ημιτελές

άνοιξα τα μάτια μου απότομα

εκεί που είχα αφαιρεθεί και ταξίδευα άηχα

σε ανέκφραστα και ασχημάτιστα περιεχόμενα

χωρίς διάθεση ομολογώ

χωρίς νεύρο

είναι γιατί σκέφτηκα πως ποτέ δεν αφιέρωσα κάτι στον αγώνα σου

ναυτίλλεσαι αργά πάνω στο νερό της μνήμης σου

κι αυτό καραδοκεί να σηκωθεί ψηλά μόλις εσύ χαμηλώσεις τους ώμους

σου λέει ψέματα για να επικρατήσει

κρύβεσαι και πέφτεις στο νερό

πάντα το ήθελες δικό σου μα δεν το είχες

και τώρα σε σκοτώνει

είναι που η μνήμη εξασθένησε

το έχω ανάγκη να είσαι εκεί μου λες

να με κρατάς να μή χαθώ

και γω να κάνω πως δεν σε ξέρω

γιατί σε ντρέπομαι που προσποιήθηκα

υπάρχει συνέχεια

τίποτε δεν άλλαξε

τα ίδια πρωινά

οι ίδιες νύχτες

και γω περιμένω

όταν η ανάγκη πιέζει την ύπαρξη

η μουσική λατρεύεται έως να σιωπήσει

απόλυτη επιδίωξη το σώμα ένα

κι έμεινα σε μια φωτογραφία

ένα παιδί την τράβηξε που πίστευε σε σένα

να σου μιλώ μέσα από στίχους

γιατί έτσι μπορώ να ισχυριστώ ότι δεν εννοούσα εσένα

σκέφτηκα τη μικρή ζωή σου να την ξενυχτήσω

για σένα που γεννήθηκες στις 13 μαρτίου

πόλεμος

πιέζομαι να κάνω κάτι

να καταφύγω σε κείμενα άλλων;

μα δεν θέλω να ξεφύγω από τη φυλακή μου

τί θα πει όταν λένε ότι τα περιθώρια στενεύουν;

μή ελαστικό περίγραμμα

το λεξιλόγιό μου στενεύει κι αυτό

δεν έχει σημασία

μέσον είναι

οι εικόνες πολλές μα η φυσική επιλογή διαλέγει μία

ο κόσμος εντός μου φουσκώνει

σπρώχνει προς τα έξω

εμποδίζεται μα θέλει να εκραγεί

τουλάχιστον να εξέλθει έστω και βίαια

μόνη λύση η έκρηξη

τότε τα περιγράμματα θα σπάσουν ακαριαία

τα τζάμια στις προστατευτικές βιτρίνες της παρατήρησης

θα γίνουν γιαλιστερά τρίμματα

και θα σκορπιστούν μακριά

κάθε μορφή θα πάψει να υπάρχει

αργή ροή πηχτού χυλού θα ξεκινήσει

κίτρινο χρώμα θα έχει χωρίς αποχρώσεις

το χρώμα που μισώ

περιέχει πολύ λευκό όμως

το φως είναι λευκό

άρα υπάρχει ελπίδα στο κίτρινο αν όπως λένε το φως είναι ελπίδα

θα είναι σαν εκείνη την εκκλησία του 1900 στο Τέτοβο

καμπύλα είχαν φουσκώσει τα τοιχώματα

η λευκή πελεκημένη και ισιασμένη πέτρα

νικήθηκε στη δύναμη της έκρηξης

βέβαια υπήρξαν και χαλάσματα

κυρίως διαλυμένο υλικό μέσα και έξω

το λευκό διαλύθηκε κι αυτό

λίγα μέτρα πιο πέρα ο γέρων κυνηγούσε το εγγόνι

κι η κότα ερχόταν πρώτη τρέχοντας με ανοιχτά φτερά

ξεπουπουλισμένη κακαρίζοντας

και δίπλα η μαύρη τρύπα έχασκε στη στέγη του γείτονα

όλα ανάμικτα σε κόσμο που υπήρχε και υπάρχει

σε κόσμο που με πόνο μπαλώνει τον πόλεμο

απατηλές καταστάσεις

η περίεργη αίσθηση. το απομυθοποιημένο. τυχαία η λέξη της ήρθε στο μυαλό? αισθάνεται περίεργα, έξω από τον εαυτό της. ένιωσε έναν τρόμο στιγμιαίο που την παρέλυσε. ζαλάδα και αδυναμία να ανασάνει. όπως τότε πριν ενάμισυ χρόνο, που ξυπνούσε τα βράδυα τρομαγμένη. ανασηκώθηκε και άναψε το φως για να διώξει τον εφιάλτη. μπορεί κιόλας ο νους της να είχε κοιμηθεί.

και θυμήθηκε τη νύχτα της προχθεσινής Tετάρτης. είχε γυρίσει νυσταγμένη και ψιλοβαριεστημένη από το σπίτι της Λίλας. την άδειαζαν οι επαφές μαζί της. το μόνο ενδιαφέρον ήταν τα δυο είδη μακαρονάδας. και τα μπισκότα και το παγωτό και τίποτε άλλο απολύτως. ξάπλωσε να κοιμηθεί. και τί περίεργη αίσθηση! καθώς κουβάριασε και αγκάλιασε το σεντόνι πάνω στο στήθος της, την πλημμύρισε η βεβαιότητα πως αγκάλιαζε το όμορφο κεφάλι του. αισθανόταν τη ζεστασιά του, το βάρος του, την απαλή επιδερμίδα του, τα φιλιά του στο στήθος της. σκέφτηκε πόσο ευτυχισμένη ήταν εκείνο το βράδυ. και αποκοιμήθηκε. ίσως μόνον κλάσματα του δευτερολέπτου. και τότε άκουσε το κουδούνισμα του τηλεφώνου ή μάλλον τη γένεση του κουδουνίσματος. κατόπιν το δυνατό ντριν από το μέσα τηλέφωνο και το γουργούρισμα της συσκευής δίπλα της. και έπειτα σιωπή. πετάχτηκε. άναψε το φως. κοίταξε το ρολόι: 4.00 το πρωί. ήταν σίγουρη πως ήταν εκείνος. έκλεισε το φως και κοιμήθηκε ευτυχισμένη. το άλλο πρωί ήταν βέβαιη ότι το ονειρεύτηκε. την πλησίασε το αγοράκι της. «τη νύχτα χτύπησε το τηλέφωνο μαμά. μόνο μια φορά».

Σάββατο 17 Aυγούστου 1991, 02:15

Υ.Γ. μία από τις δεκάδες μικρές ιστορίες ατομικής εξαπάτησης

έχω πολλά ντοσιέ με τέτοιες

όλα ένας μύθος με ημερομηνία λήξης δεν είναι τελικά;

μαύρο

άνθρωπος των χρωμάτων εγώ, έπεσα πάνω του τώρα δα μετά από πολλά χρόνια. όντας νέα με λαγαρή μνήμη, μπορούσα τότε να το απαγγέλω απέξω ως το στίχο «των βημάτων μου η τάξη». κάποιος αυτάρεσκος φίλος -μάλλον φίλα διακείμενος παροδικά παρά φίλος, ξεδιάλυνα μέσα μου αργότερα πόσο αλλαζών ήταν- κατοικούσε σε μικρό διαμέρισμα με σαλόνι στρωμένο με άσπρα και μαύρα πλακάκια σ´ εναλλασσόμενη τάξη. λίγα λεπτά πριν με είχε φέρει σε δύσκολη θέση, δεν ήταν δα και η πρώτη φορά, και με έπιασα να ξοδεύω την αμηχανία μου κοιτώντας το πλαστικό πάτωμα και μουρμουρίζοντας το ποίημα. στο «τάξη» σήκωσα τα μάτια μου αργά και τον κοίταξα. τον είδα να με κοιτάει με τα μάτια ολάνοιχτα και έκπληκτος αναφώνησε: «σώπααα, πού το ξέρεις εσύ αυτό;». η εικόνα γράφτηκε μέσα μου, ασπρόμαυρη, σκούραινε παραπάνω όσο περνούσε ο καιρός. αφότου αυτός απέθανε, η εικόνα πάγωσε στο χρώμα που είχε φτάσει..

Άσπρα και μαύρα πλακάκια,

σ΄εναλλασσόμενη τάξη,

την επαφή των βημάτων μου δέχονται.

Στο διορισμένο μου δάπεδο τούτο

παίζω σαν ένα παιδί,

προσπαθώντας μονάχα

στις λευκές να πατώ επιφάνειες.

Δύσκολη άσκηση, ακροβασία περίτεχνη.

Κάποτε χάνω του σώματος

την ισορροπία.

Κάποτε χάνω του πνεύματος τον υπολογισμό.

Και μπερδεύεται τότε

των βημάτων μου η τάξη.

Και πλανημένο το πέλμα μου,

παραπατάει στα μαύρα πλακάκια.

Πρέπει πάλι ν’ αρχίσω

απ’ την αρχή το παιχνίδι.

Πρέπει ν’ ασκήσω το πνεύμα μου

στην τέλεια ακροβασία.

Όμως αρχίζοντας πάλι και πάλι,

το αποσταμένο μου πνεύμα

περιδινείται σε ιλίγγου στροβίλισμα.

Και του δαπέδου ο ακίνητος δίσκος

περιστρέφεται μ’ ένταση.

Και των χρωμάτων συγχέεται

η εναλλασσόμενη τάξη.

Των αισθήσεων σύγχυση.

Κι όπως ένα παιδί,

που του χαλούν το παιχνίδι,

κι όπως ένα παιδί,

που η υπομονή του εξαντλείται,

τρέχω με πείσμα,

τσαλαπατώντας

του δαπέδου την τάξη.

Με το πέλμα σκουπίζω

τις γραμμές που χωρίζουν

τα λευκά και τα μαύρα πλακάκια.

Και ξαπλώνομαι χάμου,

με βουρκωμένο το πνεύμα μου,

και ραντίζω με δάκρυα

τη συντριμμένη μου πίστη.

Πόσο με κούρασε η επίμονη άσκηση.

Όμως τώρα πια βλέπω

φανερά τι σημαίνει

του δαπέδου το γύρισμα.

Τώρα βλέπω το νόημα

της συνουσίας των χρωμάτων. 

Γεώργιου Βαφόπουλου, Το δάπεδο (από τη συλλογή «Το δάπεδο και άλλα ποιήματα», 1951)

γκουρού

με απασχόλησε για λίγο η λέξη «γκουρού»

οι δημοσιογράφοι διαγκωνίζονται για τους τίτλους

χρησιμοποιούν ό,τι νομίζουν ότι θα κάνει εντύπωση

και συ το ίδιο κάνεις

πειράματα εντυπωσιασμού σίγουρος για το αποτέλεσμα

είναι γιατί σου αρέσει να μαζεύεις ευμενείς χαρακτηρισμούς

είναι γιατί μελετάς τις απαντήσεις στα ερωτήματα που θέτεις

εύστροφος πατάς δυνατά όπου σταθείς και το παίζεις τάχα μετριόφρων

λίγα τάχα γνωρίζεις μα ποτέ αρκετά

θαυμάζεις τους άλλους και χαμογελάς

μοιράζεις ζεστές χειραψίες και ακούς με προσοχή

ζεις σαν γόης που ανατροφοδοτείται μερικώς

από κάθε είδους μπράβο

ίσαμε να ολοκληρώσεις τους σχεδιασμούς σου

και στην άκρη περιμένει το υπόλοιπό σου

έτοιμο να με σπαράξει

ανελέητος χειμώνας

το πρωινό αχνοφέγγει

χειμώνας είναι

η ώρα επτά

στο κρεβάτι καθισμένη ανατολίτικα ακούει προσεκτικά τη σιωπή την τυλιγμένη γύρω της

έξω αέρας να φυσά ξεκίνησε

τα τενεκέδια που κυλάν στο δρόμο τη διαλύουν άσπλαχνα

μα πόσο τη χρειάζεται τη σιωπή αυτή..

«πουλιά πετούν όταν φυσά αέρας;» αναρωτιέται

-κάθε φορά που ο βαρδάρης σφύριζε αυτή το ίδιο ανόητο πράγμα αναρωτιόταν-

οι θόρυβοι της ψυχρής νύχτας αναστατώνουν τη ρέμβη της

θέλει να χαθεί στην αναπόληση μα ο χειμώνας την εχτρεύεται

«τώρα τυλίγει τα μακριά του χέρια γύρω μου

με σφίγγει στο ζεστό του στήθος..»

μισοκλεισμένα μάτια

χρώμα κατέφθασε πολύ

τη λούζει η ανάμνηση

ξανά το πνεύμα του αέρα θορυβεί

την ξύπνησε

πώς θα προκάμει τώρα να χαρεί πριν το φως της πάρει μακριά το όνειρο;

παρασκευή 23 ιανουαρίου 2015

μια βόλτα τέτοιες μέρες στη σακατεμένη αγορά του ´12

Διαμαντή Ολύμπιου, ένας δρόμος που καταλήγει στη Δωδεκαννήσου. τον παίρνω ανάποδα. φωτοτυπείο, είδη δώρων, χριστουγεννιάτικες αηδίες, ελληνικό πρατήριο σιγαρέττων Γεωργίου Μυρώνη αριστερά μου κλειστό, ζαχαρώδη ποτά Πολυχρόνη δεξιά μου κλειστό, αλλαντικά τυροκομικά Τάσος ανοιχτό, αποθήκη.. ζαχαρώδη ψιλικά Καπουσούζης ανοιχτό αριστερά μου, στη γωνία με την Ερνέστ Εμπράρ μαγαζί που πουλάει μπαχαρικά παλιό.. μια σκέψη περνάει αστραπιαία, νομίζω ότι θα ηθελα να δω να ξεπροβάλει από κει άντρας καλοντυμένος ψηλός, εξηνταρης, με μπεζ καμηλό παλτό, πλούσιος της εποχής… ποιας εποχής; κι αυτή εδώ η Φαράχ; μεταφερθήκαμε Ερνέστ Εμπράρ, τρέχα-γύρευε τί ήταν η Φαράχ που μεταφέρθηκε πιο κει. τζάμια, κρύσταλλα, καθρέφτες, πέφτω πάνω στη Βίκτωρος Ουγκώ των Λαδάδικων.. αυτή ζει, αλλοίμονο στους υπόλοιπους δρόμους.. η βόλτα μου σήμερα είναι διαδρομή που ´χα καιρό να κάνω.

πιάνω την Τσιμισκή για να γυρίσω σπίτι. γκρεμίζουν εκείνο το παράπηγμα με τα σουβλάκια τα βρώμικα ενός ανηψιού του μπαμπά μου. βασικά έχει καταρρεύσει από μόνο του. κι αυτό το διατηρητέο εδώ, κομμάτι παλιού οικήματος, που προσπάθησαν να φαίνονται οι νέες προσθήκες πάνω στην παλιά βάση και το μεταμόρφωσαν σε κομψή καφετερία; σήμερα κλειστό και έρημο. ακολουθεί το μεγάλο γιαπί, η πολυόροφη οικοδομή, γυμνή με τα μπετά, σχεδόν απέναντι από την Τράπεζα της Ελλάδος. αρχίζουν τα μαγαζιά με τα είδη γραφείου, μηχανές γραφείου, επιχειρηματικά δώρα, χαρτοπωλεία.. θυμάμαι τότε, που έψαχνα να βρω δώρο για τον Αναστάση, τέτοιο που να μην καρφώνομαι κιόλας.. το ίδιο αίσθημα μιας ζεστής αγωνίας με κυριεύει πάντα, όπως πάλι τώρα που μισόκλεισα τα μάτια μου. οι αναμνήσεις δηλώνουν παρούσες με επιτακτικό τρόπο και με όλα τα σέα τους και τα μέα τους, σαν που μυρίζουν οι ακακίες στην παιδική μου γειτονιά, κι ας μην υπάρχουν ακακίες πια.

είναι έντεκα και έντεκα λεπτά, πλησιάζει μεσημέρι. χρειάζεται θάρρος ν´ απλώσεις το χέρι για να ζητιανέψεις. όλο το βόρειο πεζοδρόμιο της Τσιμισκή είναι γεμάτο με νεαρές ζητιάνες που κρατούν από ένα μωρό στην αγκαλιά, βιομηχανία της μιζέριας, πόσο επικερδής άραγε αυτή τη στιγμή στο άδειο σχεδόν πεζοδρόμιο; θα έλεγα ότι κυριαρχούν οι μορφές των ζητιάνων. προηγουμένως ένας παππούς που στάθηκε μπροστά μου απότομα, εδώ μια μαντάμ, Πεινάο γράφει στο χαρτόνι, το ο με όμικρον, θα μπορούσε να ´ναι και της ηλικίας μου.. στη γωνία Βενιζέλου και Τσιμισκή ετοιμάζεται άλλο ένα φαγάδικο, όταν κοιτάζω προς τα πίσω, τα Γκούντις υπάρχουν ακόμα, Δευτέρα 3 Δεκεμβρίου του δώδεκα σήμερα.

ανεβαίνω την Κομνηνών απ´ το απέναντι πεζοδρόμιο των Λουλουδάδικων….. έχει κόσμο στη γωνία, ένα καφέ εδώ δεξιά με Βασιλέως Ηρακλείου. την παίρνω, το μαγαζί με τα ηλεκτρικά είδη πιο κει αναβοσβήνει τα χριστουγεννιάτικα φωτάκια για πούλημα. πριν λίγο καιρό ακόμη μπορούσα να μπαίνω στον Κοσμά και να ξοδεύω είκοσι εικοσπέντε ευρώ για ντελικατέσσεν, σήμερα δεν έχω μία. δεν είναι εποχή να ανοίξεις καινούργιο μαγαζί. όλα τα καινούργια μαγαζιά είναι νεκρά. αυτά που είναι εδώ από πάντα σαν να δουλεύουν κάπως.

είμαι σίγουρη ότι πιάσαμε πάτο. πιο πάτο δε γίνεται, μαζί να ζουν οι σκεπτόμενοι με τους άσκεφτους. όσοι σκέφτονται πριν ενεργήσουν γίναν περιθώριο με τις ευλογίες κομμάτων, πολιτικής και ασαφών αναζητήσεων, με στόχο μια καλύτερη ζωή με ρευστό περίγραμμα. από δω και πιο κάτω υπάρχουν μόνον οι άλλοι, μέχρι που να αναμίξει τον μπερδεμένο σακατεμένο εαυτό του ο καθένας με του διπλανού του και να εμέσει πικρά πνιγμένος στο σκατό του. μόνον τότε θα ζητήσει ανάσα. αλλά, γνωστό, η δημαγωγία χαρακτηρίζεται από γρήγορη και εντυπωσιακή άνοδο, αλλά και απότομη και θορυβώδη πτώση. η αλήθεια είναι η μοναδική μου λύση για όλα και καλού-κακού αποφεύγω την κόντρα με τα μέσα μου.

Δευτέρα 3 Δεκεμβρίου 2012, 11:11 π.μ.

ο ήχος στο κενό

ξημέρωσε Σάββατο 12 Ιανουαρίου σήμερα και η μέρα είχε κιόλας προχωρήσει όσο η Έλλη να εγκαταλείψει το κρεβάτι. σκεφτόταν με ταχύτητα και ανάκατα τα παρόντα και τα παρελθόντα, καθόλου μέλλοντα ανάμεσά τους, και, πριν πονοκεφαλιάσει, σηκώθηκε.

πολλούς μήνες τώρα καταγράφει σε λευκά φύλλα χαρτιού τις σκέψεις της ή γράφει γράμματα που δεν σκοπεύει ποτέ να επιδώσει ή μιλάει ψιθυριστά κάτω από το πάπλωμα σε κασέτες. καλές πολύ της είναι οι κασέτες, της επιτρέπουν να ανακαλεί από το ηχόχρωμα της φωνής της ακόμη και το αίσθημα που πλανάται στο δωμάτιο τη στιγμή που τις γράφει, τις μυρωδιές του σπιτιού και το φόβο μη την ακούσει κανείς να μονολογεί. τα χειρόγραφα μπορεί και νάναι προτιμότερα. βασικό τους μειονέκτημα πως το χέρι δεν προλαβαίνει τη σκέψη, βασικό τους πλεονέκτημα πως τα διαβάζει μόνον αυτή ως καλλιγράφος της …πρώτης μόνο σελίδας· όσο γράφει, τόσο η γραφή γίνεται επιτακτικά επισεσυρμένη και άτσαλη και οι αράδες αραιώνουν και πολλαπλασιάζουν απρόβλεπτα τον αριθμό των σελίδων.

επέστρεψε με ένα φλυτζάνι καφέ και κάθισε πάλι στο κρεβάτι της. άρχισε να γράφει έχοντας για στήριγμα των χαρτιών ένα καπάκι από μπάλσα με κινέζικη γραφή πάνω του, που αγνοεί τί περιγράφει. έξω ο ήλιος λάμπει και κάνει σχεδόν ζέστη, αλκυονίδες. θα πρέπει τελικά να αποφασίσει αν θέλει να ´ρθει γρήγορα η άνοιξη ή όχι. πριν λίγο καιρό θα έλεγε Τί κρίμα να μην μπορώ να γυρίσω το κουμπί και να τρέξει ο χρόνος, να γίνει Μάης· τώρα, σήμερα δηλαδή, δεν θέλει να πατήσει κανένα κουμπί για να φτάσει στο Μάη, το πολύ-πολύ το Μάρτη έχει κατά νου, όταν θέλει να ´ρθει γρήγορα η άνοιξη. σήμερα, μοιάζει να μη την ενοχλεί πια τίποτε ή σχεδόν τίποτε ή ίσως και να είναι ιδέα της και τώρα να την ενοχλούν τα πάντα περισσότερο από πρώτα, η ενόχληση όμως να έχει άλλο περίγραμμα, για τούτο και δεν την αναγνωρίζει ως τέτοια.

παράτησε το τηλέφωνο στην κρεβατοκάμαρά της. επειδή ξέρει πως δεν θα χτυπήσει, έχει πάψει να την κουβαλάει παντού. τόσοι μήνες από τον περασμένο Mάη είναι πολλοί για να μην έχει απεξαρτηθεί απ´ την ιδέα ότι θα χτυπήσει το τηλέφωνο. ξέρει πια πότε περίπου να περιμένει να χτυπήσει: αραιά και πού τη θυμούνται λίγες φίλες, σπανιότερα άλλοι τη θυμούνται για θέματα του γραφείου. εκείνος δεν τηλεφωνεί πια. η Έλλη αποφάσισε, λέει, πως είναι καλύτερα έτσι, και με τίποτε δεν επιδιώκει να είναι διαφορετικά. αλλαγή μέσα της ή συνειδητοποίηση της πραγματικότητας; μερικές φορές απορεί με τον εαυτό της που τον έχει για έξυπνο και έχει, λέει, και ισχυρό ένστικτο και διαίσθηση, απορεί πώς δεν τα καταφέρνει να διαγνώσει έγκαιρα καταστάσεις που φαίνονται με την πρώτη ματιά. δικαιολογείται που αρμενίζει στη θαλασσώδη βλακεία της λέγοντας πως είναι θέμα εσωτερικής της ανάγκης να βλέπει τα πράγματα όπως θα ήθελε να είναι. Αν δεν κυκλοφορούσαν τύποι σαν και μένα, το ψεύδος της ιστορίας δεν θα ‘βρισκε γη για να στεριώσει, παραδέχεται. εξαπατημένη λοιπόν από τα γεγονότα, και πάλι και ξανά, μπορεί ακόμη να χαμογελάει ενίοτε εις επίρρωσιν της άμετρης ατομικής της ηλιθιότητας.

μονόλογοι στο δωμάτιο ζαλίζουν τους ροζ τοίχους, ότι τάχα είναι σημαντικό να αποφασίσει επιτέλους πως δεν είναι απελευθερωμένη και να κάνει μια προσπάθεια ακόμη να λυτρωθεί. Αν όμως, λέει έτσι για πλάκα που εικονογραφεί τους ενδόμυχους φόβους της, Βρεθώ κάποια στιγμή στ’ αλήθεια ελευθερωμένη, τότε τί θα κάνω; θα ´ναι χειρότερα από πρώτα αντί καλύτερα που επιδιώκω να είναι; θα μπω στο περιθώριο περισσότερο τότε; το πολύ κακό για μένα έγινε τότε που πίστεψα πως ανάμεσα στο άσπρο και το μαύρο υπάρχουν άπειροι τόνοι του γκρίζου κλπ., κι όλοι λένε ότι έτσι είναι κλπ., μπορεί να μη ζω στην κατάλληλη εποχή κλπ., υπάρχει και ο επιφανειακός τρόπος του ζην κλπ..

και.. στο κάτω-κάτω της γραφής θυμάται πάντα την επιτυχημένη ανερχόμενη 32χρονη ασχημούλα δημοσιογράφο που κουντούρντισε από τον 6ο όροφο και τότε νομίζει, ασθμαίνοντας, πως βλέπει το πλακοστρωμένο πεζοδρόμιο να ´ρχεται κατά πάνω της και ιδρώνει. τα χάπια είναι σίγουρα ανώτερη ιδέα, σε απαλλάσσει κι από την ασχήμια της μορφής, σου δίνει βέβαια τον ελάχιστο, πιθανά άχρηστο, χρόνο ν´ αποφασίσεις ότι έσφαλες κι έτσι πρέπει να τα μασήσεις αποφασιστικά όλα μαζί αφού προηγουμένως έχεις ζαλιστεί με τρία-τέσσερα ποτήρια και έχεις μπει στο χορό της αναχώρησης. μετά θα πιεις μισό μόνον ποτήρι νερό, μετά θα κοιμηθείς, ένα –ένα τα όργανά σου θα πάψουν να λειτουργούν, τότε δεν θα το ξέρεις. το μυστικό της επιτυχίας είναι να μη σηκώσεις ως τότε το τηλέφωνο, που ως τώρα χτυπούσε αριά και πού, με την ελπίδα ότι στην άλλη άκρη βρίσκεται η μόνη λύση που νομίζεις πως έχεις για να συνεχίσεις να ζεις. το πιθανότερο είναι πως θα τύχει να είναι κάποια φίλη σου που θα ακούσει τη φωνή σου περίεργη και θα σπεύσει. άλλωστε η μόνη σου λύση χρησιμοποιεί σπάνια τα τηλέφωνα, καθόλου τα σαββατοκύριακα, και σίγουρα δεν θα έχει τις δικές σου προσδοκίες ώστε να παραβαίνει τις αρχές του. και μετά, αν δηλαδή στο μεταξύ έχεις κοιμηθεί και δεν ακούς πια κουδουνίσματα τηλεφώνων, θα βρεθείς ατυχώς στο θάλαμο της εντατικής εφημερεύοντος νοσοκομείου. τρεις άντρες θα σε αρπάξουν και θα σε ξεγυμνώσουν με απίστευτη ταχύτητα, ευτυχώς κάτω από το πράσινο σεντόνι. το λάστιχο θα μπει στη μύτη σου και θα σου ζητήσουν γλυκά και επιτακτικά να το καταπιείς. μια σύριγγα γεμάτη με μαύρο αντίδοτο θα αδειάσει από το λάστιχο στο στομάχι σου. άλλη θα τρυπήσει τη φλέβα στο αριστερό σου χέρι. θα νομίζεις πως ονειρεύεσαι. τότε θ´ αρχίσει να βγαίνει από το λάστιχο μαύρο και ροζ υγρό. έχουν ωραίο χρώμα τα χάπια. μετά στα αριστερά σου θα αναγνωρίσεις τον Ηρακλή που θα σε κοιτάζει καλοσυνάτα, όπως όταν τον συναντάς από τότε και μετά στο λεωφορείο και σου καλομιλάει. μετά για πολλές ώρες θα κοιμάσαι και όταν ξυπνάς για λίγο, σαν σε όνειρο θα νιώθεις πως είσαι δεμένη στο κρεβάτι και στα όργανα πάνω από το κεφάλι σου και θα ακούς το χτύπο της καρδιάς σου με ηλεκτρονική φωνή. αριστερά σου θα είναι ο διάδρομος, θα κυκλοφορούν σιωπηλά πρασινοφορεμένοι από την κορυφή ως τα νύχια, η φίλη που σε έσωσε θα έρχεται κρατώντας ξερά λουλούδια και φορώντας αποστειρωμένη πράσινη ποδιά. στο κρεβάτι δεξιά σου θα δεις το παχουλό χέρι μιας κυρίας με περιποιημένα κόκκινα νύχια. κάποια γυναίκα με άσχημα δόντια θα καθίσει στα πόδια του κρεβατιού σου και θα σου πει: Γιατί βρε κορίτσι μου; Την βλέπεις; Αυτή πεθαίνει. και εσύ θα σκεφτείς: Α την τυχερή.. για μέρες θα κοιμάσαι χωρίς όνειρα στο κρεβάτι του πιο ήσυχου θαλάμου της πτέρυγας. μόνον το πρωί της Κυριακής θα νιώσεις τη μόνη ελπίδα σου να σου αγγίζει το δεξί χέρι με το δροσερό του χέρι και να σου λέει χαμογελαστά: Τι ήταν αυτό που έκανες κουτό κορίτσι; θα θυμάσαι πάντα αυτό το δροσερό χέρι κάθε φορά που κάνεις χειραψία με ένα οποιοδήποτε δροσερό χέρι. και έξω θα είναι ηλιόλουστη η μέρα. και δεν θα ξέρεις πόση ώρα έχει περάσει από την ώρα που μπήκε, γιατί δεν αποκατέστησες ακόμη το χρόνο μέσα σου. και τις επόμενες μέρες θα τον περιμένεις και θα ‘ρθει μόνον μια φορά, με κρύο, εξήμισυ το πρωί σου είπε ότι είναι. μέρες θα περάσουν πολλές, κανένας δεν θα κάνει συμφωνία μαζί σου για το πότε θα φύγεις. στο θάλαμό σου θα γνωρίσεις τη γιαγιά που δεν είχες ποτέ σου, μια μικροκαμωμένη γριούλα με νεφρική ανεπάρκεια στο διπλανό κρεβάτι, που δεν θα ξέρει καλά-καλά να μιλάει ελληνικά. θα λάμπουν τα μάτια της και τα σκουλαρίκια στ’ αφτιά της. θα ζυγίζει τριανταπέντε κιλά. μια μέρα θα την πάρεις αγκαλιά, θα τη σηκώσεις ψηλά και θα χορέψεις μαζί της ταγκό. μαζί σας θα χορεύει η σεμνότυφη κατηχητικού καν-καν αποκαλύπτοντας το μπούτι πίσω από την τραβηγμένη διπλή κουρτίνα της μπαλκονόπορτας, μπροστά στο κρεβάτι της πεθεράς της, που μέρες τώρα αναχωρεί μεθοδικά από τον κόσμο τούτο. εσύ θα ξέρεις πως η γιαγιά σου όλα τα καταλαβαίνει. είναι ο μόνος άνθρωπος που ξέρεις πως καταλαβαίνει τόσο καλά χωρίς να μιλά. θα σε παρατηρεί σιωπηλή καθώς γράφεις τις σκέψεις σου στο χαρτί, προσπαθώντας να ξεμπερδέψεις τους κόμπους μέσα σου και χρησιμοποιώντας το φως που βγαίνει από το φωτιστικό πάνω από το κρεβάτι της. δεν θα μπορεί να κοιμηθεί με το φως. τότε θα ανεβεί πάνω από τις κουβέρτες και θα κουλουριαστεί στα πόδια του κρεβατιού για να το αποφύγει. θα σηκωθείς και θα την αγκαλιάσεις και αυτή θα σου χαϊδεύει τα μαλλιά λέγοντας: Ξέρω παιδί μου. την άλλη μέρα θα βγεις. η γιαγιά θα σε φιλήσει καθώς νομίζει πως κοιμάσαι, γιατί φεύγει και κείνη πριν από σένα. εσύ θα έχεις κρυφτεί κάτω από το σεντόνι για να αποφύγεις τους αποχαιρετισμούς. και θα νιώσεις το φιλί στο μέτωπο που εξέχει. κάποια από τις επόμενες νύχτες θα βρεθείς πάλι εκεί στο θάλαμο 15 παρέα με την ελπίδα σου, να λες αμήχανα αστεία. η γιαγιά σου ξαναγύρισε και θα είναι πάντα εκεί ή στο χωριό της Φλώρινας για να σε καταλαβαίνει. από τότε θα τη συνοδεύεις συχνά στην αιμοκάθαρση και θα κάθεσαι μαζί της όσο σε χρειάζεται, δηλαδή συνέχεια.

η Έλλη γράφει: είναι λύτρωση να γράφεις. κρίμα που δεν μπορώ να απομονωθώ όπως θα ήθελα. οι θόρυβοι του σπιτιού με ενοχλούν και δυσκολεύομαι να μονολογήσω. επειδή συχνά ξεχνιέμαι και διατυπώνω τις σκέψεις μου δυνατά, θυμάμαι πόσο μου λείπει που δεν ζω μόνη πια. έχει βέβαια και τα ωφελήματά της η συγκατοίκηση με τη μητέρα: βρίσκεις το φαγητό έτοιμο και το σπίτι λίγο συμμαζεμένο. και μπορείς να αφήσεις και καμιά παραγγελία. τώρα η μητέρα μιλάει λιγότερο, κατάλαβε πως δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε σε τίποτε πια. έπαψα από πολλά χρόνια να αισθάνομαι φιλικά γι αυτήν. πάντα ένιωθα πως και κείνη δεν μπορούσε να νιώσει φιλία για μένα, πάντα υπονόμευε τις πράξεις και τα αισθήματά μου. αναλογίζομαι πολλές φορές πώς θα ήταν η ζωή μου χωρίς τις επεμβάσεις της. Αν ποτέ μου είχε δικαιολογήσει τις πράξεις μου θα ήταν καλύτερα, θα ζούσαμε πιο εύκολα, ίσως δεν πεισμάτωνα. δεν ξέρω πώς, το πείσμα της κόντρας με έθρεψε και με ανάθρεψε. μπορεί να ‘ταν κιόλας όλα διαφορετικά αν δεν θεωρούσα αναγκαία την κόντρα. το πιθανότερο είναι πως θα αρκούμουν σε πιο λίγα πράγματα από αυτά που τώρα απαιτώ. και τι θα γινότανε σάμπως; μήπως τώρα δεν κρίνω πως οι περισσότεροι είναι ευχαριστημένοι με λιγότερα πράγματα από ό,τι εγώ; είναι μια απλή ευτυχία αυτό, μια υπαρκτή και ζώσα ευτυχία. η δική μου ευτυχία παρέμεινε ουτοπία. έτσι μου φαίνεται, μα μπορεί και να απατώμαι. κι όμως όλα θα ήταν τόσο απλά σε ένα ερημονήσι.. πόσες φορές δεν σκέφτηκα αυτό το ερημονήσι.. να γινότανε ακόμη και να το σκηνοθετούσα. θα πλήρωνα με όσα λεφτά έχω ένα βαρκάρη να με βουλιάξει μαζί με κείνον που δεν ξέρει να βλέπει -δεν σκέφτηκα τι θα έκανα με το βαρκάρη, ας εύρισκε αυτός τη λύση της επιστροφής του-. έπειτα θα μάθαινα να επιβιώνω. αυτός γνωρίζει τα φύση, κολυμπάει σίγουρα και για την επιβίωση το μυαλό του θα έπαιρνε στροφές, τόσες στροφές όσες παίρνει όταν είναι να ασχοληθεί με την επισκευή του αυτοκινήτου του ή με τις κατασκευές του τις χιλιάδες που καταπιάνεται όλη μέρα χωρίς πρόγραμμα από δω κι από κει, και χωρίς βέβαια να ασχολείται με τις πιθανές συνέπειες της ανύπαρκτης συμπεριφοράς του. έπειτα στο ερημονήσι θα με φρόντιζε γιατί θα είχε την ανάγκη της συντροφιάς μου και της παρηγοριάς μου. θα με είχε επιτέλους ανάγκη. θα με φρόντιζε όπως ποτέ δε με φρόντισε, επειδή θα ένιωθε πως πρέπει να αντιμετωπίσει την κατάσταση μια που έτσι του έλαχε. θα δεχόταν την αλήθεια μοιρολατρικά κι όλο θα ‘λεγε: Και τώρα τι θ’ απογίνουμε; Με περιμένουν τόσες δουλειές… η χήρα του πίσω θα είχε κιόλας σταυροκοπηθεί που γλύτωσε τόσο εύκολα από αυτόν. καλύτερα χήρα από το να τον παρατήσεις, τη χήρα δεν τη μέμφονται. οι ελπίδες που έθρεψε τα παρελθόντα χρόνια και πολύ περισσότερο τώρα που αγνοείται η τύχη του, τις νύχτες στα όνειρά της και τις μέρες μπροστά στο νεροχύτη και τη σκάφη και το φλιτζάνι του καφέ, θα ξανεμισθούν μόλις ο ναυαγός επανακάμψει. αδύνατον αυτός να καταλάβει τι θα σημαίνει η έκφραση που θα παγώσει στο πρόσωπό της. θα τη θεωρήσει έκπληξη καθώς αυτή θα χαμογελάσει στο τέλος, νιώθοντας πως κάτι πρέπει να κάνει παραπάνω από το να στέκεται εκεί αμήχανη με τεντωμένα τα δάχτυλα του δεξιού χεριού μπροστά στο ανοιχτό της στόμα. αλήθεια, τι το θέλω το ερημονήσι; για να παραπλανηθούμε όλοι μας περισσότερο; να ξεριζωθούν τα ερημονήσια για να μάθουμε να ζούμε με όσα μας πονάνε και να πιστέψουμε πως η μόνη ευτυχία είναι να μπορούμε να λέμε και όχι.

η Έλλη περιγράφει: οι αδύναμοι χαρακτήρες έχουν πολλές όψεις: του φοβιτσιάρη, του ονειροπόλου, του φαντασιόπληκτου, αυτού που ονειρεύεται έναν καλύτερο ουτοπικό κόσμο και αρνείται να δει τι έχει στα χέρια του. όλες αυτές τις πλευρές του ενός και των πολλών τις έχει ο μικρός ανόητος, ο ωραίος αδιάφορος, και τις πλασάρει σαν χαρίσματα, εκ θεού δώρα, στα κορόιδα σαν και μένα. και τα κορόιδα σαν και μένα γίνονται συνένοχοι στο ανώριμο παιχνίδι του γιατί τους παγίδεψε με την ερωτική του φύση και φαντάστηκαν πως επιτέλους η αγνότητα κατέφθασε. δεν χρειάζεται να γυρίσουμε στα σπήλαια και τα γδαρμένα τομάρια για να ξαναβρούμε την παρθενικότητά μας, όλα τα αγαθά γύρω μας ξεχύνονται και τα αγγίζουμε και εμείς κερδίσαμε τη βασιλεία των ουρανών. ποιος μπόρεσε να σκεφτεί έγκαιρα πως η αγνότητα παραμένει στο συρτάρι για να τη θυμόμαστε μόνον όταν θέλουμε να κάνουμε κήρυγμα; ποιος μπόρεσε να νοιαστεί έγκαιρα τον εαυτό του πριν αυτός παγιδευτεί σε ζαχαρωμένους εφιάλτες; ποιος προστάτεψε στην ώρα του το σώμα του από το άγγιγμα που ξετρελαίνει και που δεν σου αφήνει, νομίζεις, περιθώρια να επιβιώσεις διαφορετικά; και γίνεσαι τότε ένα με τους πολλούς και απορείς πώς εξαπατήθηκες έτσι εσύ, που λιώνεις την πέτρα και βγάζεις ζουμί. συνειδητοποίησες την αδυναμία σου την ώρα που έφτιαχνες αυγολέμονο για τα γεμιστά κολοκυθάκια ένα μεσημέρι περιμένοντάς τον και υποτάχτηκες στη μοίρα σου, για να οδηγηθείς στην καταστροφή σου. και καταλήγεις τώρα να μέμφεσαι τον εαυτό σου γιατί τον παράκουσες και δεν λυπήθηκες να τον εξαναγκάσεις να περιπλανηθεί στο ανύπαρκτο δάσος που έκρυβε την παιδοκτόνο μάγισσα.

κάποιοι Έλλη για να σε παρηγορήσουν λένε πως πρέπει να χαίρεσαι για την ευχαρίστηση που άντλησες, ακόμη και αν η αφετηρία της ήταν φάντασμα των προσδοκιών σου. σου θυμίζουν πως το άγγιγμα του δροσερού χεριού το ξημέρωμα ήταν αυτό που σε βοήθησε να ξυπνήσεις για τα καλά και πως σε συντήρησε το όνειρο της παρουσίας του. Μου φαίνεται αφέλεια, λες. Δεν αρνούμαι να σκεφτώ την ομορφιά και ξέρω να είμαι ευγνώμων. μόνο με το σεισμό ασχολούμαι και προσπαθώ να κατευθυνθώ στο τοπίο με τις λιγότερες δονήσεις. και οι ίδιοι που δοκιμάζουν να μου πουν πως με καταλαβαίνουν, παραπαίουν χειρότερα από εμένα ψάχνοντας να συνδυάσουν το όνειρο με το θάμα, χωρίς να αναγνωρίζουν το σχήμα του. η δικαιολογία είναι μία: καλύτερα το τίποτε το δικό τους από το ένα δεύτερο το δικό μου, αναμένοντας το όλο. και όταν ρωτάω αν είναι καλύτερο το τίποτε από το όλο, τότε ομολογούν πως το όλο είναι προτιμότερο.

Μα εγώ παραδέχτηκα πια πως το όλο δεν υπάρχει, πως το τίποτε πρέπει να εξοβελιστεί και πως το μισό είναι η πιο σίγουρη πεπατημένη. και φέρνω το παράδειγμα της πλειονότητας. όλοι οι ευνοημένοι της τύχης ζουν οπωσδήποτε με το μισό. το όλο αεροβατεί στον φανταστικό κόσμο του Ρουώ και του υπό ανάπτυξη κινηματογράφου και το τίποτε είναι επιλογή των απροσάρμοστων. ας διχάσουμε λοιπόν τα πράγματα. δεν χρειάζεται να τα κατατμήσουμε σε περισσότερα από δύο τεμάχια: από τη μια πλευρά βάζουμε το άγγιγμα που ξετρελαίνει, όμως τώρα σου αφήνει περιθώρια να ζήσεις, και από την άλλη την ηρεμία και γαλήνη που μπορούν να σου προσφερθούν μονόπαντα. αφού υπήρξε εδώ μονόπλευρη αφοσίωση, τότε και για τους άλλους υπάρχει. δέξου την όπως έρχεται. όπως κάνει και κείνος, ο έξυπνος ανόητος. και δέξου και το άγγιγμα που ξετρελαίνει, όπως έρχεται κι αυτό. δυο μονόδρομοι που γίνονται αμφίδρομος. κι όμως φοβάμαι πως και έτσι να νομίζεις, πάλι μπορεί να μπλεχτείς μέσα στο ίδιο σου το ψέμα, δηλαδή να νομίσεις πως μπορείς να ζήσεις διαχωρίζοντας τον έρωτα από την γαλήνια σχέση, έστω και βασισμένη στην μονομερή προσπάθεια της άλλης πλευράς. και να δοκιμάσεις να βαδίσεις στο δρόμο αυτό μια και έχεις υποτίθεται πιστέψει για τα καλά πως ανήκεις στο μέσο όρο των αναζητούντων που θεωρείς ευτυχείς και τυχερούς που πρόλαβαν να διαχωρίσουν τις απαιτήσεις τους σε δύο κανάλια. και καθώς έχεις πάρει την τελική ευθεία, τότε…. νάτη μπροστά σου η αλήθεια: δεν άλλαξες, σου φάνηκε ότι άλλαξες, και δεν μπορείς να μοιράσεις τα πράγματα, γιατί είναι αλληλένδετα σαν σιαμαία. και να πάλι, ζητάς τη γαλήνη μέσα από τον έρωτα και τον έρωτα μέσα από τη γαλήνη. και τότε μπροστά σου στέκεται ο φαύλος κύκλος που σε έμπλεξε η ρομαντική ανατροφή σου. σε ανάθρεψαν να περιμένεις να σου συμβούν όλα όμορφα και συ τα βράδια πριν κοιμηθείς, έφτιαχνες ατέλειωτα ερωτικά σενάρια με φανταστικούς πρωταγωνιστές επιλέγοντας γι αυτούς αγαπημένα σου ονόματα. η όμορφη ιστορία τους συνεχιζόταν κάθε βράδυ από το σημείο όπου το προηγούμενο βράδυ είχε σταματήσει. σήμερα δεν θυμάσαι τίποτε από τις ιστορίες που έφτιαχνες πριν κοιμηθείς, παρά μόνον ότι σου προκαλούσαν ρίγη συγκίνησης και πολλά δάκρυα στα μάτια. και τα παγωμένα κάγκελα του κρεβατιού σου θυμάσαι, που σου προκαλούσαν πόνους στα πόδια.

σκέφτηκα πως δεν θ´απαλλαγώ αν πρώτα δεν δυσθυμήσω

αρκεί σερί να το πάρω για να βγει

πορεία απαραίτητη

κι αν δύσκολο φανεί που στο χαρίζω

σε διαβεβαιώ πως δεν υπάρχει μεγαλύτερος απατεώνας από μένα

και θα σου το αποδείξω αμέσως

τώρα θα δεις το μέσα σου να βγαίνει έξω για χάρη μου

αφιερωμένο στην Αναστασία Μουράτογλου

φωτιά ή delete;

παλιά ήταν πιο εύκολη η χαρτούρα

τη μάζευες σ´ένα ντοσιέ μαύρο κατά προτίμησιν

χοντρό κουτί που ασφάλιζε με λάστιχα

ή άλλο με μεταλλικές θηλειές και ελατήρια που γρήγορα χαλούσαν

χρειαζόσουν και κείνον τον σιδερένιο διακορευτή

που για δυο τρύπες όλο κι όλο σε στάνταρ αποστάσεις

φορτωνόσουν ένα βαρύ μάλλον ογκώδες εργαλείο

μικρά μεγάλα λευκά χρωματιστά χαρτιά

κόλλες γραφομηχανής αψεγάδιαστες

ή οι ανάποδες των χρησιμοποιημένων

μα και χαρτοπετσέτες σ´όλα τα χρώματα

κουρέλια σκισμένα με το χέρι ή τυπικά Α4 ή Α8

με μολύβι και μελάνι

καμιά φορά με χρώματα από ξυλομπογιές

ή από κείνους τους περίεργους στυλούς

με το γαλάζιο πράσινο και κόκκινο

που τέλειωνε πρώτα το γαλάζιο

και το πράσινο άντεχε

μέχρι να πρασινίσουν οριστικά οι σελίδες σου

γράμματα πλαγιαστά ή ίσια

τρελλαμένα ή τακτικά

μικρά ή κεφαλαία

με τόνους ή χωρίς

περισπωμένη που έμοιαζε μάλλον με βαρεία

μουτζούρες και συμπληρώσεις στα περιθώρια

και χι αβέρτα μικρά και μεγάλα

για συχνές ακυρώσεις και διαγραφές

χι από κείνα που η μύτη έγδερνε το χαρτί

από το πάθος της ακύρωσης που σε κατείχε

μπρος και πίσω γραμμένα φύλλα

που έπρεπε να αριθμείς σελίδες μήπως χάσεις τη σειρά

κι οι τόσες σημειώσεις άτακτες

καταντημένες δυσανάγνωστες καμιά φορά κι επίτηδες

από έναν αδικαιολόγητο φόβο των άλλων

τί θα σκεφτούν για σένα όταν θάχεις πεθάνει και τα βρουν

ό,τι και να σκεφτούν θα το ερμηνεύσουν με βάση τον εαυτό τους

γλυτωμός δεν υπάρχει από τον εαυτό του καθενός

εξάλλου ευανάγνωστοι τύποι δεν υπάρχουν

κακοερμηνευμένοι είμαστε όλοι

συμπεραίνω ότι όλες οι μεταθανάτιες εικόνες πάσχουν

μόνον ο εικονιζόμενος όμως το γνώριζε

γι αυτό άσκοπο είναι να κάψεις τη χαρτούρα