ανελέητος χειμώνας

το πρωινό αχνοφέγγει

χειμώνας είναι

η ώρα επτά

στο κρεβάτι καθισμένη ανατολίτικα ακούει προσεκτικά τη σιωπή την τυλιγμένη γύρω της

έξω αέρας να φυσά ξεκίνησε

τα τενεκέδια που κυλάν στο δρόμο τη διαλύουν άσπλαχνα

μα πόσο τη χρειάζεται τη σιωπή αυτή..

«πουλιά πετούν όταν φυσά αέρας;» αναρωτιέται

-κάθε φορά που ο βαρδάρης σφύριζε αυτή το ίδιο ανόητο πράγμα αναρωτιόταν-

οι θόρυβοι της ψυχρής νύχτας αναστατώνουν τη ρέμβη της

θέλει να χαθεί στην αναπόληση μα ο χειμώνας την εχτρεύεται

«τώρα τυλίγει τα μακριά του χέρια γύρω μου

με σφίγγει στο ζεστό του στήθος..»

μισοκλεισμένα μάτια

χρώμα κατέφθασε πολύ

τη λούζει η ανάμνηση

ξανά το πνεύμα του αέρα θορυβεί

την ξύπνησε

πώς θα προκάμει τώρα να χαρεί πριν το φως της πάρει μακριά το όνειρο;

παρασκευή 23 ιανουαρίου 2015

σκηνογραφία

τεράστιο φανάρι

πλέεις στον ωκεανό της πίστης μου σε σένα

λεπτά δερμάτινα λευκά πετάσματα τα βλέφαρα

το φως σου αγκαλιάζουν και τηρούν

σε υποθετικά ουτοπικά ταξίδια παρασύρομαι

καταστρώνω ανέλπιδα σχέδια

με φώτα και σκοτάδια μπερδεμένα

έτσι που σηκώνουν ψηλά το θυμό μου

τότε σαν αγριεμένη μηχανή γρυλίζω

κι ύστερα κοιμάμαι πανύψηλη

κάτω από τα χαμηλά ταβάνια της ξεχάρβαλης ιδιοκατασκευής μου

γλυστράς φανάρι στο λιπαρό ατμό του ορίζοντα

με μικρή υπέροχη πατρίδα μοιάζεις

της ψυχής μου μεταίσθημα

αντάλλαγμα σε πήρα για μια νύχτα

για το ναι

στον Φίλιππο

«μπορώ να σε αγγίξω;» τον ρώτησε

χρόνια μετά που τον ξανάδε

(«να σου χαϊδέψω τα μαλλιά» εννοούσε)

εκείνος χαμογέλασε σιγανά

το χαμόγελο έτρεμε

κίνησε μαζί αμυδρά και το κεφάλι προς τα κάτω

ήθελε να δείξει έτσι «ναι»

μια φορά ήταν αρκετή

μα το κίνησε φανερά μπορεί και τρεις

που έσβησαν αργά

μέσα του κινήθηκε πολλές φορές

κραυγάζοντας το «ναι»

(όπως πολυδιάβασα όλο αυτό περιγράφεται αλλιώς:

«το είναι του συγκατένευσε»

το διάβασα αλλά δεν το άκουσα όσο δυνατά θα ήθελα

λειψό το βρήκα

κανείς δεν έγραψε πως η κατάφαση ταξίδεψε με την ηχώ

μακριά πέρα από ανθρώπινα αυτιά

κατόπιν ότι τα ζώα το άκουσαν κι αυτά

τα έντομα κι αυτά

και τα λουλούδια αν μπορούν να ακούσουν

ότι η φύση το ταξίδεψε το «ναι» κι ύστερα το εκτόξευσε ψηλά

κι ο ουρανός για να το ακούσει)

δύναμη που είχε ο έρωτας

παραμερισμένος στη γωνιά τόσο καιρό!

εκείνη πρόσταξε τις τρεις γροθιές ν´ανοίξουν αμέσως

(είχαν σφιχτεί τα δάχτυλα να κρατηθούν ζεστά

είχε σφιχτεί η καρδιά να φυλαχτεί από το λάθος)

τα χέρια ξεκίνησαν τη διαδρομή

η καρδιά είχε διαδράμει παλαιόθεν

λέξη κενή

όταν ο πόνος που η επιθυμία προκαλεί στο κέντρο του κορμιού κοπάζει

ο ύπνος είναι ευθύγραμμος

εγκεφαλογράφημα στενή μακριά ατέλειωτη γραμμή

ως την ώρα που το ρολόι ταράζει τη γραμμή που χορεύει τότε τρελαμένη

ξύπνησα και χαμογελώ για να αντέξω πάλι τη μονοτονία

δεν κυριολεκτώ βέβαια

η λέξη μονοτονία είναι χωρίς περιεχόμενο

υπάρχουν τόσα πράγματα να κάνω

θα τα αντάλλαζα όλα για ένα καλοκαιρινό μεσημέρι μαζί σου

εκπαίδευση στη λησμονιά

 

κοντός δρόμος, αδιέξοδος,

όσο να μάθεις πως λησμονιά δεν υπάρχει

εκεί που ακούμπησες τη ζωή σου όλη

για να πιεις ένα φιλί

 κυριακή 22 φεβρουαρίου 2015

το νερό κι εσύ

 

για έναν περίεργο λόγο νομίζω
πως δεν θα μου αρνηθείς ένα ταξίδι στη Βενετία.

λευκός αχνός να ατμίζει το νερό μέσα στη νύχτα
θολό πρασινωπό μαρμάρινο θαρρείς
γεμάτο είδωλα φαναριών και φασάδες που πάλλονται
αφήνοντας τα φώτα τους να ρεύσουν μέσα του
ωχρά και κίτρινα σαν το φοβισμένο μου πρόσωπο μπροστά στην άρνηση
πορτοκαλιά σαν το πανηγύρι μέσα μου στην κατάφαση
κόκκινα σαν τα όνειρά μου

κι εσύ νερό που πίνεις τόσο εύκολα το φως
πιες και τους δισταγμούς μου κι άσε με να νιώσω ελεύθερη
να ίπταμαι όλο και πιο ψηλά
να σε κοιτάζω κάτω μου να μεταμορφώνεσαι
σε μαύρες γυάλινες κλωστές με χαλαρή εμπλοκή
που θα λεπταίνουν καθώς θα παίρνω ύψος
κι όταν τα νησάκια που ράβεις κάλυμμα θαλασσινό
μικρύνουν τόσο που να χωρούν στη χούφτα μου
θα εκτιναχτώ από χαρά στο άπειρο και θα ολοκληρώσω το ταξίδι.

ύπνο πάνω σε λεπτά μεταξωτά σεντόνια διανοούμενη μαζί σου
πίσω από βήλα βαριά στα παλιά παράθυρα
θα κοιμηθώ στον ώμο σου κι αν είναι ευτυχία
το χέρι θα σφίγγω το ζεστό σου ίσαμε τ´ακροδάχτυλα να κοιμηθούν κι αυτά.

για την κολυμβήτρια

η κολυμβήτρια θέλει να φεύγει μακριά, να ξεπλένει τη μαυρίλα της τριβής της με τις άχρηστες αλήθειες γύρω της με ένα μακροβούτι στον κόσμο του υπόκωφου βουητού, αυτού που αργά-αργά θα υποχωρήσει και θα πάψει μόλις αυτή εισρεύσει στον παράδεισο. εκεί νομίζει ότι πάει τώρα. οι φυσαλίδες βγάζουν ήχο, οι κινήσεις των χεριών θόρυβο, ίσαμε που προλαβαίνει να διακρίνει τις ζαρωμένες ψίχες των δακτύλων της, η ανάσα της κοντή ακούγεται δυνατή στα νερωμένα αυτιά της, η αλμύρα κατεβαίνει μικρά ρυάκια από τις τούφες των μαλλιών της, της τσούζει τα μάτια, κάθεται στο πρόσωπο. θέλει κόπο να καταβάλει για να μεταβληθεί σε ροή, γιατί πριν μεταμορφωθεί, ο παράδεισός της της διαμήνυσε ότι δεν πρόκειται να τη δεχτεί. λαχταράει να λευτερωθεί και μακραίνει κι άλλο, ως εκεί που ακούει μόνο τον εαυτό της πια να θορυβεί. κάθε τι άθλιο, θλιμμένο, θλιβερό έμεινε πίσω. στρέφει το κεφάλι προς την ακτή, σκηνικό που χρυσοφέρνει, η μυωπία της διαλύει τα περιγράμματα σε κόκκους, σφίγγει τα βλέφαρα και το θέατρό της κομματιάζεται, οι άνθρωποι της παραλίας μεταφράζονται σε βουβά κινούμενα μαυριδερά σημάδια, τα λίγα χρώματα αμβλύνονται κάτω από φως του ήλιου και αυτή άρχισε κιόλας να μιλάει με τα μέσα της, χάνοντας όμως λεπτομέρειες, κάπως σαν εκείνες τις συλλαβές στην ξηρά, που εκπίπτουν με ασυνείδητη πονηρία στις μπάντες του μυαλού για να μην ολοκληρώνεται καμία φράση του συλλογισμού, που ξεστρατίζει έτσι ατίθασος και λυτρωμένος, και δόστου πάλι απ´την αρχή. η μνήμη της έχει από το ξεμάκραιμα κιόλας αρχίσει να υποχωρεί, τα αισθήματα αναδύονται μπλεγμένα φύκια ως το λαιμό της. έτσι ο λόγος που την έφερε εδώ στα βαθειά εύκολα επικρατεί, δεν χρειάζεται συλλογισμούς και αισθήματα για να βγει ο λόγος στον αφρό. ναι, να φύγει ήθελε μακριά και το κατάφερε με δυσκολία, να μεταφέρει το νου της στη σιωπή ήθελε για να τον εξετάσει κουνώντας του επιτιμητικά το δάχτυλο, μα τώρα ο εαυτός της συμπυκνώθηκε γύρω από μία μόνο επιθυμία, να τον ξαναδεί.

δράκος

 

ευτύχησα σκαρφαλωμένη στα φτερά του μύθου
που έφτιαξα για να ταξιδεύω στην ουράνια άκρη.
τις νύχτες αγκαλιάζω μετεικάσματα αλήθειας
που ο νους πυροβολεί χωρίς σταματημό στον τοίχο του μυαλού μου
κι αυτά γεννιούνται πάλι απ´την αρχή.

πετώ μέσα στο χρόνο ασήμαντη καθόλου ωραία.
ο μύθος μου σαν δράκος δυνατός
προβαίνει ηλιοσπυρίζοντας το φως
κι εγώ γελώ που ανασταίνω έρωτα για χάρη σου.
εμπρός τεράστιο ζωντανό προτού αδικηθώ.

ζήτημα μάθησης

 

αναμονή ατέλειωτη μιας αγκαλιάς νύχτες πολλές
νύχτες που μοιάζαν αξημέρωτες·
κάποια στιγμή ο ύπνος άρπαζε τη σκόνη των ονείρων
για να την οικειοποιηθεί.
και δοκιμές άχρηστες επιχειρούνταν τις μέρες τις μικρούτσικες
που άφηναν πίσω τους κενό το σώμα και το νου.
κι απάνω που η ροή ξεπνόησε
πάνω που όλα μάταια φανήκαν πια
καθώς χιλιάδες ξημερώματα περάσαν ανεκπλήρωτα
τοπίο άναψε από τα χρώματα
και ισχυρίστηκε με τούτα πως δικό σου είναι
για ν´αγναντεύεις κρεμάμενη απ´ τα σύννεφα
τον κόσμο τον ονειρικό αργά αργά να εκπληρώνεται.
χαριτωμένος απρόοπτα ιπτάμενος αφρός
που αγγίζοντας την επιφάνεια
χρωματιστά κενά αφήνοντας μετατοπίζεται
ο χρόνος έπαυσε. σώπασαν οι μουρμούρες του μυαλού
πώς να πιστέψεις τόσην ομορφιά; κανείς δεν σου έμαθε πως την αξίζεις.

εκείνος πίσω μου

προσγειώθηκα σ´ αυτό το συναίσθημα για σένα με ακατανόητο τρόπο. συνήθως έτσι απροσδόκητα συμβαίνει και κακώς εκπλήσσομαι, φταίει που θέλω όλα να τα ερμηνεύω. αυτοπροστατευτικοί λόγοι μου απαγορεύουν να το ονομάσω παραπάνω από Θερμή συμπάθεια (συγνώμη, χρησιμοποίησα κρύες λέξεις, μάλλον φοβάμαι πολύ τελικά, ωστόσο βεβαιώνομαι όσο περνούν οι μέρες ότι μια παραλλαγή προς τον Έρωτα θα ήταν ακριβέστερη. αλλά κρύβομαι πίσω μου, φτιάχνω σκιές για να μη διακρίνομαι, δε θέλω να με βλέπω μπορεί).

εκείνον τον άφησα πίσω μου. μου φάνηκε πως αίσθημα σιχασιάς και αηδίας τον απομάκρυνε βιαστικά από μένα. αν ήμουν πιο επιεικής θα τον ονόμαζα άρρωστο, μπορεί και νάλεγε αλήθεια όταν το ισχυριζόταν, μα επιείκεια και αυτοπροστασία δεν πάνε παρέα. σιγά σιγά έπαψε πια να με νοιάζει ακόμα και αν ζει ή τουλάχιστον αυτό απαντούσα πρόχειρα στην κάθε μου αναρώτηση. ξέρεις, όταν πάω να προφέρω το όνομά σου στους μονόλογούς μου, ξεστομίζω κατά λάθος το δικό του. είναι μάλλον από τη διαρκή επανάληψη, επειδή το δικό του το είχα φωνάξει δεκάδες φορές τις νύχτες, είχα ακούσει τη φωνή μου να το επαναλαμβάνει με όλη του τη συνοδεία αντάμα, ώστε τώρα να μην μπορώ να δικαιολογηθώ ότι ψεύδομαι: όνομα, επίθετο, όνομα πατέρα, μητέρας, γεννημένος στις δεκατρείς Μαρτίου του χίλια εννιακόσια πενήντα έξι στο Βόλο, στις έξι το πρωί..

λίγους μήνες πριν, καθισμένη στα σκαλάκια της Φοντάνα ντι τρέβι παρατηρούσα τους γιαπωνέζους σε δυο τους δραστηριότητες: πρώτη να τραβάνε σέλφι προβάροντας μουτσουνίτσες μπροστά στο μακρύ πλαστικό κοντάρι, τέτοιες που να μην αλλοιθωρίζει κατά το δυνατόν το βλέμμα στο τελικό αποτέλεσμα, και δεύτερη να στέκονται με ευλάβεια στραμμένοι προς εμένα, χωρίς να με κοιτάζουν απορροφημένοι στην επιλογή της ευχής τους, και με μια απότομη κίνηση να πετούν, μπλουπ, πίσω από την πλάτη τους το νόμισμα στο νερό. δοκίμασα να κάνω και τα δύο, το πρώτο μου φαινόταν ηλίθιο και το δεύτερο μαγικό, προτίμησα το δεύτερο. ένα δίευρο ήταν οκέι για να στηρίξει την ευχή μου. έκλεισα τα μάτια… , ζύγιασα και τα δυο χέρια πάνω από το κεφάλι μου και εκσφενδόνισα το κέρμα πίσω μου. ευχήθηκα αυτόματα Θέλω να ζήσω με τον… κι ενώ είχα στο μυαλό μου εσένα, ο νους μου ξεστόμισε το όνομα εκείνου, μόνο του, χωρίς τη συνοδεία του αντάμα, για να προλάβει τη διαδρομή ως το μπλουπ.

μα αμέσως κατάλαβα το λάθος μου και αμέσως τρόμαξα πως δεν ήταν λάθος. ήταν επειδή αυτός είχε κυριαρχήσει μέσα μου, ομολόγησα. είχα νιώσει πόθο και έρωτα για κείνον, από κείνους τους έρωτες και τους πόθους που, αν δεν τους ζήσεις, εγκαταλείπεις κάποτε φτωχότερος τον κόσμο τούτο (έτσι λένε, στα καλά μου μου φαίνεται ηλίθια αυτή η φράση). με σένα είναι αλλιώς. μπήκες ήσυχα μέσα μου, χωρίς να καταλάβω σε ένιωσα να συμβιώνεις μαζί μου διπλωμένος στο κέντρο του σώματός μου σα μωρό.

εσύ είσαι το μωρό μου, εκείνος ήταν ο άντρας μου, ο αρσενικός μου, εσύ είσαι το πλάσμα που θέλω να το χαϊδεύω όλη μέρα, να το περιποιούμαι, να μαντεύω τι θέλει πριν το ξεστομίσει, να το κοιτώ στα μάτια, να το υπηρετώ σιγανά, ήρεμα, με χαμόγελο, να του βάζω τα πόδια στις παντούφλες. εκείνον ήθελα να τον πιω πίσω από την πόρτα, πριν καταλάβει καλά καλά πως μπήκε.

έλα να σε αγγίξω, έλα να σε υπηρετήσω, εσύ να δημιουργείς και γω να κάθομαι σιωπηλά στο παρασκήνιο ανάμεσα στα χαρτομόλυβά μου. φωνάζω σιγανά το όνομά σου τώρα, είμαι βέβαιη ότι μ’ ακούς, ενώ όταν φώναζα εκείνον, το έκανα για να τον ταρακουνήσω να με δει στο όνειρο του, να με νιώσει ότι υπάρχω δίπλα του μέσα στη νύχτα. εσύ μ’ ακούς, μπορεί κιόλας να μ´ έχεις δει στο όνειρό σου. θυμάμαι τη σκληρότητα των μαλλιών σου, την τρυφερότητα και μαλακότητα της κοιλιάς σου που στη σάρκα της βυθιζόμουν, τη ζεστασιά της, μου λείπεις, θέλω να το ξαναζήσω, μαζί σου, μου αρέσεις, σε θέλω, σε περιμένω..

 

… κάθομαι στο παρασκήνιο ανάμεσα στα χαρτομόλυβά μου. τίποτε δε συμβαίνει. ούτε μωρά ούτε άντρες, ούτε πόθοι ούτε αγάπες, μόνο βουΐζει το κλιματιστικό πάνω από το κεφάλι μου, στο χάι ο ανεμιστήρας, στο λόου η αντιδραστική μου δύναμη, κουράστηκα να σκέφτομαι και να νιώθω…

πέμπτη 30 δεκεμβρίου 2016, νυχτιάτικα