τα μάτια

είχαν περάσει τα μεσάνυχτα. είχε πολύ πυρετό ακατέβατα, παρενέργεια του εμβολίου, αλλά η λογική της δεν της έφτανε για να νιώσει καλύτερα. από μέρες σκεφτόταν ότι δεν έχει σημασία αν θα έχει πυρετό γιατί θα γνωρίζει την αιτία που θα τον προκαλεί και δεν θα ανησυχεί, οπότε θα θυμηθεί πώς είναι να έχεις πυρετό. η θερμοκρασία της ανέβαινε σπάνια, ήταν γενικά υγιής και πρόσεχε μην αρρωστήσει. τώρα όμως που ο πυρετός την ταλαιπωρούσε για ώρες χωρίς ο υδράργυρος να μετακινείται ούτε μια γραμμή προς τα κάτω, καταλάβαινε ότι δε νιώθει καθόλου έτσι όπως λίγες μέρες πριν νόμιζε ότι θα νιώσει. το κορμί της πονούσε σαν να την είχαν δείρει, δεν είχε κουράγιο να εκτελέσει τις πιο απλές λειτουργίες. ήταν βασανιστήριο γι αυτήν ακόμη και να αφήσει το κρεβάτι της και να κατέβει τη σκάλα για να βάλει φαγητό για τη νύχτα στο γάτο.

ο γάτος έτρωγε αρκετές φορές τη μέρα από λίγο, για να αποφεύγονται τα δυσάρεστα επεισόδια που προκαλούσε η λαιμαργία του όταν έπεφτε με τα μούτρα στο φαΐ. αυτή δυσκολεύτηκε πολύ να κατέβει τις πέντε αυτές φορές μέσα στη μέρα που πέρασε. όμως έπρεπε να το κάνει γιατί το ζώο έπρεπε να φάει και γιατί το αγαπούσε πάρα πολύ αυτό το ζώο και δεν ήθελε να υποφέρει για κανένα λόγο -αν μπορεί βέβαια να φανταστεί κανείς ότι ένας καλοζωισμένος γάτος σε ένα σπίτι που τον φροντίζουν συνέχεια θα μπορούσα ποτέ να υποφέρει επειδή τα πέντε του γεύματα του γίναν δύο-.

προσπαθούσε να διαβάσει, δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί, χάζευε το ταμπλετ της με μυαλό θολό και δεν καταλάβαινε καλά-καλά τι διάβαζε. ο γατούλης δεν έφυγε όλη τη μέρα στιγμή από κοντά της, μόνον εκείνα τα λίγα λεπτά που κατέβαινε κάτω για να φάει και να πάει στην άμμο του. συνέχεια καθόταν πάνω στο κρεβάτι της, πέρα από τα πόδια της, και το μαλακό ζεστό κορμάκι του άλλαζε σπάνια θέση. και την παρατηρούσε αδιάκοπα κοιτάζοντάς την κατευθείαν μέσα στα μάτια.

τον είχε τρία χρόνια τώρα συντροφιά και του μιλούσε και του έλεγε τα γλυκά λογάκια που λένε στα παιδάκια, λόγια για ανθρώπινα παιδάκια, που ο γατής άκουγε σαν πολλούς και διαφορετικούς ήχους. ξεχώριζε τον ήχο από την εκφορά πολλών λέξεων γιατί ήταν έξυπνος περηφανεύονταν αυτή. και όταν είχε κέφια και του γλυκομιλούσε, τον έλεγε και «αγάπη μου», αυτός πεταγόταν απότομα από κει που καθόταν δίπλα της και έτρεχε απέναντι, δίπλα στην εξώπορτα, στο μέρος που του άρεζε να στήνεται και να την περιμένει να παίξει μαζί του. παιχνίδι με την κόκκινη βούλα που κυνηγώντας να τη φτάσει πηδούσε ίσαμε ενάμισυ μέτρο ψηλά, λίγο πιο πάνω από το ματάκι της εξώπορτας. το πόστο του παιχνιδιού ήταν στρωμένο με δυο χαλάκια, ένα μικρό άσπρο, που ξάπλωνε πάνω του σε στάση αναμονής υπακούοντας στον ήχο της λέξης «ready?». το δεύτερο χαλάκι ήταν μεγαλούτσικο μάλλινο και φρέναρε πάνω του όταν έτρεχε ενθουσιασμένος, έτσι ώστε να μην κάνει τετακέ και γρατζουνάει το ξύλινο πάτωμα.

απόψε δεν κουνούσε ρούπι πέρα από το κρεβάτι της. άκουγε την ήρεμη φωνή της, άκουγε συνέχεια τον ήχο «αγάπη μου», αλλά μόνο την κοιτούσε στα μάτια. και όταν αυτή τον χαϊδευε, καθόταν ήσυχος και δεχόταν το χάδι χωρίς να γυρνάει ανάσκελα και χωρίς καθόλου να κουνιέται. ακόμη και η φλύαρη ουρά του μόλις τρεμούλιαζε στην ακρούλα της.

έγινε κοντά τρεις το ξημέρωμα. ο γατούλης ξάπλωσε στο δεξί πλευρό και την κοιτούσε μέσα στα μάτια με ολάνοιχτες τις δικές του πράσινες ματάρες. δεν ανοιγοκλείνουν βλέφαρα οι γάτες, γι αυτό νιώθεις ότι σε κοιτάζουν τόσο έντονα, είναι που λείπουν οι διακοπές του βλεφαρίσματος. την κοιτούσε ασταμάτητα χωρίς να κινεί το κεφάλι, με τις κόρες των ματιών κάθετες μαύρες γραμμές καθώς αντίκριζε το αναμμένο αμπαζούρ στο κομοδίνο.

αυτή βρήκε ευκαιρία και τον παρατηρούσε με προσοχή. ήταν όμορφος, πολύ όμορφος, ποτέ δε χόρταινε να τον κοιτάει. είχε πεταχτά ζυγωματικά, ρουφηγμένα μαγουλάκια, εκείνες τις όμορφες παρατεταγμένες σα στρατιωτάκια μαύρες βουλίτσες που από μέσα τους φυτρώνουν τα μουστάκια του, τα άσπρα μουστάκια με τη μαυριδερή ρίζα.. και το μυτάκι το τρίγωνο σε χρώμα σομόν, με περίγραμμα μαύρο, και μικροσκοπικούς πόρους πάνω του και τα υγρά μαύρα χειλάκια σαν μυδάκι. στόμα και μυτούλα μαζί σαν ποτηράκι με ροζ λικέρ… και τα τριχωτά αυτάκια, ροζ διαφανή τρίγωνα που τρέμουν συνέχεια.. είναι όμορφος ο γατής της. και τώρα την κοίταζε μέσα στα μάτια σιωπηλός. «αγόρι μου», ψιθύρισε εκείνη, «τι καλός που είσαι και τι ήσυχος! καταλαβαίνεις ότι δε νιώθω καλά και δε με βασανίζεις με καμιά απαίτηση. έχεις πολύ καλή ψυχή μικρό μου ζώο».

έγειρε δίπλα του καθώς του μιλούσε, τα μάτια της στα δέκα εκατοστά από τα μάτια του. τον μύρισε, τον ξαναμύρισε, δε μύριζε τίποτα ο γατούλης από τόσο κοντά, ήταν πεντακάθαρος και υγιής, η ανάσα του αργή και ήσυχη. στο δεξί πλευρό εκείνος και στο αριστερό της εκείνη. ακούμπησε το μάγουλο της στο κρύο σεντόνι, το χρειαζόταν για να δροσιστεί. και εξακολουθούσε να τον κοιτάζει ίσα μέσα στα μάτια. σαν εκείνο το παιχνίδι το παιδικό, που κοιτιόμασταν σταθερά μέχρι να γελάσει ο πρώτος που έχανε έτσι το παιχνίδι. αυτή σκέφτηκε σκανταλιάρικα ότι μπορεί να συνέβαινε αυτό και τώρα ανάμεσα σε έναν γάτο και σε έναν άνθρωπο. και το περίμενε να συμβεί με μυαλό που χαμογελούσε. ήταν σίγουρη ότι ο γατούλης έβλεπε το κρυμμένο της χαμόγελο, γιατί όταν χαμογελάει το μυαλό, αυτό γράφεται λίγο στα χείλη. ο γατούλης όμως δεν είχε μετακινήσει το βλέμμα του από τα μάτια της.

και έτσι, περιμένοντας ποιος θα γελάσει πρώτος, πέρασε ένα δεκάλεπτο σχεδόν μέσα στην ακινησία και στις τρυφερές σκέψεις παρά τον πυρετό που συνεχιζόταν αμείωτος. και τότε αυτή είδε να συμβαίνει το πιο όμορφο και απλό πράγμα στον κόσμο, τον γατούλη να κλείνει αργά τα βλέφαρά του και να αποκοιμιέται, εκεί δίπλα της..