συνέπεια της σιωπής

 

λέτε συχνά μια φράση στερεότυπη αντιγραμμένη

πως η αγάπη άργησε μια μέρα,

φράση καλή που σας βολεύει

να θορυβείτε με ποιητικό νομίζετε τρόπο.

δεν πιστεύω σε λογοτεχνίζουσες διατυπώσεις

ούτε για να περνάει η ώρα δεν τις θέλω.

 

εδώ ποτέ δεν ήρθε η αγάπη.

τα πρόσωπα γίναν φωτογραφίες που ξέβαψαν στο φως,

η αναμονή έγινε βρόγχος που έθρεψε τις νύχτες,

κι όταν σαν πνεύμα σύρθηκε η ιδέα της

αγγίζοντας τους ώμους μου,

ανατρίχιασα μπροστά στην πιθανότητα πως έφτασε,

 

κι έπειτα συνέχισα παλινδρομώντας μια έτσι και μια αλλιώς

περιμένοντάς τον να γυρίσει κατά δω το πρόσωπό του,

αφού ορκίζονταν για τη μοναδικότητά μου.

μα κατέληξα πως ήταν ψεύτης.

καλύτερα να υποταχτώ στο κύλισμα του χρόνου,

να σπαταλιέμαι δεν κερδίζω δα και τίποτε.

 

σκέφτομαι πως αν αλήθεια με αγάπησε

θα με κλάψει σιωπηλά στη γωνιά όταν πεθάνω.

έτσι κανείς δεν θα μάθει πως αγαπήθηκα.

ούτε εγώ η ίδια..

 

το νερό κι εσύ

 

για έναν περίεργο λόγο νομίζω
πως δεν θα μου αρνηθείς ένα ταξίδι στη Βενετία

λευκός αχνός να ατμίζει το νερό μέσα στη νύχτα
θολό πρασινωπό μαρμάρινο θαρρείς
γεμάτο είδωλα φαναριών και φασάδες που πάλλονται
αφήνοντας τα φώτα τους να ρεύσουν μέσα του
ωχρά και κίτρινα σαν το φοβισμένο μου πρόσωπο μπροστά στην άρνηση
πορτοκαλιά σαν το πανηγύρι μέσα μου στην κατάφαση
κόκκινα σαν τα όνειρά μου

κι εσύ νερό που πίνεις τόσο εύκολα το φως
πιες και τους δισταγμούς μου κι άσε με να νιώσω ελεύθερη
να ίπταμαι όλο και πιο ψηλά
να σε κοιτάζω κάτω μου να μεταμορφώνεσαι
σε μαύρες γυάλινες κλωστές με χαλαρή εμπλοκή
που θα λεπταίνουν καθώς θα παίρνω ύψος
κι όταν τα νησάκια που ράβεις κάλυμμα θαλασσινό
μικρύνουν τόσο που να χωρούν στη χούφτα μου
θα εκτιναχτώ από χαρά στο άπειρο και θα ολοκληρώσω το ταξίδι

ύπνο πάνω σε λεπτά μεταξωτά σεντόνια διανοούμενη μαζί σου
πίσω από βήλα βαριά στα παλιά παράθυρα
θα κοιμηθώ στον ώμο σου κι αν είναι ευτυχία
το χέρι θα σφίγγω το ζεστό σου ίσαμε τ´ακροδάχτυλα να κοιμηθούν κι αυτά

απληστία

 

ο ήλιος πάντα θα λάμπει, με μένα ή χωρίς εμένα,

τα σιτάρια θα κιτρινίζουν κυκλικά και θα θερίζονται,

τα δέντρα θα ξεδιψούν σε απρόοπτες διαδρομές νερού,

οι αιωνόβιες χελώνες θα λιάζονται κροταλίζοντας τα καύκαλά τους

 

θέλω να βυθιστώ σε όσο παραπάνω φως μπορώ,

όσο ακόμα υπάρχει χρόνος και έχω φωνή και θυμικό,

χωρίς γκρίνιες για τα ζεστά μεσημέρια,

χωρίς κρυμμένα μπράτσα κι αφελείς ενδυματολογικές επιλογές

 

το φως στις χούφτες σου το κράτησες και μου το χάρισες,

στιγμές μόνο, στα γρήγορα, ήσουν βιαστικός να φύγεις

κράτησα τότε όσο μπορούσα, κρατώ, μα θέλω κι άλλο

δεν έπαψα ποτέ να επιθυμώ, δεν ξέχασα πώς είναι ν’ αναπνέω

 

σάββατο 18 ιουλίου 2015, 16:30

το όλον και το μέρος

 

στον έντιμο Θάνο

γιατί απάλειψε τα όρια; γιατί ταξίδεψε άπονα εμπρός;

γιατί βιασύνη επέδειξε και αλυπία;.

ποιος να ΄θελε να κλάψει για την απώλειά της άραγε;

ως αθώα δεν μπορούσε ούτως ή άλλως να υφίσταται

είναι εκείνος που την έσπρωξε απ’ τα κάγκελα

με τον τρόπο του, να παίρνει από αυτήν το μέρος πάντα,

εκείνο που τον βόλευε εννοώ.

τι άλλο τάχαμ ξέρει αυτή μοναδικά να πράττει;

για το όλον αδιαφόρησε, ό,τι του έλειπε το μέρος ήταν

το πόθησε, το πήρε, το μεγέθυνε, το ύψωσε, το θεοποίησε,

μα μέρος ήταν μόνο και αυτήν πολλά κομμάτια τη συνάρμοζαν

-για όλα τ’ άλλα αδιαφορούσε ο επαρχιώτης επιβήτορας,

ή, καλύτερα, δεν είχε εντοπίσει ότι υπήρχαν κι άλλα

το μέρος έβλεπε και ήθελε μονάχα-

κυριακή 31 αυγούστου 2014, πενθώ

η αναζήτηση της τελειότητας

 

μου πήρε καιρό όσο ν´ αποφασίσω ότι έσφαλα,

τα μάτια μου πως έκλεισα από το φόβο της απώλειας κάθε πιθανότητας

ν´ αγκαλιαστώ μ´ ένα κορμί λερό από συγκεχυμένα πάθη ατιθάσευτα. 

εκκώφευσα στη μόνη αλήθεια που αυτός εκραύγαζε. 

κι όμως ακόμη δέσμια του εαυτού μου

διαδράμω ατέρμονα τον κύκλο με κέντρο το φόβο

 

δευτέρα 9 νοεμβρίου 2015, μεσημέρι

άτιτλο VII

 

 
έπνιξες στο στήθος το γήινο λόγο μη τυχόν και ακουστείς
δεν μεταφράζεις τίποτε μέσα σου
όλα μόνο συμβαίνουν και μόνο ρέουν
και κατευθύνονται στη θάλασσα
που καταδεκτικά θα τα ρουφήξει
σαν συνέπεια της ροής προς το κατώτερο μεγάλο.
ούτε βουή ούτε ψωμί.
διάλεξες γωνιά για να σταθείς στο ένα πόδι
ασκήσεις ταπεινότητας στο ρεύμα που σε τύλιξε.
προσπάθησες να κατανοήσεις την ύλη της μοίρας σου
όσο να μάθεις πως άυλες είναι όλων οι μοίρες τελικά
από το τελευταίο κιόλας φως της πρώτης μέρας τους
τότε που χαράσσονται στου καθενός μας τα πατήματα.
αφηρημένα ουσιαστικά χορεύουν στη σιωπή σου
οι έννοιες που αγάπησες κι εχτρεύτηκες.
ροή να υπάρχει μοναχά κι ας χάνεται στη θάλασσα.
ούτε χαρά ούτε κορμί.

και δω τα χέρια μου ανοιχτά σε περιμένουν.

ζητείται θύτης

 

σ’ ακολουθώ με κάθε ευκαιρία
χαίρομαι που υπάρχεις
θέλω να δράττεις τη ζωή
κι όταν σε βλέπω να το κάνεις ευτυχώ.
μα όλο επιδιώκω να υποθέτω και
με υποθέσεις ξακρίζω τις αλήθειες,
μουντώνω τις λάμψεις μόλις λίγο τις χαρώ.
σ´εμένα δεν οφείλονται χαρές.
ειν´η απόφαση που πάνω της προσπίπτει κάθε φως
μόλις εκρήγνυται
καταπατιέται λίγο ύστερα γιατί έτσι το αποφάσισα.
έτσι κάθε υπέροχη αναμονή σύντομα εξαϋλώνεται
γιατί μόνον άλλου τελικά μπορεί να είναι.
κάθε αχρωμία δικαιολογείται σαν φυσικό επακόλουθο.
αφού το χρώμα ξεθωριάζει γιατί
τα χρώματα σωρεύονται στο νου μου;
τίποτε δε μου οφείλεται και
ας είναι η λογική μου που άλλα λέει.
ποιος τάχα με σπρώχνει από το φως να υποχωρώ;
τα μακρινά ταξίδια της ψυχής ποιος όρισε
και μένουν μόνο στο ξεκίνημα;
αναρωτιέμαι άχρηστα αιώνες τώρα
και μετά απλώνω το χέρι να σβήσω τη λάμπα.

ναρκισσισμοί

 

πιάστηκα πάλι να βρω απάντηση για κείνο
το οικείο κι επαναλαμβανόμενο ερώτημα
πώς είναι τάχαμ δυνατό να αγαπάς αυτό που δεν υπάρχει.
κάθε φορά που επιχειρώ την κατανόηση
βάζω κάτω τις ενδείξεις και αρχίζω να καταμετρώ.
πάντοτε λειψές μου βγαίνουν αλλά μετά
τις πλάθω ολοστρόγγυλες χωρίς αγκαθωτά τελειώματα.
τις δικαιολογίες μαστορεύω και με τα πάθη
συζητώ ασταμάτητα και γι´αυτά δουλεύω.
μου αρέσουν για συνομιλητές
γιατί θορυβούν όσο εγώ τους επιτρέπω.

είναι να μην είσαι ικανός τελικά.

παρομοίωση


«κοινά τοπία»
«παρεμφερή τοπία»
πρέπει να βρω συνώνυμο της πρώτης λέξης οπωσδήποτε.
σφίγγω τα βλέφαρα με δύναμη
ν´απομονώσω το μυαλό να μπει σε κίνηση.
κάποτε πολύχρωμα πεταλουδάκια ξεπετιόνταν με το σφίξιμο
τώρα ούτε καν μονόχρωμα.
μάλλον παχύνθηκαν τα βλέφαρα και σκοτεινιάζουν.

ανάμεσα στις πινελιές κι ανάμεσα στις λέξεις βολοδέρνω
ώρες και ώρες κάθε μέρα.
δυό όργανα ή όπλα της επιθυμίας που αγωνιά να εκφραστεί
ίδια βαραίνουν όποια κι αν είναι η ώρα που τα φορτώνομαι.
ίσως το πρώτο πιο αργό κυλάει, το δεύτερο απαιτητικό στέκεται στην πόρτα.
τί θέλουν και τα δυό; μυαλό, δάχτυλα, κατόπιν να οπισθοχωρήσεις
για να παρατηρήσεις πόσο πέτυχες αυτό που είχες κατά νου.
μετά να τα κοιτάς κατά καιρούς και κάθε ματιά αλλιώτικη να είναι
η μιά εικόνα να μη μοιάζει απολύτως με την άλλη.

λέτε να το γυρίσω και να γράψω Συγγραφέας στην εισαγωγή;
μπορεί και Ζωγράφος; μα αυτά απαιτούν την ερμηνεία τους
και γω τώρα στέκομαι αδαής.
κοινός.. παρεμφερής..

κόκκινο

 

κόκκινο μέσα μου απομένει το υπόλειμμα της μάχης.
ό,τι και να αγγίξω παίρνει χρώμα άλικο
αμέσως ή αφού πρώτα με διασχίσει.

και τότε ταράχτηκα που σ´αγαπώ.