ανελέητος χειμώνας

το πρωινό αχνοφέγγει

χειμώνας είναι

η ώρα επτά

στο κρεβάτι καθισμένη ανατολίτικα ακούει προσεκτικά τη σιωπή την τυλιγμένη γύρω της

έξω αέρας να φυσά ξεκίνησε

τα τενεκέδια που κυλάν στο δρόμο τη διαλύουν άσπλαχνα

μα πόσο τη χρειάζεται τη σιωπή αυτή..

«πουλιά πετούν όταν φυσά αέρας;» αναρωτιέται

-κάθε φορά που ο βαρδάρης σφύριζε αυτή το ίδιο ανόητο πράγμα αναρωτιόταν-

οι θόρυβοι της ψυχρής νύχτας αναστατώνουν τη ρέμβη της

θέλει να χαθεί στην αναπόληση μα ο χειμώνας την εχτρεύεται

«τώρα τυλίγει τα μακριά του χέρια γύρω μου

με σφίγγει στο ζεστό του στήθος..»

μισοκλεισμένα μάτια

χρώμα κατέφθασε πολύ

τη λούζει η ανάμνηση

ξανά το πνεύμα του αέρα θορυβεί

την ξύπνησε

πώς θα προκάμει τώρα να χαρεί πριν το φως της πάρει μακριά το όνειρο;

παρασκευή 23 ιανουαρίου 2015

σκηνογραφία

τεράστιο φανάρι

πλέεις στον ωκεανό της πίστης μου σε σένα

λεπτά δερμάτινα λευκά πετάσματα τα βλέφαρα

το φως σου αγκαλιάζουν και τηρούν

σε υποθετικά ουτοπικά ταξίδια παρασύρομαι

καταστρώνω ανέλπιδα σχέδια

με φώτα και σκοτάδια μπερδεμένα

έτσι που σηκώνουν ψηλά το θυμό μου

τότε σαν αγριεμένη μηχανή γρυλίζω

κι ύστερα κοιμάμαι πανύψηλη

κάτω από τα χαμηλά ταβάνια της ξεχάρβαλης ιδιοκατασκευής μου

γλυστράς φανάρι στο λιπαρό ατμό του ορίζοντα

με μικρή υπέροχη πατρίδα μοιάζεις

της ψυχής μου μεταίσθημα

αντάλλαγμα σε πήρα για μια νύχτα

για το ναι

στον Φίλιππο

«μπορώ να σε αγγίξω;» τον ρώτησε

χρόνια μετά που τον ξανάδε

(«να σου χαϊδέψω τα μαλλιά» εννοούσε)

εκείνος χαμογέλασε σιγανά

το χαμόγελο έτρεμε

κίνησε μαζί αμυδρά και το κεφάλι προς τα κάτω

ήθελε να δείξει έτσι «ναι»

μια φορά ήταν αρκετή

μα το κίνησε φανερά μπορεί και τρεις

που έσβησαν αργά

μέσα του κινήθηκε πολλές φορές

κραυγάζοντας το «ναι»

(όπως πολυδιάβασα όλο αυτό περιγράφεται αλλιώς:

«το είναι του συγκατένευσε»

το διάβασα αλλά δεν το άκουσα όσο δυνατά θα ήθελα

λειψό το βρήκα

κανείς δεν έγραψε πως η κατάφαση ταξίδεψε με την ηχώ

μακριά πέρα από ανθρώπινα αυτιά

κατόπιν ότι τα ζώα το άκουσαν κι αυτά

τα έντομα κι αυτά

και τα λουλούδια αν μπορούν να ακούσουν

ότι η φύση το ταξίδεψε το «ναι» κι ύστερα το εκτόξευσε ψηλά

κι ο ουρανός για να το ακούσει)

δύναμη που είχε ο έρωτας

παραμερισμένος στη γωνιά τόσο καιρό!

εκείνη πρόσταξε τις τρεις γροθιές ν´ανοίξουν αμέσως

(είχαν σφιχτεί τα δάχτυλα να κρατηθούν ζεστά

είχε σφιχτεί η καρδιά να φυλαχτεί από το λάθος)

τα χέρια ξεκίνησαν τη διαδρομή

η καρδιά είχε διαδράμει παλαιόθεν

λέξη κενή

όταν ο πόνος που η επιθυμία προκαλεί στο κέντρο του κορμιού κοπάζει

ο ύπνος είναι ευθύγραμμος

εγκεφαλογράφημα στενή μακριά ατέλειωτη γραμμή

ως την ώρα που το ρολόι ταράζει τη γραμμή που χορεύει τότε τρελαμένη

ξύπνησα και χαμογελώ για να αντέξω πάλι τη μονοτονία

δεν κυριολεκτώ βέβαια

η λέξη μονοτονία είναι χωρίς περιεχόμενο

υπάρχουν τόσα πράγματα να κάνω

θα τα αντάλλαζα όλα για ένα καλοκαιρινό μεσημέρι μαζί σου

εκπαίδευση στη λησμονιά

 

κοντός δρόμος, αδιέξοδος,

όσο να μάθεις πως λησμονιά δεν υπάρχει

εκεί που ακούμπησες τη ζωή σου όλη

για να πιεις ένα φιλί

 κυριακή 22 φεβρουαρίου 2015

το νερό κι εσύ

 

για έναν περίεργο λόγο νομίζω
πως δεν θα μου αρνηθείς ένα ταξίδι στη Βενετία.

λευκός αχνός να ατμίζει το νερό μέσα στη νύχτα
θολό πρασινωπό μαρμάρινο θαρρείς
γεμάτο είδωλα φαναριών και φασάδες που πάλλονται
αφήνοντας τα φώτα τους να ρεύσουν μέσα του
ωχρά και κίτρινα σαν το φοβισμένο μου πρόσωπο μπροστά στην άρνηση
πορτοκαλιά σαν το πανηγύρι μέσα μου στην κατάφαση
κόκκινα σαν τα όνειρά μου

κι εσύ νερό που πίνεις τόσο εύκολα το φως
πιες και τους δισταγμούς μου κι άσε με να νιώσω ελεύθερη
να ίπταμαι όλο και πιο ψηλά
να σε κοιτάζω κάτω μου να μεταμορφώνεσαι
σε μαύρες γυάλινες κλωστές με χαλαρή εμπλοκή
που θα λεπταίνουν καθώς θα παίρνω ύψος
κι όταν τα νησάκια που ράβεις κάλυμμα θαλασσινό
μικρύνουν τόσο που να χωρούν στη χούφτα μου
θα εκτιναχτώ από χαρά στο άπειρο και θα ολοκληρώσω το ταξίδι.

ύπνο πάνω σε λεπτά μεταξωτά σεντόνια διανοούμενη μαζί σου
πίσω από βήλα βαριά στα παλιά παράθυρα
θα κοιμηθώ στον ώμο σου κι αν είναι ευτυχία
το χέρι θα σφίγγω το ζεστό σου ίσαμε τ´ακροδάχτυλα να κοιμηθούν κι αυτά.

για την κολυμβήτρια

η κολυμβήτρια θέλει να φεύγει μακριά, να ξεπλένει τη μαυρίλα της τριβής της με τις άχρηστες αλήθειες γύρω της με ένα μακροβούτι στον κόσμο του υπόκωφου βουητού, αυτού που αργά-αργά θα υποχωρήσει και θα πάψει μόλις αυτή εισρεύσει στον παράδεισο. εκεί νομίζει ότι πάει τώρα. οι φυσαλίδες βγάζουν ήχο, οι κινήσεις των χεριών θόρυβο, ίσαμε που προλαβαίνει να διακρίνει τις ζαρωμένες ψίχες των δακτύλων της, η ανάσα της κοντή ακούγεται δυνατή στα νερωμένα αυτιά της, η αλμύρα κατεβαίνει μικρά ρυάκια από τις τούφες των μαλλιών της, της τσούζει τα μάτια, κάθεται στο πρόσωπο. θέλει κόπο να καταβάλει για να μεταβληθεί σε ροή, γιατί πριν μεταμορφωθεί, ο παράδεισός της της διαμήνυσε ότι δεν πρόκειται να τη δεχτεί. λαχταράει να λευτερωθεί και μακραίνει κι άλλο, ως εκεί που ακούει μόνο τον εαυτό της πια να θορυβεί. κάθε τι άθλιο, θλιμμένο, θλιβερό έμεινε πίσω. στρέφει το κεφάλι προς την ακτή, σκηνικό που χρυσοφέρνει, η μυωπία της διαλύει τα περιγράμματα σε κόκκους, σφίγγει τα βλέφαρα και το θέατρό της κομματιάζεται, οι άνθρωποι της παραλίας μεταφράζονται σε βουβά κινούμενα μαυριδερά σημάδια, τα λίγα χρώματα αμβλύνονται κάτω από φως του ήλιου και αυτή άρχισε κιόλας να μιλάει με τα μέσα της, χάνοντας όμως λεπτομέρειες, κάπως σαν εκείνες τις συλλαβές στην ξηρά, που εκπίπτουν με ασυνείδητη πονηρία στις μπάντες του μυαλού για να μην ολοκληρώνεται καμία φράση του συλλογισμού, που ξεστρατίζει έτσι ατίθασος και λυτρωμένος, και δόστου πάλι απ´την αρχή. η μνήμη της έχει από το ξεμάκραιμα κιόλας αρχίσει να υποχωρεί, τα αισθήματα αναδύονται μπλεγμένα φύκια ως το λαιμό της. έτσι ο λόγος που την έφερε εδώ στα βαθειά εύκολα επικρατεί, δεν χρειάζεται συλλογισμούς και αισθήματα για να βγει ο λόγος στον αφρό. ναι, να φύγει ήθελε μακριά και το κατάφερε με δυσκολία, να μεταφέρει το νου της στη σιωπή ήθελε για να τον εξετάσει κουνώντας του επιτιμητικά το δάχτυλο, μα τώρα ο εαυτός της συμπυκνώθηκε γύρω από μία μόνο επιθυμία, να τον ξαναδεί.

δράκος

 

ευτύχησα σκαρφαλωμένη στα φτερά του μύθου
που έφτιαξα για να ταξιδεύω στην ουράνια άκρη.
τις νύχτες αγκαλιάζω μετεικάσματα αλήθειας
που ο νους πυροβολεί χωρίς σταματημό στον τοίχο του μυαλού μου
κι αυτά γεννιούνται πάλι απ´την αρχή.

πετώ μέσα στο χρόνο ασήμαντη καθόλου ωραία.
ο μύθος μου σαν δράκος δυνατός
προβαίνει ηλιοσπυρίζοντας το φως
κι εγώ γελώ που ανασταίνω έρωτα για χάρη σου.
εμπρός τεράστιο ζωντανό προτού αδικηθώ.

ζήτημα μάθησης

 

αναμονή ατέλειωτη μιας αγκαλιάς νύχτες πολλές
νύχτες που μοιάζαν αξημέρωτες·
κάποια στιγμή ο ύπνος άρπαζε τη σκόνη των ονείρων
για να την οικειοποιηθεί.
και δοκιμές άχρηστες επιχειρούνταν τις μέρες τις μικρούτσικες
που άφηναν πίσω τους κενό το σώμα και το νου.
κι απάνω που η ροή ξεπνόησε
πάνω που όλα μάταια φανήκαν πια
καθώς χιλιάδες ξημερώματα περάσαν ανεκπλήρωτα
τοπίο άναψε από τα χρώματα
και ισχυρίστηκε με τούτα πως δικό σου είναι
για ν´αγναντεύεις κρεμάμενη απ´ τα σύννεφα
τον κόσμο τον ονειρικό αργά αργά να εκπληρώνεται.
χαριτωμένος απρόοπτα ιπτάμενος αφρός
που αγγίζοντας την επιφάνεια
χρωματιστά κενά αφήνοντας μετατοπίζεται
ο χρόνος έπαυσε. σώπασαν οι μουρμούρες του μυαλού
πώς να πιστέψεις τόσην ομορφιά; κανείς δεν σου έμαθε πως την αξίζεις.

εκείνος πίσω μου

προσγειώθηκα σ´ αυτό το συναίσθημα για σένα με ακατανόητο τρόπο. συνήθως έτσι απροσδόκητα συμβαίνει και κακώς εκπλήσσομαι, φταίει που θέλω όλα να τα ερμηνεύω. αυτοπροστατευτικοί λόγοι μου απαγορεύουν να το ονομάσω παραπάνω από Θερμή συμπάθεια (συγνώμη, χρησιμοποίησα κρύες λέξεις, μάλλον φοβάμαι πολύ τελικά, ωστόσο βεβαιώνομαι όσο περνούν οι μέρες ότι μια παραλλαγή προς τον Έρωτα θα ήταν ακριβέστερη. αλλά κρύβομαι πίσω μου, φτιάχνω σκιές για να μη διακρίνομαι, δε θέλω να με βλέπω μπορεί).

εκείνον τον άφησα πίσω μου. μου φάνηκε πως αίσθημα σιχασιάς και αηδίας τον απομάκρυνε βιαστικά από μένα. αν ήμουν πιο επιεικής θα τον ονόμαζα άρρωστο, μπορεί και νάλεγε αλήθεια όταν το ισχυριζόταν, μα επιείκεια και αυτοπροστασία δεν πάνε παρέα. σιγά σιγά έπαψε πια να με νοιάζει ακόμα και αν ζει ή τουλάχιστον αυτό απαντούσα πρόχειρα στην κάθε μου αναρώτηση. ξέρεις, όταν πάω να προφέρω το όνομά σου στους μονόλογούς μου, ξεστομίζω κατά λάθος το δικό του. είναι μάλλον από τη διαρκή επανάληψη, επειδή το δικό του το είχα φωνάξει δεκάδες φορές τις νύχτες, είχα ακούσει τη φωνή μου να το επαναλαμβάνει με όλη του τη συνοδεία αντάμα, ώστε τώρα να μην μπορώ να δικαιολογηθώ ότι ψεύδομαι: όνομα, επίθετο, όνομα πατέρα, μητέρας, γεννημένος στις δεκατρείς Μαρτίου του χίλια εννιακόσια πενήντα έξι στο Βόλο, στις έξι το πρωί..

λίγους μήνες πριν, καθισμένη στα σκαλάκια της Φοντάνα ντι τρέβι παρατηρούσα τους γιαπωνέζους σε δυο τους δραστηριότητες: πρώτη να τραβάνε σέλφι προβάροντας μουτσουνίτσες μπροστά στο μακρύ πλαστικό κοντάρι, τέτοιες που να μην αλλοιθωρίζει κατά το δυνατόν το βλέμμα στο τελικό αποτέλεσμα, και δεύτερη να στέκονται με ευλάβεια στραμμένοι προς εμένα, χωρίς να με κοιτάζουν απορροφημένοι στην επιλογή της ευχής τους, και με μια απότομη κίνηση να πετούν, μπλουπ, πίσω από την πλάτη τους το νόμισμα στο νερό. δοκίμασα να κάνω και τα δύο, το πρώτο μου φαινόταν ηλίθιο και το δεύτερο μαγικό, προτίμησα το δεύτερο. ένα δίευρο ήταν οκέι για να στηρίξει την ευχή μου. έκλεισα τα μάτια… , ζύγιασα και τα δυο χέρια πάνω από το κεφάλι μου και εκσφενδόνισα το κέρμα πίσω μου. ευχήθηκα αυτόματα Θέλω να ζήσω με τον… κι ενώ είχα στο μυαλό μου εσένα, ο νους μου ξεστόμισε το όνομα εκείνου, μόνο του, χωρίς τη συνοδεία του αντάμα, για να προλάβει τη διαδρομή ως το μπλουπ.

μα αμέσως κατάλαβα το λάθος μου και αμέσως τρόμαξα πως δεν ήταν λάθος. ήταν επειδή αυτός είχε κυριαρχήσει μέσα μου, ομολόγησα. είχα νιώσει πόθο και έρωτα για κείνον, από κείνους τους έρωτες και τους πόθους που, αν δεν τους ζήσεις, εγκαταλείπεις κάποτε φτωχότερος τον κόσμο τούτο (έτσι λένε, στα καλά μου μου φαίνεται ηλίθια αυτή η φράση). με σένα είναι αλλιώς. μπήκες ήσυχα μέσα μου, χωρίς να καταλάβω σε ένιωσα να συμβιώνεις μαζί μου διπλωμένος στο κέντρο του σώματός μου σα μωρό.

εσύ είσαι το μωρό μου, εκείνος ήταν ο άντρας μου, ο αρσενικός μου, εσύ είσαι το πλάσμα που θέλω να το χαϊδεύω όλη μέρα, να το περιποιούμαι, να μαντεύω τι θέλει πριν το ξεστομίσει, να το κοιτώ στα μάτια, να το υπηρετώ σιγανά, ήρεμα, με χαμόγελο, να του βάζω τα πόδια στις παντούφλες. εκείνον ήθελα να τον πιω πίσω από την πόρτα, πριν καταλάβει καλά καλά πως μπήκε.

έλα να σε αγγίξω, έλα να σε υπηρετήσω, εσύ να δημιουργείς και γω να κάθομαι σιωπηλά στο παρασκήνιο ανάμεσα στα χαρτομόλυβά μου. φωνάζω σιγανά το όνομά σου τώρα, είμαι βέβαιη ότι μ’ ακούς, ενώ όταν φώναζα εκείνον, το έκανα για να τον ταρακουνήσω να με δει στο όνειρο του, να με νιώσει ότι υπάρχω δίπλα του μέσα στη νύχτα. εσύ μ’ ακούς, μπορεί κιόλας να μ´ έχεις δει στο όνειρό σου. θυμάμαι τη σκληρότητα των μαλλιών σου, την τρυφερότητα και μαλακότητα της κοιλιάς σου που στη σάρκα της βυθιζόμουν, τη ζεστασιά της, μου λείπεις, θέλω να το ξαναζήσω, μαζί σου, μου αρέσεις, σε θέλω, σε περιμένω..

 

… κάθομαι στο παρασκήνιο ανάμεσα στα χαρτομόλυβά μου. τίποτε δε συμβαίνει. ούτε μωρά ούτε άντρες, ούτε πόθοι ούτε αγάπες, μόνο βουΐζει το κλιματιστικό πάνω από το κεφάλι μου, στο χάι ο ανεμιστήρας, στο λόου η αντιδραστική μου δύναμη, κουράστηκα να σκέφτομαι και να νιώθω…

πέμπτη 30 δεκεμβρίου 2016, νυχτιάτικα

λαθούσα δύναμις επέρχεται;

 

είχα μια καταφυγή από χρόνια τώρα

πολλές φορές τη μέρα να αποσύρομαι μέσα μου

για λίγο ή πολύ όσο η ανάγκη μου το απαιτούσε.

ταξίδευα σε λαμπρό βαθιά επιθυμητό κόσμο

εγώ σώμα νυχτερινό στο φως του ήλιου παραταύτα δυνατά παραδομένο.

 

το δάκρυ εύκολο και σιωπηλό τότε κυλούσε

συνοδεία και απαραίτητο συμπλήρωμα κάθε φοράς.

έτσι απαλλασσόμουν γρήγορα από το πνιγηρό βάρος της αναμονής.

σενάριο αιφνίδιας άφιξης συχνά επεξεργαζόμουν.

στο κάγκελο του μπαλκονιού εγώ λέει ακουμπισμένη.

 

………. απομεσήμερο. χτυπάει η καρδιά τρέμουν τα άκρα

τρίζει η ύπαρξη στις φλέβες.

εκείνος από τη γωνιά του δρόμου ξεμυτίζει..

βάδισμα αργό ψηλός γερτός κάθε Αύγουστο ο ίδιος.

άλλος ένας χρόνος γρήγορα πέρασε

σαν την αναμονή των διακοπών στο μακρινό σχολείο.

τί έγραψε πάνω μας δεν έχει σημασία.

κοιτάζει προς τα πάνω

με αναζητά

διακρίνω το χαμόγελό του όσο πλησιάζει

ακούω το σφυγμό μου που επιταχύνει.

είναι στην πόρτα

πριν καν χτυπήσει ανοίγω.

ω θεέ μου ήρθε

είναι εδώ μπροστά μου.

ακινητοποιούμαι ανίσχυρη.

διασκελίζει το κατώφλι

αφήνει την αποσκευή στο πάτωμα

δένει τα κρύα χέρια μου με τα ζεστά δικά του..

 

το βράδυ στέγνωνε

έκλεινε ο κύκλος ως αύριο πάλι.

τότε αποκοιμιόμουν αργά ξυπνούσα το πρωί

και πρώτη η ίδια ακολουθία σκέψεων με κυρίευε.

έτσι τις δύσκολες ώρες αντιπαρερχόμουν.

άλλωστε στο φως όλα είναι πιο εύκολα.

 

έχασα την καταφυγή μου ξαφνικά

τυχαία γεγονότα την καθαίρεσαν.

εύκολος θάνατος θα πεις γεμάτος παραδοξότητα

πόνος πολύς.

άδειασα απόψε από τη βιαιότητα

που πήρε τα μέσα μου κρυφά που τα ΄χα και τα σήκωσε.

κενό το είναι μου ωθεί την αγωνία μου πέρα από τα άκρα

που νόμιζα πως τάχαμ είχα με φροντίδα καθορίσει.

 

δεν υπάρχει κάτι από κείνον

από εκείνα τα κυρίαρχα

που κατείχαν τη λογική μου μόλις τολμούσε να αναδυθεί.

ούτε ιδέα

ούτε επιδερμίδα

ούτε προσμονή υπάρχει.

το χαμόγελο απομακρύνθηκε αργά απογοητευμένο

η ανάμνηση της σάρκας αίφνης αποπλύθηκε

η ζεστασιά σε ύλη μεταπλάστηκε που με καθήλωσε ανάσκελα βαριά

με δυσκολία ν’ αναπνέω όσο η ψυχή μου απόλλυται.

 

από δυνάστης ο έρωτας σε πνεύμα κρύο μεταποιήθηκε

ίπταται τώρα δα στο ροζ πρωί που ξημερώνει

φεύγει

μ´ αφήνει το κρύο αεράκι πίσω του.

απέθανε ό,τι έχτισα και ζύγισα και πριμοδότησα

ό,τι στα τέλη της ζωής με μόχθο απόκτησα

μια αγάπη που έζησε ως τα έξι της χρόνια στου μυαλού μου το περίβλημα.

πώς χαθήκαν όλα τόσο εύκολα;

ήταν μάλλον γιατί ποτέ δεν ήταν όπως έπρεπε αλλά μόνον όπως εγώ τα ήθελα.

 

                                                                      δευτέρα 3 αυγούστου 2015, 5 το πρωί

λόγια ανεπαρκή

 

 

 

όλο το πρωί πάλευα να ‘βρω λέξεις λίγες μα γεμάτες να περιγράψω το ζεστό σώμα

την τρυφερή μυρωδάτη σάρκα που μαζί της ολόκληρη εγώ συνομιλούσα όλη νύχτα

το πρόσωπό μου πίεζε για ν´ αφομοιωθεί

 επιχειρούσε εκπροσωπώντας με να την αλώσει.

τα χέρια που λάτρεψαν το σώμα ακόμα εξετάζω

τεντώνοντας μπροστά

διαδοχικά αναστρέφοντας

αιώνια επιφυλακή και φως και ήχος

τίποτα δεν χάνεται από αποτυχία περιγραφής. 

δυο μέρες μαγεμένη και ακίνητη στα ίδια ανάστρωτα σεντόνια πολεμώ

σε ιεροτελεστία μετατρέποντας σκέψεις αισθήματα και μνήμη.

 

                                                                        δευτέρα 16 νοεμβρίου 2015, 12:36

τραμόντο

 

οι άνθρωποι είναι ματαιόδοξοι,
θέλουν να τους θυμούνται.
ντύνουν τη ματαιοδοξία τους με κομψά ρούχα,
λένε ωραία λόγια όλο το βράδυ,
γελάνε και κάνουν επίδειξη γνώσεων.
από όλο αυτό μένει πολύ καιρό μετά η αύρα της βραδιάς
ή μια ασχημάτιστη πίκρα.
προσπάθησα απόψε για να με θυμάσαι,
προσπάθησα πολύ, άνθρωπος είμαι και γω
και δεν τα βγάζω πέρα με την πίκρα.

μικρές εξαπατήσεις

 

δεν υπάρχει καιρός πια παρά μόνο να φαντασιοκοπώ
όσα δεν έζησα, αν και το ήθελα πολύ.
θέλω, επιθυμώ, διακατέχομαι, ορίζω,
ως και μικρές μανίες αποδέχομαι εν τέλει να υπάρχουν,
ευρείες ευτυχείς εικόνες που με αφορούν.
γέρνω, κλείνω τα μάτια για να κοιμηθώ.
τότε είναι που εκκινούν οι ταινίες μικρού μήκους,
μπορεί και δυό και τρεις ακόμα κάθε νύχτα.
καθώς κινούνται οι μορφές μου κυκλικά στο ζωητρόπιο,
εκείνες που στατικές ζωγράφισα στις νυχτερινές ακολουθίες,
τα χρώματα εναλλάσσονται, κυρίως θερμά, αν όχι όλα,
τα σχήματα ρευστοποιούνται και αναμορφώνονται,
κι ανάμεσα στην τυχαιότητα και την ταχύτητα περιστροφής,
το έργο κίνησε και εξελίσσεται, όλο κρυμμένο σε μια αγκαλιά.

είναι η ώρα που ο έρωτας ιδανικά προσωποποιείται.
αποκοιμιέμαι ευτυχώς σώζοντας τη συνέχεια για αύριο…

σάββατο 8 αυγούστου 2015

απαθής

 

απάθεια πάνω στα γλιστερά κόκκινα σεντόνια.

ώρα μία μετά τα μεσάνυχτα.

στο επάνω διαμέρισμα ακούγεται νερό που στάζει.

από την μπαλκονόπορτα πού και πού ο θόρυβος διερχόμενου από μακριά αυτοκινήτου.

και η Ένατη γλιστράει στα σατέν σεντόνια και ακούει το χχχρτς του σατέν.

προκαλεί αυτό το χχχρτς, της θυμίζει μετάξι.

η χτεσινή μπόρα έφερε λίγη ψύχρα.

τα γεγονότα των ειδήσεων την επέτειναν ελαφρώς.

τελικά της έκανε μάλλον καλό να ασχοληθεί με το πραξικόπημα στη Pωσία.

και ακόμη έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά στο γραφείο.

πονάει το μέτωπό της από τρεις-τέσσερεις μέρες.

πονοκέφαλος στο πάνω μέρος του προσώπου.

και γέμισε το πρόσωπο σπυριά, χιλιάδες σπυριά.

μαύρα σαν γρονθοκοπημένα τα μάτια της και αυτή νιώθει απαθής πάνω στα γυαλιστερά σεντόνια.

a+πάθος ακριβώς;

όχι, αδιάφορη.

σαν να κάνει ένα διάλειμμα. να παίρνει έναν βαθύ ύπνο.

πέμπτη 22 αυγούστου 1991

κλέφτες ψαριών

Δοϊράνη. το νερό είχε τραβηχτεί πολλά μέτρα μέσα στη λίμνη, από την ανομβρία. ο ήλιος είχε δόντια. ήταν μεσημέρι φθινοπωρινό. οι φαντάροι του φυλακείου σκάβαν χαντάκι στο δρόμο. ίσως χρησιμοποίησαν τα κιάλια τους. μου άρεσε η ιδέα πως έβλεπαν την ευτυχία μου. περπατήσαμε πλάι στη λίμνη, μαζέψαμε κοχύλια, αγκαλιαστήκαμε μέσα στη βάρκα. όλα ήταν απλά, ένας βαρκάρης από τη μια πλευρά κι ένας βοσκός με τις αγελάδες του από την άλλη. πήγαμε στα θεόξερα από τη λειψυδρία μπλόκια. λεπτή άμμος και τριβόλια και φυτά με αγκάθια. θυμάμαι τον ψυχρό ήλιο που ζέσταινε τη γύμνια μου. με αγκάλιασε υπέροχα. τον ρώτησα τι σημαίνω γι αυτόν και απάντησε πως θαρρεί πως είμαι ένα κομμάτι από τον εαυτό του. ήμουν η ψυχή του, η γλυκιά του. με φώναξε πάνω σ’ έναν ογκόλιθο. και με πήρε ή μάλλον δόθηκε στη φύση και όχι σε μένα, κι εγώ αποσβολώθηκα, Ξέφυγες, είπε αργότερα, και εντυπωσιάστηκα και τον κοιτούσα να ικανοποιείται απέραντα και να φωνάζει χαμογελώντας πως είναι τόσο όμορφα που δεν τον νοιάζει κι όλος ο κόσμος να τον ακούσει. ήμασταν μόνοι μας και ο αέρας, που σηκώθηκε στο μεταξύ, και η ψιχάλα, που ήρθε κατόπιν. μου μάζεψε βούρλα και καλάμια και γονάτισε να μου τα προσφέρει, Μαντάμ, είπε, πάνω στην τσιμεντένια σκάλα, στο μώλο που απείχε δυο εκατοντάδες μέτρα από το νερό. η καταιγίδα ξέσπασε πιο πέρα. κρατούσα τα παπούτσια μου στο χέρι βαδίζοντας στην άσφαλτο προς το αυτοκίνητο. περάσαμε πάνω από το χαντάκι. τα φαντάρια σταμάτησαν τη δουλειά τους και μας κοιτούσαν. εκείνος καλησπέρισε, ο όμορφος βαθμοφόρος αντιχαιρέτισε. στο γυρισμό -πάνω στην άσφαλτο, σέρνονταν οι ξεριζωμένοι από τον αέρα θάμνοι-  πήγαμε στο κλειστό ταβερνάκι με τη λιμνούλα με τις πέστροφες, επιχειρήσαμε να γίνουμε κλέφτες ψαριών αλλά αποτύχαμε μιας και κλέφτες δεν γεννηθήκαμε –μόνο από τον εαυτό μας κλέβουμε ό,τι βρούμε πρόχειρο- και ήπιαμε παγωμένο νερό από την τροφοδοσία της λίμνης. φάγαμε στο κοντινό χωριό που δεν θυμάμαι το όνομά του και διηγηθήκαμε ο ένας στον άλλον ιστορίες από το παρελθόν.

τύποι από το ράφι, 4

απόηχοι

θέλει να περιγράψει τα αισθήματα που νιώθει κάθε μέρα, όλη τη μέρα. το ένα διαδέχεται το άλλο. κυριαρχεί το μικροκλίμα της νοσταλγίας, νοσταλγία για τον έρωτα που ένιωσε και έχασε άδικα και ξαφνικά και στερήθηκε για λόγους αυτοπροστατευτικούς τελείως τη δυνατότητα να τον ξανανιώσει. πονάει όταν ανακαλεί το κλίμα αυτό. ο πόνος μοιάζει με αυτό που νιώθει κάθε φορά που ο νους της τρέχει στο σπίτι που μεγάλωσε, με πόσα όνειρα και ελπίδες έζησε εκεί μέσα, πόσο προσπαθούσε να το περιποιηθεί και να το συντηρήσει, τι χαρά ένιωθε κάθε φορά που το στόλιζε γιορτινά. αγωνία να το φέρει στο λογαριασμό που σχεδίαζε κι όταν τέλειωνε, με τι χαρά το απολάμβανε τελειωμένο. θυμάται τα χρώματα που το έλουζαν, την ιδιαίτερη ποιότητα του φωτός που έμπαινε από τα παράθυρα ή τις χαραμάδες των παντζουριών όταν τα συναντούσε κλειστά ο ήλιος. θυμάται τις μυρωδιές της γειτονιάς και της ακακίας, της γλυσίνας στην πόρτα και την ικανοποίηση που έβλεπε τα λουλούδια που φύτεψε να ανθίζουν. τα ευτυχισμένα απογεύματα που καθισμένη στο μπαλκόνι της εξώθυρας ασχολούνταν με το κέντημα και την ξυλογλυπτική. θυμάται που έπιανε συζήτηση με τους διερχόμενους γείτονες και τα θερινά σινεμά που πήγαινε μαζί τους, τις παρέες στις εξώπορτες και τις νυχτερινές βόλτες. από πολύ νωρίς είχε μάθει ότι οι κατιφέδες και οι ζίνιες του κήπου δεν επρόκειτο να ανθίσουν ξανά και όμως ήλπιζε. ύστερα ήρθε ο σεισμός και σε έντεκα δευτερόλεπτα το όνειρο χάθηκε και δεν ξαναγύρισε ποτέ όσες προσπάθειες και αν έκανε. μετά μεγάλωσε απότομα και άλλαξε ύφος και δράση στη ζωή της. στα όνειρά της βλέπει σκιώδεις εικόνες του αγαπημένου παρελθόντος που εμπεριέχουν τα ερείπια που προέκυψαν στο μεταξύ, μεταφορικά και κυριολεκτικά. έτσι ξαφνικά στο σεισμό της αδικίας που της έγινε έχασε όλον τον έρωτα που πάσχισε να χτίσει. το λάθος της ένα: έδωσε σε κείνον τη μορφή που ήθελε αυτή να έχει. τον έντυσε με τα χρώματα που αγάπησε, και μύρισε τα αρώματα που αυτή άλειψε. όμως, όπως το σπίτι της ήταν πραγματικό μόνο για κείνην, έτσι και κείνος ήταν αληθινός μόνο για κείνην. νόμισε πως ήταν ιδανική η ανταπόκρισή του, πως υπήρχε πραγματικά ανταπόκριση, και ένιωσε τυχερή. η συμπεριφορά του την ενθάρρυνε πως δεν έκανε λάθος. τον συμπονούσε και υπέφερε μαζί του. ήθελε αυτός να μην σκοτίζεται και να μην λυπάται, να μην έχει καμιά στενοχώρια. υγεία, χρήματα, φαγητό, χάδι, συμπαράταξη, συμπαράσταση, προσοχή, το θέμα της ημέρας, το θέμα της κάθε συζήτησης και σκέψης, η πρώτη και η τελευταία διαδρομή του νου καθημερινά. πηδούσε σαν αίλουρος το πρωί από το κρεβάτι της, δροσιζόταν και στολιζόταν για να τον δει και να ζήσει δίπλα του το ένα τρίτο της ημέρας. πόσα τσιγάρα κάπνιζε μέχρι να δει το κόκκινο αυτοκίνητο να μπαίνει στην αυλή.. άκουγε τις ρόδες πάνω στα χαλίκια, το γνώριμο θόρυβο της μηχανής. και εκείνος ερχόταν μόνιμα νυσταγμένος και κουρασμένος και σχεδόν πάντα καθυστερημένος. και μετά …παφ, αυτή προσγειώθηκε ανώμαλα, κατέπεσε και τσακίστηκε. και τότε ξεκίνησε τη θεραπευτική της αναθεώρηση. έτσι δημιουργήθηκε το απατηλό βραχύβιο μικροκλίμα του συμφέροντος· δοκίμασε να πεί στον εαυτό της πως θα μπορούσε τάχαμ να χαίρεται μονόπλευρα, τουλάχιστον να έχει την αγκαλιά του. τον δικαιολόγησε πως τόσο μπορεί και τόσο κάνει. για πρώτη φορά της φάνηκε πως είδε την κατάσταση στις πραγματικές της διαστάσεις. στο μεταξύ πίστεψε σε διαφορετικές εικόνες που διαδέχτηκαν η μία την άλλη: όσο εξακολουθούσε να τον θεωρεί έξυπνο, απέδιδε τη δυστυχία της στην απάτη. μετά άρχισε να αμφιβάλλει για την εξυπνάδα του. τότε απέδωσε τη δυστυχία της στη διάθεσή του να απομακρυνθεί από τη φορτικότητά της. και μετά τον θεώρησε λιγότερο έξυπνο και από το μέσο όρο και κατέληξε πως τόσο μπορούσε και τόσο έκανε. Αυτός δεν ήξερε καλά-καλά ελληνικά και συ πήγες να του μάθεις γαλλικά, είπε χαρακτηριστικά η Μαίρη. είχε τον τρόπο της να παρηγορεί την Έλλη: άρμεγε το τοπίο σουρώνοντας το σερί των γεγονότων, ικανότατη να πλάθει το μόρφωμα με καθαρά περιγράμματα, για τον εαυτό της όμως αφόρητα μυωπική.

τα κόκκινα παπούτσια

θυμάται τα κόκκινα καινούργια εκείνα παπούτσια. με ψηλό πάτο από φελλό και κόκκινα δερμάτινα κορδόνια με εξωτερικά γαζιά. τον παρακολουθούσε που σηκώθηκε αργά από το ντιβάνι απέναντί της, την πλησίασε αργά και στάθηκε όρθιος μπροστά της, σοβαρός, κοιτώντας την στα μάτια. κατόπιν γονάτισε στο δεξί γόνατο, πήρε στην αγκαλιά του το αριστερό της πόδι, ξεκούμπωσε αργά το παπούτσι χωρίς σφάλμα, το έβγαλε ήσυχα, σχεδόν τελετουργικά, και το ακούμπησε δίπλα του στο πάτωμα. κράτησε με ευλάβεια το γυμνό της πόδι μέσα στις δυο ζεστές του χούφτες, έσκυψε αργά μπροστά και το έφερε στα χείλη του. πιπίλισε το μεγάλο δάχτυλο με μισόκλειστα μάτια, όσο συνομιλούσε χωρίς φωνή με τον εαυτό του, και μετά την κοίταξε στα μάτια συνομιλώντας χωρίς φωνή μαζί της. με την ίδια ευλάβεια αγάπησε το δεξί της πόδι. δεν το ήξερε αυτό το χάδι εκείνη, πρωτόγνωρο, δεν είχε νιώσει ποτέ έτσι. ήταν όλος δικός της, αφημένος στην τύχη του, που έλεγχε με την άκρη μόνον του νου του, και αυτή το ίδιο στη δική της τύχη, ηθελημένα χωρίς κανέναν έλεγχο. πρώτη της φορά είχε έναν άντρα τόσο δικό της. από κει και ύστερα η μνήμη υποχώρησε. έκρυψε τις αναμνήσεις της βαθιά, να μην τις δει κανείς ποτέ, ούτε και αυτή η ίδια ξανά. σαν σε φωτογραφία θυμάται το άλλο πρωί τα δυο κόκκινα παπούτσια πεταμένα στο πάτωμα. δεν τα ξαναφόρεσε ποτέ. μόνο κάθε χρόνο την ίδια μέρα τα απιθώνει πάνω στο αδειανό διπλό της κρεβάτι με κείνα τα σατέν σεντόνια, μαζί με κείνα τα μαύρα δαντελένια εσώρουχα, και γιορτάζει μαζί τους την ανάμνηση, τη θέληση, την επιθυμία, τον άμετρο πόθο της προσμονής του.

τύποι από το ράφι, 2

~~~move your soul to dance~~~

 

διψάει η ψυχή για ένα σφιχταγκάλιασμα
ναι, χορός, ο έρωτας ακκίζεται
ως τη στιγμή της ώσμωσης αντέχει και αντέχεται.
κατόπιν ανελέητος προκύπτει.
η προτροπή του απατηλή ως ειπώθηκε
εκείνη νόμισε χορός θα γίνει και ενέδωσε
εκείνος την πήρε επιτήδεια
ίσαμε να νιώσει πάλι ζεστός πως είναι
εκείνη, είπε, δεν κατάλαβε πώς έγινε.

γυναίκες ψεύτρες για το αυτονόητο.
έτσι ο δρόμος από ευθύς διχάσθηκε.

πέμπτη 11 δεκεμβρίου 2014

τσέρκι

 

ύστερα από μια νύχτα χτισμένη από καιρό
από αναμονές και ψευδεπίγραφες επενδύσεις
η σιωπή μετατράπηκε σε άλικο φως.
μα φοβίες και τρόποι διάφοροι ακολούθησαν
μέρες που συγχωνεύθηκαν σε άχρωμη σχεδόν εικόνα
που αναμένει και πάλι το ζωγράφο της.

       

                                                    τετάρτη 18 νοεμβρίου 2015

τέλος

 

και ποιος σας είπε τούτο πως είναι επάγγελμα;
ασκείται ο ποιητής για βιοπορισμό;
βίος και ύλη μπορούν και να αντιμάχονται.
κι αν πείτε έλαθα
να αλλάξω δα πορεία ουδόλως δεν συστέλλομαι.
μήπως και πρώτη μου φορά θα είναι;

τετάρτη 18 νοεμβρίου 2015, πρωί, προχώρησε η ώρα

το ζωητρόπιο (πράξις ωραία και ατελής)

μικρή η Άννα το 71, πήγαινε πέμπτη γυμνασίου, σκεφτόταν σοβαρά να δώσει εισαγωγικές εξετάσεις στο πανεπιστήμιο και του χρόνου θα ξεκινούσε για τον σκοπό αυτό φροντιστήριο. είχε μεγαλώσει μόνη της με λίγες χαρές. το σπίτι ήταν πάντα κρύο, οι χειμώνες τότε παγωμένοι, τόσο που πάγωνε το λάδι στο μπουκάλι μέσα στην κουζίνα και, για να το χρησιμοποιήσουν, έπρεπε πρώτα να το ακουμπήσουν δίπλα στη θερμάστρα, τη μοναδική θερμάστρα του σπιτιού μέσα στο σαλόνι.

η θερμάστρα ήταν χυτοσιδηρή, γερμανικής κατασκευής, Χάας και Υιοί, με ένα στρόγγυλο σταχτόμαυρο καζάνι κι ένα ορθογώνιο γυαλιστερό καφέ τεπόζιτο για το πετρέλαιο. η θερμάστρα ήταν σαν ζωντανός οργανισμός μέσα στο σπίτι, τουλάχιστον σαν σκύλος, θα έλεγα, να σας προλάβω μη τυχόν και πάει ο νους σας σε κανένα ποντίκι, γιατί ζωντανός οργανισμός είναι κι αυτό, όπως καλή ώρα κάποτε, κοντά στο 64, ο Τζακ ο αντεροβγάλτης που ξεμυτούσε τα μεσημέρια της Κυριακής κάτω από το ντιβάνι και κρυβόταν δίπλα στο ξύλινο πόδι του κάνοντας πού και πού τζα για να δει την οικογένεια να τρώει στο στρογγυλό καρυδένιο τραπέζι.

η σόμπα τέλος πάντων, έτσι τη λέγανε τότε, -θερμάστρα ήταν λέξη σαλονιού που απαιτούσε στραμπούληγμα της γλώσσας για να την πεις-, ήταν παράγων μέσα στο σπίτι. μπροστά της γινόταν το χειμωνιάτικο λούσιμο στη σκάφη, μπροστά της στέγνωναν τα ρούχα αχνίζοντας στην πλάτη της καρέκλας, πάνω της έβραζαν τα νερά και οι καφέδες και ζεσταινόταν το χθεσινό φαΐ, και επειδή είχε κιόλας εφευρεθεί το αλουμινόχαρτο, πάνω της έψηνε η Άννα το κρέας μερικές φορές και μοσχομύριζε ο τόπος.

όμως η σόμπα ήταν ταμπού, θαρρείς και θ´ άρπαζε το χέρι της Άννας και θα της τότρωγε και για τούτο της ήταν απαγορευμένο να την ανάβει όταν γύριζε από το σχολείο. ήταν τελετουργία, όσο νάναι, για να την ανάψεις. άνοιγες το διακόπτη του πετρελαίου και περίμενες μερικά λεπτά για να δακρύσει το πετρέλαιο στον πάτο του καζανιού και τότε έβαζες μπουρλότο με ένα βαμβάκι βουτηγμένο στο οινόπνευμα. μετά τοποθετούσες το καπάκι και παρακολουθούσες την εξέλιξη της πυροδότησης μισοκλείνοντας το ένα μάτι πάνω από μια τρύπα στο καπάκι, που χρησίμευε για να το ανασύρεις, και ακούγοντας τα βάρβαρα γουργουρητά της κοιλιάς της. το μπροστινό παραθυράκι ήταν μόνιμα μουτζουρωμένο κι από κει χάζευες τη ζωηρή φλόγα όταν δυνάμωνε. ειδική μυρωδιά αναδινόταν την ώρα της τελετουργίας, ανάμικτη οσμή πετρελαίου και οινοπνεύματος, και καιροφυλακτούσες πάνω στην τρύπα στρίβοντας σταδιακά το διακόπτη να τρέξει περισσότερο πετρέλαιο, να ταΐσει το θηρίο που καιροφυλακτούσε με τη σειρά του για να φάει το χέρι της Άννας.

και όσο αυτή φοβόταν το άναμμα, τόσο καθόλου δεν φοβόταν να στέκεται μπροστά στη σόμπα με τα μπούτια γυμνά για να ζεσταθεί, όσο να πυροκαεί και να γεμίσει ζεματιστές κόκκινες κηλίδες το παγωμένο δέρμα. τότε της γύριζε την πλάτη της κακούργας, για να της δώσει την ευκαιρία να την κάψει κι απ´ την πίσω πλευρά και να φαγουρίζεται μετά.

η Άννα άλλωστε, σαν παρατηρητική που ήταν και με έναν δυνατό έρωτα για τις λεπτομέρειες, ζούσε ανάμεσα σε εικόνες που ακινητοποιούνταν κάθε φορά που τις διέταζε, σε χρώματα μάλλον υποβαθμισμένα λόγω της εκτεταμένης σκοτεινότητας, που προκαλούσαν τα μόνιμα κλειστά παντζούρια, και σε κάθε μυρωδιά από όπου και αν αυτή προερχόταν. η σόμπα ήταν υπεύθυνη για μεγάλο μερίδιο από τις μυρωδιές, του άσπρου σαπουνιού από τους ατμούς των ρούχων, της τρίχας που καίγονταν κάθε που έσκυβε το κεφάλι της από πάνω η Άννα, των ρούχων που φορούσε και προσπαθούσε να τα συγκρατεί με ανοιχτές παλάμες για να μην κατακαούν και σαχνίσουν.

ό,τι συνέβαινε δίπλα στη σόμπα ήταν υπερβολικά ζεστό, και ό,τι συνέβαινε μακριά της κρύο, και κάθε βήμα απομάκρυνσης ή προσέγγισης θύμιζε εκείνο το παιχνίδι «κρύο-ζεστό». η αντανάκλαση της θερμότητας άντεχε ως δυο μέτρα πιο κεί, για παραπέρα έπρεπε να λάβεις τα μέτρα σου. το δωμάτιο της Άννας απείχε από τη σόμπα, έτσι, με λίγα λόγια, της ήταν περίπου άχρηστη ακόμα κι αναμμένη. αυτός ήταν ο λόγος που το κρεβάτι της δεν ήταν ποτέ στρωμένο, έτοιμο για να χώνεται εκεί να ζεσταθεί, αν και αργούσε κάπως να αυξηθεί ικανοποιητικά η θερμοκρασία κάτω από το βαρύ πάπλωμα και τις κουβέρτες πάνω-κάτω.

η Άννα πέρασε όλους τους εφηβικούς της χειμώνες μέσα στο κρεβάτι της με τα σχολικά της βιβλία, τα τετράδια και τα στυλά της και με αναμένο το ραδιόφωνο, ένα ογκώδες αυστηρά ορθογώνιο με αποστρογγυλεμένες γωνίες ξύλινο καφέ Τελεφούνκεν στα δεξιά του κρεβατιού της, με το οποίο διατηρούσε τρυφερό δεσμό. αυτό ήταν πολύ δοτικό πλάσμα, παράγων επίσης του σπιτιού, και δούλευε ικανοποιητικά από την εποχή της Κατοχής όπως της είχαν διηγηθεί οι δικοί της. όταν το δωμάτιο ήταν παγωμένο και υγρό, το ραδιόφωνο βράχνιαζε κι έπρεπε να παίξει τόσο όσο να ζεσταθεί για να ξεβραχνιάσει.

όταν η Άννα ήταν μικρή, αγαπούσε πολύ να προσπαθεί να διαβάσει εκείνες τις λέξεις τις γραμμένες με το ξένο αλφάβητο στην όψη του, που αντιστοιχούσαν σε μέρη της γης που πολλά τους δεν είχε ποτέ της ξανακούσει και ούτε ήξερε πού βρίσκονται. θυμάται πρόχειρα το Ραμπάτ, θεέ και κύριε, και ποτέ δεν κατάλαβε σε τί χρησίμευαν αυτές οι μονολέξεις οι σκαλοπατιαστά διατεταγμένες στο πινακίδιο, αφού όταν, συγκεντρωμένη, στριφογύριζε αργά το κουμπί για να βρεί έναν σταθμό, απανωτές φωνές σε πολλές γλώσσες που δεν είχε επίσης ξανακούσει συνέπιπταν με το μήκος ενός μόνον τοπωνύμιου. τόσες φωνές στο ένα εκατοστό που είχε μήκος το όνομα Χίλβερσουμ η λογική της έλεγε ότι δεν μπορούν να προέρχονται από τον τόπο αυτόν. και πάλι, πώς άκουγε ελληνικά εκεί που δεν έγραφε Αθήναι;

κρυφή επιθυμία της Άννας ήταν να δυναμώσει την ένταση στη διαπασών, αλλά αυτό της ήταν απαγορευμένο για να μην ενοχληθούν οι γείτονες. Ταξίδι με τον Έσπερο, Τερζάκης και Πάρλας αντάμα, Καλησπέρα κύριε Έντισον και Γιώργος Παπαστεφάνου με τη βελούδινη φωνή του αργά στις 11 τις Τρίτες, το Θέατρο της Δευτέρας τα βράδια μόλις καλονύχτωνε, το Σπίτι των Ανέμων τα πρωϊνά, μόνον όμως τρεις φορές την εβδομάδα που η Άννα ήταν απογευματινή στο σχολείο, με κείνον τον δαιμόνιο δικηγόρο Ορέστη Λαμπίρη και την καλή του Τζοβάνα Δεπάστα, ακόμη Πικρή, μικρή μου αγάπη, που της Άννας της φαίνονταν κάπως θλιβερή ιστορία και κάπως ανούσια, Η πρώτη σας γνωριμία, με ανάλογο με τον τίτλο περιεχόμενο, Αναζητήσεις του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, με όλους εκείνους τους χαμένους της μικρασιατικής καταστροφής και των πολέμων -τον αναζητεί ο αδελφός του τάδε-, αλλά και Πώς να επιζήσεις, η τρομακτική εκπομπή στις τρεις και τέταρτο κάποια μεσημέρια που έδινε εφιαλτικές οδηγίες για επιβίωση σε περίπτωση πυρηνικού πολέμου, έπαιζαν, έλεγαν, με το κουμπί του ολέθρου Ρωσία και Αμερική.

και παλιότερα, εκείνος ο φόβος του πολέμου που έσφιγγε την καρδιά της τις νύχτες μετά τα δελτία ειδήσεων, που οι γονείς παρακολουθούσαν αποσβωλωμένοι, και οι άπειρες ώρες μεταδόσεων που ακολούθησαν τη δολοφονία του Κένεντυ το 63, και το 67, και στη συνέχεια η μουλωχτή ακρόαση της Ντόιτσε Βέλλε και.. και.. ένα μακρόστενο ξύλινο καφέ κουτί σεβαστού μεγέθους, που είχε βγάλει την Κατοχή πακεταρισμένο και θαμμένο κάτω από ένα δέντρο, η μόνη παρέα της Άννας στο άδειο κρύο σπίτι.

τις νύχτες έμπαινε φως από τις γρίλλιες των παντζουριών του μοναδικού παράθυρου του δωματίου της από την παρακείμενη κολώνα της δεη και η Άννα κατάφερνε έτσι να μην σκοντάφτει στα έπιπλα και να μην φοβάται το σκοτάδι. εξ ανάγκης μάθηση είναι κι αυτή. και τα πρωινά το φως του ήλιου μέσα από την απέναντι γρίλλια σχημάτιζε ανεστραμμένο το είδωλο του κάρου και του άλόγου του πλανόδιου μανάβη πάνω στην κυρτή επιφάνεια του μεγάλου γλόμπου από ροζ οπαλίνα που κρεμόταν από το ξύλινο ταβάνι στο κέντρο του δωματίου.

ένα δωμάτιο κατάδικό της, φτιαγμένο γι αυτήν στα 10 της. κρεβάτι, κομοδίνο, ντουλάπα, γραφείο και καθρέφτης με ράφι -τουαλέτα το λέγανε- από κιτρινωπή φορμάικα και σχέδιο μαρμαρώδες, το κορυφαίο υλικό της σύγχρονης τεχνολογίας του επίπλου με τις δολοφονικές γωνίες, στο άγγιγμα παγωμένο ή και δροσερό θα μπορούσε να το πει κανείς αν ήθελε να είναι επιεικής μαζί του.

δωμάτιο και πεζοδρόμιο -τα χώριζαν μερικά εκατοστά, όσο ήταν το πάχος του εξωτερικού τοίχου από άτρυπα τούβλα φρατέλλι αλλατίνι χτισμένα με λάσπη- είχαν αναπτύξει μια μάλλον φοβική σχέση μεταξύ τους. και ενώ το τεράστιο παράθυρο με τα ξεχωριστά του ενσωματωμένα μικρά κανάτια πάνω και κάτω μπορούσε να καδράρει πέντε διαφορετικά μεταξύ τους ηλιόλουστα ή χιονισμένα ορθογώνια τοπία, η Άννα φοβόταν να δώσει στον εαυτό της την ευκαιρία της θέασής τους γιατί ψυχανεμιζόταν ότι η εισβολή των εξωτερικών εικόνων θα διέβαλε τη συνοχή της εσωτερικής της σκηνογραφίας.

σπάνια άνοιγε προς τα έξω τα δύο χαμηλά κανάτια και τα στήριζε μισάνοιχτα με τη μεταλλική βελόνα τη βιδωμένη στο παραθυρόφυλλο και έμενε να κοιτάει στο δρόμο για καμιάν ώρα τον κόσμο που πήγαινε κι ερχόταν. όταν ήταν μικρούλα χάζευε με περίσιο ενδιαφέρον τα στρόγγυλα  ταψιά με τους κεφτέδες και τις πατάτες, το κρέας με το κριθαράκι, που άγνωστοί της γείτονες πηγαινόφερναν για ψήσιμο στο φούρνο του Νεόφυτου. ντρεπόταν να πάρει την ψημμένη πατάτα που συχνά της πρόσφεραν οι περαστικοί, φέρνοντας ισχυρά στο νου της την παραίνεση της μητέρας να μην παίρνει τίποτε από αγνώστους και ιδίως φαγώσιμα.

ωστόσο το ξυλάκι παγωτό της εβγα από το άσπρο αμαξάκι του παγωτατζή με τις μεγάλες ρόδες άπλωνε το χέρι και το ´παιρνε, όπως και κείνο το κασάτο με την κίτρινη κρέμα λεμόνι, και έκανε μεγάλο χάζι τον παγωμένο καπνό, όπως τον έλεγε, που έβγαινε από το εσωτερικό του αμαξιού μόλις ο παγωτατζής σήκωνε τα καπάκια.

ο ξερός τεράστιος κρότος έξω από αυτό το ίδιο παράθυρο, τότε που κάποιος πυροβόλησε με το περίστροφο στις 4 το ξημέρωμα της 22ης του Απρίλη του 67, έκανε να τρίξουν τα παιδικά της δόντια από τον τρόμο και ακινητοποιήθηκε παγωμένη στο κρεβάτι της μη τυχόν και ακουστεί το τρίξιμο μέσα απ´ το διπλό άτρυπο τούβλο.

ήταν το ίδιο παράθυρο, που πλάι του η Άννα καθόταν και κεντούσε το καλοκαίρι του 74, τότε που μάνες, αδελφές και αγαπητικές συνόδευαν ως τη γωνία του δρόμου τους άντρες που έφευγαν να καταταχθούν. θυμάται τα παθιάρικα φιλιά, τις απελπισμένες αγκαλιές και κατόπιν τα δάκρυα που κυλούσαν στα μάγουλα των γυναικών που σε λίγο επέστρεφαν μόνες, και κάθε φορά που ένας αποχωρισμός συνέβαινε, η Άννα αναρωτιόταν ανατριχιάζοντας αν θα προλάβει να τελειώσει το κέντημά της πριν σκοτωθεί στον πόλεμο που έρχεται.

από το ίδιο παράθυρο αντίκρυσε το τέλειο σκοτάδι που είχε επιβάλει η αεράμυνα εκείνο το βράδυ του Ιουλίου, τρώγοντας με νευρικότητα σπόρια και φτύνοντας τα φλούδια στο πεζοδρόμιο, καθώς συνομιλούσε χαμηλόφωνα με την απέναντι γειτόνισσα που είχε γιο στην πρώτη γραμμή. στην κουζίνα η μαμά της έβραζε κρέας και η μυρωδιά, που γέμιζε το σπίτι, της ήταν για πρώτη φορά τόσο αδιάφορη, καθώς η ίδια είχε δαπανήσει πολλή ώρα οχυρώνοντας, όπως νόμιζε, με παπλώματα το χώρο που καταλάμβανε το μεγάλο τραπέζι της τραπεζαρίας, για να κρυφτούν εκεί αφού πια δεν υπήρχαν καταφύγια. πράγματι είχε δύο καταφύγια η γειτονιά από τον πόλεμο, που όμως οι άνθρωποι, που πίστεψαν ότι οι άσχημες μέρες είχαν πια περάσει, τα είχαν γκρεμίσει μαζί με τα σπίτια και χτίσαν πάνω τους πολυκατοικίες.

από το ίδιο παράθυρο μερικά χρόνια αργότερα παρατηρούσε τα απογεύματα με ήλιο ή και τα πρωινά καμιά φορά ένα μαυριδερό σγουρομάλλικο άσχημο κορίτσι, που γύριζε στο διάβα της προς αυτήν και την κοιτούσε με μίσος. αυτό το βλέμμα του μίσους ποτέ δεν το κατάλαβε, μέχρι τη στιγμή που πολλά χρόνια αργότερα η μαυριδερή σγουρομάλλα άσχημη κυρία της εξήγησε στο σαλόνι που τυχαία συναντήθηκαν ότι τη μισούσε γιατί η Άννα είχε να φάει. Με μισείς ακόμη; ρώτησε η Αννα χαμογελώντας και το στενό μαυριδερό στόμα έκανε προς τα κάτω ένα Ναι.

από τη μέσα μεριά του παραθύρου όλα ήταν καλύτερα, δικά της, ελεγχόμενα. είχε στήσει η Άννα το κουκλόσπιτο μέσα στο δεξί ντουλάπι του γραφείου της με το μοναδικό ράφι. ήξερε πώς να αναπαράγει τρεις διαστάσεις μετρώντας και χαρακώνοντας, για να σπάσει στην ισάδα του, το άσπρο χαρτόνι κι έφτιαξε λευκές ηλεκτρικές συσκευές τάχαμ, που τις ζωγράφισε με επιμέλεια για να είναι όσο γίνεται πιο αληθοφανείς. με γκρίζο σκληρό χαρτόνι έφτιαξε το κρεβάτι της κούκλας, με το μπεζ μαλλί, που είχε περισσέψει απ´ την πλεχτή φανέλα του μπαμπά της, έπλεξε την κουβέρτα -ήξερε να πλέκει από πολύ μικρή-, κι από υπόλοιπο μιας σιελ σατέν φόδρας έραψε το πάπλωμα. με μεγάλες βελονιές στην όψη το έκαμε καπιτονέ, όπως άρμοζε σε ένα πάπλωμα -ήξερε να παραθέτει πολλών ειδών βελονιές συστρέφοντας με προσοχή τις κλωστές γύρω από τα βελόνια-, κι η μαμά της, της κέντησε γύρω-γύρω με κόκκινο φεστόνι τους υφασμάτινους κουλέδες από ένα άσπρο στρογγυλό μαξιλαράκι.

η Άννα βιαζόταν κι ανυπομονούσε να ολοκληρώσει τη γκαρσονιέρα της κούκλας το καλοκαίρι του 70. και μέσα σε κείνο το στενό κάθετο ντουλαπάκι στήθηκαν κατόπιν όνειρα και μονόλογοι με δυνατή φωνή. είχε ένα συρτάρι στη μέση το γραφείο, με κλειδί, η απόλυτη ευτυχία να κλειδώνεις τον κόσμο σου, και κει κλειδώθηκαν ως το 80 όλοι οι έρωτες, πατικωμένοι τόσο ώστε να μην μπορούν να ανασάνουν -οι έρωτές της δεν ανάσαιναν ποτέ, έτσι που τους πατίκωνε μέσα της για να είναι κατάδικοί της-.

το 71 την άνοιξη αγοράστηκε το ραδιοπικάπ, απρόσμενο δώρο της μαμάς της, που ξωπέταξε στο άλλο δωμάτιο το αρχαίο ραδιόφωνο. ήταν έπιπλο στενόμακρο, γυαλιστερό καφέ, με δανέζικα πόδια κατά τη μόδα, αριστερά το μοντέρνο ραδιόφωνο παγκόσμιας λήψης και δεξιά το πικάπ, όχι σαν τα πικάπ της σειράς αλλά βαρέος τύπου, σήκωνες καπάκι και το αντίκρυζες να λαμποκοπάει και να μοσχοβολάει καινουργίλα κάτω από το χοντρό αυλακωτό λάστιχο που κάλυπτε το πλατώ.

λατρεμένος εκείνος ο μεταλλικός μίσχος που σήκωνε αδιαμαρτύρητα δέκα δίσκους 33 στροφών και μόλις τέλειωνε να παίζει ο πρώτος, τσουπ αυτόματα έπεφτε πάνω του ο δεύτερος. αυτός που είχε σκεφτεί αυτό το μηχανάκι ήταν σοφός φιλάνθρωπος, νοιαζόταν για τον ξεκούραστο ακροατή ή για το χωρίς διακοπή πάρτυ. πού να φανταζόταν ότι είχε επινοήσει ένα καταντίπ άχρηστο πράμα, εκτός κι αν οι δικοί του δίσκοι ήταν ατσαλένιοι και δεν στράβωναν και έτσι μπορούσαν να περιστρέφονται ο ένας καθισμένος σε στενή συναρμογή πάνω στον προηγούμενο. αδιανόητη η συναρμογή αυτή με το βινύλιο, που με μισό καλοκαίρι ζέστη, του ήταν αρκετό να ψιλοσκεβρώσει κι έτσι έχανε στροφές. ωστόσο μια τόση δα δυσλειτουργία δεν μείωνε τη σημασία του ραδιοπικάπ της Άννας.

όπως και να´χε ήταν σπουδαίο να κατέχεις ένα τόσο μοντέρνο εργαλείο και η Άννα επιτέλους νομιμοποιήθηκε να το χρησιμοποιεί στη διαπασών και να επιδεικνύεται περήφανα στη γειτονιά. μόνον αυτή κι άλλος κανείς. άστους εκείνους με τα επιτραπέζια πικάπ και τα ξεχωριστά ηχεία να αλλάζουν συνεχώς δίσκους ή, ακόμη χειρότερα, εκείνους τους καημένους με τα χοντροκομμένα μαγνητόφωνά τους που συχνά-πυκνά έπρεπε να τυλίγουν πίσω την ταινία που έφευγε από τη θέση της με το παραμικρό.

το ραδιοπικάπ της την αγάπησε και την ακολούθησε πειθήνια κι η Μέλανι Σάφκα γέμισε έτσι το 4 Χ 4 Χ 4 δωμάτιό της και τη γειτονιά με τη βραχνή φωνή της και με Candles in the rain: we were so close, there was no room, we bled inside each others wounds, we all had caught the same disease and we all sang the songs of peace. some came to sing, some came to pray, some came to keep the dark away. so raise the candles high cause if you don’t we could stay black against the sky, oh oh raise them higher again and if you do we could stay dry against the rain. είχε φέρει μια καρέκλα η Άννα μπροστά,  καθόταν ακίνητη και ευλαβική με το εξώφυλλο του δίσκου για ώρες στα χέρια να μαθαίνει τους στίχους απέξω, τόσο που σε λίγο καιρό η δική της φωνή σκέπαζε χωρίς κόπο τη φωνή της Μέλανι.

πέρασαν χρόνια κι η Άννα εξακολουθούσε να κάθεται μπροστά στο πικάπ της με τα εξώφυλλα των πολλών πια δίσκων της στα χέρια και να προσπαθεί να διαβάσει τα γράμματα στην ετικέττα, καθώς αυτοί γύριζαν πάνω στο πλατώ, έτσι για παιχνίδι. το προλάβαινε συνήθως με τα κεφαλαία, κι άλλοτε παρατηρούσε τις πυκνές χαρακιές στο βινύλιο που σχημάτιζαν ανισοπαχείς γυαλιστερές ζώνες στην κατάμαυρη επιφάνεια, προσπαθώντας να καταλάβει τί είδους ήχοι αντιστοιχούσαν σε κάθε απόχρωση γυαλάδας.

θα πρέπει να ήταν 79 ή 80 όταν η Άννα για πρώτη φορά σκέφτηκε να ασεβήσει πάνω στο υπέροχο πικάπ της. κάπου το είχε διαβάσει και της άρεσε και είπε να το δοκιμάσει. το χαρτόνι ήταν υλικό που αγαπιόταν, θύμιζε διαχρονικά σχολικά εγχειρήματα. έτσι έφτιαξε εύκολα και γρήγορα ένα χαρτονένιο κύλινδρο με δώδεκα κάθετες επιμελημένες στενές σχισμές στο πάνω του μισό, τόσον όσο να χωράει να κάτσει πάνω στο πλατώ του πικάπ της. αυτό ήταν το εύκολο μέρος της δουλειάς.

κατόπιν έκοψε επτά χαρτονένιες κορδέλες πλατιές όσο το μισό ύψος του κυλίνδρου. πάνω τους ζωγράφισε με παστέλ και πολύχρωμα μολύβια επτά χαριτωμένα θέματα. το κάθε ένα από αυτά το επανέλαβε αντιγράφοντάς το δώδεκα φορές, αλλά παραλάσσοντάς το τόσο λίγο κάθε φορά, όσο η κάθε μια από τις δώδεκα εικόνες του να ενσωματώσει λίγη κίνηση.

κάθε φορά, που τέλειωνε μία λωρίδα, ένωνε τις άκρες, την τοποθετούσε χαμηλά μέσα στον κύλινδρο και έβαζε μπροστά το πικάπ να γυρίσει. μέσα από τις σχισμές του κύλινδρου που γυρνούσε ισοταχώς μπροστά στα μάτια της διέκρινε τη ζωγραφιά της να ζωντανεύει. ούτε μπορούσε να φανταστεί τη μαγεία του τελικού αποτελέσματος τότε που είχε ξεκινήσει να ασχολείται. το κάθε θέμα της κινούνταν κι εξελισσόταν κυκλικά και γύριζε πάλι στην αρχή και πάλι το ίδιο, εξελισσόταν ξανά και ξανά.

η ταχύτητα της περιστροφής δεν επέτρεπε παρατήρηση της μηχανής αλλά μόνον του θέματος. έτσι το ροζ φίδι κουλουριασμένο πάνω στο πράσινο χορτάρι ξετυλιγόταν γρήγορα και γλιστρούσε έξω από το πλάνο, ο χορευτής με το ριγέ πανωφόρι χοροπηδούσε σε temps levé με λυγισμένα τα γόνατα, ο ζογκλέρ πετιόταν με το τραπίζ του από τη μιά άκρη της τέντας του τσίρκου στην άλλη, το κοριτσάκι με την κόκκινη φούστα πηδούσε το σκοινάκι του, ο ποδοσφαιριστής ετοιμαζόταν να σουτάρει, η γυμνάστρια ξαπλωμένη στριφογύριζε με τα πόδια της την τεράστια μπλε μπάλα, ο αγουροξυπνημένος ξεμάλλιαρος οικοδεσπότης με την πράσινη ρομπ ντε σαμπρ άνοιγε την κίτρινη εξώπορτα στο πορτοκαλί τέρας και του την ξανάκλεινε στη μούρη στο πιτς φιτίλι.

όλα αυτά ήταν ώρες πολλές δουλειάς με την Άννα επικεντρωμένη με πάθος στο αποτέλεσμα. ξεκίνημα της γραφής της πάνω στις χαρτονένιες λωρίδες ήταν οι πρώτες λέξεις που της έρχονταν στο μυαλό, καθόλου φανταστικές, όλες στηριγμένες στην πραγματικότητά της, όμως δεν το ήξερε ακόμη. δεν είχε ακόμη μεταφράσει πως το πορτοκαλί τέρας αντιπροσώπευε την αγωνία της για το άγνωστο, την ώρα που διάφοροι απρόσκλητοι, που διαγράφονταν σαν σκιές πίσω από το λαδομπογιαντισμένο τζαμάκι, χτυπούσαν το ρόπτρο της εξώπορτας. ότι το ροζ φιδάκι απεικόνιζε τους μικρούς της φόβους που της άδειαζαν τη γωνιά μόλις αποφάσιζε να τους κοιτάξει κατάματα. ότι το κοριτσάκι με το σχοινάκι ήταν συνώνυμο με την ανεμελιά που πεισματικά αρνήθηκε να εγκατασταθεί στην παιδική ψυχή της. ότι ο επιδειξίας επικίνδυνων ικανοτήτων ζογκλέρ ήταν ο θρίαμβός της στις προκλήσεις. όλα τα υπόλοιπα ήταν παραπληρωματικά στολίδια, πιθανόν ιδανικά, που βοηθούσαν να ακούγονται ήχοι, μουσικές και φωνές επιδοκιμασίας, όταν άρχιζε η παράσταση.

πολλές φορές τη μέρα έβλεπε από τις σχισμές τις ιστορίες της να επαναλαμβάνονται και σκεφτόταν ότι το σινεμά είναι τελικά ένας τεράστιος κύλινδρος που χωράει τον κόσμο όλο.. αθώες γενικεύσεις από ένοχο σπόρο..

 

το δωμάτιο

για την Αλεξάνδρα

γιατί σε φοβίζει η νύχτα;
υπάρχει πιο καλά κλειδωμένο δωμάτιο από τη νύχτα;
μόνο δική σου και μπαινοβγαίνεις ανεμπόδιστα,
σε όποια στιγμή, ζωή, φιλί,
το στοπ καρε καδράρεις
κι αν θέλεις το κρεμάς,
κι αν θέλεις το πετάς,
μπορείς και να το τσαλαπατήσεις άμα θέλεις.
εξασφαλισμένη ατομικότητα και ουτοπία
με φως ιδιωτικό.
κανείς δεν μπορεί να διακρίνει στη δική σου νύχτα,
ακόμη κι αν τον πάρεις απ´το χέρι.

ήταν από πάντα ζήτημα ικανότητας
και ζήτημα λεπτολογίας επίσης.

ολονυχτία-θάλασσα

κυλάει; προσπίπτει; ενδίδει; μη και αντιστέκεται;
δεν επιτίθεται η ήρεμή μου θάλασσα.
ίσως πρέπει να την μετονομάσω.



τετάρτη 18 νοεμβρίου 2015, 9:30

θαυμάζω το μηχανισμό της συγγραφής μου και γελώ


βαδίζω ειρηνικά -συνήθως- την ημέρα μου
οι ώρες μικρούλες, ποιος τις πειράζει στο καλό τους κι όλο μικραίνουν;
αύρα του θέλω να απομακρυνθώ σηκώνεται, την πιάνω που έρχεται,
και μόλις φτάσει αρχίζω να μπαινοβγαίνω στιγμιαία στην πρόκληση με διάφορες δικαιολογίες,
μόλις χρόνος και τόπος παραμερίσουν, ουπς, με τσάκωσα αναστενάρισσα..
έχω πλάκα όταν παίζω με τα κάρβουνα, σκοπό αντικρίζω κι αυτά κρύα μου είναι,
ο σκοπός με νοιάζει, καθόλου τα εμπόδια..
κεντράρω στόχο και χτυπώ, λίγα λεπτά χωρίς παλινδρομήσεις μου χρειάζονται.
κι έπειτα απλά ξαναγυρίζω στον χρόνο και τον τόπο..

απλά..

26 οκτωβρίου 2016

το άγχος της επιτήδειας μηχανής (1)

ο κυρ Παναγιωτάκης, βιοτέχνης της αγοράς γύρω στα σαρανταδύο, παντελόνι μπεζ, πουκάμισο λευκό, μπουφάν μαύρο, φαλάκρα, λευκή επιδερμίδα με κίτρινες τις άκρες των δαχτύλων του δεξιού χεριού απ’ το πολύ τσιγάρο, ο κυρ Παναγιωτάκης που ονειρεύεται ώρες ελεύθερες και κοιμισμένες να γίνει πλούσιος επιτέλους σ’ αυτή τη ζωή, και όχι στην άλλη..
ο φίλος του ο Γιώργης, νεότερος, μελαχροινός, αξύριστος με πυκνό μαύρο μαλλί, βρώμικο τζην και μπουφάν κλειδαμπαρωμένο, άγνωστο τι επαγγέλλεται, είναι περισσότερο χωριάτης στην όψη και στους τρόπους από τον κυρ Παναγιωτάκη.
η Μαρίνα τους συναντά για πρώτη φορά ανάμεσα στα δέντρα ενός ελαιώνα, μέρα μεσημέρι στα μέσα του Νοέμβρη, κάπου εκεί στα τέλη της δεκαετίας του 80. για τη γνωριμία τους μεσολάβησε ο Αλέξανδρος, ένας πανέμορφος άντρας 35 χρονών, υπάλληλος στα λιγνιτωρυχεία Πτολεμαΐδας, με εκατον πενήντα χιλιάδες δραχμές μισθό, τη στιγμή που η Μαρίνα έπαιρνε μόλις σαρανταπέντε. προσπάθησε να της εξηγήσει ο Αλέξανδρος, καθισμένος στα δεξιά της στην καφετέρια ενός επαρχιακού ξενοδοχείου-γαμιστρώνα, πως είναι πολύ σημαντικό γι’ αυτόν να πιάσει επιτέλους την καλή, γιατί παιδεύεται τόσα χρόνια και τα λεφτά που παίρνει είναι λίγα και αυτός θέλει να κάνει σπουδαία ζωή και πρέπει να του φτάνουν. ονειρεύεται λέει μόλις πάρει το χρήμα να μεταναστεύσει στη Γερμανία, εκεί θα τον περιμένει καινούργια ζωή.
η Μαρίνα τον κοιτάζει με πολλή προσοχή. κοιτάζει πρώτα τα δάχτυλα των χεριών του. περιποιημένα χέρια, για τί στο καλό πληρώνεται τόσα; δεν φοράει βέρα ούτε στο λόγο του αναφέρεται σε κάποια γυναίκα εκτός από τη μάνα του. θα λυπηθεί λέει η μάνα του βέβαια αν θα φύγει αυτός στη Γερμανία αλλά θέλει πολύ να ζήσει καλά και είναι βέβαιος πως και η μάνα του δεν θα έχει ποτέ καμία αντίρρηση για την ευτυχία του γιου της. ο όμορφος Αλέξανδρος είναι μελαχρινός με πράσινα μάτια και η Μαρίνα τον καρφώνει μέσα σ´ αυτά και προσπαθεί να μαντέψει περισσότερα από όσα ακούει. παρατηρεί τα όμορφα δόντια του κάθε που γελάει.
έχει ήδη εφοδιαστεί με έναν επίχρυσο αναπτήρα Ντάνχιλ, άλλαξε το πακέτο τα τσιγάρα της σε Μπένσον και χέτζες, μάζεψε τα μαλλιά της πίσω σε χαμηλό σινιον, φόρεσε φον ντε τεν, κόκκινο κραγιόν, το καλύτερο φουστάνι που είχε, λεπτές νάιλον κάλτσες και ψηλοτάκουνα παπούτσια, έβαψε και τα νύχια της με μεγάλη επιμέλεια κατακόκκινα, έτσι ώστε να δείχνει κυρία του καλού κόσμου. έπρεπε να πείσει τους συνομιλητές της ότι ήταν μία κυρία του καλού κόσμου με πολλά λεφτά. συνόδευε εναν χοντρό γερμαναρά, πανύψηλο, με μεγάλη κοιλιά και τιράντες, με μύτη κόκκινη και στρογγυλή από τις πολλές μπύρες, ξανθό, σχεδόν άσπρο, προχωρημένης σχετικά ηλικίας για τα δικά της μέτρα, αυτή ήταν τριάντα κι ο γερμανός γύρω στα πενήντα πέντε, και είχαν προηγουμένως καλά συνεννοηθεί για το ρόλο που θα παίξουν στο ταξίδι αυτό το προσεγμένα οργανωμένο από την αστυνομία.
τον Φραντς τον έβλεπε επίσης για πρώτη φορά η Μαρίνα. τον είχε συναντήσει την προηγούμενη το βράδυ στο γραφείο του αστυνομικού διευθυντή, ήταν φίλος του και εχθρός της παράνομης εμπορίας. ο αστυνομικός διευθυντής του είχε ζητήσει να διαθέσει για την επιχείρηση την κόκκινη μερσεντές του, γιατί είχε μεγάλη αξία για την τύχη της το να φαίνεται λεφτάς. ήταν σαφές και μόνο που τον έβλεπες, πριν ακόμα ανοίξει το στόμα του, ότι στην πραγματική του ζωή ήταν καλοβαλμένος και μορφωμένος. μιλούσε τρεις γλώσσες εκτός από τα γερμανικά, γαλλικά, ισπανικά και φυσικά ελληνικά, παντρεμένος με ελληνίδα, γελούσε συχνά και τρανταχτά στο γραφείο του αστυνομικού διευθυντή, με ανοιχτό το στόμα και λίγα εκτινασσόμενα σάλια, άνετος, σαν φίλος του αρχηγού που ήταν, και αισθανόμενος φυσικά την υπεροχή του μέσα σε εκείνο το άθλιο μπορντέλο του αστυνομικού μεγάρου.
μέγαρα λέγαν οι αρχαίοι τα παλάτια και αυτή η άθλια πολυκατοικία στην οποία στεγαζόταν η αστυνομική διεύθυνση μόνο παλάτι δεν ήταν. ακόμη και στο γραφείο του αστυνομικού διευθυντή όλα ήταν χάλια και καθόλου διευθυντικά, αν εξαιρέσεις το φθαρμένο μαύρο δερμάτινο σουμέν με τα γδαρμένα χρυσοειδή στολίδια ολόγυρα και το διακοσμητικό στυπόχαρτο, εκείνο το ασταθές μαυριδερό ημικύκλιο εννοώ που στόλιζε επισταμένα για άπειρα χρόνια κάθε αρχηγικό γραφείο κι ας είχε προ πολλού εγκαταλειφθεί ο κονδυλοφόρος.
στις ετερόκλητες μεταξύ τους πάλαι ποτέ δερμάτινες πολυθρόνες είχαν βουλιάξει αναγκαστικά η Μαρίνα, ο Φραντς, ο Κώστας, ένας όμορφος ψηλός αστυνομικός, και η Πολύμνια, εκείνη η μαντάμ με το γουναράδικο γεμάτο λαθραίες γούνες, πολλά λεφτά και αφορολόγητα και η Πολύμνια έπρεπε να την βγάλει καθαρή αφού την είχαν στριμώξει για φοροδιαφυγή και παράνομες εισαγωγές. έτσι, σαν καταδότρια που σέβεται τον εαυτό της, αποφάσισε να δώσει εν ψυχρώ το νεαρό Αλέξανδρο που είχε κάνει κάποτε το μεγάλο λάθος να την πηδήξει και να της εξομολογηθεί στο επακόλουθο τσιγάρο τις άλλες του δραστηριότητες εκτός από τα λιγνιτωρυχεία Πτολεμαΐδας.
την Πολύμνια θα την έλεγες άσχημη μα καπάτσα, γυαλαμπούκα με μαύρο χοντρό σκελετό και πατομπούκαλα, με χοντρά μελανιασμένα χείλη, μεγάλο κώλο, μικρά βυζιά σκέτες υποψίες πίσω από το βαθύ ντεκολτέ του λουλουδάτου ντε πιες αρχές χειμώνα και ένα στόμα λαϊκό σαν από καταγώγιο.. η Πολύμνια κουτσοήξερε γερμανικά γιατί για μερικά χρόνια είχε υπάρξει μετανάστρια στη γερμανία. ο αστυνομικός διευθυντής πρότεινε να μιλούν μεταξύ τους μπροστά στους αλήτες εμπόρους, που θα συναντούσαν αύριο, σε ξένη γλώσσα, έτσι ώστε οι έμποροι να πεισθούν ότι ο γερμανός είναι ο αρχηγός, η Μαρίνα η γραμματέας του, ο Κώστας ο οδηγός του και η Πολύμνια μια καλή φίλη που τους φέρνει σε επαφή με την αρχηγική αφρόκρεμα της αρχαιοκαπηλείας.
αυτός ήταν και ο λόγος που η Μαρίνα αρματώθηκε πάνω της κάθε μικρή λεπτομέρεια που θα μπορούσε εύκολα και φθηνά να της εξασφαλίσει την εικόνα της πλούσιας. τον επίχρυσο αναπτήρα τον δανείστηκε από το μπαμπά της φίλης της και τα τσιγάρα της τα αγόρασε πανάκριβα ειδικά για την περίσταση. τα τακούνια ήξερε ότι θα της πλήγωναν τα πόδια, ωστόσο έκρινε ότι αποτελούσαν κρίσιμο στοιχείο για την εμφάνιση της.
στην καφετέρια του μικρού επαρχιακού ξενοδοχείου που σταμάτησαν για το πρώτο ραντεβού, έκανε πολλές σκέψεις η Μαρίνα παρατηρώντας με προσοχή το νεαρό υπάλληλο του λιγνιτωρυχείου Πτολεμαΐδας, καθώς μάλιστα μόλις είχε εισπράξει την απάντησή του για τον τεράστιο μισθό του σε σχέση με τον δικό της. τον οίκτιρε κιόλας από μέσα της που ήταν τόσο απατεώνας κι ας είχε χρήμα που λίγοι καθημερινοί τύποι είχαν παρόμοιο, αλλά λίγες στιγμές αργότερα τον αηδίασε σκεπτόμενη πώς ένας τόσο όμορφος και υπολογίσιμος άντρας έσπευδε τρέχοντας να χωθεί στη φυλάκα από πλεονεξία -είχε μάθει η Μαρίνα από μωρό ότι όποιος πάει για τα πολλά χάνει και τα λίγα-. καθώς τον παρατηρούσε με προσοχή σκεφτόταν ότι δεν είναι εύκολο να καταλάβεις έναν άνθρωπο δίπλα σου και ότι θα τον πηδούσε ευχαρίστως και χωρίς χασομέρι, αν δεν ήξερε τί μέρος του λόγου ήταν. βλέπεις η Μαρίνα είναι διαφορετική από την Πολύμνια, εκείνη πουτανέ στάιλ, η Μαρίνα παιδί των βιβλίων με έντονη διάθεση να διαβιοί εντός των ορίων της εντιμότητας, οπότε ο όποιος Αλέξανδρος δεν θα της εξομολογούνταν ποτέ βρωμοονειροπολήσεις και ξεράσματα. τότε η Μαρίνα σηκώθηκε να πάει για κατούρημα, όχι τόσο γιατί το είχε ανάγκη, αλλά γιατί ξαφνικά της ήρθε η επιθυμία να μείνει μόνη της με τον εαυτό της για να σκεφτεί όλα αυτά που γίνονταν γύρω της από χτες το βράδυ, έτσι, να γυρίσει τα μάτια της γύρω-γύρω χωρίς παρατηρητή, και να τα κλείσει, και να τα σφίξει για να νιώσει ξύπνια χωρίς ο περιποιητικός Αλέξανδρος να τη ρωτήσει: Πάθατε κάτι; άργησε πολύ στην τουαλέτα του ξενοδοχείου, έκανε όλες τις κινήσεις αργά, και όταν σηκώθηκε και στάθηκε μπροστά στο λαβομάνο για να πλυθεί και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη για να φρεσκάρει το κραγιόν της, ένιωσε αναγούλα για τη συνάντησή της με τον όμορφο παράνομο.
έμειναν στο ξενοδοχείο περίπου ως τις δώδεκα το μεσημέρι, ήταν ημέρα Πέμπτη, και ο όμορφος άντρας σηκώθηκε, πλήρωσε το λογαριασμό των καφέδων και του συνοδευτικού δεκατιανού και προχώρησε μπροστά για να δείξει το δρόμο που θα ακολουθούσε το αυτοκίνητο με τους τέσσερις επισκέπτες, που δεν ήταν η κόκκινη μερσεντές αλλά τελικά ένα μπεζ αγροτικό από τα κατασχεμένα με πινακίδα τσολ και δύο ζευγάρια καθίσματα. ο Αλέξανδρος είχε τηλεφωνήσει κάποιους να περιμένουν το μπεζ αυτοκίνητο. ο ίδιος τους χαιρέτησε εκεί, τη Μαρίνα με ένα χειροφίλημα.
βγήκανε λίγο πιο μακριά απ’ το ξενοδοχείο, οδηγούσε ο Κώστας και δίπλα του καθόταν ο Φραντς, πίσω από το γερμανό η Μαρίνα και δίπλα της η Πολύμνια. Μόλις απομακρύνθηκαν δυο-τρία χιλιόμετρα είδαν στ’ αριστερά τους τον ελαιώνα που τους είχε πει ο Αλέξανδρος και κάποιος πάνω στην άσφαλτο τους κούνησε το χέρι να σταματήσουν. πάρκαρε ο Κώστας με έναν ελιγμό μέσα στον ελαιώνα, εκείνος που τους έκανε νόημα, ο Γιώργης ήτανε, προχώρησε γρήγορα μπροστά σηκώνοντας το χέρι σε μια κίνηση Στάσου όπως είσαι, και οι τέσσερις άφησαν το αμάξι και ακολούθησαν περπατώντας τον τύπο βαθιά μέσα στον ελαιώνα, μέρα μεσημέρι με ήλιο και αρκετή ψύχρα.
διέκριναν λίγο πιο κει το κρεμ Λάντα, είχε τότε γεμίσει με Λάντα όλη η Ελλάδα. από τη θέση του οδηγού κατέβηκε ο Παναγιώτης, αυτός που λίγες ώρες αργότερα θα φαινόταν στη Μαρίνα τόσο κακομοίρης που θα τον ονομάτιζε κυρ Παναγιωτάκη. έκανε γενναιόδωρη κίνηση χαιρετισμού ανοίγοντας μπροστά και τα δυο του χέρια για να σφίξει τα δικά τους και ένα υπομειδίαμα εγκαθιδρύθηκε από τη στιγμή εκείνη στο κάτω μέρος του φεγγαροπροσώπου του. εξήγησε με λίγα λόγια πως η ανάγκη τον κάνει να κάνει αυτό που κάνει, είναι έντιμος άνθρωπος αυτός αλλά η δουλειά στη βιοτεχνία στην Πάτρα δεν πάει πολύ καλά και πρέπει να λάβει τα μέτρα του. ο γερμανός κοιτάζει αυστηρά αφ´υψηλού, κάτι λέει στα αγγλικά διφορούμενο στη Μαρίνα, που αυτή το πιάνει σαν Τον καημένο το μαλάκα, συγκατανεύει εξίσου σοβαρά κουνώντας το κεφάλι και ο Κώστας βγάζει από την τσέπη ένα μπλοκάκι και ένα μπικ για να κρατήσει σημειώσεις. η Πολύμνια στέκεται παρέκει ψιλοχεσμένη, καθώς δεν έχουν δα και όλοι γεννηθεί ηθοποιοί..
ο Φραντς δείχνει με το χέρι ότι θέλει να μη χάνουν χρόνο και ο Παναγιώτης ανοίγει το καπό του πορτ μπαγκάζ.

τα παστέλ

νόμιζα παλιά πως πρέπει απ´την αρχή να ξέρεις ακριβώς τί θέλεις να κάνεις τραβώντας τις όποιες γραμμές στο χαρτί, και έτσι κανένα αποτέλεσμα δεν μου άρεζε, καθώς τα σκληρά παστέλ γρατζουνούσαν βάφοντας σκληρές γραμμές και σπάζοντας σε σκληρούς κόκκους, και τα τρυφερά από δαύτα πουδράριζαν τον τόπο και κατακάθονταν στα πνευμόνια μου. δεν μου άρεζε γιατί βιαζόμουνα και τα περιγράμματα ήταν μοιραία χοντρά και ατελή και δεν μου αρέσουν οι χοντράδες. νόμιζα παλιά πως από την ώρα που θα αποφασίσεις να απλωθείς σ´ένα τραχύ μπεζ Α2, οφείλεις να μην σέρνεις το χέρι μουτζουρώνοντας και πως όλη αυτή η συγχώνευση μεμονωμένων χρωμάτων σε θολές τελικά αποχρώσεις χαράμιζε το αποτέλεσμα. βιαζόμουν, λες και δεν το ήξερα κατά βάθος ότι ο χρόνος είναι η καλύτερη παρέα που σε παίρνει αλά μπρατσέτα και σε βγάζει ήπια και απαλά. μπορεί και αφελώς να νόμιζα ότι μόλις χτυπήσεις παλαμάκια πρέπει να πάρεις περιποιημένη και περιγραμμένη τελική εικόνα. μα αφού το ίδιο το υλικό είναι δυνατό και γενναιόδωρο, να σπαταληθεί πολλές φορές πρέπει και καμιά σημασία δεν έχει αν τα μπαστουνάκια κονταίνουν γρήγορα. να πας και νάρθεις επανειλημμένα, να χωνέψεις και να συγχωνεύσεις έγχρωμες δυνάμεις και ασήμαντες μονοχρωμίες, να διασκεδάσεις με το άλλο χρώμα που σου χαμογελά σε κάθε πόντο. το όλον προκύπτει μαγικά κοντά ή και έξω από τις προσδοκίες σου, δεν έχει σημασία, αυτό θα πει ελευθερία. να μην βιαστείς. για ώρες, για μέρες να πηγαίνεις και να γυρίζεις πάνω στα δυόμισυ χιλιάδες τετραγωνικά εκατοστά σου, και να μεταμορφώνεις κάθε ένα από αυτά ασταμάτητα, όσο στο τέλος να απορείς πως ενώ ξεκίνησες με μιαν ακαθόριστη ιδέα για το τί θα ήθελες να δεις, προκύπτει εικόνα ομιλούσα έτσι πως δεν τη φαντάστηκες.. τα χρώματα παίζουν με το χρόνο μου…

12 ιανουαρίου 2017

τί ιερή παρουσία όταν σιωπώ.., ο Τάο!

 

τον νιώθω να γέρνει δίπλα μου, ζεστός, μαλακή σάρκα που βυθίζομαι,
το δεξί μου μάγουλο πρώτα συναναστρέφεται επιδερμίδα συγκεκριμένης θερμότητας
και αμέσως στραβώνω τα χείλη δεξιά για να φιλήσω..
βάλθηκα να περιγράψω την εμμονή μου
είναι δύσκολο να δραπετεύσεις εκεί
φοβάμαι μήπως υπερβάλλω και χαθώ σε μη πραγματοποιήσιμες ονειροφαντασιές
φοβίες ανυπόστατες, είναι τόσο κακό να ονειροπολήσω;
και έτσι πάνω στο δευτερόλεπτο της εκκίνησης αναβάλλω τη δραπέτευση
κι άλλες φορές πάλι, πιο θαρραλέα, πετάω όλα τ´ άλλα άτακτα γύρω και ορμώ,
ακούω τη φωνή μου ξαφνικά να συμμετέχει, εισήλθα, τα κατάφερα,
τόφερα από δω, το γύρισα από κει, αλλά δεν το απόφυγα
(νάζια κάνω, δεν θέλω να το αποφύγω, με τα μούτρα να πέσω μέσα του και να χαθώ επιδιώκω)

mi chiamo Paolo


συννεφάκια αόριστα καλύπτουν το χαζοκόριτσο
με χρώματα παλ προορισμένα για ευκολόπιστους.
δεν ξέρει τίποτε άλλο για την ώρα η μικρούλα, δεν σοβαρεύεται
ανάγκη δεν υπάρχει άλλωστε, είναι ο κόσμος από μόνος του δύσκολος
ας μην προκύπτει η ζωή της δυσκολότερη γράφοντας χρώματα με έννοια σοβαρότητας.
ποιος αλήθεια σκοτίζεται πόσο το μαύρο πένθος της εστοίχισε;
ένα πένθος έτσι κι αλλιώς όλοι μας το’ χουμε.

ρόζ. χρώμα κατάλληλο για μυρωδάτη πούδρα που διανέμεται γύρω της ανάλαφρα
σιελάκι τη σκεπάζει για να ανταγωνίζεται τη θάλασσα
(θεραπευτής η θάλασσα στον ύπνο της μα το κρύβει όσο μπορεί με επιμέλεια)
αραιό κίτρινο – ιπτάμενες στραφταλιστές νεράιδες στο φως του ξημερώματος-
είναι εαυτός αυτός που αρμόζει μεσημέρι; αναρωτήθηκε.
ναι, είναι εαυτός αυτός -απάντησε μόνη της- ιδανικός για χαζοκόριτσα.
της χρειάζονται πια ρόλοι αφελούς και σήμερα τους βγάζει εύκολα.
κάποιος πλησιάζει απαλά το χαζοκόριτσο.

κοίτα να δεις τι εύκολη ζωή που της προέκυψε..

mi chiamo Paolo…
δροσίστηκαν τα ακροδάχτυλα στο κυματάκι που κύλησε κάτω απ’ τα πόδια της
τα ίχνη της στην άμμο απαλύνθηκαν,
στο επόμενο θα σβήσουν πια ολότελα
και μετά θα φτιάξει άλλα, όπως τα θέλει..
είναι η μέρα της σήμερα.. επιτέλους είναι η μέρα της…

τετάρτη 28 οκτωβρίου 2009

Γιάννης, ο πρώτος μηχανικός

το οχηματαγωγό Σκύρος αριβάρει άδειο στην Aλόννησο μόνο και μόνο για να την αφήσει. ο καπετάνιος και φίλος αρχαιόθεν της μαμάς της κάνει τα στραβά μάτια σε όλη τη διαδρομή. έτσι κάνουν οι κύριοι.

λευκή στολή με σειρήτια. πόσα; η Pενάτα δεν θυμάται. δεν της έκαναν εντύπωση τα σειρήτια ποτέ. πόσο μάλλον τότε που της φαινόταν αστείο που ο πρώτος μηχανικός έβαλε τη στολή για να την εντυπωσιάσει. μικρό ανάστημα, κοκκαλιάρης, ίσαμε δεκαπέντε, δεκαεφτά χρόνια της έριχνε. αυτή εντυπωσιάστηκε μόνον όταν την κατέβασε στο μηχανοστάσιο. θόρυβος για να φωνάζεις, λίγο τεχνητό φως, αέρας πουθενά, θαλασσίλα και καύσιμο μπερδεμένο κράμα, σίδερο παντού, πνίγεσαι. η Ρενάτα στις μύτες των ποδιών τεντωμένη να φτάνει γύριζε γρήγορα-γρήγορα τη μανιβέλα κατά τις εντολές του καπετάνιου, μέρος και αυτό του εντυπωσιασμού (ένας ωραίος καπετάνιος αποφάσισε να αποπλεύσει από το Βόλο σχεδόν άδειος με μπόλικα μποφόρια !!!), ο πρώτος μηχανικός έσπρωχνε το χέρι της με βιάση κάθε φορά που νόμιζε πως για δευτερόλεπτο καθυστερεί. ντριιιιιν! full engine! ντριιιιιν! «γρήγορα, βιάσου», σχεδόν ούρλιαζε…. αυτή όταν ανέβηκε πάνω ξαφνιάστηκε.. το καράβι είχε απομακρυνθεί από το λιμάνι. πώς γινήκαν τόσες μανούβρες με μια μανιβέλα που μόνο κουδούνιζε;

λίγο αργότερα η πάμπλουτη βραζιλιάνα ξερνούσε στο δερμάτινο ντιβάνι του σαλονιού της πρώτης θέσης. ένα ντιβάνι αυτή και ένα ντιβάνι, απέναντι η Pενάτα. αρπαγμένες κι οι δυο καλά-καλά από την πλάτη του καναπέ για να μην εκσφενδονιστούν. αντάρα, μαυριδερό νερό έσκαζε κι άφριζε πάνω στα παράθυρα της αριστερής πλευράς, πότε αυτά καπλαντίζονταν σκουρόγκριζα και πότε λευκά με τον κλυδωνισμό. θάλασσα, τρρρρρρκ, ουρανός, τρρρρρρκ και ξανά και ξανά… ο άντρας της βραζιλιάνας την είχε κοπανήσει για κάτω, να κουνιέται λιγότερο. η Pενάτα παρατηρούσε τα τεράστια φωναχτά δαχτυλίδια στα σφιγμένα της δάχτυλα, το ένα δίπλα στο άλλο, δεν ήταν της μόδας τέσσερα στο ίδιο χέρι μιας γριάς.

μερικά λεπτά μετά δεν άντεχε το στομάχι της που της είχε ανεβεί στο λαιμό. ο πρώτος μηχανικός είχε βάλει πάλι τα λιγδιασμένα, τα λευκά δεν είχαν νόημα μέσα σε τόσο ντόρο. ερχότανε κάθε τόσο και τη ρωτούσε αν είναι καλά. αυτή σηκώθηκε, ήθελε να ξεράσει, προσπαθούσε να συγκρατηθεί μα είχε ασπρίσει. την είχε κλειδώσει πάνω του αρπάζοντάς την απ´το μπράτσο, για να μην την πάρει η θάλασσα καθώς έγερνε στην κουπαστή της δεξιάς μεριάς. εκεί από δεξιά δεν χτυπούσε το κύμα. μόνο κλυδώνιζε, τόσο πολύ, που την ώρα που δρασκέλιζε την πόρτα της γέφυρας τα γόνατά της λύγισαν και παραλίγο να τα σπάσει στο ψηλό ποδοπάτι.

πρώτα έμαθε όλες τις κρυφές μεριές του καραβιού. μετά ζαλίστηκε και ξέρασε. μετά κατέβηκε ζαλισμένη στην Aλόννησο αφήνοντας το ταξίδι ακριβώς στη μέση. το κεφάλι της την τραβούσε προς τα πίσω μόλις ξάπλωνε για τέσσερις μέρες μετά. και το καράβι δεν έπιασε στην Aλόννησο για τόσες μέρες ακριβώς.

η μετέπειτα αλληλογραφία την εκνεύριζε και την παράτησε. ευτυχώς την είχε γλυτώσει η θάλασσα απ´ το λευκό κοκκόρι.

οι δουλειές του καλοκαιριού πρέπει να μένουν δουλειές του καλοκαιριού.

τύποι από το ράφι, 1

συνέχεια


μια πρόσκληση ανοιχτή
φύλαξε εσύ μια αγκαλιά για μένα
δικιά μας ανθρώπινη και θεϊκή μαζί
όνειρο ή αλήθεια.
θα είμαι πάντα εδώ για σένα.
η φύση καταριέται όποιον αυτή την ευτυχία περιφρόνησε
κι εγώ σκέφτηκα να μην την προκαλέσω.

σάββατο 21 νοεμβρίου 2015, 9:00

daydream believer

 

φροντίδα κάθε μέρας,
κάθε πρωινού ηλιόλουστου και μη,
παραθυρόφυλλα να ανοίγω συστηματικά στο φως,
το ένα μετά το άλλο, έντεκα.
χειμώνες διάπλατα, χωρίς κουρτίνες,
ανεμπόδιστο το φως να εισρέει.
τα καλοκαίρια συστέλλομαι τη λάμψη του,
δειλιώ διαιτώμενη μισόφωτα,
εκτιθέμενη σε μηχανική δροσιά με λίγο θόρυβο,
που όμως συνήθισα από χρόνια τώρα.
φως, δροσιά, μηχανή, γυμνότητα,
τάνυσμα πρωινό σε πολύχρωμα βαμβακερά σεντόνια,
αρκούν να ξεσηκώσουν μια γυμνή ψυχή σε εγρήγορση,
να θυμηθεί για πολλοστή φορά
θέρμη, ιδρώτα, ηδονικούς μονόλογους,
ανάσες, σιωπές, ανάταση, ουσία, συνουσία..
ο sam cooke τώρα με προδίδει: you’re always on my mind
και οι monkees κοροϊδεύουν την επιμονή μου..

σάββατο 18 ιουλίου 2015, 00:34

ευχή


δρυΐδες και μάγισσες του σύμπαντος,
σας ανέθεσα τη γη μου, τον αέρα, το δροσερό νερό μου,
να τα φυλάξετε καλά εκεί
όπου η θάλασσα κυλίεται στην άμμο ρυθμικά
και θυμώνει και χαίρεται και φωνασκεί,
εκεί όπου το σύννεφο προσπίπτει στην άβατη κορυφή του κόσμου κροτώντας.
σας ζήτησα να συμμετέχουν όλα τα μέρη από το είναι μου
στη συνομιλία της σκιάς και του φωτός,
του κύματος με τον ορίζοντα.
αιτήθηκα να μου χαρίσετε απρόοπτα,
αλλά εσείς να το ‘χετε προσχεδιάσει από τη νύχτα κιόλας,
τα χέρια και το στήθος και την αρετή και την ονειροπόληση
του ήρεμου ορειβάτη στα υψίπεδα του λαντάκ,
ντυμένου ως τα κατάβαθά του με τα χρώματα των δάρδων,
αυτού που σέρνει σε μυσταγωγία την ανάμνηση και την επιθυμία
για το καθαρό φως, το κελαρυστό νερό, το κόκκινο λουλούδι
και τα γαλάζια μάτια που ποτέ δεν αποσύρθηκαν από το ξέφωτο.
αγκαλιάστηκα στη σιωπή με την ιδέα του,
το μεγαλείο με πλημμύρισε κι η αγκαλιά μου έτριξε,
να σταματήσω τον τριγμό αυτόν αδυνατούσα.
το διπλωμένο χαρτάκι που σας έστειλα μαζί με την ευχή μου,
το ‘κρυψα εκεί ανάμεσα στις μαύρες δαντέλες.
τώρα εσείς δουλέψτε για λογαριασμό μου,
δρυΐδες και μάγισσες του σύμπαντος,
και φέρτε μου τον ταξιδιώτη
από τη χώρα του βούδα και τον ποταμό ντα
να κυλιστεί μαζί μου σαν τη θάλασσα στην άμμο ρυθμικά,
να θυμώνει και να χαίρεται και να φωνασκεί,
και γω επιτέλους να συνομιλώ σαν τη  σκιά με το φως,
σαν το κύμα με τον ορίζοντα…

παρασκευή 9 σεπτεμβρίου 2016, 4 το πρωί

απάτη και (έκ)θλιψη

η Ελένη πάει καιρός που κατάλαβε ότι οι πλάκες των πεζοδρομίων δεν είναι απόλυτα στοιχημένες. σε μερικά πεζοδρόμια ο τεχνίτης φρόντισε τον αρμό έτσι που να απορείς πώς τέτοιος τετραγωνισμός προέκυψε από ανθρώπινα χέρια και αλλού πάλι δεκάρα δεν δόθηκε για την τάξη, όσο και αν την επιθυμούσαν μερικοί. και πάνω στις πλάκες, γκριζόμαυρες εξέχουσες κηλίδες οι πατημένες τσίχλες, τις κοιτάζει τώρα και αναρωτιέται πόσες τσίχλες έχουν μασηθεί από το ανθρώπινο γένος που παρήλασε πάνω σε πλακάκια τοποθετημένα ορθά και μή.

προχωρούσε προς τη διάβαση. ένιωθε πως ασφυκτιούσε, έκανε ζέστη βλέπεις και εκείνη έπρεπε να βαδίσει καμιά διακοσαριά μέτρα ακόμη ως τη δουλειά της. είπε επιτακτικά στον εαυτό της ότι πρέπει να αγνοήσει τη ζέστη, γιατί διαφορετικά θα αισθάνεται δυστυχισμένη άδικα. υπάρχουν άλλωστε τόσοι λόγοι για να αισθάνεται κανείς δυστυχισμένος, ας μην δώσουμε την ευκαιρία και στη ζέστη τώρα να μας χαλάσει την ημέρα. έτσι στωικά αντιμετώπισε τον υπόλοιπο δρόμο ως τη διάβαση, ήταν μάλιστα ομαλός ανήφορος.

ξέχασε την επιδιωκόμενη ηρεμία της μόλις έφτασε στο φανάρι και κατάλαβε πως έπρεπε ή να τρέξει για να προλάβει το πράσινο ή να περιμένει το επόμενο φανάρι. προτίμησε να τρέξει και έφτασε απέναντι. τώρα έπρεπε να διασχίσει τον επόμενο κάθετο δρόμο, πέντε μέτρα τη χώριζαν από αυτόν και τη διάβαση. τ’ αυτοκίνητα πήγαιναν σιγά-σιγά και κοντοστέκονταν στο φανάρι. ανάμεσά τους πέρασε η Ελένη ως τη διπλή διαχωριστική, ο άλλος μισός δρόμος άδειος από δεξιά και κατάφερε εύκολα να φτάσει απέναντι στον ανηφορικό πεζόδρομο. ήξερε τη διαδρομή απέξω, έτσι πήγαινε πάντα στη δουλειά της.

λίγα μέτρα ακόμη στον ανήφορο και η Ελένη κοκκάλωσε. στροφή επιτόπου. κοίταξε προς την πλευρά της θάλασσας και ένιωσε ηλίθια. τί δουλειά έχει κι ανηφορίζει; εκεί κάτω η θάλασσα αστράφτει, δεν τη βλέπει, αλλά τη φαντάζεται. κι η θάλασσα η άτιμη της κάνει γκελ, θέλει να την παραπλανήσει να πάει κοντά, το φως να της πονάει τα μάτια, να κλείνει τα βλέφαρα τόσο, όσο λίγο φως να περνάει ανάμεσα. θυμήθηκε ξαφνικά ότι όταν ήταν μικρή και έκλεινε σφιχτά τα μάτια της, έβλεπε εκείνα τα πολύχρωμα γεωμετρικά σχήματα που εκτινάσσονταν σαν μικρά πυροτεχνήματα κάτω από τα βλέφαρα. τώρα πια, όσο και να ‘σφιγγε τα βλέφαρα, κανένα πολύχρωμο γεωμετρικό σχήμα δεν προέκυπτε, μόνον στην καλύτερη περίπτωση γκριζόμαυρα, σαν ..τις πατημένες τσίχλες.

η θάλασσα, η θάλασσά μου. κοντοστάθηκε ακίνητη η Ελένη εκεί μπροστά στο χειμερινό σινεμά, έναρξη το Σεπτέμβριο, δεν ζεσταινόταν καθόλου πια και γύρω της οι θόρυβοι του δρόμου γίναν στ’αυτιά της ένα ακαθόριστο βουητό. αρνείται συχνά η Ελένη να ακούσει καθαρούς τους γύρω της θορύβους, όπως τότε που ξάπλωνε ανάσκελα πάνω στη θάλασσα με τα αυτιά χωμένα στο νερό και κείνο το βουητό έμοιαζε με το βουητό της μοναξιάς της.

ήρθε στο σήμερα. διαφόρων ηλικιών κυρίες κατηφόριζαν από τη λαϊκή και άλλες ανηφόριζαν για κει, μ’ όλα εκείνα τα δολοφονικά συρμάτινα καρότσια που άγχωναν την Ελένη. σταμάτησε το βλέμμα της πάνω στο καρότσι της κοπέλας που προπορεύονταν. προς στιγμήν σκέφτηκε πως μια κοπέλα στην ηλικία εκείνης έπρεπε να βρίσκεται στη δουλειά της κι όχι στη λαϊκή. λες να μην εργάζεται; υπάρχουν λοιπόν κοπέλες στην ηλικία της που δεν εργάζονται; όχι ότι της φαινόταν απίστευτο, μα τη ζήλεψε στιγμιαία. το καρότσι γεμάτο χαρτοσακούλες, η επιθυμητή γι΄αυτήν πολυχρωμία ανύπαρκτη, τόσο πολύ μπεζ χαρτί, και στην κορυφή μια μικρή σφιχτά κλεισμένη χαρτοσακούλα που κλυδωνιζόταν σύμφωνα με το βήμα της κοπέλας. όχι, είπε μέσα της, η συχνότητα των κλυδωνισμών δεν οφείλεται στο βήμα της κοπέλας, αλλά στους βαθουλούς αρμούς των τετράγωνων πλακακιών που υπερπηδά το καροτσάκι. ο κλυδωνισμός της χαρτοσακούλας διέλυσε το συγκεχυμένο βουητό από τ’αυτιά της και η Ελένη άκουσε επιτέλους. αυτό τη δυσαρέστησε προς στιγμήν, προτιμούσε τη θολούρα.

μετακινήθηκε πέντε βήματα αριστερά. εκεί υπήρχε το πεζούλι του πάρκου, μέσα στο πράσινο του οποίου ήταν φυτεμένη μια ελληνική σημαία, από κάποιον παλιομοδίτη σωβινιστή υπέθετε. σκαρφάλωσε στο πεζούλι και κάθισε πάνω του. γύρισε στ’ αριστερά της και άρχισε να εξερευνά με μισόκλειστα μάτια και ναρκωμένο μυαλό εκείνα τα τριάντα μέτρα που απέμεναν στον ανήφορο. ο πεζόδρομος σκιερός από τα στοιχημένα στον άξονά του δέντρα, λεύκες; τί δέντρα; δεν την ενδιαφέρει. συνεχίζει μέσα της την επιπόλαιη περιγραφή: κάποιοι κάθονται στα τραπεζάκια έξω από την καφετερία της γωνίας. ακούει ως εδώ τους πωλητές της λαϊκής. όλοι ριγμένοι στον αγώνα για το μεροκάματο σκέφτεται φευγαλέα.

τότε… νάτος ο χοντρός και βρώμικος Γρηγόρης ο γυψάς μπροστά της. είκοσιπέντε χρονώ ο Γρηγόρης. γκρι παντελόνι βρωμερό, κάποια μπλούζα, αδιόρατα θυμάται το βυσσινί χρώμα, χωρίς νάναι σίγουρη πως ήταν έτσι. ναι, μάλλον βυσσινιά ήταν με βε λαιμόκοψη. παράξενο, αλλά θυμάται κι ένα λευκό πουκάμισο. δεν μπορεί σήμερα, είκοσι χρόνια μετά, να καταλάβει πώς μπορούσαν να σχετίζονται η βρώμα με το λευκό πουκάμισο.

ο Γρηγόρης κάθισε στην άκρη της καρέκλας από πράσινη φορμάικα αργά το απόγευμα στο ραφτάδικο της γειτονιάς που περνούσε την ώρα του. τέντωσε τα χοντρά του μπούτια μπροστά, σταύρωσε τα τεντωμένα πόδια και τα χέρια πιάνοντας τον αριστερό καρπό με το δεξί χέρι πάνω στη χοντρή κοιλιά του, σαν τους πεθαμένους μέσα στο φέρετρο. έτσι, οριζόντιος σχεδόν, με κίνδυνο να ανατρέψει την καρέκλα και να τσακιστεί, έγειρε το κεφάλι του πίσω και χασμουρήθηκε. μετά χαλάρωσε το τέντωμα, μετακίνησε τον χοντρό πισινό του πιο μέσα στην καρέκλα κι άρχισε ν’ απαριθμεί τα φαγιά που κατανάλωσε το μεσημέρι στο μαγειρείο Το Φοιτητικόν, όπου ο Γιάννης, πάντα μεταξύ σοβαρού και αστείου, κένωνε στα πιάτα το φαΐ και ο Αλέκος, με τον αέρα λαϊκού γκόμενου, κουβαλούσε στα τραπέζια τους κεφτέδες, τα πιλάφια κ.λ.π., κ.λ.π. ψιλοαναγούλιαζε η Ελένη, όταν μάλιστα έβλεπε τα μαύρα άπλυτα μαλλιά του Γρηγόρη να κρέμονται λούνες-λούνες από το κεφάλι του. το μεσημέρι είχε μεταφράσει σε διπλές μερίδες φαΐ το πρωινό του μεροκάματο, έβγαζαν τότε μεροκάματο οι γυψάδες.

θυμήθηκε, περαστική κάποτε κάτω από το μπαλκόνι, το Γρηγόρη σ’ ένα παλιό ανώγειο πενηντάρι με ολάνοιχτα πατζούρια, φωτογραφίες με γυμνές γυναίκες καρφωμένες στους τοίχους, ένα κρεβάτι, μια καρέκλα, μια γυμνή λάμπα κρεμασμένη από το ταβάνι, που κουνιόταν πέρα-δώθε στο ρεύμα του αέρα. ο Γρηγόρης ήταν γι’αυτήν σύμβολο της απέραντης αδιαφορίας για το κάθε τί. ακόμα και τον μεγάλο σεισμό δεν τον είχε πάρει πρέφα ο Γρηγόρης. έντεκα και δέκα το βράδυ καλοκαιριάτικα κοιμόταν βαθειά. το πρωί αναρωτιόταν γιατί ήταν σχισμένοι οι τοίχοι και έψαχνε άνθρωπο στους άδειους δρόμους για να ρωτήσει. Η Ελένη γέλασε φωναχτά και, επειδή μπορεί να την έβλεπε κανένας γνωστός να γελάει μόνη της, βιάστηκε να φύγει.

ξεκαβάλησε το πεζούλι. με τη δεξιά παλάμη τίναξε το παντελόνι της. κρέμασε την τσάντα στον δεξί ώμο που την βόλευε καλύτερα, ανηφόρισε αποφασιστικά τα λίγα μέτρα που απέμεναν και εισήλθε με σπουδή στον κόσμο που τελευταία σφοδρά απεχθανόταν.

Θεσσαλονίκη, 1998, μεσημέρι καλοκαιριού

το παλιό ξενοδοχείο

μου ήρθε έξαφνα στο μυαλό τώρα δα ένα νυχτερινό μου όνειρο, πού και πού επαναλαμβανόμενο: ένας δρόμος, φαρδύς θα έλεγα, αλλά χωρίς περαστικούς και αυτοκίνητα. έχει νυχτώσει, δεν είναι περισσότερο από οκτώ η ώρα, δεν είναι χειμώνας, γιατί έχει νυχτώσει άραγε τόσο νωρίς;. ο δρόμος είναι σιωπηλός, το πεζοδρόμιο που περπατώ, έχω την αίσθηση ότι είναι το νότιο, δεν είναι πλατύ, περπατώ από τα αριστερά προς τα δεξιά, από τα ανατολικά προς τα δυτικά δηλαδή. πάντα διανύω την ίδια πορεία στο ίδιο όνειρο, την ίδια ώρα της ημέρας, και πάντα σηκώνω το κεφάλι και κοιτάζω ψηλά, όχι πολύ ψηλά, ίσαμε τον πρώτο όροφο, εκεί που υπάρχει ένα σαχνισί, όχι σαράβαλο σαν από τα παλιά τουρκόσπιτα, καινουργιότερο πάντως, που έχει δύο παράθυρα στην μπροστινή του όψη. έχει και μικρότερα μου φαίνεται στις στενές, αλλά ποιος τα δίνει σημασία.. δεν θυμάμαι αν τα δυο παράθυρα έχουν παντζούρια, οι περιορισμοί κάθε είδους περιττοί, και ιδίως στα όνειρα. είναι ολάνοιχτα στη νύχτα με τραβηγμένες στο πλάι τις κλαρωτές σε μπεζ φόντο βαμβακερές κουρτίνες. διακρίνω μέσα φως, θερμοκίτρινο το ονομάζω, νιώθω ανθρώπινη παρουσία, ζεσταίνομαι κάπως στην ιδέα της, νομίζω κιόλας ότι ακούω χαμηλές κουβέντες, και τότε αποφασίζω να εισέλθω.

εισέρχομαι από στενή, ψηλή, ξύλινη, εξώθυρα στην αριστερή άκρη της πρόσοψης, ανοιχτή τέντα είναι, σκοτεινή, στενή, ψηλή τρύπα είναι, που οδηγεί σύντομα σε μία απότομη ξύλινη σκάλα, αυτήν που τρίζοντας με ανεβάζει στον πρώτο όροφο, η φαντασία μου την πλάθει ημικυκλική, αλλά δεν έχει τέτοιες στα ξενοδοχεία των ταξιδιωτών. τί μπέρδεμα αλήθεια σοβεί στα όνειρα, σταγόνες παρμένες από παντού αλλού, που συνταιριάζονται σε ενιαίες καινούργιες εικόνες… όνειρα, πλάσματα σύνθετα της σιωπής…μπρόυτζινες μπετούγες,κ

είναι ένα μεγάλο σαλόνι που στη μέση του σαν καταπακτή καταλήγει η σκάλα. α ναι, τώρα τη βλέπω ευθύγραμμη, μα τί μπέρδεμα τέλος πάντων στη θολούρα της ανάμνησης. και γύρω-γύρω είναι τα δωμάτια. μου θυμίζει το hotel Αμερική στο Διδυμότειχο, σε ένα δρόμο ψιλοανηφορικό με μεγάλη κίνηση, νυφοπάζαρα τους λέγαμε τότε τους δρόμους με τα πολλά τα σύρε κι έλα, κάπου χίλια εννιακόσια εβδομήντα τρία ήτανε, με το πλήθος των κοριτσιών και των φαντάρων, αρβύλες, δίκωχα, χακί και άλλα χρώματα, πλήθος που ανεβοκατεβαίνει σε αέναη κίνηση. απέναντι έχει ένα σινεμά που η χρωματιστή αφίσα του λούζεται στο φως, παίζει ένα έργο, δεν θυμάμαι τώρα τον τίτλο του αν και τα γράμματα τεράστια ζωγραφισμένα, έργο που συμπεραίνω ότι είναι έργο για τους μόνους φαντάρους. σε αντίθεση, το σκοτάδι στην όχθη του Ερυθροπόταμου ταιριάζει στα ζευγάρια. μπορεί το ξενοδοχείο να μην το έλεγαν Αμερική, αλλά Νέα Ζωή, και από κάτω να έγραφε Παναγιώτης Τασκονίδης, το όνομα του ξενοδόχου, όχι κάνω λάθος, αυτό το ξενοδοχείο βρισκόταν στη Δράμα, κοντά στα κτελ και τα αλεσβερίσια τους.

παράξενο.. και τα δύο ξενοδοχεία της θύμισής μου μοιάζουν θαρρείς με αυτό του ονείρου μου, σαν το όνειρο να είναι οι υγρές στάλες της εικόνας τους που συνωστίζονται θέλοντας να με πνίξουν μεθοδικά στη νοσταλγία, μα εγώ όταν νιώθω ότι με επιβουλεύονται, παφφφ, δίνω μια του ονείρου και μια χαρά το διαλύω και το ξαποστέλνω στην επόμενη φορά του.

τα λαϊκά ξενοδοχεία που αγάπησα, πέμπτης κατηγορίας, διώροφα, θα μπορούσα να μιλάω ώρες γι΄αυτά.. δεν τα θέλω μεγάλα στις μνήμες μου, αν και μάλλον ήτανε, γιατί το μεγάλο σε κοσμοπολίτικο μου κάνει και τα δικά μου είναι ξενοδοχεία δοσμένα στον εφήμερο έρωτα, πουλημένο ή δωρεάν σαν τον δικό μου. εκεί που δεν ήθελες να μοιραστείς το μπάνιο του διαδρόμου με ξένους και προτιμούσες να κατουράς στο κρύο λαβομάνο του δωματίου, αφού πρώτα ο καλός σου σε σήκωνε αγκαλιά να σε καθίσει εκεί πάνω που δεν έφτανες. στο λαβομάνο πλυνόσουν και πλυνότανε. η δίφυλλη ντουλάπα στέκονταν στη μιαν άκρη, φτιαγμένη από σκούρο βαμμένο ξύλο με ποδαράκια και αέτωμα σκαλιστό ψηλά στο κέντρο και είχε πάντα την ίδια χαρακτηριστική μυρωδιά κλεισούρας, έναν καθρέφτη στο μαυριδερό εσώφυλλο και μια χιλιοφορεμένη βρωμερή μα καλοδιπλωμένη κουβέρτα-ρεζέρβα στον πάτο μαζί με δυο ακόμη πατικωμένα μαξιλάρια, ντουλάπα που δεν χρησίμευε ευτυχώς σε τίποτε για μια-δυο νύχτες, παρά να ξεχωρίζει τη νύχτα σαν μαύρος όγκος στο ελάχιστο φως που έμπαινε από τις τραυματισμένες και ελλείπουσες γρίλλιες.

δεν θυμάμαι αν τα ξενοδοχεία αυτά τα ζούσα χειμώνα, αλλά μου είναι πιο εύκολο να τα αισθάνομαι καλοκαιρινά, με τζάμια ανοιχτά, παντζούρια, γαλλικού τύπου νομίζω τα λένε σήμερα, που μπορούσες να τα κρατήσεις χαραγμένα για περισσότερο φως και αέρα, με πάντα τις ίδιες μπρούτζινες μπετούγες που η εξέχουσα ακρούλα τους δάγκωνε στο μεταλλικό αντίκρυσμα. και από τα γερμένα παντζούρια μπορούσες να παρατηρείς άνετα και κρυφά τα τεκταινόμενα στο δρόμο, όταν έκανες μικρό σκασιαρχείο από το κρεβάτι και τα χέρια του καλού σου. μεταλλική καριόλα για κρεβάτι, σωμιές με σκουριασμένες λάμες που έτριζε πάντα, στρώμα ριγέ βουλιαγμένο στη μέση, από κείνα τα λεκιασμένα στρώματα με τον ..κόθρο ολόγυρα πάνω και κάτω, χε χε γελάω.. δεν σ´ ένοιαζε το μοναδικό σκληρό μαξιλάρι του κρεβατιού, σε βόλευε καλύτερα ο ώμος του καλού σου, εκεί που εγκατέλειπες το κεφάλι σου με όλο του το βάρος, για να τον ακούσεις σε λίγο να προσπαθεί να δικαιολογηθεί που πρέπει να τραβήξει το χέρι που είχε μυρμηγκιάσει … γελώ…

ανέβηκα στον όροφο, κοιτάζω μπρος μου ένα μάλλον μικρό δωμάτιο με τα ανοιχτά παράθυρα φάτσα να δίνουν στο σκοτάδι και δυό αντικρυστές ξύλινες καρέκλες μπροστά τους στη στενή ορθογώνια εσοχή που σχηματίζει το σαχνισί. φέγγει ήπια το φως της λάμπας που κρέμεται γυμνή με ένα καλώδιο από το ταβάνι. το φως του ονείρου μου είναι σταθερό θερμοκίτρινο και η λάμπα δεν κινείται από το ελαφρύ πνεύμα του αέρα ανάμεσα παράθυρα και σκάλα, αντίθετα οι μπεζ λουλουδάτες κουρτινίτσες εκατέρωθεν των παραθύρων τρεμουλιάζουν, τραβήξτε μας, λένε, για να σπάσουμε εμείς επιτήδεια με την τέχνη μας την έντονη αντίφαση ανάμεσα στο σκοτάδι του δρόμου και το φως της λάμπας. δεν τις τραβώ, δεν φοβάμαι να στοχοποιηθώ από το δρόμο, μπορεί και να το θέλω. μαστόρισσα λάμπα, δε ρίχνεις σκληρές σκιές, αλλά το σιγανό σου φως πέφτει παντού μα και υφέρπει κάτω από τα λιγοστά έπιπλα του δωματίου.

αυτό το δωμάτιο ξενοδοχείου χαρακτηρίζεται από το ζεστό φως, τις λέξεις επιθυμώ και θέλω, τους δυο ανθρώπους αντικριστούς στις καρέκλες, μία εγώ στην αριστερή καρέκλα, ο συνομιλητής μου μοιάζει μάλλον με πρόσωπο του Ντερέν, κι ας έχω τόσα πρόσωπα στην κεφαλή να τον προσομοιάσω, το μεταλλικό κρεβάτι πίσω δεξιά δε μου λέει τίποτα, είναι καλοκαίρι αναμφισβήτητα, δροσερό βράδυ και ακίνητη ζωή έξω, έκρηξη χρωμάτων γύρω μου. θα τα αποκολλήσω από το όνειρο και θα βάψω τη ζωή μου με αποχρώσεις του θερμοκίτρινου χωρίς ποτέ μου να τραβήξω τις κουρτίνες…

τετάρτη 29 δεκεμβρίου 2016, 5 το πρωί