ο θεός των μικρών πραγμάτων

ζει στο σπίτι μου… συγκατοικούμε ήσυχα και χαμηλά, επικοινωνούμε με αλληλοκατανόηση..μπορώ να δείξω κάποιες πλευρές του κόσμου που έπλασε για μένα και αυτού που με έσπρωξε να δημιουργήσω μαζί του.. είναι θεός μικρών πραγμάτων και καταδέχεται τη συνεργασία. σίγουρα ζει και σε άλλα σπίτια.. εδώ είναι αόρατος σαν ζεστός αέρας και πιέζει το στήθος σαν τον καλό βραχνά -ο κακός βραχνάς φοβάται το κόκκινο χρώμα, γι αυτό και αγαπώ να το σκορπώ παντού γύρω μου-.

μου είπε να ζω ανάμεσα σε βιβλία, διάφορα και διαφορετικά, άλλα χάρτινα κι άλλα ψηφιακά.. κανένα τους δεν πιάνει ράφι αν δεν καταγραφεί πρώτα για να μπορώ να το βρω. τούτες τις μέρες τριγυρνάω ανάμεσα στους τόμους του λεξικού του Δημητράκου μπας και κλέψω μερικούς τρόπους για να γράψω ένα γλωσσάρι που χρειάζομαι· τριγυρνάω ανάμεσα στις σελίδες του Αλέξη Ζορμπά, γιατί κάποιος εκεί μέσα είναι αδελφός μου· ανάμεσα σε cd του 76 και του 78 —Jethro Tull, Boney M, Branduardi, Γαλάνη, Πουλόπουλος, Πάριος, Κόκοτας, Μητσιάς· ανάμεσα στους μικρογραφικούς μου πίνακες που μου ζουλάνε τα δάχτυλα και με πεισμώνουν -πόνος είναι ό,τι παραμορφώνει το πρόσωπο ή βρέχει τα μάτια· ανάμεσα στα πινέλα της ακουαρέλας και τα καλοξυσμένα μολύβια της, στα μαθήματά μου της ιταλικής γλώσσας -ήμουν σπουδαία μαθήτρια το 81-82 και η Gabriella επιδοκίμαζε τις εκθέσεις μου—, στον παλιό υπολογιστή μου· όλα τους χρωματιστά με περιβάλλουν, αν και το σώμα μου συνήθως περιβάλλει το μαύρο που το τσακίζω με κόκκινο κραγιόν.

εδώ μέσα αναπολώ τη δύσκολη και υπέροχη ζωή μου ανάμεσα στο 70 και το 80· ο πατέρας είχε πεθάνει τρία χρόνια νωρίτερα, από τότε που τον θυμάμαι ήμουν σίγουρη ότι θα πέθαινε γρήγορα· ένας πόλεμος άρχισε και ο Αττίλας μπήκε στην Κύπρο το 74 μαζί με τον φόβο ότι η ζωή σύντομα θα τελειώσει· ο φόβος δεν κοιμόταν τις νύχτες ακόμη και μετά την πτώση της χούντας· ο άθλιος σεισμός του 78 οπισθοχώρησε τη ροή της ζωής· ακολούθησε η επιστροφή στο σπίτι ύστερα από πέντε μήνες κάτω από ένα αντίσκηνο· το ξεκίνημα της δουλειάς μου το 79…

γεμάτη από τέλη και αρχές αυτή η δεκαετία, κι εγώ να δημιουργώ και να ονειρεύομαι ανάμεσά τους.

κοιτάζοντας προς τα πίσω νιώθω καλά. η δουλειά μου εκείνου του καιρού βρήκε επιτέλους έναν προορισμό. ο όμορφος γύψινος νέος μου που βγαίνει μέσα από τον τοίχο περιφρονώντας την ύλη, το μικρό μου γλυπτό σαπούνι —φτερνιζόμουν όσες ώρες το ετοίμαζα— είναι έτοιμα να κρεμαστούν στον τοίχο και μερικά ακόμη μικροδημιουργήματα περιμένουν τη σειρά τους.

η δουλειά μου ήταν καλή κι εγώ ήμουν αρκετά καλή σ’ αυτήν, αλλά μου πήρε την πιο εσωτερική μου ζωή, μου την έκλεψε βάρβαρα πολλές φορές, μου ροκάνισε το χρόνο και πολλοί άνθρωποι με απογοήτευσαν και με έκαναν πάλι να φοβηθώ...

τώρα πια είμαι στο δρόμο 🙂 (ποτέ μη λες ποτέ) διαβάζοντας τον Ζορμπά στη σελίδα 106 και μεταφράζοντας —βάρβαρα κι εγώ μέσα μου:

«…ω αφεντικό, μακάρι να ξέραμε τι λένε οι πέτρες, τα λουλούδια, η βροχή! Ίσως φωνάζουν, μας φωνάζουν κι εμείς δεν μπορούμε να ακούσουμε. Όπως κι εμείς, που φωνάζουμε κι εκείνα δεν ακούνε. Πότε θα ανοίξουν τα αυτιά του κόσμου, αφεντικό; Πότε θα ανοίξουν τα μάτια μας για να δούμε; Πότε θα ανοίξουμε τις αγκαλιές μας, οι πέτρες, τα λουλούδια, η βροχή και οι άνθρωποι, για να αγκαλιαστούμε μεταξύ μας; Τι λες, αφεντικό; Τι λένε τα βιβλία;»

είμαι στον δρόμο, αφεντικό…
σας φιλώ όλους… καληνύχτα 🙂

ΥΓ. ναι! είναι δικά μου, του τότε..

23.09.2016
ο τοίχος. 1980. αυτοσκληρυνόμενος πηλός, κοντραπλακέ. ιδιωτική συλλογή
σε ένα λευκό σαπούνι lux με μία βελόνα σεντονιάσματος. 1980. ιδιωτική συλλογή

Leave a comment

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.