατή στα νερωμένα αυτιά της, η αλμύρα κατεβαίνει μικρά ρυάκια από τις τούφες των μαλλιών της, της τσούζει τα μάτια, κάθεται στο πρόσωπο. θέλει κόπο να καταβάλει για να μεταβληθεί σε ροή, γιατί πριν μεταμορφωθεί, ο παράδεισός της της διαμήνυσε ότι δεν πρόκειται να τη δεχτεί. λαχταράει να λευτερωθεί και μακραίνει κι άλλο, ως εκεί που ακούει μόνο τον εαυτό της πια να θορυβεί. κάθε τι άθλιο, θλιμμένο, θλιβερό έμεινε πίσω. στρέφει το κεφάλι προς την ακτή, σκηνικό που χρυσοφέρνει, η μυωπία της διαλύει τα περιγράμματα σε κόκκους, σφίγγει τα βλέφαρα και το θέατρό της κομματιάζεται, οι άνθρωποι της παραλίας μεταφράζονται σε βουβά κινούμενα μαυριδερά σημάδια, τα λίγα χρώματα αμβλύνονται κάτω από φως του ήλιου και αυτή άρχισε κιόλας να μιλάει με τα μέσα της, χάνοντας όμως λεπτομέρειες, κάπως σαν εκείνες τις συλλαβές στην ξηρά, που εκπίπτουν με ασυνείδητη πονηρία στις μπάντες του μυαλού για να μην ολοκληρώνεται καμία φράση του συλλογισμού, που ξεστρατίζει έτσι ατίθασος και λυτρωμένος, και δόστου πάλι απ´την αρχή. η μνήμη της έχει από το ξεμάκραιμα κιόλας αρχίσει να υποχωρεί, τα αισθήματα αναδύονται μπλεγμένα φύκια ως το λαιμό της. έτσι ο λόγος που την έφερε εδώ στα βαθειά εύκολα επικρατεί, δεν χρειάζεται συλλογισμούς και αισθήματα για να βγει ο λόγος στον αφρό. ναι, να φύγει ήθελε μακριά και το κατάφερε με δυσκολία, να μεταφέρει το νου της στη σιωπή ήθελε για να τον εξετάσει κουνώντας του επιτιμητικά το δάχτυλο, μα τώρα ο εαυτός της συμπυκνώθηκε γύρω από μία μόνο επιθυμία, να τον ξαναδεί.

εκείνος πίσω μου

προσγειώθηκα σ´ αυτό το συναίσθημα για σένα με ακατανόητο τρόπο. συνήθως έτσι απροσδόκητα συμβαίνει και κακώς εκπλήσσομαι, φταίει που θέλω όλα να τα ερμηνεύω. αυτοπροστατευτικοί λόγοι μου απαγορεύουν να το ονομάσω παραπάνω από Θερμή συμπάθεια (συγνώμη, χρησιμοποίησα κρύες λέξεις, μάλλον φοβάμαι πολύ τελικά, ωστόσο βεβαιώνομαι όσο περνούν οι μέρες ότι μια παραλλαγή προς τον Έρωτα θα ήταν ακριβέστερη. αλλά κρύβομαι πίσω μου, φτιάχνω σκιές για να μη διακρίνομαι, δε θέλω να με βλέπω μπορεί).

εκείνον τον άφησα πίσω μου. μου φάνηκε πως αίσθημα σιχασιάς και αηδίας τον απομάκρυνε βιαστικά από μένα. αν ήμουν πιο επιεικής θα τον ονόμαζα άρρωστο, μπορεί και νάλεγε αλήθεια όταν το ισχυριζόταν, μα επιείκεια και αυτοπροστασία δεν πάνε παρέα. σιγά σιγά έπαψε πια να με νοιάζει ακόμα και αν ζει ή τουλάχιστον αυτό απαντούσα πρόχειρα στην κάθε μου αναρώτηση. ξέρεις, όταν πάω να προφέρω το όνομά σου στους μονόλογούς μου, ξεστομίζω κατά λάθος το δικό του. είναι μάλλον από τη διαρκή επανάληψη, επειδή το δικό του το είχα φωνάξει δεκάδες φορές τις νύχτες, είχα ακούσει τη φωνή μου να το επαναλαμβάνει με όλη του τη συνοδεία αντάμα, ώστε τώρα να μην μπορώ να δικαιολογηθώ ότι ψεύδομαι: όνομα, επίθετο, όνομα πατέρα, μητέρας, γεννημένος στις δεκατρείς Μαρτίου του χίλια εννιακόσια πενήντα έξι στο Βόλο, στις έξι το πρωί..

λίγους μήνες πριν, καθισμένη στα σκαλάκια της Φοντάνα ντι τρέβι παρατηρούσα τους γιαπωνέζους σε δυο τους δραστηριότητες: πρώτη να τραβάνε σέλφι προβάροντας μουτσουνίτσες μπροστά στο μακρύ πλαστικό κοντάρι, τέτοιες που να μην αλλοιθωρίζει κατά το δυνατόν το βλέμμα στο τελικό αποτέλεσμα, και δεύτερη να στέκονται με ευλάβεια στραμμένοι προς εμένα, χωρίς να με κοιτάζουν απορροφημένοι στην επιλογή της ευχής τους, και με μια απότομη κίνηση να πετούν, μπλουπ, πίσω από την πλάτη τους το νόμισμα στο νερό. δοκίμασα να κάνω και τα δύο, το πρώτο μου φαινόταν ηλίθιο και το δεύτερο μαγικό, προτίμησα το δεύτερο. ένα δίευρο ήταν οκέι για να στηρίξει την ευχή μου. έκλεισα τα μάτια… , ζύγιασα και τα δυο χέρια πάνω από το κεφάλι μου και εκσφενδόνισα το κέρμα πίσω μου. ευχήθηκα αυτόματα Θέλω να ζήσω με τον… κι ενώ είχα στο μυαλό μου εσένα, ο νους μου ξεστόμισε το όνομα εκείνου, μόνο του, χωρίς τη συνοδεία του αντάμα, για να προλάβει τη διαδρομή ως το μπλουπ.

μα αμέσως κατάλαβα το λάθος μου και αμέσως τρόμαξα πως δεν ήταν λάθος. ήταν επειδή αυτός είχε κυριαρχήσει μέσα μου, ομολόγησα. είχα νιώσει πόθο και έρωτα για κείνον, από κείνους τους έρωτες και τους πόθους που, αν δεν τους ζήσεις, εγκαταλείπεις κάποτε φτωχότερος τον κόσμο τούτο (έτσι λένε, στα καλά μου μου φαίνεται ηλίθια αυτή η φράση). με σένα είναι αλλιώς. μπήκες ήσυχα μέσα μου, χωρίς να καταλάβω σε ένιωσα να συμβιώνεις μαζί μου διπλωμένος στο κέντρο του σώματός μου σα μωρό.

εσύ είσαι το μωρό μου, εκείνος ήταν ο άντρας μου, ο αρσενικός μου, εσύ είσαι το πλάσμα που θέλω να το χαϊδεύω όλη μέρα, να το περιποιούμαι, να μαντεύω τι θέλει πριν το ξεστομίσει, να το κοιτώ στα μάτια, να το υπηρετώ σιγανά, ήρεμα, με χαμόγελο, να του βάζω τα πόδια στις παντούφλες. εκείνον ήθελα να τον πιω πίσω από την πόρτα, πριν καταλάβει καλά καλά πως μπήκε.

έλα να σε αγγίξω, έλα να σε υπηρετήσω, εσύ να δημιουργείς και γω να κάθομαι σιωπηλά στο παρασκήνιο ανάμεσα στα χαρτομόλυβά μου. φωνάζω σιγανά το όνομά σου τώρα, είμαι βέβαιη ότι μ’ ακούς, ενώ όταν φώναζα εκείνον, το έκανα για να τον ταρακουνήσω να με δει στο όνειρο του, να με νιώσει ότι υπάρχω δίπλα του μέσα στη νύχτα. εσύ μ’ ακούς, μπορεί κιόλας να μ´ έχεις δει στο όνειρό σου. θυμάμαι τη σκληρότητα των μαλλιών σου, την τρυφερότητα και μαλακότητα της κοιλιάς σου που στη σάρκα της βυθιζόμουν, τη ζεστασιά της, μου λείπεις, θέλω να το ξαναζήσω, μαζί σου, μου αρέσεις, σε θέλω, σε περιμένω..

 

… κάθομαι στο παρασκήνιο ανάμεσα στα χαρτομόλυβά μου. τίποτε δε συμβαίνει. ούτε μωρά ούτε άντρες, ούτε πόθοι ούτε αγάπες, μόνο βουΐζει το κλιματιστικό πάνω από το κεφάλι μου, στο χάι ο ανεμιστήρας, στο λόου η αντιδραστική μου δύναμη, κουράστηκα να σκέφτομαι και να νιώθω…

πέμπτη 30 δεκεμβρίου 2016, νυχτιάτικα

μετεικάσματα

θυμάμαι εκμυστηρεύσεις από μερικά τσακισμένα κορίτσια, γυναίκες πια. σαν ένα φου, ένας αέρας, προκύπτουν έξαφνα στη μνήμη μου οι εικόνες τους, μικρά στην ηλικία. δεν έχουν σαφές σχήμα ούτε ευχάριστο χρώμα. γκρίζα μετεικάσματα. τα μάτια μου αποκεντρώθηκαν για να ησυχάσω, αλλά απότυχα και συνεχίζω να ταράζομαι που οι κηλίδες τους άσβεστες μετακινούνται όπου γυρίζω το βλέμμα.

μήπως και άκουσα ποτέ κάποια τους να λέει ότι είχε μπαμπά τύραννο; μήπως ότι είχε μάνα αφέντρα; καμιά δεν ομολόγησε αλήθειες. όλες τους γλυκιές μανούλες είχανε κι αγωνιστές πατερούληδες. και ήταν πρόθυμες να κάνουν ό,τι τους λέγανε οι καλοί αυτοί άνθρωποι και είναι ακόμα πρόθυμες να μετανιώνουν φριχτά που δεν στάθηκαν τα καλά κορίτσια που οι γονείς θέλανε κάθε φορά που τόλμησαν αλλιώς. μετανιώνουν για τη νεότητά τους, ακόμη και για ένα παραπάτημα του εκατοστού ή για μια τόση δα μικρούλα διεκδίκηση του δικαίου. Δεν είναι ηλίθιο να μετανιώνει κανείς για τη νεότητά του; -Την τυραννούσα τη μάνα μου πολύ στα δεκάξι μου. Όλο του κεφαλιού μου ήθελα να κάνω. -Έφαγα μπάτσο απ´τον πατέρα στα δεκατέσσερα γιατί αυτός μιλούσε και γω κοιτούσα αλλού. Ήταν καλοί άνθρωποι, εγώ δεν ήμουν εντάξει. Πόσο τους βασάνισα…

για λίγους λόγους, απ´τους οποίους διατηρήθηκε μια αόριστη γενικότητα, καμιά τους δεν ήταν άξια κόρη.

η Ρίτσα συγχώρεσε τη μάνα που σκάλιζε το ημερολόγιό της κι έσπευδε να γνωρίσει κάθε καινούργιο της καταγραμμένο φλερτ της, κι ας τον έστελνε από κει πούρθε με φωνή που δεν σήκωνε κουβέντα. -Μη σε ξαναδώ μαζί της, ούτε να ξανακούσω για σένα, κατάλαβες; Απορώ και πώς φαντάστηκες ότι η κόρη μου θα μπορούσε να ενδιαφέρεται για σένα και να χτίζει όνειρα με σένα μέσα. Και σεις μπαμπά και αδελφέ του Θόδωρου να κάνετε ό,τι μπορείτε το παιδάκι σας να απομακρυνθεί από την κόρη μου. Από πού κι ως πού νομίζετε ότι ο μουτζούρης γιος σας θα ταίριαζε ποτέ στο δικό μου παιδί που μοσχανάθρεψα; έτσι, χάθηκε ο ερωτευμένος Θοδωράκης ο μουτζούρης, αλλά η Ρίτσα το προσπέρασε.

είπα μουτζούρης και θυμήθηκα τη Γιώτα, εξήντα τεσσάρων σήμερα, ζωντοχήρα (οποία ηλίθια λέξη!), με τον άντρα της ζωής της το μουτζούρη πατέρα που λαδωνόταν ολημερίς στο συνεργείο αυτοκινήτων. αυτόν τον σπουδαίο αριστερό αγωνιστή που φούμαιρνε τα χύμα τσιγάρα το ένα πίσω απ´ τ´άλλο στο καφενείο της γειτονιάς, εκεί που ξαπόβγαζε τις ώρες που του μένανε λύνοντας το κυπριακό με τους άλλους κουρασμένους, ίσαμε να νυχτώσει για τα καλά, για να μη βλέπει τη μούρη της Φιλίτσας, της μάνας της, αυτής της υπέροχης γυναίκας. και η Γιώτα, όσο σου εξιστορεί χαμογελώντας όλο τούτο με λεπτομέρειες, μακρόσυρτα, για να προκάμει να υπεροπλίσει, σέρνει το καμουτσίκι καταγής πέρα-δώθε και, αφού ολοκληρώσει το εγκώμιο, με μια μαστόρικη κυκλοτερή κίνηση, σλιάαατς, το αδειάζει στη μαλακή πλάτη σου, έτσι για να σε χαράξει βαθιά, μη τολμήσεις και ξεχάσεις ποτέ τη μοσχαναθρεμμένη. λόγια άγρια σου λέει που δεν τ´αξίζεις ούτε σε εκπροσωπούν. έτοιμη να σπαράξει όποιον της πάει κόντρα είναι, συνήθως κραδαίνοντας τη σπάθη του νόμου που της την αποκαλύπτουν οι καταπόδι κυνηγημένοι δικηγόροι-φίλοι (οποία εξοργιστικά συνήθης λέξη!).

είπα καμουτσίκι και θυμήθηκα τον υπέροχο μορφωμένο πατέρα, τον διευθυντή βιβλιοθήκης, τον πνιγμένο στη χαρτούρα του, που όλοι τον είχαν τύπο και υπογραμμό και ήταν τιμή τους να τον συμβουλεύονται, αυτόν που έπαιρνε στους ώμους του τη μικρή Ανάστα και τη γύριζε βόλτες μες στο σπίτι, μόνο μέσα έτσι ξαδιάντροπα, έξω μόνο απ´το χεράκι. θυμήθηκα και τη χοντρή ξεμπράτσωτη ιδρωμένη λατρεμένη μανούλα της Ανάστας, που έστελνε στο διάολο ξεφυσώντας κάθε οδηγό που διασταυρωνότανε μαζί της και της φαινόταν ότι το πήρε νύχτα το δίπλωμα (μας γύριζε καμιά φορά από τη δουλειά και σε όλη τη διαδρομή δεν τολμούσα ν´αρθρώσω λέξη). ο μορφωμένος έκοψε ρόδα μυρωμένα διασωθείς πρωτίστως εις την αγκάλην φιλολόγου τινός και έγινε ξανά πατέρας κι η Ανάστα μισούσε τον ετεροθαλή και λάτρευε τον πατέρα. το δικό της καμουτσίκι λεγόταν εξευγενισμένα μαστίγιο, το χρησιμοποιούσε αδιακρίτως σε όλους τους αντιφρονούντες και γερνούσε βουτηγμένη στο λίπος της και τη βρώμα κουνώντας μόνιμα σε όλους σαν παρκινσονική το δάχτυλο.

είπα βρώμα και θυμήθηκα τη Βέτα. ζούσε με τη λατρεμένη της χήρα μητέρα σ´ένα βρώμικο και παρατημένο σπίτι. λυπόνταν τη μητέρα που δεν προλάβαινε να το καθαρίσει γιατί εργαζόταν μακριά, δεν πολυκαταλάβαινε βέβαια γιατί αυτό ήταν ακατόρθωτο, η ίδια ήτανε συστηματικιά βλέπεις, και έτσι καταπιάστηκε κάποτε να βοηθήσει. καθάρισε με ρέγουλα ακάματα και τις πιο μικρές λεπτομέρειες του σπιτιού για ώρες και περίμενε πώς και πώς να ρθει το βράδυ για να κάνει έκπληξη στη μαμά. ούτε να φανταστεί δεν μπορούσε το κλάμα που θα έριχνε όταν η καλή της μητέρα είδε το σπίτι να λάμπει. λύσσαξε, ούρλιαζε, μπορεί και να τη σκότωνε, της πέρασε από το νου και της τόπε κιόλας. κι όταν άκουσε σχεδόν ψιθυριστό τον αντίλογο από τρεμάμενα χείλη -Το έκανα μαμά γιατί είπα στη συμμαθήτριά μου τη Σούλα να ρθει, εγώ πάω πολύ συχνά στο σπίτι της και είναι καθαρό και ντρεπόμουν για το δικό μας, τότε σηκώθηκε θύελλα που πήρε τα μαλλιά και τις κουρτίνες και κλυδώνισε το πολύφωτο και η μικρή Βέτα βρέθηκε γονατισμένη στα τέσσερα να ζητάει συγνώμη και να παρακαλάει με αναφυλλητά να σταματήσει η τόση δυστυχία.

έρχεται μετά η Μαρικούλα που σαβουρντίζει το φλυτζάνι με το καυτό τσάι στο πάτωμα όταν την πατάνε στο σβέρκο για να το πιει μετά την κηδεία του πατέρα, τάχαμ για να την ηρεμήσει, και όταν μεγαλώνει φτύνει στα φλιτζάνια πίσω από τον πάγκο του καφενείου της, η Λένα που κατάπιε τα χάπια για να τους ταρακουνήσει μπας και την καταλάβουν έστω και κατόπιν εορτής, κι αργότερα τους φρόντισε αδιαμαρτύρητα και μίσησε τη γη ολάκερη, η Ρούλα που μαλλιοτραβιόνταν στο μπαλκόνι με τη μάνα της και είκοσι χρόνια αργότερα με το γιο της, η Διαμάντω, που έκρυβε με τα μακριά μαλλιά της τις γδαρμένες σάρκες της από τα νύχια του μετέπειτα συζύγου της και νυν σπουδαίου αντιδημάρχου (παραλλαγή μοιάζει αλλά συνδέεται). θα αποφύγω, ως θερμή ακόμη και καθόλου παιδική, την ενθύμηση της πενηντάχρονης Γαλάτειας με το φουντωτό μαλλί, δούλας γονέων και αδελφών, που είχε μάθει να λέει μόνον -Μάλιστα καθισμένη πειθήνια στις γωνίες και αδίκησε πανεύκολα και συνειδητά το μοναδικό ευεργέτη της.

ποτέ δεν πίστεψα πως συγχωρήθηκαν όλοι τούτοι οι ανιόντες.
μπορεί να αγαπήθηκαν γιατί ο ρόλος τους αγάπη εστί, όμως ούτε μια λέξη αγάπης δεν σας διηγήθηκα τελικά.

κλέφτες ψαριών

Δοϊράνη. το νερό είχε τραβηχτεί πολλά μέτρα μέσα στη λίμνη, από την ανομβρία. ο ήλιος είχε δόντια. ήταν μεσημέρι φθινοπωρινό. οι φαντάροι του φυλακείου σκάβαν χαντάκι στο δρόμο. ίσως χρησιμοποίησαν τα κιάλια τους. μου άρεσε η ιδέα πως έβλεπαν την ευτυχία μου. περπατήσαμε πλάι στη λίμνη, μαζέψαμε κοχύλια, αγκαλιαστήκαμε μέσα στη βάρκα. όλα ήταν απλά, ένας βαρκάρης από τη μια πλευρά κι ένας βοσκός με τις αγελάδες του από την άλλη. πήγαμε στα θεόξερα από τη λειψυδρία μπλόκια. λεπτή άμμος και τριβόλια και φυτά με αγκάθια. θυμάμαι τον ψυχρό ήλιο που ζέσταινε τη γύμνια μου. με αγκάλιασε υπέροχα. τον ρώτησα τι σημαίνω γι αυτόν και απάντησε πως θαρρεί πως είμαι ένα κομμάτι από τον εαυτό του. ήμουν η ψυχή του, η γλυκιά του. με φώναξε πάνω σ’ έναν ογκόλιθο. και με πήρε ή μάλλον δόθηκε στη φύση και όχι σε μένα, κι εγώ αποσβολώθηκα, Ξέφυγες, είπε αργότερα, και εντυπωσιάστηκα και τον κοιτούσα να ικανοποιείται απέραντα και να φωνάζει χαμογελώντας πως είναι τόσο όμορφα που δεν τον νοιάζει κι όλος ο κόσμος να τον ακούσει. ήμασταν μόνοι μας και ο αέρας, που σηκώθηκε στο μεταξύ, και η ψιχάλα, που ήρθε κατόπιν. μου μάζεψε βούρλα και καλάμια και γονάτισε να μου τα προσφέρει, Μαντάμ, είπε, πάνω στην τσιμεντένια σκάλα, στο μώλο που απείχε δυο εκατοντάδες μέτρα από το νερό. η καταιγίδα ξέσπασε πιο πέρα. κρατούσα τα παπούτσια μου στο χέρι βαδίζοντας στην άσφαλτο προς το αυτοκίνητο. περάσαμε πάνω από το χαντάκι. τα φαντάρια σταμάτησαν τη δουλειά τους και μας κοιτούσαν. εκείνος καλησπέρισε, ο όμορφος βαθμοφόρος αντιχαιρέτισε. στο γυρισμό -πάνω στην άσφαλτο, σέρνονταν οι ξεριζωμένοι από τον αέρα θάμνοι-  πήγαμε στο κλειστό ταβερνάκι με τη λιμνούλα με τις πέστροφες, επιχειρήσαμε να γίνουμε κλέφτες ψαριών αλλά αποτύχαμε μιας και κλέφτες δεν γεννηθήκαμε –μόνο από τον εαυτό μας κλέβουμε ό,τι βρούμε πρόχειρο- και ήπιαμε παγωμένο νερό από την τροφοδοσία της λίμνης. φάγαμε στο κοντινό χωριό που δεν θυμάμαι το όνομά του και διηγηθήκαμε ο ένας στον άλλον ιστορίες από το παρελθόν.

τύποι από το ράφι, 4

απόηχοι

θέλει να περιγράψει τα αισθήματα που νιώθει κάθε μέρα, όλη τη μέρα. το ένα διαδέχεται το άλλο. κυριαρχεί το μικροκλίμα της νοσταλγίας, νοσταλγία για τον έρωτα που ένιωσε και έχασε άδικα και ξαφνικά και στερήθηκε για λόγους αυτοπροστατευτικούς τελείως τη δυνατότητα να τον ξανανιώσει. πονάει όταν ανακαλεί το κλίμα αυτό. ο πόνος μοιάζει με αυτό που νιώθει κάθε φορά που ο νους της τρέχει στο σπίτι που μεγάλωσε, με πόσα όνειρα και ελπίδες έζησε εκεί μέσα, πόσο προσπαθούσε να το περιποιηθεί και να το συντηρήσει, τι χαρά ένιωθε κάθε φορά που το στόλιζε γιορτινά. αγωνία να το φέρει στο λογαριασμό που σχεδίαζε κι όταν τέλειωνε, με τι χαρά το απολάμβανε τελειωμένο. θυμάται τα χρώματα που το έλουζαν, την ιδιαίτερη ποιότητα του φωτός που έμπαινε από τα παράθυρα ή τις χαραμάδες των παντζουριών όταν τα συναντούσε κλειστά ο ήλιος. θυμάται τις μυρωδιές της γειτονιάς και της ακακίας, της γλυσίνας στην πόρτα και την ικανοποίηση που έβλεπε τα λουλούδια που φύτεψε να ανθίζουν. τα ευτυχισμένα απογεύματα που καθισμένη στο μπαλκόνι της εξώθυρας ασχολούνταν με το κέντημα και την ξυλογλυπτική. θυμάται που έπιανε συζήτηση με τους διερχόμενους γείτονες και τα θερινά σινεμά που πήγαινε μαζί τους, τις παρέες στις εξώπορτες και τις νυχτερινές βόλτες. από πολύ νωρίς είχε μάθει ότι οι κατιφέδες και οι ζίνιες του κήπου δεν επρόκειτο να ανθίσουν ξανά και όμως ήλπιζε. ύστερα ήρθε ο σεισμός και σε έντεκα δευτερόλεπτα το όνειρο χάθηκε και δεν ξαναγύρισε ποτέ όσες προσπάθειες και αν έκανε. μετά μεγάλωσε απότομα και άλλαξε ύφος και δράση στη ζωή της. στα όνειρά της βλέπει σκιώδεις εικόνες του αγαπημένου παρελθόντος που εμπεριέχουν τα ερείπια που προέκυψαν στο μεταξύ, μεταφορικά και κυριολεκτικά. έτσι ξαφνικά στο σεισμό της αδικίας που της έγινε έχασε όλον τον έρωτα που πάσχισε να χτίσει. το λάθος της ένα: έδωσε σε κείνον τη μορφή που ήθελε αυτή να έχει. τον έντυσε με τα χρώματα που αγάπησε, και μύρισε τα αρώματα που αυτή άλειψε. όμως, όπως το σπίτι της ήταν πραγματικό μόνο για κείνην, έτσι και κείνος ήταν αληθινός μόνο για κείνην. νόμισε πως ήταν ιδανική η ανταπόκρισή του, πως υπήρχε πραγματικά ανταπόκριση, και ένιωσε τυχερή. η συμπεριφορά του την ενθάρρυνε πως δεν έκανε λάθος. τον συμπονούσε και υπέφερε μαζί του. ήθελε αυτός να μην σκοτίζεται και να μην λυπάται, να μην έχει καμιά στενοχώρια. υγεία, χρήματα, φαγητό, χάδι, συμπαράταξη, συμπαράσταση, προσοχή, το θέμα της ημέρας, το θέμα της κάθε συζήτησης και σκέψης, η πρώτη και η τελευταία διαδρομή του νου καθημερινά. πηδούσε σαν αίλουρος το πρωί από το κρεβάτι της, δροσιζόταν και στολιζόταν για να τον δει και να ζήσει δίπλα του το ένα τρίτο της ημέρας. πόσα τσιγάρα κάπνιζε μέχρι να δει το κόκκινο αυτοκίνητο να μπαίνει στην αυλή.. άκουγε τις ρόδες πάνω στα χαλίκια, το γνώριμο θόρυβο της μηχανής. και εκείνος ερχόταν μόνιμα νυσταγμένος και κουρασμένος και σχεδόν πάντα καθυστερημένος. και μετά …παφ, αυτή προσγειώθηκε ανώμαλα, κατέπεσε και τσακίστηκε. και τότε ξεκίνησε τη θεραπευτική της αναθεώρηση. έτσι δημιουργήθηκε το απατηλό βραχύβιο μικροκλίμα του συμφέροντος· δοκίμασε να πεί στον εαυτό της πως θα μπορούσε τάχαμ να χαίρεται μονόπλευρα, τουλάχιστον να έχει την αγκαλιά του. τον δικαιολόγησε πως τόσο μπορεί και τόσο κάνει. για πρώτη φορά της φάνηκε πως είδε την κατάσταση στις πραγματικές της διαστάσεις. στο μεταξύ πίστεψε σε διαφορετικές εικόνες που διαδέχτηκαν η μία την άλλη: όσο εξακολουθούσε να τον θεωρεί έξυπνο, απέδιδε τη δυστυχία της στην απάτη. μετά άρχισε να αμφιβάλλει για την εξυπνάδα του. τότε απέδωσε τη δυστυχία της στη διάθεσή του να απομακρυνθεί από τη φορτικότητά της. και μετά τον θεώρησε λιγότερο έξυπνο και από το μέσο όρο και κατέληξε πως τόσο μπορούσε και τόσο έκανε. Αυτός δεν ήξερε καλά-καλά ελληνικά και συ πήγες να του μάθεις γαλλικά, είπε χαρακτηριστικά η Μαίρη. είχε τον τρόπο της να παρηγορεί την Έλλη: άρμεγε το τοπίο σουρώνοντας το σερί των γεγονότων, ικανότατη να πλάθει το μόρφωμα με καθαρά περιγράμματα, για τον εαυτό της όμως αφόρητα μυωπική.

τα κόκκινα παπούτσια

θυμάται τα κόκκινα καινούργια εκείνα παπούτσια. με ψηλό πάτο από φελλό και κόκκινα δερμάτινα κορδόνια με εξωτερικά γαζιά. τον παρακολουθούσε που σηκώθηκε αργά από το ντιβάνι απέναντί της, την πλησίασε αργά και στάθηκε όρθιος μπροστά της, σοβαρός, κοιτώντας την στα μάτια. κατόπιν γονάτισε στο δεξί γόνατο, πήρε στην αγκαλιά του το αριστερό της πόδι, ξεκούμπωσε αργά το παπούτσι χωρίς σφάλμα, το έβγαλε ήσυχα, σχεδόν τελετουργικά, και το ακούμπησε δίπλα του στο πάτωμα. κράτησε με ευλάβεια το γυμνό της πόδι μέσα στις δυο ζεστές του χούφτες, έσκυψε αργά μπροστά και το έφερε στα χείλη του. πιπίλισε το μεγάλο δάχτυλο με μισόκλειστα μάτια, όσο συνομιλούσε χωρίς φωνή με τον εαυτό του, και μετά την κοίταξε στα μάτια συνομιλώντας χωρίς φωνή μαζί της. με την ίδια ευλάβεια αγάπησε το δεξί της πόδι. δεν το ήξερε αυτό το χάδι εκείνη, πρωτόγνωρο, δεν είχε νιώσει ποτέ έτσι. ήταν όλος δικός της, αφημένος στην τύχη του, που έλεγχε με την άκρη μόνον του νου του, και αυτή το ίδιο στη δική της τύχη, ηθελημένα χωρίς κανέναν έλεγχο. πρώτη της φορά είχε έναν άντρα τόσο δικό της. από κει και ύστερα η μνήμη υποχώρησε. έκρυψε τις αναμνήσεις της βαθιά, να μην τις δει κανείς ποτέ, ούτε και αυτή η ίδια ξανά. σαν σε φωτογραφία θυμάται το άλλο πρωί τα δυο κόκκινα παπούτσια πεταμένα στο πάτωμα. δεν τα ξαναφόρεσε ποτέ. μόνο κάθε χρόνο την ίδια μέρα τα απιθώνει πάνω στο αδειανό διπλό της κρεβάτι με κείνα τα σατέν σεντόνια, μαζί με κείνα τα μαύρα δαντελένια εσώρουχα, και γιορτάζει μαζί τους την ανάμνηση, τη θέληση, την επιθυμία, τον άμετρο πόθο της προσμονής του.

τύποι από το ράφι, 2

το ζωητρόπιο (πράξις ωραία και ατελής)

μικρή η Άννα το 71, πήγαινε πέμπτη γυμνασίου, σκεφτόταν σοβαρά να δώσει εισαγωγικές εξετάσεις στο πανεπιστήμιο και του χρόνου θα ξεκινούσε για τον σκοπό αυτό φροντιστήριο. είχε μεγαλώσει μόνη της με λίγες χαρές. το σπίτι ήταν πάντα κρύο, οι χειμώνες τότε παγωμένοι, τόσο που πάγωνε το λάδι στο μπουκάλι μέσα στην κουζίνα και, για να το χρησιμοποιήσουν, έπρεπε πρώτα να το ακουμπήσουν δίπλα στη θερμάστρα, τη μοναδική θερμάστρα του σπιτιού μέσα στο σαλόνι.

η θερμάστρα ήταν χυτοσιδηρή, γερμανικής κατασκευής, Χάας και Υιοί, με ένα στρόγγυλο σταχτόμαυρο καζάνι κι ένα ορθογώνιο γυαλιστερό καφέ τεπόζιτο για το πετρέλαιο. η θερμάστρα ήταν σαν ζωντανός οργανισμός μέσα στο σπίτι, τουλάχιστον σαν σκύλος, θα έλεγα, να σας προλάβω μη τυχόν και πάει ο νους σας σε κανένα ποντίκι, γιατί ζωντανός οργανισμός είναι κι αυτό, όπως καλή ώρα κάποτε, κοντά στο 64, ο Τζακ ο αντεροβγάλτης που ξεμυτούσε τα μεσημέρια της Κυριακής κάτω από το ντιβάνι και κρυβόταν δίπλα στο ξύλινο πόδι του κάνοντας πού και πού τζα για να δει την οικογένεια να τρώει στο στρογγυλό καρυδένιο τραπέζι.

η σόμπα τέλος πάντων, έτσι τη λέγανε τότε, -θερμάστρα ήταν λέξη σαλονιού που απαιτούσε στραμπούληγμα της γλώσσας για να την πεις-, ήταν παράγων μέσα στο σπίτι. μπροστά της γινόταν το χειμωνιάτικο λούσιμο στη σκάφη, μπροστά της στέγνωναν τα ρούχα αχνίζοντας στην πλάτη της καρέκλας, πάνω της έβραζαν τα νερά και οι καφέδες και ζεσταινόταν το χθεσινό φαΐ, και επειδή είχε κιόλας εφευρεθεί το αλουμινόχαρτο, πάνω της έψηνε η Άννα το κρέας μερικές φορές και μοσχομύριζε ο τόπος.

όμως η σόμπα ήταν ταμπού, θαρρείς και θ´ άρπαζε το χέρι της Άννας και θα της τότρωγε και για τούτο της ήταν απαγορευμένο να την ανάβει όταν γύριζε από το σχολείο. ήταν τελετουργία, όσο νάναι, για να την ανάψεις. άνοιγες το διακόπτη του πετρελαίου και περίμενες μερικά λεπτά για να δακρύσει το πετρέλαιο στον πάτο του καζανιού και τότε έβαζες μπουρλότο με ένα βαμβάκι βουτηγμένο στο οινόπνευμα. μετά τοποθετούσες το καπάκι και παρακολουθούσες την εξέλιξη της πυροδότησης μισοκλείνοντας το ένα μάτι πάνω από μια τρύπα στο καπάκι, που χρησίμευε για να το ανασύρεις, και ακούγοντας τα βάρβαρα γουργουρητά της κοιλιάς της. το μπροστινό παραθυράκι ήταν μόνιμα μουτζουρωμένο κι από κει χάζευες τη ζωηρή φλόγα όταν δυνάμωνε. ειδική μυρωδιά αναδινόταν την ώρα της τελετουργίας, ανάμικτη οσμή πετρελαίου και οινοπνεύματος, και καιροφυλακτούσες πάνω στην τρύπα στρίβοντας σταδιακά το διακόπτη να τρέξει περισσότερο πετρέλαιο, να ταΐσει το θηρίο που καιροφυλακτούσε με τη σειρά του για να φάει το χέρι της Άννας.

και όσο αυτή φοβόταν το άναμμα, τόσο καθόλου δεν φοβόταν να στέκεται μπροστά στη σόμπα με τα μπούτια γυμνά για να ζεσταθεί, όσο να πυροκαεί και να γεμίσει ζεματιστές κόκκινες κηλίδες το παγωμένο δέρμα. τότε της γύριζε την πλάτη της κακούργας, για να της δώσει την ευκαιρία να την κάψει κι απ´ την πίσω πλευρά και να φαγουρίζεται μετά.

η Άννα άλλωστε, σαν παρατηρητική που ήταν και με έναν δυνατό έρωτα για τις λεπτομέρειες, ζούσε ανάμεσα σε εικόνες που ακινητοποιούνταν κάθε φορά που τις διέταζε, σε χρώματα μάλλον υποβαθμισμένα λόγω της εκτεταμένης σκοτεινότητας, που προκαλούσαν τα μόνιμα κλειστά παντζούρια, και σε κάθε μυρωδιά από όπου και αν αυτή προερχόταν. η σόμπα ήταν υπεύθυνη για μεγάλο μερίδιο από τις μυρωδιές, του άσπρου σαπουνιού από τους ατμούς των ρούχων, της τρίχας που καίγονταν κάθε που έσκυβε το κεφάλι της από πάνω η Άννα, των ρούχων που φορούσε και προσπαθούσε να τα συγκρατεί με ανοιχτές παλάμες για να μην κατακαούν και σαχνίσουν.

ό,τι συνέβαινε δίπλα στη σόμπα ήταν υπερβολικά ζεστό, και ό,τι συνέβαινε μακριά της κρύο, και κάθε βήμα απομάκρυνσης ή προσέγγισης θύμιζε εκείνο το παιχνίδι «κρύο-ζεστό». η αντανάκλαση της θερμότητας άντεχε ως δυο μέτρα πιο κεί, για παραπέρα έπρεπε να λάβεις τα μέτρα σου. το δωμάτιο της Άννας απείχε από τη σόμπα, έτσι, με λίγα λόγια, της ήταν περίπου άχρηστη ακόμα κι αναμμένη. αυτός ήταν ο λόγος που το κρεβάτι της δεν ήταν ποτέ στρωμένο, έτοιμο για να χώνεται εκεί να ζεσταθεί, αν και αργούσε κάπως να αυξηθεί ικανοποιητικά η θερμοκρασία κάτω από το βαρύ πάπλωμα και τις κουβέρτες πάνω-κάτω.

η Άννα πέρασε όλους τους εφηβικούς της χειμώνες μέσα στο κρεβάτι της με τα σχολικά της βιβλία, τα τετράδια και τα στυλά της και με αναμένο το ραδιόφωνο, ένα ογκώδες αυστηρά ορθογώνιο με αποστρογγυλεμένες γωνίες ξύλινο καφέ Τελεφούνκεν στα δεξιά του κρεβατιού της, με το οποίο διατηρούσε τρυφερό δεσμό. αυτό ήταν πολύ δοτικό πλάσμα, παράγων επίσης του σπιτιού, και δούλευε ικανοποιητικά από την εποχή της Κατοχής όπως της είχαν διηγηθεί οι δικοί της. όταν το δωμάτιο ήταν παγωμένο και υγρό, το ραδιόφωνο βράχνιαζε κι έπρεπε να παίξει τόσο όσο να ζεσταθεί για να ξεβραχνιάσει.

όταν η Άννα ήταν μικρή, αγαπούσε πολύ να προσπαθεί να διαβάσει εκείνες τις λέξεις τις γραμμένες με το ξένο αλφάβητο στην όψη του, που αντιστοιχούσαν σε μέρη της γης που πολλά τους δεν είχε ποτέ της ξανακούσει και ούτε ήξερε πού βρίσκονται. θυμάται πρόχειρα το Ραμπάτ, θεέ και κύριε, και ποτέ δεν κατάλαβε σε τί χρησίμευαν αυτές οι μονολέξεις οι σκαλοπατιαστά διατεταγμένες στο πινακίδιο, αφού όταν, συγκεντρωμένη, στριφογύριζε αργά το κουμπί για να βρεί έναν σταθμό, απανωτές φωνές σε πολλές γλώσσες που δεν είχε επίσης ξανακούσει συνέπιπταν με το μήκος ενός μόνον τοπωνύμιου. τόσες φωνές στο ένα εκατοστό που είχε μήκος το όνομα Χίλβερσουμ η λογική της έλεγε ότι δεν μπορούν να προέρχονται από τον τόπο αυτόν. και πάλι, πώς άκουγε ελληνικά εκεί που δεν έγραφε Αθήναι;

κρυφή επιθυμία της Άννας ήταν να δυναμώσει την ένταση στη διαπασών, αλλά αυτό της ήταν απαγορευμένο για να μην ενοχληθούν οι γείτονες. Ταξίδι με τον Έσπερο, Τερζάκης και Πάρλας αντάμα, Καλησπέρα κύριε Έντισον και Γιώργος Παπαστεφάνου με τη βελούδινη φωνή του αργά στις 11 τις Τρίτες, το Θέατρο της Δευτέρας τα βράδια μόλις καλονύχτωνε, το Σπίτι των Ανέμων τα πρωϊνά, μόνον όμως τρεις φορές την εβδομάδα που η Άννα ήταν απογευματινή στο σχολείο, με κείνον τον δαιμόνιο δικηγόρο Ορέστη Λαμπίρη και την καλή του Τζοβάνα Δεπάστα, ακόμη Πικρή, μικρή μου αγάπη, που της Άννας της φαίνονταν κάπως θλιβερή ιστορία και κάπως ανούσια, Η πρώτη σας γνωριμία, με ανάλογο με τον τίτλο περιεχόμενο, Αναζητήσεις του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, με όλους εκείνους τους χαμένους της μικρασιατικής καταστροφής και των πολέμων -τον αναζητεί ο αδελφός του τάδε-, αλλά και Πώς να επιζήσεις, η τρομακτική εκπομπή στις τρεις και τέταρτο κάποια μεσημέρια που έδινε εφιαλτικές οδηγίες για επιβίωση σε περίπτωση πυρηνικού πολέμου, έπαιζαν, έλεγαν, με το κουμπί του ολέθρου Ρωσία και Αμερική.

και παλιότερα, εκείνος ο φόβος του πολέμου που έσφιγγε την καρδιά της τις νύχτες μετά τα δελτία ειδήσεων, που οι γονείς παρακολουθούσαν αποσβωλωμένοι, και οι άπειρες ώρες μεταδόσεων που ακολούθησαν τη δολοφονία του Κένεντυ το 63, και το 67, και στη συνέχεια η μουλωχτή ακρόαση της Ντόιτσε Βέλλε και.. και.. ένα μακρόστενο ξύλινο καφέ κουτί σεβαστού μεγέθους, που είχε βγάλει την Κατοχή πακεταρισμένο και θαμμένο κάτω από ένα δέντρο, η μόνη παρέα της Άννας στο άδειο κρύο σπίτι.

τις νύχτες έμπαινε φως από τις γρίλλιες των παντζουριών του μοναδικού παράθυρου του δωματίου της από την παρακείμενη κολώνα της δεη και η Άννα κατάφερνε έτσι να μην σκοντάφτει στα έπιπλα και να μην φοβάται το σκοτάδι. εξ ανάγκης μάθηση είναι κι αυτή. και τα πρωινά το φως του ήλιου μέσα από την απέναντι γρίλλια σχημάτιζε ανεστραμμένο το είδωλο του κάρου και του άλόγου του πλανόδιου μανάβη πάνω στην κυρτή επιφάνεια του μεγάλου γλόμπου από ροζ οπαλίνα που κρεμόταν από το ξύλινο ταβάνι στο κέντρο του δωματίου.

ένα δωμάτιο κατάδικό της, φτιαγμένο γι αυτήν στα 10 της. κρεβάτι, κομοδίνο, ντουλάπα, γραφείο και καθρέφτης με ράφι -τουαλέτα το λέγανε- από κιτρινωπή φορμάικα και σχέδιο μαρμαρώδες, το κορυφαίο υλικό της σύγχρονης τεχνολογίας του επίπλου με τις δολοφονικές γωνίες, στο άγγιγμα παγωμένο ή και δροσερό θα μπορούσε να το πει κανείς αν ήθελε να είναι επιεικής μαζί του.

δωμάτιο και πεζοδρόμιο -τα χώριζαν μερικά εκατοστά, όσο ήταν το πάχος του εξωτερικού τοίχου από άτρυπα τούβλα φρατέλλι αλλατίνι χτισμένα με λάσπη- είχαν αναπτύξει μια μάλλον φοβική σχέση μεταξύ τους. και ενώ το τεράστιο παράθυρο με τα ξεχωριστά του ενσωματωμένα μικρά κανάτια πάνω και κάτω μπορούσε να καδράρει πέντε διαφορετικά μεταξύ τους ηλιόλουστα ή χιονισμένα ορθογώνια τοπία, η Άννα φοβόταν να δώσει στον εαυτό της την ευκαιρία της θέασής τους γιατί ψυχανεμιζόταν ότι η εισβολή των εξωτερικών εικόνων θα διέβαλε τη συνοχή της εσωτερικής της σκηνογραφίας.

σπάνια άνοιγε προς τα έξω τα δύο χαμηλά κανάτια και τα στήριζε μισάνοιχτα με τη μεταλλική βελόνα τη βιδωμένη στο παραθυρόφυλλο και έμενε να κοιτάει στο δρόμο για καμιάν ώρα τον κόσμο που πήγαινε κι ερχόταν. όταν ήταν μικρούλα χάζευε με περίσιο ενδιαφέρον τα στρόγγυλα  ταψιά με τους κεφτέδες και τις πατάτες, το κρέας με το κριθαράκι, που άγνωστοί της γείτονες πηγαινόφερναν για ψήσιμο στο φούρνο του Νεόφυτου. ντρεπόταν να πάρει την ψημμένη πατάτα που συχνά της πρόσφεραν οι περαστικοί, φέρνοντας ισχυρά στο νου της την παραίνεση της μητέρας να μην παίρνει τίποτε από αγνώστους και ιδίως φαγώσιμα.

ωστόσο το ξυλάκι παγωτό της εβγα από το άσπρο αμαξάκι του παγωτατζή με τις μεγάλες ρόδες άπλωνε το χέρι και το ´παιρνε, όπως και κείνο το κασάτο με την κίτρινη κρέμα λεμόνι, και έκανε μεγάλο χάζι τον παγωμένο καπνό, όπως τον έλεγε, που έβγαινε από το εσωτερικό του αμαξιού μόλις ο παγωτατζής σήκωνε τα καπάκια.

ο ξερός τεράστιος κρότος έξω από αυτό το ίδιο παράθυρο, τότε που κάποιος πυροβόλησε με το περίστροφο στις 4 το ξημέρωμα της 22ης του Απρίλη του 67, έκανε να τρίξουν τα παιδικά της δόντια από τον τρόμο και ακινητοποιήθηκε παγωμένη στο κρεβάτι της μη τυχόν και ακουστεί το τρίξιμο μέσα απ´ το διπλό άτρυπο τούβλο.

ήταν το ίδιο παράθυρο, που πλάι του η Άννα καθόταν και κεντούσε το καλοκαίρι του 74, τότε που μάνες, αδελφές και αγαπητικές συνόδευαν ως τη γωνία του δρόμου τους άντρες που έφευγαν να καταταχθούν. θυμάται τα παθιάρικα φιλιά, τις απελπισμένες αγκαλιές και κατόπιν τα δάκρυα που κυλούσαν στα μάγουλα των γυναικών που σε λίγο επέστρεφαν μόνες, και κάθε φορά που ένας αποχωρισμός συνέβαινε, η Άννα αναρωτιόταν ανατριχιάζοντας αν θα προλάβει να τελειώσει το κέντημά της πριν σκοτωθεί στον πόλεμο που έρχεται.

από το ίδιο παράθυρο αντίκρυσε το τέλειο σκοτάδι που είχε επιβάλει η αεράμυνα εκείνο το βράδυ του Ιουλίου, τρώγοντας με νευρικότητα σπόρια και φτύνοντας τα φλούδια στο πεζοδρόμιο, καθώς συνομιλούσε χαμηλόφωνα με την απέναντι γειτόνισσα που είχε γιο στην πρώτη γραμμή. στην κουζίνα η μαμά της έβραζε κρέας και η μυρωδιά, που γέμιζε το σπίτι, της ήταν για πρώτη φορά τόσο αδιάφορη, καθώς η ίδια είχε δαπανήσει πολλή ώρα οχυρώνοντας, όπως νόμιζε, με παπλώματα το χώρο που καταλάμβανε το μεγάλο τραπέζι της τραπεζαρίας, για να κρυφτούν εκεί αφού πια δεν υπήρχαν καταφύγια. πράγματι είχε δύο καταφύγια η γειτονιά από τον πόλεμο, που όμως οι άνθρωποι, που πίστεψαν ότι οι άσχημες μέρες είχαν πια περάσει, τα είχαν γκρεμίσει μαζί με τα σπίτια και χτίσαν πάνω τους πολυκατοικίες.

από το ίδιο παράθυρο μερικά χρόνια αργότερα παρατηρούσε τα απογεύματα με ήλιο ή και τα πρωινά καμιά φορά ένα μαυριδερό σγουρομάλλικο άσχημο κορίτσι, που γύριζε στο διάβα της προς αυτήν και την κοιτούσε με μίσος. αυτό το βλέμμα του μίσους ποτέ δεν το κατάλαβε, μέχρι τη στιγμή που πολλά χρόνια αργότερα η μαυριδερή σγουρομάλλα άσχημη κυρία της εξήγησε στο σαλόνι που τυχαία συναντήθηκαν ότι τη μισούσε γιατί η Άννα είχε να φάει. Με μισείς ακόμη; ρώτησε η Αννα χαμογελώντας και το στενό μαυριδερό στόμα έκανε προς τα κάτω ένα Ναι.

από τη μέσα μεριά του παραθύρου όλα ήταν καλύτερα, δικά της, ελεγχόμενα. είχε στήσει η Άννα το κουκλόσπιτο μέσα στο δεξί ντουλάπι του γραφείου της με το μοναδικό ράφι. ήξερε πώς να αναπαράγει τρεις διαστάσεις μετρώντας και χαρακώνοντας, για να σπάσει στην ισάδα του, το άσπρο χαρτόνι κι έφτιαξε λευκές ηλεκτρικές συσκευές τάχαμ, που τις ζωγράφισε με επιμέλεια για να είναι όσο γίνεται πιο αληθοφανείς. με γκρίζο σκληρό χαρτόνι έφτιαξε το κρεβάτι της κούκλας, με το μπεζ μαλλί, που είχε περισσέψει απ´ την πλεχτή φανέλα του μπαμπά της, έπλεξε την κουβέρτα -ήξερε να πλέκει από πολύ μικρή-, κι από υπόλοιπο μιας σιελ σατέν φόδρας έραψε το πάπλωμα. με μεγάλες βελονιές στην όψη το έκαμε καπιτονέ, όπως άρμοζε σε ένα πάπλωμα -ήξερε να παραθέτει πολλών ειδών βελονιές συστρέφοντας με προσοχή τις κλωστές γύρω από τα βελόνια-, κι η μαμά της, της κέντησε γύρω-γύρω με κόκκινο φεστόνι τους υφασμάτινους κουλέδες από ένα άσπρο στρογγυλό μαξιλαράκι.

η Άννα βιαζόταν κι ανυπομονούσε να ολοκληρώσει τη γκαρσονιέρα της κούκλας το καλοκαίρι του 70. και μέσα σε κείνο το στενό κάθετο ντουλαπάκι στήθηκαν κατόπιν όνειρα και μονόλογοι με δυνατή φωνή. είχε ένα συρτάρι στη μέση το γραφείο, με κλειδί, η απόλυτη ευτυχία να κλειδώνεις τον κόσμο σου, και κει κλειδώθηκαν ως το 80 όλοι οι έρωτες, πατικωμένοι τόσο ώστε να μην μπορούν να ανασάνουν -οι έρωτές της δεν ανάσαιναν ποτέ, έτσι που τους πατίκωνε μέσα της για να είναι κατάδικοί της-.

το 71 την άνοιξη αγοράστηκε το ραδιοπικάπ, απρόσμενο δώρο της μαμάς της, που ξωπέταξε στο άλλο δωμάτιο το αρχαίο ραδιόφωνο. ήταν έπιπλο στενόμακρο, γυαλιστερό καφέ, με δανέζικα πόδια κατά τη μόδα, αριστερά το μοντέρνο ραδιόφωνο παγκόσμιας λήψης και δεξιά το πικάπ, όχι σαν τα πικάπ της σειράς αλλά βαρέος τύπου, σήκωνες καπάκι και το αντίκρυζες να λαμποκοπάει και να μοσχοβολάει καινουργίλα κάτω από το χοντρό αυλακωτό λάστιχο που κάλυπτε το πλατώ.

λατρεμένος εκείνος ο μεταλλικός μίσχος που σήκωνε αδιαμαρτύρητα δέκα δίσκους 33 στροφών και μόλις τέλειωνε να παίζει ο πρώτος, τσουπ αυτόματα έπεφτε πάνω του ο δεύτερος. αυτός που είχε σκεφτεί αυτό το μηχανάκι ήταν σοφός φιλάνθρωπος, νοιαζόταν για τον ξεκούραστο ακροατή ή για το χωρίς διακοπή πάρτυ. πού να φανταζόταν ότι είχε επινοήσει ένα καταντίπ άχρηστο πράμα, εκτός κι αν οι δικοί του δίσκοι ήταν ατσαλένιοι και δεν στράβωναν και έτσι μπορούσαν να περιστρέφονται ο ένας καθισμένος σε στενή συναρμογή πάνω στον προηγούμενο. αδιανόητη η συναρμογή αυτή με το βινύλιο, που με μισό καλοκαίρι ζέστη, του ήταν αρκετό να ψιλοσκεβρώσει κι έτσι έχανε στροφές. ωστόσο μια τόση δα δυσλειτουργία δεν μείωνε τη σημασία του ραδιοπικάπ της Άννας.

όπως και να´χε ήταν σπουδαίο να κατέχεις ένα τόσο μοντέρνο εργαλείο και η Άννα επιτέλους νομιμοποιήθηκε να το χρησιμοποιεί στη διαπασών και να επιδεικνύεται περήφανα στη γειτονιά. μόνον αυτή κι άλλος κανείς. άστους εκείνους με τα επιτραπέζια πικάπ και τα ξεχωριστά ηχεία να αλλάζουν συνεχώς δίσκους ή, ακόμη χειρότερα, εκείνους τους καημένους με τα χοντροκομμένα μαγνητόφωνά τους που συχνά-πυκνά έπρεπε να τυλίγουν πίσω την ταινία που έφευγε από τη θέση της με το παραμικρό.

το ραδιοπικάπ της την αγάπησε και την ακολούθησε πειθήνια κι η Μέλανι Σάφκα γέμισε έτσι το 4 Χ 4 Χ 4 δωμάτιό της και τη γειτονιά με τη βραχνή φωνή της και με Candles in the rain: we were so close, there was no room, we bled inside each others wounds, we all had caught the same disease and we all sang the songs of peace. some came to sing, some came to pray, some came to keep the dark away. so raise the candles high cause if you don’t we could stay black against the sky, oh oh raise them higher again and if you do we could stay dry against the rain. είχε φέρει μια καρέκλα η Άννα μπροστά,  καθόταν ακίνητη και ευλαβική με το εξώφυλλο του δίσκου για ώρες στα χέρια να μαθαίνει τους στίχους απέξω, τόσο που σε λίγο καιρό η δική της φωνή σκέπαζε χωρίς κόπο τη φωνή της Μέλανι.

πέρασαν χρόνια κι η Άννα εξακολουθούσε να κάθεται μπροστά στο πικάπ της με τα εξώφυλλα των πολλών πια δίσκων της στα χέρια και να προσπαθεί να διαβάσει τα γράμματα στην ετικέττα, καθώς αυτοί γύριζαν πάνω στο πλατώ, έτσι για παιχνίδι. το προλάβαινε συνήθως με τα κεφαλαία, κι άλλοτε παρατηρούσε τις πυκνές χαρακιές στο βινύλιο που σχημάτιζαν ανισοπαχείς γυαλιστερές ζώνες στην κατάμαυρη επιφάνεια, προσπαθώντας να καταλάβει τί είδους ήχοι αντιστοιχούσαν σε κάθε απόχρωση γυαλάδας.

θα πρέπει να ήταν 79 ή 80 όταν η Άννα για πρώτη φορά σκέφτηκε να ασεβήσει πάνω στο υπέροχο πικάπ της. κάπου το είχε διαβάσει και της άρεσε και είπε να το δοκιμάσει. το χαρτόνι ήταν υλικό που αγαπιόταν, θύμιζε διαχρονικά σχολικά εγχειρήματα. έτσι έφτιαξε εύκολα και γρήγορα ένα χαρτονένιο κύλινδρο με δώδεκα κάθετες επιμελημένες στενές σχισμές στο πάνω του μισό, τόσον όσο να χωράει να κάτσει πάνω στο πλατώ του πικάπ της. αυτό ήταν το εύκολο μέρος της δουλειάς.

κατόπιν έκοψε επτά χαρτονένιες κορδέλες πλατιές όσο το μισό ύψος του κυλίνδρου. πάνω τους ζωγράφισε με παστέλ και πολύχρωμα μολύβια επτά χαριτωμένα θέματα. το κάθε ένα από αυτά το επανέλαβε αντιγράφοντάς το δώδεκα φορές, αλλά παραλάσσοντάς το τόσο λίγο κάθε φορά, όσο η κάθε μια από τις δώδεκα εικόνες του να ενσωματώσει λίγη κίνηση.

κάθε φορά, που τέλειωνε μία λωρίδα, ένωνε τις άκρες, την τοποθετούσε χαμηλά μέσα στον κύλινδρο και έβαζε μπροστά το πικάπ να γυρίσει. μέσα από τις σχισμές του κύλινδρου που γυρνούσε ισοταχώς μπροστά στα μάτια της διέκρινε τη ζωγραφιά της να ζωντανεύει. ούτε μπορούσε να φανταστεί τη μαγεία του τελικού αποτελέσματος τότε που είχε ξεκινήσει να ασχολείται. το κάθε θέμα της κινούνταν κι εξελισσόταν κυκλικά και γύριζε πάλι στην αρχή και πάλι το ίδιο, εξελισσόταν ξανά και ξανά.

η ταχύτητα της περιστροφής δεν επέτρεπε παρατήρηση της μηχανής αλλά μόνον του θέματος. έτσι το ροζ φίδι κουλουριασμένο πάνω στο πράσινο χορτάρι ξετυλιγόταν γρήγορα και γλιστρούσε έξω από το πλάνο, ο χορευτής με το ριγέ πανωφόρι χοροπηδούσε σε temps levé με λυγισμένα τα γόνατα, ο ζογκλέρ πετιόταν με το τραπίζ του από τη μιά άκρη της τέντας του τσίρκου στην άλλη, το κοριτσάκι με την κόκκινη φούστα πηδούσε το σκοινάκι του, ο ποδοσφαιριστής ετοιμαζόταν να σουτάρει, η γυμνάστρια ξαπλωμένη στριφογύριζε με τα πόδια της την τεράστια μπλε μπάλα, ο αγουροξυπνημένος ξεμάλλιαρος οικοδεσπότης με την πράσινη ρομπ ντε σαμπρ άνοιγε την κίτρινη εξώπορτα στο πορτοκαλί τέρας και του την ξανάκλεινε στη μούρη στο πιτς φιτίλι.

όλα αυτά ήταν ώρες πολλές δουλειάς με την Άννα επικεντρωμένη με πάθος στο αποτέλεσμα. ξεκίνημα της γραφής της πάνω στις χαρτονένιες λωρίδες ήταν οι πρώτες λέξεις που της έρχονταν στο μυαλό, καθόλου φανταστικές, όλες στηριγμένες στην πραγματικότητά της, όμως δεν το ήξερε ακόμη. δεν είχε ακόμη μεταφράσει πως το πορτοκαλί τέρας αντιπροσώπευε την αγωνία της για το άγνωστο, την ώρα που διάφοροι απρόσκλητοι, που διαγράφονταν σαν σκιές πίσω από το λαδομπογιαντισμένο τζαμάκι, χτυπούσαν το ρόπτρο της εξώπορτας. ότι το ροζ φιδάκι απεικόνιζε τους μικρούς της φόβους που της άδειαζαν τη γωνιά μόλις αποφάσιζε να τους κοιτάξει κατάματα. ότι το κοριτσάκι με το σχοινάκι ήταν συνώνυμο με την ανεμελιά που πεισματικά αρνήθηκε να εγκατασταθεί στην παιδική ψυχή της. ότι ο επιδειξίας επικίνδυνων ικανοτήτων ζογκλέρ ήταν ο θρίαμβός της στις προκλήσεις. όλα τα υπόλοιπα ήταν παραπληρωματικά στολίδια, πιθανόν ιδανικά, που βοηθούσαν να ακούγονται ήχοι, μουσικές και φωνές επιδοκιμασίας, όταν άρχιζε η παράσταση.

πολλές φορές τη μέρα έβλεπε από τις σχισμές τις ιστορίες της να επαναλαμβάνονται και σκεφτόταν ότι το σινεμά είναι τελικά ένας τεράστιος κύλινδρος που χωράει τον κόσμο όλο.. αθώες γενικεύσεις από ένοχο σπόρο..

 

το άγχος της επιτήδειας μηχανής (1)

ο κυρ Παναγιωτάκης, βιοτέχνης της αγοράς γύρω στα σαρανταδύο, παντελόνι μπεζ, πουκάμισο λευκό, μπουφάν μαύρο, φαλάκρα, λευκή επιδερμίδα με κίτρινες τις άκρες των δαχτύλων του δεξιού χεριού απ’ το πολύ τσιγάρο, ο κυρ Παναγιωτάκης που ονειρεύεται ώρες ελεύθερες και κοιμισμένες να γίνει πλούσιος επιτέλους σ’ αυτή τη ζωή, και όχι στην άλλη..
ο φίλος του ο Γιώργης, νεότερος, μελαχροινός, αξύριστος με πυκνό μαύρο μαλλί, βρώμικο τζην και μπουφάν κλειδαμπαρωμένο, άγνωστο τι επαγγέλλεται, είναι περισσότερο χωριάτης στην όψη και στους τρόπους από τον κυρ Παναγιωτάκη.
η Μαρίνα τους συναντά για πρώτη φορά ανάμεσα στα δέντρα ενός ελαιώνα, μέρα μεσημέρι στα μέσα του Νοέμβρη, κάπου εκεί στα τέλη της δεκαετίας του 80. για τη γνωριμία τους μεσολάβησε ο Αλέξανδρος, ένας πανέμορφος άντρας 35 χρονών, υπάλληλος στα λιγνιτωρυχεία Πτολεμαΐδας, με εκατον πενήντα χιλιάδες δραχμές μισθό, τη στιγμή που η Μαρίνα έπαιρνε μόλις σαρανταπέντε. προσπάθησε να της εξηγήσει ο Αλέξανδρος, καθισμένος στα δεξιά της στην καφετέρια ενός επαρχιακού ξενοδοχείου-γαμιστρώνα, πως είναι πολύ σημαντικό γι’ αυτόν να πιάσει επιτέλους την καλή, γιατί παιδεύεται τόσα χρόνια και τα λεφτά που παίρνει είναι λίγα και αυτός θέλει να κάνει σπουδαία ζωή και πρέπει να του φτάνουν. ονειρεύεται λέει μόλις πάρει το χρήμα να μεταναστεύσει στη Γερμανία, εκεί θα τον περιμένει καινούργια ζωή.
η Μαρίνα τον κοιτάζει με πολλή προσοχή. κοιτάζει πρώτα τα δάχτυλα των χεριών του. περιποιημένα χέρια, για τί στο καλό πληρώνεται τόσα; δεν φοράει βέρα ούτε στο λόγο του αναφέρεται σε κάποια γυναίκα εκτός από τη μάνα του. θα λυπηθεί λέει η μάνα του βέβαια αν θα φύγει αυτός στη Γερμανία αλλά θέλει πολύ να ζήσει καλά και είναι βέβαιος πως και η μάνα του δεν θα έχει ποτέ καμία αντίρρηση για την ευτυχία του γιου της. ο όμορφος Αλέξανδρος είναι μελαχρινός με πράσινα μάτια και η Μαρίνα τον καρφώνει μέσα σ´ αυτά και προσπαθεί να μαντέψει περισσότερα από όσα ακούει. παρατηρεί τα όμορφα δόντια του κάθε που γελάει.
έχει ήδη εφοδιαστεί με έναν επίχρυσο αναπτήρα Ντάνχιλ, άλλαξε το πακέτο τα τσιγάρα της σε Μπένσον και χέτζες, μάζεψε τα μαλλιά της πίσω σε χαμηλό σινιον, φόρεσε φον ντε τεν, κόκκινο κραγιόν, το καλύτερο φουστάνι που είχε, λεπτές νάιλον κάλτσες και ψηλοτάκουνα παπούτσια, έβαψε και τα νύχια της με μεγάλη επιμέλεια κατακόκκινα, έτσι ώστε να δείχνει κυρία του καλού κόσμου. έπρεπε να πείσει τους συνομιλητές της ότι ήταν μία κυρία του καλού κόσμου με πολλά λεφτά. συνόδευε εναν χοντρό γερμαναρά, πανύψηλο, με μεγάλη κοιλιά και τιράντες, με μύτη κόκκινη και στρογγυλή από τις πολλές μπύρες, ξανθό, σχεδόν άσπρο, προχωρημένης σχετικά ηλικίας για τα δικά της μέτρα, αυτή ήταν τριάντα κι ο γερμανός γύρω στα πενήντα πέντε, και είχαν προηγουμένως καλά συνεννοηθεί για το ρόλο που θα παίξουν στο ταξίδι αυτό το προσεγμένα οργανωμένο από την αστυνομία.
τον Φραντς τον έβλεπε επίσης για πρώτη φορά η Μαρίνα. τον είχε συναντήσει την προηγούμενη το βράδυ στο γραφείο του αστυνομικού διευθυντή, ήταν φίλος του και εχθρός της παράνομης εμπορίας. ο αστυνομικός διευθυντής του είχε ζητήσει να διαθέσει για την επιχείρηση την κόκκινη μερσεντές του, γιατί είχε μεγάλη αξία για την τύχη της το να φαίνεται λεφτάς. ήταν σαφές και μόνο που τον έβλεπες, πριν ακόμα ανοίξει το στόμα του, ότι στην πραγματική του ζωή ήταν καλοβαλμένος και μορφωμένος. μιλούσε τρεις γλώσσες εκτός από τα γερμανικά, γαλλικά, ισπανικά και φυσικά ελληνικά, παντρεμένος με ελληνίδα, γελούσε συχνά και τρανταχτά στο γραφείο του αστυνομικού διευθυντή, με ανοιχτό το στόμα και λίγα εκτινασσόμενα σάλια, άνετος, σαν φίλος του αρχηγού που ήταν, και αισθανόμενος φυσικά την υπεροχή του μέσα σε εκείνο το άθλιο μπορντέλο του αστυνομικού μεγάρου.
μέγαρα λέγαν οι αρχαίοι τα παλάτια και αυτή η άθλια πολυκατοικία στην οποία στεγαζόταν η αστυνομική διεύθυνση μόνο παλάτι δεν ήταν. ακόμη και στο γραφείο του αστυνομικού διευθυντή όλα ήταν χάλια και καθόλου διευθυντικά, αν εξαιρέσεις το φθαρμένο μαύρο δερμάτινο σουμέν με τα γδαρμένα χρυσοειδή στολίδια ολόγυρα και το διακοσμητικό στυπόχαρτο, εκείνο το ασταθές μαυριδερό ημικύκλιο εννοώ που στόλιζε επισταμένα για άπειρα χρόνια κάθε αρχηγικό γραφείο κι ας είχε προ πολλού εγκαταλειφθεί ο κονδυλοφόρος.
στις ετερόκλητες μεταξύ τους πάλαι ποτέ δερμάτινες πολυθρόνες είχαν βουλιάξει αναγκαστικά η Μαρίνα, ο Φραντς, ο Κώστας, ένας όμορφος ψηλός αστυνομικός, και η Πολύμνια, εκείνη η μαντάμ με το γουναράδικο γεμάτο λαθραίες γούνες, πολλά λεφτά και αφορολόγητα και η Πολύμνια έπρεπε να την βγάλει καθαρή αφού την είχαν στριμώξει για φοροδιαφυγή και παράνομες εισαγωγές. έτσι, σαν καταδότρια που σέβεται τον εαυτό της, αποφάσισε να δώσει εν ψυχρώ το νεαρό Αλέξανδρο που είχε κάνει κάποτε το μεγάλο λάθος να την πηδήξει και να της εξομολογηθεί στο επακόλουθο τσιγάρο τις άλλες του δραστηριότητες εκτός από τα λιγνιτωρυχεία Πτολεμαΐδας.
την Πολύμνια θα την έλεγες άσχημη μα καπάτσα, γυαλαμπούκα με μαύρο χοντρό σκελετό και πατομπούκαλα, με χοντρά μελανιασμένα χείλη, μεγάλο κώλο, μικρά βυζιά σκέτες υποψίες πίσω από το βαθύ ντεκολτέ του λουλουδάτου ντε πιες αρχές χειμώνα και ένα στόμα λαϊκό σαν από καταγώγιο.. η Πολύμνια κουτσοήξερε γερμανικά γιατί για μερικά χρόνια είχε υπάρξει μετανάστρια στη γερμανία. ο αστυνομικός διευθυντής πρότεινε να μιλούν μεταξύ τους μπροστά στους αλήτες εμπόρους, που θα συναντούσαν αύριο, σε ξένη γλώσσα, έτσι ώστε οι έμποροι να πεισθούν ότι ο γερμανός είναι ο αρχηγός, η Μαρίνα η γραμματέας του, ο Κώστας ο οδηγός του και η Πολύμνια μια καλή φίλη που τους φέρνει σε επαφή με την αρχηγική αφρόκρεμα της αρχαιοκαπηλείας.
αυτός ήταν και ο λόγος που η Μαρίνα αρματώθηκε πάνω της κάθε μικρή λεπτομέρεια που θα μπορούσε εύκολα και φθηνά να της εξασφαλίσει την εικόνα της πλούσιας. τον επίχρυσο αναπτήρα τον δανείστηκε από το μπαμπά της φίλης της και τα τσιγάρα της τα αγόρασε πανάκριβα ειδικά για την περίσταση. τα τακούνια ήξερε ότι θα της πλήγωναν τα πόδια, ωστόσο έκρινε ότι αποτελούσαν κρίσιμο στοιχείο για την εμφάνιση της.
στην καφετέρια του μικρού επαρχιακού ξενοδοχείου που σταμάτησαν για το πρώτο ραντεβού, έκανε πολλές σκέψεις η Μαρίνα παρατηρώντας με προσοχή το νεαρό υπάλληλο του λιγνιτωρυχείου Πτολεμαΐδας, καθώς μάλιστα μόλις είχε εισπράξει την απάντησή του για τον τεράστιο μισθό του σε σχέση με τον δικό της. τον οίκτιρε κιόλας από μέσα της που ήταν τόσο απατεώνας κι ας είχε χρήμα που λίγοι καθημερινοί τύποι είχαν παρόμοιο, αλλά λίγες στιγμές αργότερα τον αηδίασε σκεπτόμενη πώς ένας τόσο όμορφος και υπολογίσιμος άντρας έσπευδε τρέχοντας να χωθεί στη φυλάκα από πλεονεξία -είχε μάθει η Μαρίνα από μωρό ότι όποιος πάει για τα πολλά χάνει και τα λίγα-. καθώς τον παρατηρούσε με προσοχή σκεφτόταν ότι δεν είναι εύκολο να καταλάβεις έναν άνθρωπο δίπλα σου και ότι θα τον πηδούσε ευχαρίστως και χωρίς χασομέρι, αν δεν ήξερε τί μέρος του λόγου ήταν. βλέπεις η Μαρίνα είναι διαφορετική από την Πολύμνια, εκείνη πουτανέ στάιλ, η Μαρίνα παιδί των βιβλίων με έντονη διάθεση να διαβιοί εντός των ορίων της εντιμότητας, οπότε ο όποιος Αλέξανδρος δεν θα της εξομολογούνταν ποτέ βρωμοονειροπολήσεις και ξεράσματα. τότε η Μαρίνα σηκώθηκε να πάει για κατούρημα, όχι τόσο γιατί το είχε ανάγκη, αλλά γιατί ξαφνικά της ήρθε η επιθυμία να μείνει μόνη της με τον εαυτό της για να σκεφτεί όλα αυτά που γίνονταν γύρω της από χτες το βράδυ, έτσι, να γυρίσει τα μάτια της γύρω-γύρω χωρίς παρατηρητή, και να τα κλείσει, και να τα σφίξει για να νιώσει ξύπνια χωρίς ο περιποιητικός Αλέξανδρος να τη ρωτήσει: Πάθατε κάτι; άργησε πολύ στην τουαλέτα του ξενοδοχείου, έκανε όλες τις κινήσεις αργά, και όταν σηκώθηκε και στάθηκε μπροστά στο λαβομάνο για να πλυθεί και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη για να φρεσκάρει το κραγιόν της, ένιωσε αναγούλα για τη συνάντησή της με τον όμορφο παράνομο.
έμειναν στο ξενοδοχείο περίπου ως τις δώδεκα το μεσημέρι, ήταν ημέρα Πέμπτη, και ο όμορφος άντρας σηκώθηκε, πλήρωσε το λογαριασμό των καφέδων και του συνοδευτικού δεκατιανού και προχώρησε μπροστά για να δείξει το δρόμο που θα ακολουθούσε το αυτοκίνητο με τους τέσσερις επισκέπτες, που δεν ήταν η κόκκινη μερσεντές αλλά τελικά ένα μπεζ αγροτικό από τα κατασχεμένα με πινακίδα τσολ και δύο ζευγάρια καθίσματα. ο Αλέξανδρος είχε τηλεφωνήσει κάποιους να περιμένουν το μπεζ αυτοκίνητο. ο ίδιος τους χαιρέτησε εκεί, τη Μαρίνα με ένα χειροφίλημα.
βγήκανε λίγο πιο μακριά απ’ το ξενοδοχείο, οδηγούσε ο Κώστας και δίπλα του καθόταν ο Φραντς, πίσω από το γερμανό η Μαρίνα και δίπλα της η Πολύμνια. Μόλις απομακρύνθηκαν δυο-τρία χιλιόμετρα είδαν στ’ αριστερά τους τον ελαιώνα που τους είχε πει ο Αλέξανδρος και κάποιος πάνω στην άσφαλτο τους κούνησε το χέρι να σταματήσουν. πάρκαρε ο Κώστας με έναν ελιγμό μέσα στον ελαιώνα, εκείνος που τους έκανε νόημα, ο Γιώργης ήτανε, προχώρησε γρήγορα μπροστά σηκώνοντας το χέρι σε μια κίνηση Στάσου όπως είσαι, και οι τέσσερις άφησαν το αμάξι και ακολούθησαν περπατώντας τον τύπο βαθιά μέσα στον ελαιώνα, μέρα μεσημέρι με ήλιο και αρκετή ψύχρα.
διέκριναν λίγο πιο κει το κρεμ Λάντα, είχε τότε γεμίσει με Λάντα όλη η Ελλάδα. από τη θέση του οδηγού κατέβηκε ο Παναγιώτης, αυτός που λίγες ώρες αργότερα θα φαινόταν στη Μαρίνα τόσο κακομοίρης που θα τον ονομάτιζε κυρ Παναγιωτάκη. έκανε γενναιόδωρη κίνηση χαιρετισμού ανοίγοντας μπροστά και τα δυο του χέρια για να σφίξει τα δικά τους και ένα υπομειδίαμα εγκαθιδρύθηκε από τη στιγμή εκείνη στο κάτω μέρος του φεγγαροπροσώπου του. εξήγησε με λίγα λόγια πως η ανάγκη τον κάνει να κάνει αυτό που κάνει, είναι έντιμος άνθρωπος αυτός αλλά η δουλειά στη βιοτεχνία στην Πάτρα δεν πάει πολύ καλά και πρέπει να λάβει τα μέτρα του. ο γερμανός κοιτάζει αυστηρά αφ´υψηλού, κάτι λέει στα αγγλικά διφορούμενο στη Μαρίνα, που αυτή το πιάνει σαν Τον καημένο το μαλάκα, συγκατανεύει εξίσου σοβαρά κουνώντας το κεφάλι και ο Κώστας βγάζει από την τσέπη ένα μπλοκάκι και ένα μπικ για να κρατήσει σημειώσεις. η Πολύμνια στέκεται παρέκει ψιλοχεσμένη, καθώς δεν έχουν δα και όλοι γεννηθεί ηθοποιοί..
ο Φραντς δείχνει με το χέρι ότι θέλει να μη χάνουν χρόνο και ο Παναγιώτης ανοίγει το καπό του πορτ μπαγκάζ.