βλέποντας τα ερείπια και τις φωτιές, τους ανθρώπους να βγαίνουν από το καταφύγιο, δεν κρατούν τίποτε υλικά σημαντικό στα χέρια, το πορτοφόλι τους, το παιδί τους αν έχουν, μπορεί να μην βρουν το σπίτι τους σε λίγο, ούτε τα ρούχα που διάλεγαν απογεύματα ολόκληρα στα μαγαζιά, μόνο τα απανωτά που φοράνε έχουνε, τα βιβλία τους μπορεί να μη τα βρουν, έχουμε δει πώς μοιάζουν οι ξαπλωμένες βιβλιοθήκες στο πάτωμα και χαρτί έχουμε δει προσάναμμα στους τενεκέδες, τα εργόχειρα που έβγαλαν τα μάτια τους να τα κάνουν δεν θα βρουν, τις ζωγραφιές τους που τους συνόδευαν στη βόλτα τους στον φανταστικό χρωματιστό κόσμο ούτε αυτές, κόποι ζωής χάθηκαν σε μια στιγμή, ζωές και πόδια και χέρια και αίμα χάνονται συνέχεια, κρίμα ο γείτονας που κείτεται εδώ, ήταν καλός άνθρωπος, θα τον θυμάμαι όσο ζω, πόσο ακόμη θα ζω; πού είσαι αδελφέ μου; παιδί μου φυλάξου που σε πήρανε να πολεμήσεις στον άχρηστο πόλεμο, μάνα μου καλά που πέθανες νωρίς και δεν πονάς όπως εγώ, πατρίδα έχω και θα έχω πάντα κι ας έχουν ασελγήσει πάνω της, αναμνήσεις έχω και θα έχω πάντα, είναι το μόνο κατάδικό μου πράγμα που κανείς δεν θα μου πάρει, είμαι κρέας, ψυχή, μνήμη, για τί αγωνίστηκα σε όλη μου τη ζωή; ύλη; χάθηκε. για αξίες απαντώ υποχωρώντας γιατί με βολεύει, τί είναι αυτό; είμαι αδύναμος και με σέρνεις γιατί τώρα μπορείς, αύριο δεν θα μπορείς, ένας πρόστυχος σαλτιμπάγκος που γεννιέται κάθε τόσο δεν θα είναι ποτέ αρκετός να με εξαφανίσει, κοπιάζει κι αυτός πολύ για να υπάρχει σπάζοντας την αλυσίδα επειδή τώρα μπορεί, η αδικία είναι φτωχή λέξη και ασήμαντη, πάτα όπου βρεις, λιώστους με προσχήματα αφού τώρα μπορείς και σε πιστεύουν. δεν έχεις όνομα, ένας πρόστυχος σαλτιμπάνγκος είσαι με προσωρινές ικανότητες..
13.03.2022, Κίεβο, 18η μέρα της εισβολής

Leave a comment