θυμάμαι τα μπάζα τα πήγαιναν στο Καυταντζόγλειο και οι άνθρωποι έψαχναν για τα τιμαλφή τους.
θυμάμαι ότι λίγες μέρες πριν είχα συναντήσει σε ένα μικροβιολογικό εργαστήριο τον γυμνασιάρχη μου και μου έλεγε πόσο ευτυχισμένος είναι που πήρε επιτέλους σύνταξη και κρατάει το ιατρείο της κόρης του. ο άνθρωπος κατοικούσε στην οικοδομή και ήταν ένας από τους 49.
θυμάμαι ότι έζησα πάνω και κάτω από ένα νάυλον σχεδόν 2 μήνες. θυμάμαι πως στον τρομερό μετασεισμό του Ιουλίου ήμουν ξαπλωμένη πάνω στη γη και έτσι έμαθα πώς είναι όταν η γη δεν σε θέλει.
θυμάμαι που έβλεπα να παραμορφώνονται οι τοίχοι του σπιτιού μου και να σχίζονται και εγώ να ντύνομαι κάτω από το κούφωμα της πόρτας. σκέφτηκα ότι πρέπει να προφυλάξω τα μάτια μου και έβγαλα τα γυαλιά μου.
θυμάμαι πώς πήδηξα από το παράθυρο του δωματίου μου στο πεζοδρόμιο, κάπου 1,60 ύψος, όσο από πάνω συγκρούονταν βγάζοντας φλόγες τα ηλεκτροφόρα σύρματα που άδειαζαν πάνω μου σπίθες, εγώ που όταν πετύχαινα οξυγονοκολλήσεις, άλλαζα πεζοδρόμιο.
θυμάμαι ουρλιαχτά για βοήθεια και την εξωτερική σκάλα του απέναντι διώροφου να καταρρέει. είχα πνιγεί στην κόκκινη από τις φλόγες σκόνη, έβηχα αλλά παρατηρούσα γύρω μου. ήξερα πως την ώρα της κρίσης δεν οφελεί να χάσεις το μυαλό σου. νομίζω πως μόνον τόσο δα το έχασα.
θυμάμαι ότι μόλις προσγειώθηκα στο πεζοδρόμιο καλούσα τη μαμά μου να πηδήξει κι αυτή. προνοώντας είχε τρέξει να κατεβάσει το γενικό του ρεύματος και μέσα στο σκοτάδι έψαχνε το κλειδί. όση ώρα το έψαχνε, κατέπεσε το παραπέτο της πλευράς αυτής παρασέρνοντας μέρος της στέγης. η μαμά μου βγήκε με το κλειδί στο χέρι χοροπηδώντας πάνω στα χαλάσματα, σαν σκιά μέσα στο ντουμάνι. για ένα χαμένο κλειδί είχα τη μαμά μου άλλα 30 χρόνια.
θυμάμαι ότι όσο το μισόγυμνο πλήθος ανηφόριζε βιαστικά την Κρέσνας, με χτύπησε ένα ταξί που ανηφόριζε κι αυτό σημειωτόν. θυμάμαι τα τζάμια του Ευκλείδη όλη νύχτα να τρίζουν. όταν έφτασε το κακό μαντάτο της πολυκατοικίας, δεν το πιστεύαμε.
θυμάμαι ότι τα χαράματα, που κατευθυνόμασταν στο Πεδίο του Άρεως, το μπουγατσατζίδικο Κωνσταντινούπολη στη Λεωφόρο Στρατού πουλούσε ένα μπουκάλι νερό που έβαζε από τη βρύση μπροστά μας για 2 δραχμές. οι διψασμένοι περίμεναν ουρά. ποτέ μου δεν ψώνισα από το μαγαζί αυτό ξανά.
θυμάμαι ότι δύο φορές είχα πάει στη Μοναστηρίου στη Νομαρχία για να πάρω αντίσκηνο εκπροσωπώντας 3 οικογένειες, αλλά τα αντίσκηνα τα είχαν πάρει οι αξιωματικοί από τις γύρω "πολυκατοικίες των αξιωματικών" και είχαν πάει για μπάνιο στην Περαία. θυμάμαι την απογοήτευση 11 ανθρώπων όταν γύριζα με άδεια χέρια. Δεν πειράζει, μου λέγανε.
θυμάμαι πως ο Κλαουδάτος μου πήρε τα τελευταία μου 18 χιλιάρικα για να μου πουλήσει ένα αντίσκηνο δύο ατόμων, το έχω ακόμη. έσκαψα γύρω του ένα αυλάκι για τα νερά. στη νεροποντή το βράδυ της Παναγίας οι περισσότεροι πλημμύρισαν, εγώ όμως και η μάνα είμασταν μια χαρά.
θυμάμαι ότι έβαλα φανουρόπιτα στο μαξιλάρι μου παραμονή και τα ξημερώματα ανήμερα ξύπνησα αλαφιασμένη. είχα ονειρευτεί το δωμάτιό μου γεμάτο αγάλματα και γω να κινούμαι ανάμεσά τους, και στο επόμενο όνειρο εμένα να έχω θρονιαστεί σε ένα από τα παγκάκια για τους επισκέπτες στο αρχαιολογικό μουσείο. τον επόμενο Γενάρη έδωσα εξετάσεις για την υπηρεσία και φυσικά, όπως ο αη Φανούρης μου είχε υποσχεθεί, πέρασα.
θυμάμαι πως οι γύρω μου με συμβουλεύονταν για χίλια πράγματα, Έλα εδώ εσύ που είσαι μορφωμένη.. Τις συμβουλές για τις δαντέλες και τα κεντήματα τις είχε αναλάβει η μάνα μου.
θυμάμαι τα ρέο με τα σάπια ροδάκινα από τη Βέροια, τις κουραμάνες, τις κονσέρβες κρέας με ρύζι Δίας και τα σπρωξίδια. η κυρία κατσίκα (έχει βάση το όνομα) ήταν η πρώτη που ορμούσε. τα επόμενα χρόνια ορμούσε σε κάθε τραπέζι δεξίωσης, όπου εισχωρούσε φιρουλί-φιρουλά, την είχα πετύχει τρις.
θυμάμαι πώς σιγά-σιγά γεννήθηκε ένα χωριό. χαρτονόσπιτα με νάυλον πολλά, το αντίσκηνό μου ήταν έπαυλις κοντά τους, που ψηνόταν στη ζέστη μόλις ανέβαινε ο ήλιος. για το μουντιάλ μετακομίστηκαν τηλεοράσεις με ρεύμα από τις κολώνες.
θυμάμαι πως ο δεκαοκτάχρονος γείτονάς μου λάτρευε να παίρνει αγκαλιά τα μικρά κοριτσάκια. όταν μυρίστηκα τί συνέβαινε, το είδα μάλλον, του είπα ότι θα τον σύρω και θα ψάχνεται. χέστηκε από το φόβο του. πήγα και στους μπαμπάδες των κοριτσιών και τους είπα να μαζώξουν τις κόρες τους. έτσι σώθηκε το χουσμέτι.
επέστρεψα στο σπίτι μου το Νοέμβριο αφού επισκεύασα τη στέγη. η επιτροπή μου το είχε βγάλει κίτρινο, επειδή δεν ρυμοτομούνταν. μερικούς σοβάδες που χρειάστηκαν, επειδή δεν μπορούσα να τους πληρώσω, τους έκανα μόνη μου, ήταν κάτω του μετρίου αλλά τους αγαπούσα τα επόμενα χρόνια. θυμάμαι τα πληγιασμένα χέρια μου από τον ασβέστη. μετά έβαψα σαλόνι και δυο δωμάτια μόνη μου, σε σκάλα ως τότε δεν είχα ξανανεβεί, και στις 21 του Νοέμβρη έκανα μια γιορτάρα για τα γενέθλιά μου.
για έρωτες, τραγούδια με κιθάρες, λουσίματα στο ύπαιθρο με όλο τον αρσενικό πληθυσμό θεατές, τον ανάπηρο υπάλληλο της βιομηχανίας ζαχάρεως, τον Στάθη τον κουρέα και άλλα τρυφερά ειρηνικά, επιφυλάσσομαι, σε άλλη σεισμική επέτειο. σήμερα περιορίστηκα σε πολεμικό ανακοινωθέν.
Leave a comment