η ψυχοκόρη

η Μαρία, το ρετιρέ με τη γωνιακή βεράντα και τα ασήκωτα φερ φορζέ έπιπλα, τις λουλουδάτες τέντες με τα κρεμάμενα κρόσια που κυμάτιζαν στο αεράκι μαυρισμένα από το καυσαέριο, τα ψηλά πορτοπαράθυρα με τα γαλλικά παντζούρια, το κλειδωμένο στα περισσότερα σπίτια σαλόνι εδώ ανοιχτό, με τα δανέζικα έπιπλά του και τα πολυεπίπεδα κρυστάλλινα τασάκια, τα χρόνια που περνάνε για τις γεροντοκόρες δυσκολότερα, ο αναπάντεχος σπουδαίος γάμος της ψυχοκόρης και η προίκα της..

η μαγική καυτή ταράτσα από πάνω, ένατος όροφος στο πιο ψηλό σπίτι της περιοχής, το ασανσέρ δεν έφτανε ως εκεί, σταματούσε στον όγδοο, το άκουγες όμως δυνατά να βήχει μέσα στον χτιστό του σωλήνα, κάθε στάση σαν να του κάθονταν κόμπος στο λαιμό.. κι ο περίφημος φωταγωγός πιο κει, στη μέση της ταράτσας, με το γυάλινο κάλυμμα στα ψηλά του σκουριασμένα ποδαράκια.. «τι είναι αυτό;», «φωταγωγός. μη τολμήσεις και χώσεις το κεφάλι σου εκεί, ένα παιδάκι έπεσε κάτω».. ήταν κι εκείνα τα πλυσταριά με τη χτιστή σκάφη και το καζάνι πάνω από τη φουφού, η μυρωδιά της καναζίνας σταθερή, το άπλωμα στον ήλιο με ξύλινα βρώμικα μανταλάκια, τα λευκά σεντόνια από το λουλάκι και τον ήλιο καλοτεντωμένα στα στραβά σύρματα… ήθελα να σκουπίζω τα σύρματα από τη σκόνη πριν το άπλωμα, μου άρεζε εκείνη η καφέ γραμμή στα βρεμμένα κουρέλια, μα ήταν ψηλά και δεν καλοέφτανα.. η θέα των γερανών στο λιμάνι, θαρρείς να τους πιάσεις, λοξές μαύρες σκάλες που φτάνουν στον ουρανό, και ο κάμπος των Δημητρίων δεξιά, τότε δεν ήξερα, θαρρείς να πετάξεις και να προσγειωθείς μαλακά εκεί, οι φωνές ακούγονται τί αρθρώνουν.. πιο κει τα τρένα στο νέο σταθμό στη Μπάρα.. εκείνο το καφεκόκκινο της σκουριάς που είχαν τα τρένα πάντα μου έκανε εντύπωση, μύριζε στα μάτια μου, ακόμη και τώρα το μυρίζω όπου το δω.. δίπλα κολλητά η πολυκατοικία του Παπαηλιάκη, πιο κοντή με αφρόντιστη ταράτσα, και πιο δίπλα, εκεί που τώρα το τείχος πνίγεται την άνοιξη στις πρασινάδες, η δημοτική αγορά με τα αχτάρικα.. το κάρυ και το μπαχάρι ενώνονται και ποτίζουν παντού, ακόμη μου ενοχλούν τα ρουθούνια… κι απέναντι η «βίλα βρώμα» στη θέση του ΟΤΕ, ένα διώροφο με κεντρικό σιδερένιο μπαλκόνι και τρεις πουτάνες αραχτές με μακριές φρουφρουδένιες ρόμπες να περιμένουν, μπορεί και όχι μόνον τον πελάτη… ο βασιλιάς καβάλα στ´άλογο στη μέση της πλατείας, το σινεμά Πάνθεον με λοξή όψη, το καφεκοπτείο του Κυρίτση μύριζε ως εδώ, το θερινό Αττικόν στην ταράτσα να παίζει πιστολίδια, ο φούρνος Άτλας με την τενεκεδένια στέγη και την καμινάδα που κάπνιζε κάθε πρωΐ, η ποτοποιΐα του Αρχάκη, «τί θα πει ποτοποιΐα;».. από πάνω ένα τριώροφο και μια σημαία μόνιμα να κυματίζει. κι όταν πας πίσω στην ταράτσα βλέπεις το πράσινο βουνό… κι ο θόρυβος των αυτοκινήτων που κάνουν το γύρο της πλατείας τεράστιος και ενοχλητικός, δεν με άφηνε να κοιμηθώ τις νύχτες.

ο γέρος, το ερείπιο πολλών ετών, ευθυτενής παρά ταύτα.. η Μαρία του έπλενε γονατισμένη ευλαβικά τα πόδια στο αλουμινένιο λεκανάκι, έφερνε νερό με το γανωμένο γκιλούμι, συντρίανε το νερό για να μην καίει, έπαιζε με την πλάκα πράσινο σαπούνι, κάπου παίζει στο νου μου ένα γανωμένο τάσι με ανάγλυφο λουλούδι στον πάτο, του έκοβε τα νύχια, αυτός φορούσε μάλλινη κασκορσέ και μάλλινη σκελέα σε χρώμα φανελί που το έλεγα τότε, μικρό παιδί ήμουν… δεν θυμάμαι άλλη γυναίκα στο σπίτι, ίσως και να υπήρχε.

πρώτη μου φορά έβλεπα ένα τόσο μεγάλο σαλόνι με τόσο πολλά αναμμένα φώτα το καλοκαιρινό βράδυ, δεν είχε κουνούπια θαρρείς τότε, χρώματα βρώμικο λευκό και λίγο γαλάζιο… οι λεπτές βουάλ κουρτίνες από τις αντικριστές μπαλκονόπορτες ανέμιζαν στο ρεύμα του αέρα. «προσοχή στο ρεύμα !» μη χτυπήσουν οι εσωτερικές πόρτες και σπάσει το θαμπόγυαλο που άφηνε να περνάει το φως στο διπλανό δωμάτιο, εκείνο το γυαλί που είχε κάθετες ανάγλυφες ρίγες με τη γυαλιστερή τους πλευρά να βλέπει στην καλή κάμαρα.. μια βαριά μαύρη πέτρα που στραφτάλιζε εμπόδιζε την πόρτα του χωλ να χτυπήσει. τα δοκάρια της οροφής κρεμόντανε από πάνω μου χοντρά και επιμήκη με τις αραχνούλες στις εσοχές τους.. την κατάσταση έσωζε τότε συχνά η χόρτινη ταβανόσκουπα με το μακρύ ξύλινο χερούλι, ντυμένη με το «ξεσκονόπανο».. τί ντροπή να στήνουν ιστό οι αράχνες στις εσοχές και να τις βλέπουν οι επισκέπτες και τί παράξενο για μένα που μου έφερναν στο νου μου φωλιές χελιδονιών, δεν ήξερα από τί ήταν φτιαγμένες οι χελιδονοφωλιές ούτε ρώτησα ποτέ, μα μου άρεζαν τα μικρά ασπρόμαυρα κεφαλάκια που ξεπρόβαλαν με ανοιχτό στόμα.

καμιά χαρά ζωής για την ψυχοκόρη. «τί είναι ψυχοκόρη;», «ένα ξένο κορίτσι που λυπηθήκανε και το πήραν από κοντά τους να τους υπηρετεί και σε αντάλλαγμα να το καλοπαντρέψουν». «τί θα πει καλοπαντρέψουν;», «να του βρουν έναν καλό και πλούσιο άντρα να παντρευτεί». νόμιζα τότε πως μπορούσες να αγοράσεις έναν καλό και πλούσιο άντρα. θα ήμουν εφτά.

(η παχιά σκιά του 3Β μου άρχισε να φαρδαίνει άτσαλα. πρέπει να το ξύσω γρήγορα. τίποτε δε σώζεται από την άναρχη σκιά του. ιλλουζιονιστικά αρχίζουν να εξέχουν επιφάνειες και φιγούρες. το μυαλό μου μαραγκιάζει, για ένα βουρτσάκι, να αχνοσβύσω για να τραβήξω κι άλλο σε πρώτο πλάνο τα μάτια της μαϊμούς.. παραλογή, αδιάφορο..).

ο γέρος σταμάτησε να ζει ένα απομεσήμερο, στην είσοδο κάτω εγκαταστάθηκε το καπάκι με το σταυρό, παράξενα τα τυπωμένα ασπρόμαυρα αγγελτήρια στις κολώνες, πρώτη φορά έβλεπα τέτοια και ούτε είχα ξαναδεί πουθενά αυτό το καπάκι με το σταυρό, ούτε ήξερα ότι ήταν καπάκι..

πώς έγινε η Μαρία κυρία, έπαψε να είναι δεσποινίς ετών τριάντα πέντε με τα μαλλιά δεμένα πίσω, που τώρα κρύφτηκαν επιμελώς σε μαύρο φιλεδάκι.. τότε γνώρισα τις φουρκέττες, ως τότε ήξερα μόνο τα μαύρα τσιμπιδάκια, τα μαύρα τσιμπιδάκια που αγαπώ και σήμερα…