πόλεμος

πιέζομαι να κάνω κάτι

να καταφύγω σε κείμενα άλλων;

μα δεν θέλω να ξεφύγω από τη φυλακή μου

τί θα πει όταν λένε ότι τα περιθώρια στενεύουν;

μή ελαστικό περίγραμμα

το λεξιλόγιό μου στενεύει κι αυτό

δεν έχει σημασία

μέσον είναι

οι εικόνες πολλές μα η φυσική επιλογή διαλέγει μία

ο κόσμος εντός μου φουσκώνει

σπρώχνει προς τα έξω

εμποδίζεται μα θέλει να εκραγεί

τουλάχιστον να εξέλθει έστω και βίαια

μόνη λύση η έκρηξη

τότε τα περιγράμματα θα σπάσουν ακαριαία

τα τζάμια στις προστατευτικές βιτρίνες της παρατήρησης

θα γίνουν γιαλιστερά τρίμματα

και θα σκορπιστούν μακριά

κάθε μορφή θα πάψει να υπάρχει

αργή ροή πηχτού χυλού θα ξεκινήσει

κίτρινο χρώμα θα έχει χωρίς αποχρώσεις

το χρώμα που μισώ

περιέχει πολύ λευκό όμως

το φως είναι λευκό

άρα υπάρχει ελπίδα στο κίτρινο αν όπως λένε το φως είναι ελπίδα

θα είναι σαν εκείνη την εκκλησία του 1900 στο Τέτοβο

καμπύλα είχαν φουσκώσει τα τοιχώματα

η λευκή πελεκημένη και ισιασμένη πέτρα

νικήθηκε στη δύναμη της έκρηξης

βέβαια υπήρξαν και χαλάσματα

κυρίως διαλυμένο υλικό μέσα και έξω

το λευκό διαλύθηκε κι αυτό

λίγα μέτρα πιο πέρα ο γέρων κυνηγούσε το εγγόνι

κι η κότα ερχόταν πρώτη τρέχοντας με ανοιχτά φτερά

ξεπουπουλισμένη κακαρίζοντας

και δίπλα η μαύρη τρύπα έχασκε στη στέγη του γείτονα

όλα ανάμικτα σε κόσμο που υπήρχε και υπάρχει

σε κόσμο που με πόνο μπαλώνει τον πόλεμο

ανελέητος χειμώνας

το πρωινό αχνοφέγγει

χειμώνας είναι

η ώρα επτά

στο κρεβάτι καθισμένη ανατολίτικα ακούει προσεκτικά τη σιωπή την τυλιγμένη γύρω της

έξω αέρας να φυσά ξεκίνησε

τα τενεκέδια που κυλάν στο δρόμο τη διαλύουν άσπλαχνα

μα πόσο τη χρειάζεται τη σιωπή αυτή..

«πουλιά πετούν όταν φυσά αέρας;» αναρωτιέται

-κάθε φορά που ο βαρδάρης σφύριζε αυτή το ίδιο ανόητο πράγμα αναρωτιόταν-

οι θόρυβοι της ψυχρής νύχτας αναστατώνουν τη ρέμβη της

θέλει να χαθεί στην αναπόληση μα ο χειμώνας την εχτρεύεται

«τώρα τυλίγει τα μακριά του χέρια γύρω μου

με σφίγγει στο ζεστό του στήθος..»

μισοκλεισμένα μάτια

χρώμα κατέφθασε πολύ

τη λούζει η ανάμνηση

ξανά το πνεύμα του αέρα θορυβεί

την ξύπνησε

πώς θα προκάμει τώρα να χαρεί πριν το φως της πάρει μακριά το όνειρο;

παρασκευή 23 ιανουαρίου 2015

σκηνογραφία

τεράστιο φανάρι

πλέεις στον ωκεανό της πίστης μου σε σένα

λεπτά δερμάτινα λευκά πετάσματα τα βλέφαρα

το φως σου αγκαλιάζουν και τηρούν

σε υποθετικά ουτοπικά ταξίδια παρασύρομαι

καταστρώνω ανέλπιδα σχέδια

με φώτα και σκοτάδια μπερδεμένα

έτσι που σηκώνουν ψηλά το θυμό μου

τότε σαν αγριεμένη μηχανή γρυλίζω

κι ύστερα κοιμάμαι πανύψηλη

κάτω από τα χαμηλά ταβάνια της ξεχάρβαλης ιδιοκατασκευής μου

γλυστράς φανάρι στο λιπαρό ατμό του ορίζοντα

με μικρή υπέροχη πατρίδα μοιάζεις

της ψυχής μου μεταίσθημα

αντάλλαγμα σε πήρα για μια νύχτα

για το ναι

στον Φίλιππο

«μπορώ να σε αγγίξω;» τον ρώτησε

χρόνια μετά που τον ξανάδε

(«να σου χαϊδέψω τα μαλλιά» εννοούσε)

εκείνος χαμογέλασε σιγανά

το χαμόγελο έτρεμε

κίνησε μαζί αμυδρά και το κεφάλι προς τα κάτω

ήθελε να δείξει έτσι «ναι»

μια φορά ήταν αρκετή

μα το κίνησε φανερά μπορεί και τρεις

που έσβησαν αργά

μέσα του κινήθηκε πολλές φορές

κραυγάζοντας το «ναι»

(όπως πολυδιάβασα όλο αυτό περιγράφεται αλλιώς:

«το είναι του συγκατένευσε»

το διάβασα αλλά δεν το άκουσα όσο δυνατά θα ήθελα

λειψό το βρήκα

κανείς δεν έγραψε πως η κατάφαση ταξίδεψε με την ηχώ

μακριά πέρα από ανθρώπινα αυτιά

κατόπιν ότι τα ζώα το άκουσαν κι αυτά

τα έντομα κι αυτά

και τα λουλούδια αν μπορούν να ακούσουν

ότι η φύση το ταξίδεψε το «ναι» κι ύστερα το εκτόξευσε ψηλά

κι ο ουρανός για να το ακούσει)

δύναμη που είχε ο έρωτας

παραμερισμένος στη γωνιά τόσο καιρό!

εκείνη πρόσταξε τις τρεις γροθιές ν´ανοίξουν αμέσως

(είχαν σφιχτεί τα δάχτυλα να κρατηθούν ζεστά

είχε σφιχτεί η καρδιά να φυλαχτεί από το λάθος)

τα χέρια ξεκίνησαν τη διαδρομή

η καρδιά είχε διαδράμει παλαιόθεν

επίπεδα

τα επίπεδα του συναισθήματος νιώσε και ταξινόμησε:

αν υποφέρεις, άφησέ το να κυλήσει όπου βγει

μπορεί και να μικρύνει ή να σε σύρει ανύποπτα μπορεί

μα εσύ θα είσαι υποψιασμένος

κι αν αγαπήσεις θυμήσου να το ακούεις

ούτε πομπώδες είναι ούτε υπόκωφο

ακούγεται με όρους καθημερινούς συχνά

κι αν αδιαφορήσεις φυλάξου

αύριο μπορεί να αλλάξουν όλα μέσα σου

καλό είναι να μπορείς να συναλλάσσεσαι

αν περιφρονήσεις δεν είσαι υπερβολικός

κάποιοι λόγοι σε έφεραν εδώ

αφού πρώτα αλλού λανθασμένα σε οδήγησαν

αν πάλι ξεγελαστείς και νιώσεις ανήμπορος ή βλαξ

παροδικό αλλά απαραίτητο ήταν να συμβεί

μπορεί κανείς με την αφέλεια να συμπράττει πότε-πότε

κι όταν σωπάσεις κι όλα τα δέχεσαι

σαν αποτέλεσμα, συνέπεια ή τιμωρία

τότε γερνάς μικρούτσικος και κατσιασμένος

δευτέρα 17 δεκεμβρίου 2018, 01:26

στρατηγείο

υποχρεώνω το κορμί σε μεγάλα βήματα

ένα-δύο, εν-δυό

σαν σε παρέλαση να βρίσκομαι

προσέχω κιόλας μη χάσω το ρυθμό

καλός τρόπος διατήρησης

ενός παρελθόντος που οπισθοχωρεί

δευτέρα 9 νοεμβρίου 2015, μεσημέρι

ταξιδεύοντας με ήπιους τρόπους

αφήνω τον καιρό να περνάει κάτω από μένα

κυλάω πάνω του σιωπώντας

μέσα μου μιλάω ακατάπαυστα

φτάνει που ακούω εγώ

υπήρχαν καιροί που νόμιζα σημαντικό να ακούνε οι άλλοι

ό,τι άκουσαν, άκουσαν

έτσι κι αλλιώς οι άλλοι λιγόστεψαν πολύ

πήρε ο καιρός τους περισσότερους

πήρε η μνήμη μου άλλη θέση

ταξίδεψαν κι αυτοί

όλοι ταξιδεύουν

ο τρόπος έχει σημασία

οι υπέροχοι μαλώνουν τους άλλους

σπίτια κλειστά

σκυμμένα προς τα μέσα

παράθυρα ανοιχτά

για να κοιτάζουν έξω

τρύπες στη μοναξιά που εγκαταστάθηκε

και όλοι κάνουν πως δεν το γνωρίζουν

κυριακή 7 φεβρουαρίου 2015

gambler

μαύρη ψυχή πετάει πάνω μου

τείνει να σβήσει στον ορίζοντα

αρνήθηκα να συναινέσω στη μανία του όσο ζούσε

αντιστάθηκα

ήθελε να λιώνει κάθε ανάμνησή μου σε πικρό διάλυμα κοινοτυπίας

κακότητα

που τον συνέπαιρνε να ψιλοκόβει την καρδιά μου

γιατί έζησα ζωή γεμάτη -την πλήρωσα ακριβά που την αγόρασα και τόξερε-

είχα τη δύναμη ν’ αντέχω την πληρωμή κάθε χαράς ακόμα

τίποτα δε μου χαρίστηκε

μα αυτός το συναίσθημά μου πρόδωσε εύκολα κι αδιάφορα

ανάξιος ν’ αγαπά και ν’ αγαπιέται

ουτιδανός

σκουπίδι

τον σκότωσα μέσα μου επιτέλους

δεν πονώ

άλλη μια ακριβή αγορά

μα έγινε

25 νοεμβρίου, παγκόσμια μέρα εξάλειψης της βίας κατά των γυναικών

λέξη κενή

όταν ο πόνος που η επιθυμία προκαλεί στο κέντρο του κορμιού κοπάζει

ο ύπνος είναι ευθύγραμμος

εγκεφαλογράφημα στενή μακριά ατέλειωτη γραμμή

ως την ώρα που το ρολόι ταράζει τη γραμμή που χορεύει τότε τρελαμένη

ξύπνησα και χαμογελώ για να αντέξω πάλι τη μονοτονία

δεν κυριολεκτώ βέβαια

η λέξη μονοτονία είναι χωρίς περιεχόμενο

υπάρχουν τόσα πράγματα να κάνω

θα τα αντάλλαζα όλα για ένα καλοκαιρινό μεσημέρι μαζί σου