μ´ακούς;

 

 

δε μπόρεσα κι απόψε να βγάλω από πάνω μου αυτό που με βαραίνει

εικόνα θα το κάνω

περιγράφοντάς το μήπως το σκορπίσω

τερτίπια δανεικά από την τέχνη μου είναι τούτα

να

κοντούτσικος άτριχος βραχνάς θρονιάστηκε στο λαιμό μου

και με κοιτάει με μάτια γουρλωμένα

και πρέπει εγώ να αποστρέφομαι να μη νομίζει ότι κατάφερε να με παγώσει

και

το πανωφόρι μου δεν ξέρω γιατί τόσο βαρύ κατέληξε να είναι

μάλλον έκανα ό,τι μπορούσα γι’ αυτό

το σκόνισα τις νύχτες με ιδέες και φαντάσματα

με προσωπογραφίες άχρωμες που νόμιζα πως μου χαμογελούσαν

και τώρα από πάνω μου δε βγαίνουν τόσα που φορτώθηκε σε άχρηστους περίπατους

κουράστηκα ομολογώ

βαρέθηκα τα ίδια και τα ίδια

και όμως κείτομαι και περιμένω να αλλάξουν τα χρώματα με ανάμειξη λίγου φωτός

νέα περιμένω μέσα στην παγκόσμια ακινησία να έρθουν απ´ τη θάλασσα

εκεί που ηθελημένα βούλιαξα για να υπάρχω

το προικιό (αποχαιρετιστήριο)

 

στο Πανικάλε εμπλέξαν τις δαντέλλες

κι όσο να φτάσουν με τ´ άλογα στη Σιένα

ο δρόμος έγινε άβατος

άνεμος αναπάντεχος σηκώθηκε και χάραξε νέο τοπίο

με σημάδια μαλακά κι έπειτα δύσβατα

έως ξερά και ανεπίστρεπτα

 

αρρώστιες του φόβου και της ατολμίας

σ´ενέδρα στήθηκαν επιστροφή να μην υπάρξει

κανένα γύρισμα στη βάση της υπακοής δεν πρόκειται να επιτρέψουν

κανένας ταπεινός δεν πρόκειται να συνεχίσει χωρίς τόλμη

ούτε ο ενάρετος ή ο πρόστυχος θα πάει και θα γυρίσει

ο δρόμος έλειψε, η μεταμόρφωση φυλάγει κάθε πρόθεση

 

δεν έζησε για κείνου τα καμώματα

χρειάστηκε κόπος να φύγει μακριά

με το προικιό για πρόσχημα πειράχτηκε ο δρόμος

προσαρμογές

 

 

σου έδωσαν ζωή από υποχρέωση

κι αυτή σε άφησε να περιμένεις

στο σκοτεινό δωμάτιο

εσύ πάλι την άφησες ν´αποφασίσει για σένα

σαν μαλακή καρδιά που προσποιήθηκε

του κόσμου τη σκληρότητα πως φοράει

αντίστασης προσαρμογή καθώς

ο σκληρός το χώμα αδιάφορα αγγίζει

μα τον ουρανό αδυνατεί

κι ούτε καν ψηλά τον νοιάζει να κοιτάζει

 

σαν δίωρη θεατρική παράσταση

που έδωσες και τέλειωσε

απ´τη γωνιά τώρα ανασαίνεις σιγανά

απλότητας προσαρμογή αυτή

που το χρόνο σου αθόρυβα μετράει

 

μέσα μου θυμάμαι και συγκρίνω

δεν ξέρεις πως μπορώ

 

είναι γιατί αποδοχής προσαρμογή

ελέγχει τα άκρα της ζωής σου

και τυφλό σε αφήνει

να μη διακρίνεις του κόσμου την αναίδεια

που εισχωρεί στο παράξενο

στο αδύναμο

στο ξένο

στο αλλιώτικο

 

θυμάμαι και συγκρίνω αναιδής κι εγώ

επιδέξια αδικώντας κάθε έναν

μπορεί και επιχαίροντας καμιά φορά

ώστε να σε υψώνω στα σημεία

ποτέ δεν πίστεψες πόσο πολύ σε αγαπώ

ποτέ δεν με χρησιμοποίησες στ´αλήθεια

λόγος για ένα στερεότυπο

 

πολύς λόγος γίνεται για την ελπίδα που πεθαίνει πάντα τελευταία

και όπως βαριέμαι τα κλισέ

σαν τρόπος βολικός που είναι να βγαίνουμε απ´τα δύσκολα

και τα αποστρέφομαι μόλις τα συναντήσω

να η φρασούλα τώρα ξεμυτάει θρασύδειλη

με άρπαξε -έξυπνη νομίζω εγώ πως είμαι-

και κολυμπάμε οι δυο μας στον αφρό στενά πιασμένες αγκαζέ

σάμπως εχθρές εικονικά ειρηνευμένες

 

σε λίγο θα αντιληφθώ πως απατήθηκα ξανά

κακώς εμόνοιασα με άχρηστο στερεότυπο

με λάθος βοηθό συμφιλιώθηκα

καλά φυλούσα τις δυο όψεις μου μακριά από ευκολίες

 

τί θα απογίνω άραγε χωρίς βοήθεια;

η βιασύνη μου με κυριεύει να τελεσιδικήσω

για τούτο κερδισμένη το πρωί ξυπνώ και αδειανή αργότερα κοιμούμαι

κλειδώθηκα

 

 

έκλεισε το στόμα μου

πίκρισε η γλώσσα μου

άνοιξα παράθυρα μα φως δε μπήκε

νύχτωσε ξανά χωρίς να είναι η ώρα

άδειασε ο χρόνος από μνήμες

το σπίτι σώπασε

το φως δεν θα ανάψει απόψε

τώρα που κατάλαβα πως ζω καθισμένη

στα σκαλιά μιας καμένης ύπαρξης

 

δεν είσαι πουθενά

κάτι ληθαργικά όνειρα το ξημέρωμα

που γλιστράνε πριν καν αναγνωσθούν

καμιά ανάμνηση δεν συγκρατεί τόση βιασύνη

πλέω σε ζεστό ακίνητο νερό

θα γυρίσω πίσω μόλις φέξει

ξανά τα ίδια

ανάλλαχτα και κυκλικά

όσο να σε ξανάβρω

 

όπως κι αν είσαι

βίοι παράλληλοι

 

στον W.R.

είναι ελευθερία ν´αναθυμάσαι μόνη σου με πόση δύναμη περιτύλιξες νου και σώματα;

παροδικά το ενέκρινε και κείνος και αφέθηκε να αιωρείται πλήρης μπροστά στους προβολείς

που παίρνουν ένταση και χρώματα απ´ την αναμενόμενη χαρά που πια συμβαίνει

αφ´ εαυτού σου διάλεξες πως μόνο τη μνήμη σου χρειάζεσαι σαν ικανή να τη χειρίζεσαι

σε ευκολύνει να μακρύνεις

με αγώνα πρέπει να σωθείς απ´το περίτεχνο εκείνο πλάσμα σου

έτσι άλλωστε και κείνος σου απαίτησε μόλις φοβήθηκε πως ενεπλάκη στο δίχτυ του ονείρου σου

αν τον ρωτούσες θα σου έλεγε πως το μυαλό σου πλέκει ιστορίες ανυπόστατες

αυτός δε φταίει που εσύ δα ξεμυαλίστηκες

παιχνίδι φαντασίας ήτανε για να´ναι ο καιρός μας ευκολότερος

λάθος σου που συ γι αληθινό το πέρασες

στα σοβαρά το πήρες και ταξίδεψες… πώς τόλμησες…

 

μόνος εκείνος βασανίζεται στην αίθουσα του θρόνου του

δική του η ελευθερία

πάνω της γαντζώνεται και επαναλαμβάνει κλεμμένο λόγο διφορούμενο

τον βόλεψε ελλόγιμος να δείχνει χωρίς καν παύση

κακός πως είναι επιτέλους θα παραδεχθεί;

 

Which side are you on?

παρασκευή 26 δεκεμβρίου 2014

άτιτλο ΙΙΙ

 

τους ανθρώπους τους κατατρύχει η μοίρα τους..

πεθαίνουν όπου έζησαν

ζουν όπως δεν ξέρουν

γελάνε όπου έκλαψαν

μισούν αυτό που αγάπησαν

σφίγγουν πάνω τους όσα παράτησαν

απωθούν ό,τι τους άγγιξε

ξεχνούν τα μάτια που τους κοίταξαν

αφήνουν πίσω χείλη που τους φίλησαν

ζητιανεύουν όσα κρατούν

ο τρόμος τους σαστίζει τα αυτονόητα

η ελαφρότητα βαρύτερη ηχεί

τα φανερά κλειδώνονται στα σπίτια τους

τα απόκρυφά τους δημόσια διαμοιράζονται..

για τις αποχρώσεις μου κοπίασα πολύ..

το μόνο που κατάφερα ήταν να διαφέρω

κυριακή 10 νοεμβρίου 2017

κακοί αριθμοί – κακός χρόνος – τρεις άνθρωποι εκδικούνται

 

η στροφή προς τα μέσα

εσύ πότε με το καλό; ρωτούσαν την κοπέλα

μικρή, μόλις 27, και φοβότανε τη μοίρα της

μην απογοητεύσει τους επενδυτές της.

σκληρή η μοίρα της την καταχέριασε ακόμη κι όταν της έκαμε τη χάρη

να συναντήσει το δυνάστη της.

γύρισε μέσα της και κρύφτηκε βαθειά η κοπέλα.

κρυμμένη έτσι έζησε με σκέψεις και φαντάσματα

κι όταν η εχθρά μοίρα τάχαμ την ευνόησε έστω και με άγριο τρόπο

μεγάλη πια ελευθερώθηκε νόμισε από αυτά

έπεσε με τα μούτρα στο χαμένο χρόνο να προλάβει

σε βάρος οποιουδήποτε

 

ο χρόνος που σταμάτησε

εσύ πότε με το καλό; ρωτούσαν το αγόρι

νεαρός μόλις 32 και φοβότανε τη μοίρα του

ανάξιό τους τον ονόμαζαν, αλήτη.

σκληρή η μοίρα του τον καταχέριασε ακόμη κι όταν της έκαμε τη χάρη

να προσπαθήσει όσο ήξερε.

γύρισε μέσα του και κρύφτηκε ανήμπορος ο άντρας.

κρυμμένος έτσι έζησε με σκέψεις και φαντάσματα

κι όταν η εχθρά μοίρα τάχαμ τον ευνόησε έστω και με ψεύτικο τρόπο

μεγάλος πια ελευθερώθηκε νόμισε από αυτά

αδιαφόρησε σκληρά για το χαμένο χρόνο

σε βάρος οποιασδήποτε

 

θύμα που βαραίνει στο όνομα της αγάπης

γεννήθηκα 21 κυριακή. ούτε κατάλαβα ποτέ αν μ’ αγαπούσαν.

ξαναγεννήθηκα 21 σάββατο. τότε ήταν βέβαιο πως δεν μ’ αγαπούσαν.

τί θέλαν από μένα τότε;

να ζήσουν καλύτερα σε βάρος μου

έννοιες αρχαίες παραβίασαν

καθώς έκριναν αλάνθαστο το δρόμο τους.

σάββατο 2 αυγούστου 2014

εκπαίδευση στη λησμονιά

 

κοντός δρόμος, αδιέξοδος,

όσο να μάθεις πως λησμονιά δεν υπάρχει

εκεί που ακούμπησες τη ζωή σου όλη

για να πιεις ένα φιλί

 κυριακή 22 φεβρουαρίου 2015

συνέπεια της σιωπής

 

λέτε συχνά μια φράση στερεότυπη αντιγραμμένη

πως η αγάπη άργησε μια μέρα

φράση καλή που σας βολεύει

να θορυβείτε με ποιητικό νομίζετε τρόπο

δεν πιστεύω σε λογοτεχνίζουσες διατυπώσεις

ούτε για να περνάει η ώρα δεν τις θέλω

εδώ ποτέ δεν ήρθε η αγάπη

τα πρόσωπα γίναν φωτογραφίες που ξέβαψαν στο φως

η αναμονή έγινε βρόγχος που έθρεψε τις νύχτες

κι όταν σαν πνεύμα σύρθηκε η ιδέα της

αγγίζοντας τους ώμους μου

ανατρίχιασα μπροστά στην πιθανότητα πως έφτασε

κι έπειτα συνέχισα παλινδρομώντας μια έτσι και μια αλλιώς

περιμένοντάς τον να γυρίσει κατά δω το πρόσωπό του

αφού ορκίζονταν για τη μοναδικότητά μου

μα κατέληξα πως ήταν ψεύτης

καλύτερα να υποταχτώ στο κύλισμα του χρόνου

να σπαταλιέμαι δεν κερδίζω δα και τίποτε

σκέφτομαι πως αν αλήθεια με αγάπησε

θα με κλάψει σιωπηλά στη γωνιά όταν πεθάνω

έτσι κανείς δεν θα μάθει πως αγαπήθηκα

ούτε εγώ η ίδια