μια δαντέλα από την προίκα της Αγαθής Σχουλίδου, πλεγμένη στο Πελαδάρι της Βιθυνίας περίπου στα 1885-1890. την αγαπούσε η Αγαθή, είχε κοπιάσει πολύ να την κεντήσει. την είχε καταχωνιάσει στο μπογαλάκι της που κουβαλούσε στο πλοίο τις μέρες της δραματικής φυγής από το λιμάνι των Μουδανιών, Αύγουστο του 1922, δεν μπορούσε να την αφήσει πίσω, 41 χρονών γυναίκα τότε.
είναι τόσο απαλή και αέρινη δαντέλα που χωράει ζαρωμένη ακόμη και στη χούφτα ενός μικρού παιδιού. Τηνιακό δίχτυ λέγεται η τεχνοτροπία, κάμπος δηλαδή πλεγμένος δίχτυ (φιλέ) σε τελάρο με σαΐτα, πανωκεντημένος με διαφορετικές βελονιές [1].
ο κοσμοπολίτικος χαρακτήρας της Προύσας και των περιχώρων της είναι γνωστός. ακόμη και από τις λέξεις της καθομιλουμένης της ιδιαίτερης πατρίδας της κεντήτριας φαίνεται αυτό [2].
η Αγαθή ήταν προγιαγιά μου από την πλευρά της μητέρας μου. ο πατέρας της Παραδείσης ή Ματζάνογλης, αγρότης, είχε με τη γυναίκα του 4 παιδιά, δυο κορίτσια και δυο αγόρια. η Αγαθή όταν παντρεύτηκε πήρε το επώνυμο του άνδρα της Ευγενή Σχουλίδη. απόκτησε μαζί του στο Πελαδάρι 6 παιδιά με πρώτο τον Σταύρο, που πριν τον Α´ Παγκόσμιο Πόλεμο μετανάστευσε στις Ηνωμένες Πολιτείες και αργότερα χάθηκαν τα ίχνη του. τα άλλα πέντε παιδιά προσέφυγαν το 1922 στην Ελλάδα και απόκτησαν οικογένειες μοιρασμένοι σε διαφορετικές μεριές, τόσες διαφορετικές τύχες, με απογόνους μοιρασμένους κι αυτούς, αλλά …όπου γης, πατρίς. ο Κώστας βρέθηκε στη Σταυρούπολη, η Ευθαλία, του Πέτρου Καραδογιάννη, στη Φλώρινα († 1987), η Αθηνά του Ναπολέοντα Βαλαβάνη στην Έδεσσα († 2003), η Ευφρανσία, του Στρατή Παπάζογλου, στη Βέροια, και η γιαγιά μου Άρτεμις, του Κωνσταντίνου Αλδαγγέλου, στη Θεσσαλονίκη († 1958) [3].
η Αγαθή πέθανε στο Τσινάρι το 1923 μαζί με τον σύζυγό της Ευγένιο από δυσεντερία, από την οποία προσβλήθηκαν κάτω από τις άθλιες συνθήκες που έζησαν πρόσφυγες στα τολ του Χαρμάνκιοϊ τον πρώτο χρόνο της άφιξής τους στη Θεσσαλονίκη, και τάφηκαν μαζί στο νεκροταφείο της Αγίας Παρασκευής.
[1] Η τεχνική αυτή διαδόθηκε στο Αιγαίο μετά την εγκατάσταση των καθολικών καλογραιών στην Τήνο, τη Νάξο και αλλού στις αρχές του 17ου αιώνα. Η παράδοση αναπτύχθηκε από τα τέλη του 17ου αιώνα στη Βενετία (βλ. σχετ. Τατιάνα Ιωάννου-Γιανναρά, Ελληνικές Κλώστινες Συνθέσεις. Δαντέλες, Αθήνα 1986, σ.σ. 45-55).[2] Βλ. Δέσποινα Μακροπούλου, Πελαδάρι Βιθυνικό. 1300-1922. Ανθρωπογεωγραφικά, Θεσσαλονίκη 2025, τόμος Ι, κεφ. 2: Πελαδαρινών Γλωσσικό Ιδίωμα.
[3] Μία παρατήρηση με αφορμή τον Πίνακα Οι Πελαδαρινοί στο Πελαδάρι Βιθυνικό. 1300-1922. Ανθρωπογεωγραφικά, σ. 305: η οικογένεια Σχουλῆ καταγράφεται χειρόγραφα στο Αρχείο Εκτιμητικών Επιτροπών των Ανταλλαξίμων (ψηφίο Σ) με α/α 29.895, 29.896, 29.899, 29.900. Πιθανόν πρόκειται για την οικογένεια του Ευγενή Σχουλίδη, όπου λάθη καταγραφής από βαρυακουσία ή δυσαναγνωσία του πρωτοτύπου τον μεταμορφώνουν σε Εὐάγγ., Εὐαγ. και Ε. και την κόρη του Άρτεμη σε Ἀρτεμησία.


τμήμα σελίδας του Αρχείου Εκτιμητικών Επιτροπών (α/α εγγραφής, επώνυμο, όνομα & πατρώνυμο, Μητρώο στο οποίο το άτομο είναι εγγεγραμμένο, τόπος καταγωγής, αύξων αριθμός του Μητρώου). Διαβάζουμε: Σχουλῆ Ἀθηνᾶ και Ἀρτεμησία τοῦ Εὐάγγ.

Leave a comment