το νερό κι εσύ

 

για έναν περίεργο λόγο νομίζω
πως δεν θα μου αρνηθείς ένα ταξίδι στη Βενετία

λευκός αχνός να ατμίζει το νερό μέσα στη νύχτα
θολό πρασινωπό μαρμάρινο θαρρείς
γεμάτο είδωλα φαναριών και φασάδες που πάλλονται
αφήνοντας τα φώτα τους να ρεύσουν μέσα του
ωχρά και κίτρινα σαν το φοβισμένο μου πρόσωπο μπροστά στην άρνηση
πορτοκαλιά σαν το πανηγύρι μέσα μου στην κατάφαση
κόκκινα σαν τα όνειρά μου

κι εσύ νερό που πίνεις τόσο εύκολα το φως
πιες και τους δισταγμούς μου κι άσε με να νιώσω ελεύθερη
να ίπταμαι όλο και πιο ψηλά
να σε κοιτάζω κάτω μου να μεταμορφώνεσαι
σε μαύρες γυάλινες κλωστές με χαλαρή εμπλοκή
που θα λεπταίνουν καθώς θα παίρνω ύψος
κι όταν τα νησάκια που ράβεις κάλυμμα θαλασσινό
μικρύνουν τόσο που να χωρούν στη χούφτα μου
θα εκτιναχτώ από χαρά στο άπειρο και θα ολοκληρώσω το ταξίδι

ύπνο πάνω σε λεπτά μεταξωτά σεντόνια διανοούμενη μαζί σου
πίσω από βήλα βαριά στα παλιά παράθυρα
θα κοιμηθώ στον ώμο σου κι αν είναι ευτυχία
το χέρι θα σφίγγω το ζεστό σου ίσαμε τ´ακροδάχτυλα να κοιμηθούν κι αυτά

για την κολυμβήτρια

η κολυμβήτρια θέλει να φεύγει μακριά, να ξεπλένει τη μαυρίλα της τριβής της με τις άχρηστες αλήθειες γύρω της με ένα μακροβούτι στον κόσμο του υπόκωφου βουητού, αυτού που αργά-αργά θα υποχωρήσει και θα πάψει μόλις αυτή εισρεύσει στον παράδεισο. εκεί νομίζει ότι πάει τώρα. οι φυσαλίδες βγάζουν ήχο, οι κινήσεις των χεριών θόρυβο, ίσαμε που προλαβαίνει να διακρίνει τις ζαρωμένες ψίχες των δακτύλων της, η ανάσα της κοντή ακούγεται δυνατή στα νερωμένα αυτιά της, η αλμύρα κατεβαίνει μικρά ρυάκια από τις τούφες των μαλλιών της, της τσούζει τα μάτια, κάθεται στο πρόσωπο. θέλει κόπο να καταβάλει για να μεταβληθεί σε ροή, γιατί πριν μεταμορφωθεί, ο παράδεισός της της διαμήνυσε ότι δεν πρόκειται να τη δεχτεί. λαχταράει να λευτερωθεί και μακραίνει κι άλλο, ως εκεί που ακούει μόνο τον εαυτό της πια να θορυβεί. κάθε τι άθλιο, θλιμμένο, θλιβερό έμεινε πίσω. στρέφει το κεφάλι προς την ακτή, σκηνικό που χρυσοφέρνει, η μυωπία της διαλύει τα περιγράμματα σε κόκκους, σφίγγει τα βλέφαρα και το θέατρό της κομματιάζεται, οι άνθρωποι της παραλίας μεταφράζονται σε βουβά κινούμενα μαυριδερά σημάδια, τα λίγα χρώματα αμβλύνονται κάτω από φως του ήλιου και αυτή άρχισε κιόλας να μιλάει με τα μέσα της, χάνοντας όμως λεπτομέρειες, κάπως σαν εκείνες τις συλλαβές στην ξηρά, που εκπίπτουν με ασυνείδητη πονηρία στις μπάντες του μυαλού για να μην ολοκληρώνεται καμία φράση του συλλογισμού, που ξεστρατίζει έτσι ατίθασος και λυτρωμένος, και δόστου πάλι απ´την αρχή. η μνήμη της έχει από το ξεμάκραιμα κιόλας αρχίσει να υποχωρεί, τα αισθήματα αναδύονται μπλεγμένα φύκια ως το λαιμό της. έτσι ο λόγος που την έφερε εδώ στα βαθειά εύκολα επικρατεί, δεν χρειάζεται συλλογισμούς και αισθήματα για να βγει ο λόγος στον αφρό. ναι, να φύγει ήθελε μακριά και το κατάφερε με δυσκολία, να μεταφέρει το νου της στη σιωπή ήθελε για να τον εξετάσει κουνώντας του επιτιμητικά το δάχτυλο, μα τώρα ο εαυτός της συμπυκνώθηκε γύρω από μία μόνο επιθυμία, να τον ξαναδεί.

δράκος

 

ευτύχησα σκαρφαλωμένη στα φτερά του μύθου
που έφτιαξα για να ταξιδεύω στην ουράνια άκρη.
τις νύχτες αγκαλιάζω μετεικάσματα αλήθειας
που ο νους πυροβολεί χωρίς σταματημό στον τοίχο του μυαλού μου
κι αυτά γεννιούνται πάλι απ´την αρχή.

πετώ μέσα στο χρόνο, ασήμαντη, καθόλου ωραία.
ο μύθος μου σαν δράκος δυνατός
προβαίνει ηλιοσπυρίζοντας το φως
κι εγώ γελώ που ανασταίνω έρωτα για χάρη σου.
εμπρός τεράστιο ζωντανό προτού αδικηθώ.

ζήτημα μάθησης

 

αναμονή ατέλειωτη μιας αγκαλιάς νύχτες πολλές,
νύχτες που μοιάζαν αξημέρωτες·
κάποια στιγμή ο ύπνος άρπαζε τη σκόνη των ονείρων
για να την οικειοποιηθεί.
και δοκιμές άχρηστες επιχειρούνταν τις μέρες τις μικρούτσικες,
που άφηναν πίσω τους κενό το σώμα και το νου.
κι απάνω που η ροή ξεπνόησε,
πάνω που όλα μάταια φανήκαν πια
καθώς χιλιάδες ξημερώματα περάσαν ανεκπλήρωτα,
τοπίο άναψε από τα χρώματα
και ισχυρίστηκε με τούτα πως δικό σου είναι,
για ν´αγναντεύεις κρεμάμενη απ´ τα σύννεφα
τον κόσμο τον ονειρικό αργά αργά να εκπληρώνεται.
χαριτωμένος απρόοπτα, ιπτάμενος αφρός,
που αγγίζοντας την επιφάνεια,
χρωματιστά κενά αφήνοντας μετατοπίζεται
ο χρόνος έπαυσε, σωπάσαν οι μουρμούρες του μυαλού,
πώς να πιστέψεις τόσην ομορφιά; κανείς δεν σου έμαθε πως την αξίζεις.

εκείνος πίσω μου

προσγειώθηκα σ´ αυτό το συναίσθημα για σένα με ακατανόητο τρόπο. συνήθως έτσι απροσδόκητα συμβαίνει και κακώς εκπλήσσομαι, φταίει που θέλω όλα να τα ερμηνεύω. αυτοπροστατευτικοί λόγοι μου απαγορεύουν να το ονομάσω παραπάνω από Θερμή συμπάθεια (συγνώμη, χρησιμοποίησα κρύες λέξεις, μάλλον φοβάμαι πολύ τελικά, ωστόσο βεβαιώνομαι όσο περνούν οι μέρες ότι μια παραλλαγή προς τον Έρωτα θα ήταν ακριβέστερη. αλλά κρύβομαι πίσω μου, φτιάχνω σκιές για να μη διακρίνομαι, δε θέλω να με βλέπω μπορεί).

εκείνον τον άφησα πίσω μου. μου φάνηκε πως αίσθημα σιχασιάς και αηδίας τον απομάκρυνε βιαστικά από μένα. αν ήμουν πιο επιεικής θα τον ονόμαζα άρρωστο, μπορεί και νάλεγε αλήθεια όταν το ισχυριζόταν, μα επιείκεια και αυτοπροστασία δεν πάνε παρέα. σιγά σιγά έπαψε πια να με νοιάζει ακόμα και αν ζει ή τουλάχιστον αυτό απαντούσα πρόχειρα στην κάθε μου αναρώτηση. ξέρεις, όταν πάω να προφέρω το όνομά σου στους μονόλογούς μου, ξεστομίζω κατά λάθος το δικό του. είναι μάλλον από τη διαρκή επανάληψη, επειδή το δικό του το είχα φωνάξει δεκάδες φορές τις νύχτες, είχα ακούσει τη φωνή μου να το επαναλαμβάνει με όλη του τη συνοδεία αντάμα, ώστε τώρα να μην μπορώ να δικαιολογηθώ ότι ψεύδομαι: όνομα, επίθετο, όνομα πατέρα, μητέρας, γεννημένος στις δεκατρείς Μαρτίου του χίλια εννιακόσια πενήντα έξι στο Βόλο, στις έξι το πρωί..

λίγους μήνες πριν, καθισμένη στα σκαλάκια της Φοντάνα ντι τρέβι παρατηρούσα τους γιαπωνέζους σε δυο τους δραστηριότητες: πρώτη να τραβάνε σέλφι προβάροντας μουτσουνίτσες μπροστά στο μακρύ πλαστικό κοντάρι, τέτοιες που να μην αλλοιθωρίζει κατά το δυνατόν το βλέμμα στο τελικό αποτέλεσμα, και δεύτερη να στέκονται με ευλάβεια στραμμένοι προς εμένα, χωρίς να με κοιτάζουν απορροφημένοι στην επιλογή της ευχής τους, και με μια απότομη κίνηση να πετούν, μπλουπ, πίσω από την πλάτη τους το νόμισμα στο νερό. δοκίμασα να κάνω και τα δύο, το πρώτο μου φαινόταν ηλίθιο και το δεύτερο μαγικό, προτίμησα το δεύτερο. ένα δίευρο ήταν οκέι για να στηρίξει την ευχή μου. έκλεισα τα μάτια… , ζύγιασα και τα δυο χέρια πάνω από το κεφάλι μου και εκσφενδόνισα το κέρμα πίσω μου. ευχήθηκα αυτόματα Θέλω να ζήσω με τον… κι ενώ είχα στο μυαλό μου εσένα, ο νους μου ξεστόμισε το όνομα εκείνου, μόνο του, χωρίς τη συνοδεία του αντάμα, για να προλάβει τη διαδρομή ως το μπλουπ.

μα αμέσως κατάλαβα το λάθος μου και αμέσως τρόμαξα πως δεν ήταν λάθος. ήταν επειδή αυτός είχε κυριαρχήσει μέσα μου, ομολόγησα. είχα νιώσει πόθο και έρωτα για κείνον, από κείνους τους έρωτες και τους πόθους που, αν δεν τους ζήσεις, εγκαταλείπεις κάποτε φτωχότερος τον κόσμο τούτο (έτσι λένε, στα καλά μου μου φαίνεται ηλίθια αυτή η φράση). με σένα είναι αλλιώς. μπήκες ήσυχα μέσα μου, χωρίς να καταλάβω σε ένιωσα να συμβιώνεις μαζί μου διπλωμένος στο κέντρο του σώματός μου σα μωρό.

εσύ είσαι το μωρό μου, εκείνος ήταν ο άντρας μου, ο αρσενικός μου, εσύ είσαι το πλάσμα που θέλω να το χαϊδεύω όλη μέρα, να το περιποιούμαι, να μαντεύω τι θέλει πριν το ξεστομίσει, να το κοιτώ στα μάτια, να το υπηρετώ σιγανά, ήρεμα, με χαμόγελο, να του βάζω τα πόδια στις παντούφλες. εκείνον ήθελα να τον πιω πίσω από την πόρτα, πριν καταλάβει καλά καλά πως μπήκε.

έλα να σε αγγίξω, έλα να σε υπηρετήσω, εσύ να δημιουργείς και γω να κάθομαι σιωπηλά στο παρασκήνιο ανάμεσα στα χαρτομόλυβά μου. φωνάζω σιγανά το όνομά σου τώρα, είμαι βέβαιη ότι μ’ ακούς, ενώ όταν φώναζα εκείνον, το έκανα για να τον ταρακουνήσω να με δει στο όνειρο του, να με νιώσει ότι υπάρχω δίπλα του μέσα στη νύχτα. εσύ μ’ ακούς, μπορεί κιόλας να μ´ έχεις δει στο όνειρό σου. θυμάμαι τη σκληρότητα των μαλλιών σου, την τρυφερότητα και μαλακότητα της κοιλιάς σου που στη σάρκα της βυθιζόμουν, τη ζεστασιά της, μου λείπεις, θέλω να το ξαναζήσω, μαζί σου, μου αρέσεις, σε θέλω, σε περιμένω..

 

… κάθομαι στο παρασκήνιο ανάμεσα στα χαρτομόλυβά μου. τίποτε δε συμβαίνει. ούτε μωρά ούτε άντρες, ούτε πόθοι ούτε αγάπες, μόνο βουΐζει το κλιματιστικό πάνω από το κεφάλι μου, στο χάι ο ανεμιστήρας, στο λόου η αντιδραστική μου δύναμη, κουράστηκα να σκέφτομαι και να νιώθω…

πέμπτη 30 δεκεμβρίου 2016, νυχτιάτικα

λαθούσα δύναμις επέρχεται;

 

 

είχα μια καταφυγή από χρόνια τώρα
πολλές φορές τη μέρα να αποσύρομαι μέσα μου
για λίγο ή πολύ, όσο η ανάγκη μου το απαιτούσε.
ταξίδευα σε λαμπρό, βαθιά επιθυμητό κόσμο,
εγώ, σώμα νυχτερινό, στο φως του ήλιου παραταύτα δυνατά παραδομένο.

το δάκρυ εύκολο και σιωπηλό τότε κυλούσε.
συνοδεία και απαραίτητο συμπλήρωμα κάθε φοράς.
έτσι απαλλασσόμουν γρήγορα από το πνιγηρό βάρος της αναμονής.
σενάριο αιφνίδιας άφιξης συχνά επεξεργαζόμουν.
στο κάγκελο του μπαλκονιού εγώ, λέει, ακουμπισμένη.

..απομεσήμερο, χτυπάει η καρδιά, τρέμουν τα άκρα,
τρίζει η ύπαρξη στις φλέβες.
εκείνος από τη γωνιά του δρόμου ξεμυτίζει..
κοιτάζει προς τα πάνω, με αναζητά,
διακρίνω το χαμόγελό του όσο πλησιάζει.
ακούω το σφυγμό μου που επιταχύνει.
είναι στην πόρτα, πριν καν χτυπήσει ανοίγω.
ήρθε, είναι εδώ, μπροστά μου.
ακινητοποιούμαι ανίσχυρη, διασκελίζει το κατώφλι,
αφήνει την αποσκευή στο πάτωμα,
δένει τα κρύα χέρια μου με τα ζεστά δικά του…

το βράδυ στέγνωνε, έκλεινε ο κύκλος ως αύριο πάλι.
τότε αποκοιμιόμουν, αργά ξυπνούσα το πρωί
και πρώτη η ίδια ακολουθία σκέψεων με κυρίευε.
έτσι τις δύσκολες ώρες αντιπαρερχόμουν.
άλλωστε στο φως όλα είναι πιο εύκολα.

έχασα την καταφυγή μου αιφνίδια,
συζητήσεις με θύματα της ίδιας αγάπης την καθαίρεσαν.
εύκολος θάνατος, ίσως παραδοξότητα γεμάτος.
άδειασα απόψε από τη βιαιότητα του απότομου,
που πήρε τα μέσα μου, κρυφά που τα΄χα, και τα σήκωσε.
κενό το είναι μου, ωθεί την αγωνία μου πέρα από τα άκρα,
που νόμιζα πως τάχαμ είχα με φροντίδα καθορίσει.

δεν υπάρχει κάτι από κείνον, από εκείνα τα κυρίαρχα,
που έσπρωχναν μεμιάς τη λογική μου πίσω μόλις τολμούσε τόσο δα ν´ αναδυθεί.
ούτε ιδέα, ούτε επιδερμίδα, ούτε προσμονή υπάρχει,
το χαμόγελο απομακρύνθηκε αργά, απογοητευμένο,
η ανάμνηση της σάρκας αίφνης αποπλύθηκε,
η ζεστασιά σε ύλη μεταπλάστηκε, που με καθήλωσε ανάσκελα, βαριά,
με δυσκολία ν’ αναπνέω όσο η ψυχή μου απόλλυται.

από δυνάστης ο έρωτας σε πνεύμα δροσερό μεταποιήθηκε
ίπταται τώρα δα στο ροζ πρωί που ξημερώνει,
φεύγει, μου αφήνει την πνοή του πίσω του.
απέθανε ό,τι έχτισα και ζύγισα και πριμοδότησα,
ό,τι στα τέλη της ζωής με μόχθο απόκτησα.
μια αγάπη που έζησε ως τα έξι της χρόνια στου μυαλού μου το περίβλημα.
πώς χάθηκαν όλα τόσο εύκολα;
μάλλον γιατί ποτέ δεν ήταν όπως έπρεπε, αλλά μόνον όπως εγώ τα ήθελα.

δευτέρα 3 αυγούστου 2015, 5 το πρωί

λόγια ανεπαρκή

 

 


όλο το πρωί πάλευα να ‘βρω λέξεις λίγες, μα γεμάτες, να περιγράψω το ζεστό σώμα,
την τρυφερή μυρωδάτη σάρκα που μαζί της, ολόκληρη εγώ, συνομιλούσα όλη νύχτα,
το πρόσωπό μου πίεζε για ν´ αφομοιωθεί, επιχειρούσε εκπροσωπώντας με να την αλώσει.
τα χέρια που λάτρεψαν το σώμα ακόμα εξετάζω,
τεντώνοντας μπροστά, διαδοχικά αναστρέφοντας,
αιώνια επιφυλακή και φως και ήχος,
τίποτα δεν χάνεται από αποτυχία περιγραφής.
δυο μέρες μαγεμένη και ακίνητη στα ίδια ανάστρωτα σεντόνια πολεμώ,
σε ιεροτελεστία μετατρέποντας σκέψεις, αισθήματα και μνήμη.

                                                                        δευτέρα 16 νοεμβρίου 2015, 12:36

τραμόντο

 

οι άνθρωποι είναι ματαιόδοξοι,
θέλουν να τους θυμούνται.
ντύνουν τη ματαιοδοξία τους με κομψά ρούχα,
λένε ωραία λόγια όλο το βράδυ,
γελάνε και κάνουν επίδειξη γνώσεων.
από όλο αυτό μένει πολύ καιρό μετά η αύρα της βραδιάς
ή μια ασχημάτιστη πίκρα.
προσπάθησα απόψε για να με θυμάσαι,
προσπάθησα πολύ, άνθρωπος είμαι και γω
και δεν τα βγάζω πέρα με την πίκρα.

μικρές εξαπατήσεις

 

δεν υπάρχει καιρός πια παρά μόνο να φαντασιοκοπώ
όσα δεν έζησα, αν και το ήθελα πολύ.
θέλω, επιθυμώ, διακατέχομαι, ορίζω,
ως και μικρές μανίες αποδέχομαι εν τέλει να υπάρχουν,
ευρείες ευτυχείς εικόνες που με αφορούν.
γέρνω, κλείνω τα μάτια για να κοιμηθώ.
τότε είναι που εκκινούν οι ταινίες μικρού μήκους,
μπορεί και δυό και τρεις ακόμα κάθε νύχτα.
καθώς κινούνται οι μορφές μου κυκλικά στο ζωητρόπιο,
εκείνες που στατικές ζωγράφισα στις νυχτερινές ακολουθίες,
τα χρώματα εναλλάσσονται, κυρίως θερμά, αν όχι όλα,
τα σχήματα ρευστοποιούνται και αναμορφώνονται,
κι ανάμεσα στην τυχαιότητα και την ταχύτητα περιστροφής,
το έργο κίνησε και εξελίσσεται, όλο κρυμμένο σε μια αγκαλιά.

είναι η ώρα που ο έρωτας ιδανικά προσωποποιείται.
αποκοιμιέμαι ευτυχώς σώζοντας τη συνέχεια για αύριο…

σάββατο 8 αυγούστου 2015

προμηθέας ο δεσμώτης

στον μαέστρο της κοινοτυπίας

μοντέρνα υλικά, τεχνολογία απαραίτητη για τόσους λόγους.
ένας πολύ με βοηθά να ξεπεράσω κομψά
τη μία πιθανότητα στο εκατομμύριο να απωλεσθώ τυχαία,
τη ροή του σώματός μου προς το τίποτα να συγκρατήσω,
τη ζωή που δυνατή κυλάει μέσα μου μην αδικήσω.

έτσι είναι οι άντρες θα πει κανείς, άντρας μάλλον. 
περιπέτεια στο φως καλόδεχτη μόνον στην ερημιά.
έτσι κι ο δακτυλοδεικτούμενος υπάλληλος του διπλωματικού σώματος,
που αποφάσισε πως δεν έχει τόπο πια, ούτε πατρίδα,
αυτός με την ξεχωριστή μεταχείριση και αρχοντιά του επιτυχημένου, 
μετέτρεψε επιθυμίες δυνατές, που αλύπητα τον συνεπαίρνουν ολοήμερα, 
σε άκομψες κοινοτυπίες. 

trattoria da pippo και ύστερα motel luna, 
εκεί στους αφρόντιστους επαρχιακούς δρόμους,
που ξεκινούν από το αδιάφορο Segrate και οδηγούν στη σιωπή,
αυτή που θα τυλίξει επισταμένα πόθους και πάθη όσο να βραδιάσει.
επιχείρημα για την επιλογή ότι η αγάπη έχει την πρώτη θέση
και καμιά δεν έχει ο δρόμος, το χώμα, το ψυχρό δωμάτιο, το βρώμικο φαί.
το ωραίο περιτύλιγμα απλά υπονοείται.

κι όταν όλα αυτά θα αφήσει πίσω του το σώμα μου,
θα νιώσω λίγη και ασήμαντη που με πετάξανε στην ερημιά
η επιθυμία μου και το πάθος για το τίποτα,
που εκπροσώπησε άξια ο υπάλληλος του προξενείου, 
ο πνιγμένος στην ονειροπόληση της ηδονής του,
αυτής που απομακρύνεται αθόρυβα με fade out.

είδα τις εικόνες σήμερα στον υπολογιστή μου. δεν με γοήτευσαν 
και δεν θα αποτελέσουν ικανό περιτύλιγμα της αγάπης μου.

παρασκευή 3 αυγούστου 2015