σταυροδρόμι

να αφουγκράζεσαι βαθιά βυθισμένη στην πιθανότητα ήχου.. να σωπαίνεις.. να μένεις ακίνητη, να μουδιάζεις από την ακινησία.. να θυμάσαι, ούτε το ελάχιστο σύρσιμο στα σεντόνια να μην κάνεις για να μισοαλλάξεις θέση.. μόνον το βουητό του κλιματισμού να ακούγεται..κανένας ήχος ή θόρυβος απέξω.. είναι μεσημέρι μιας Κυριακής Ιουνίου, τα παράθυρα κλειστά, τα ρολά κατεβασμένα, λίγο φως μπαίνει από τις γρίλλιες.. εκείνος ξέρει να ξεχωρίζει ήχους, θορύβους, πότε είναι από μέσα και πότε έξω από το μισοσκότεινο τζάμι, τα συρσίματα που  προκαλούν μικρούς σεισμούς, τη δική σου θερμότητα που τον πλησιάζει με τα άκρα, τα δάχτυλα, το σώμα σου, και την ανατριχίλα που του προξενεί ο αέρας σου, τη μυρωδιά σου, ακούει την καρδιά σου όπως το πλευρό σου την αναμεταδίδει στο στρώμα… αυτός μισοκοιμάται στα αριστερά σου οριζόντιος, μόλις δέκα πόντους πιο κει με το κεφάλι και την κοιλιά προς τα σένα, νιώθει ασφάλεια και προστασία, αλλά καλού-κακού έχει και το νου του.. οι κλεφτές ματιές είναι δύσκολες, δεν πρέπει να σε δει που τον κοιτάζεις, έχεις τάχαμ κλειστά τα μάτια μα τον βλέπεις ανάμεσα από τα τσίνουρα.. χαμογελάς προσέχοντας το σάλιο σου να μην θορυβήσει.. τις ζωηρές σκέψεις σου δεν τις ακούει, μπορεί να ακούει όμως τον θόρυβο του αίματος που κυλάει στο κεφάλι σου, στις φλέβες σου.. άραγε γνωρίζει τι σημαίνουν οι εναλασσόμενοι σε ταχύτητα καρδιοχτύποι; 

κι όταν περάσει το τέταρτο σε ανθρώπινους χρόνους, το μισάωρο, και συ κοντεύεις να αποκοιμηθείς και να ξαναδείς στο όνειρό σου την πεθαμένη μάνα σου νεότερη να χασομεράει να σε ετοιμάσει για το ταξίδι που πρέπει να πας, τότε νιώθεις στη γάμπα σου δυό γαμψά νυχάκια να σε ξύνουν δειλά και αμέσως να τραβιούνται.. θέλεις να πεταχτείς επάνω να το κουκουλώσεις με το σώμα σου και να του φιλήσεις την άσπρη κοιλιά, τη μαύρη καλτσοδέτα, τα άσπρα μαγούλια με τα φυτώρια των μεταξωτών λευκών μουστακιών, αλλά δεν επιτρέπονται από πλευράς σου οι αυθόρμητες εκδηλώσεις, άσε που αυτός είναι αστραπή.. οφείλεις να καρτερέψεις και να περιμένεις τα δικά του ξυσίματα, τις δικές του κουτουλιές με όλη του τη δύναμη, το δικό του σλάλομ ανάμεσα στα πόδια σου, τα δικά του μικροσκοπικά δοντάκια και δροσερά υγρά χειλάκια να πιπιλίζουν τα δάχτυλά σου και να δαγκώνουν τα νύχια σου και σε σένα να επιτρέπεται μόνο να χαϊδέψεις την πλατούλα, το λαιμάκι, λίγο το κεφαλάκι, και να θηλυκώσεις την ουρά που σου τη δίνει αδιαμαρτύρητα με ένα έλα-έλα.. να μη δει όμως τα ποθητά του δάχτυλα να κουνιούνται.. λούης γίνεται για να ξανάρθει στο πιτς φιτίλι για μια ακόμη δυνατή κουτουλιά..

την έχει αγκαλιάσει κιόλας με τον τρόπο του. δεν χρησιμοποιεί τα χέρια του μα την ουρά του, το μέτωπό του, τα πλευρά του, σάλια και δοντάκια και διαδρομές ανάμεσα στα πόδια της με σκουντήματα και συρσίματα..

ο δρόμος για την εμπιστοσύνη είναι μακρύς και δύσκολος, πόσα έχει περάσει ως τα σήμερα με ανθρώπινα χέρια και πόδια που κουνιούνταν.. «Σε θέλω κοντά μου, είσαι δική μου, χαίρομαι που υπάρχεις, εγώ θα αποφασίσω για τη συνέχεια»..

Μπέλλος

Leave a comment

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.