λόγος για ένα στερεότυπο

 

πολύς λόγος γίνεται για την ελπίδα που πεθαίνει πάντα τελευταία

και όπως βαριέμαι τα κλισέ

σαν τρόπος βολικός που είναι να βγαίνουμε απ´τα δύσκολα

και τα αποστρέφομαι μόλις τα συναντήσω

να η φρασούλα τώρα ξεμυτάει θρασύδειλη

με άρπαξε -έξυπνη νομίζω εγώ πως είμαι-

και κολυμπάμε οι δυο μας στον αφρό στενά πιασμένες αγκαζέ

σάμπως εχθρές εικονικά ειρηνευμένες

 

σε λίγο θα αντιληφθώ πως απατήθηκα ξανά

κακώς εμόνοιασα με άχρηστο στερεότυπο

με λάθος βοηθό συμφιλιώθηκα

καλά φυλούσα τις δυο όψεις μου μακριά από ευκολίες

 

τί θα απογίνω άραγε χωρίς βοήθεια;

η βιασύνη μου με κυριεύει να τελεσιδικήσω

για τούτο κερδισμένη το πρωί ξυπνώ και αδειανή αργότερα κοιμούμαι

κλειδώθηκα

 

 

έκλεισε το στόμα μου

πίκρισε η γλώσσα μου

άνοιξα παράθυρα μα φως δε μπήκε

νύχτωσε ξανά χωρίς να είναι η ώρα

άδειασε ο χρόνος από μνήμες

το σπίτι σώπασε

το φως δεν θα ανάψει απόψε

τώρα που κατάλαβα πως ζω καθισμένη

στα σκαλιά μιας καμένης ύπαρξης

 

δεν είσαι πουθενά

κάτι ληθαργικά όνειρα το ξημέρωμα

που γλιστράνε πριν καν αναγνωσθούν

καμιά ανάμνηση δεν συγκρατεί τόση βιασύνη

πλέω σε ζεστό ακίνητο νερό

θα γυρίσω πίσω μόλις φέξει

ξανά τα ίδια

ανάλλαχτα και κυκλικά

όσο να σε ξανάβρω

 

όπως κι αν είσαι

βίοι παράλληλοι

 

στον W.R.

είναι ελευθερία ν´αναθυμάσαι μόνη σου με πόση δύναμη περιτύλιξες νου και σώματα;

παροδικά το ενέκρινε και κείνος και αφέθηκε να αιωρείται πλήρης μπροστά στους προβολείς

που παίρνουν ένταση και χρώματα απ´ την αναμενόμενη χαρά που πια συμβαίνει

αφ´ εαυτού σου διάλεξες πως μόνο τη μνήμη σου χρειάζεσαι σαν ικανή να τη χειρίζεσαι

σε ευκολύνει να μακρύνεις

με αγώνα πρέπει να σωθείς απ´το περίτεχνο εκείνο πλάσμα σου

έτσι άλλωστε και κείνος σου απαίτησε μόλις φοβήθηκε πως ενεπλάκη στο δίχτυ του ονείρου σου

αν τον ρωτούσες θα σου έλεγε πως το μυαλό σου πλέκει ιστορίες ανυπόστατες

αυτός δε φταίει που εσύ δα ξεμυαλίστηκες

παιχνίδι φαντασίας ήτανε για να´ναι ο καιρός μας ευκολότερος

λάθος σου που συ γι αληθινό το πέρασες

στα σοβαρά το πήρες και ταξίδεψες… πώς τόλμησες…

 

μόνος εκείνος βασανίζεται στην αίθουσα του θρόνου του

δική του η ελευθερία

πάνω της γαντζώνεται και επαναλαμβάνει κλεμμένο λόγο διφορούμενο

τον βόλεψε ελλόγιμος να δείχνει χωρίς καν παύση

κακός πως είναι επιτέλους θα παραδεχθεί;

 

Which side are you on?

παρασκευή 26 δεκεμβρίου 2014

άτιτλο ΙΙΙ

 

τους ανθρώπους τους κατατρύχει η μοίρα τους..

πεθαίνουν όπου έζησαν

ζουν όπως δεν ξέρουν

γελάνε όπου έκλαψαν

μισούν αυτό που αγάπησαν

σφίγγουν πάνω τους όσα παράτησαν

απωθούν ό,τι τους άγγιξε

ξεχνούν τα μάτια που τους κοίταξαν

αφήνουν πίσω χείλη που τους φίλησαν

ζητιανεύουν όσα κρατούν

ο τρόμος τους σαστίζει τα αυτονόητα

η ελαφρότητα βαρύτερη ηχεί

τα φανερά κλειδώνονται στα σπίτια τους

τα απόκρυφά τους δημόσια διαμοιράζονται..

για τις αποχρώσεις μου κοπίασα πολύ..

το μόνο που κατάφερα ήταν να διαφέρω

κυριακή 10 νοεμβρίου 2017

κακοί αριθμοί – κακός χρόνος – τρεις άνθρωποι εκδικούνται

 

η στροφή προς τα μέσα

εσύ πότε με το καλό; ρωτούσαν την κοπέλα

μικρή, μόλις 27, και φοβότανε τη μοίρα της

μην απογοητεύσει τους επενδυτές της.

σκληρή η μοίρα της την καταχέριασε ακόμη κι όταν της έκαμε τη χάρη

να συναντήσει το δυνάστη της.

γύρισε μέσα της και κρύφτηκε βαθειά η κοπέλα.

κρυμμένη έτσι έζησε με σκέψεις και φαντάσματα

κι όταν η εχθρά μοίρα τάχαμ την ευνόησε έστω και με άγριο τρόπο

μεγάλη πια ελευθερώθηκε νόμισε από αυτά

έπεσε με τα μούτρα στο χαμένο χρόνο να προλάβει

σε βάρος οποιουδήποτε

 

ο χρόνος που σταμάτησε

εσύ πότε με το καλό; ρωτούσαν το αγόρι

νεαρός μόλις 32 και φοβότανε τη μοίρα του

ανάξιό τους τον ονόμαζαν, αλήτη.

σκληρή η μοίρα του τον καταχέριασε ακόμη κι όταν της έκαμε τη χάρη

να προσπαθήσει όσο ήξερε.

γύρισε μέσα του και κρύφτηκε ανήμπορος ο άντρας.

κρυμμένος έτσι έζησε με σκέψεις και φαντάσματα

κι όταν η εχθρά μοίρα τάχαμ τον ευνόησε έστω και με ψεύτικο τρόπο

μεγάλος πια ελευθερώθηκε νόμισε από αυτά

αδιαφόρησε σκληρά για το χαμένο χρόνο

σε βάρος οποιασδήποτε

 

θύμα που βαραίνει στο όνομα της αγάπης

γεννήθηκα 21 κυριακή. ούτε κατάλαβα ποτέ αν μ’ αγαπούσαν.

ξαναγεννήθηκα 21 σάββατο. τότε ήταν βέβαιο πως δεν μ’ αγαπούσαν.

τί θέλαν από μένα τότε;

να ζήσουν καλύτερα σε βάρος μου

έννοιες αρχαίες παραβίασαν

καθώς έκριναν αλάνθαστο το δρόμο τους.

σάββατο 2 αυγούστου 2014

εκπαίδευση στη λησμονιά

 

κοντός δρόμος, αδιέξοδος,

όσο να μάθεις πως λησμονιά δεν υπάρχει

εκεί που ακούμπησες τη ζωή σου όλη

για να πιεις ένα φιλί

 κυριακή 22 φεβρουαρίου 2015

συνέπεια της σιωπής

 

λέτε συχνά μια φράση στερεότυπη αντιγραμμένη

πως η αγάπη άργησε μια μέρα

φράση καλή που σας βολεύει

να θορυβείτε με ποιητικό νομίζετε τρόπο

δεν πιστεύω σε λογοτεχνίζουσες διατυπώσεις

ούτε για να περνάει η ώρα δεν τις θέλω

εδώ ποτέ δεν ήρθε η αγάπη

τα πρόσωπα γίναν φωτογραφίες που ξέβαψαν στο φως

η αναμονή έγινε βρόγχος που έθρεψε τις νύχτες

κι όταν σαν πνεύμα σύρθηκε η ιδέα της

αγγίζοντας τους ώμους μου

ανατρίχιασα μπροστά στην πιθανότητα πως έφτασε

κι έπειτα συνέχισα παλινδρομώντας μια έτσι και μια αλλιώς

περιμένοντάς τον να γυρίσει κατά δω το πρόσωπό του

αφού ορκίζονταν για τη μοναδικότητά μου

μα κατέληξα πως ήταν ψεύτης

καλύτερα να υποταχτώ στο κύλισμα του χρόνου

να σπαταλιέμαι δεν κερδίζω δα και τίποτε

σκέφτομαι πως αν αλήθεια με αγάπησε

θα με κλάψει σιωπηλά στη γωνιά όταν πεθάνω

έτσι κανείς δεν θα μάθει πως αγαπήθηκα

ούτε εγώ η ίδια

το νερό κι εσύ

 

για έναν περίεργο λόγο νομίζω
πως δεν θα μου αρνηθείς ένα ταξίδι στη Βενετία.

λευκός αχνός να ατμίζει το νερό μέσα στη νύχτα
θολό πρασινωπό μαρμάρινο θαρρείς
γεμάτο είδωλα φαναριών και φασάδες που πάλλονται
αφήνοντας τα φώτα τους να ρεύσουν μέσα του
ωχρά και κίτρινα σαν το φοβισμένο μου πρόσωπο μπροστά στην άρνηση
πορτοκαλιά σαν το πανηγύρι μέσα μου στην κατάφαση
κόκκινα σαν τα όνειρά μου

κι εσύ νερό που πίνεις τόσο εύκολα το φως
πιες και τους δισταγμούς μου κι άσε με να νιώσω ελεύθερη
να ίπταμαι όλο και πιο ψηλά
να σε κοιτάζω κάτω μου να μεταμορφώνεσαι
σε μαύρες γυάλινες κλωστές με χαλαρή εμπλοκή
που θα λεπταίνουν καθώς θα παίρνω ύψος
κι όταν τα νησάκια που ράβεις κάλυμμα θαλασσινό
μικρύνουν τόσο που να χωρούν στη χούφτα μου
θα εκτιναχτώ από χαρά στο άπειρο και θα ολοκληρώσω το ταξίδι.

ύπνο πάνω σε λεπτά μεταξωτά σεντόνια διανοούμενη μαζί σου
πίσω από βήλα βαριά στα παλιά παράθυρα
θα κοιμηθώ στον ώμο σου κι αν είναι ευτυχία
το χέρι θα σφίγγω το ζεστό σου ίσαμε τ´ακροδάχτυλα να κοιμηθούν κι αυτά.

απληστία

 

ο ήλιος πάντα θα λάμπει, με μένα ή χωρίς εμένα

τα σιτάρια θα κιτρινίζουν κυκλικά και θα θερίζονται

τα δέντρα θα ξεδιψούν σε απρόοπτες διαδρομές νερού

οι αιωνόβιες χελώνες θα λιάζονται κροταλίζοντας τα καύκαλά τους.

 

θέλω να βυθιστώ σε όσο παραπάνω φως μπορώ

όσο ακόμα υπάρχει χρόνος και έχω φωνή και θυμικό

χωρίς γκρίνιες για τα ζεστά μεσημέρια

χωρίς κρυμμένα μπράτσα κι αφελείς ενδυματολογικές επιλογές.

 

το φως στις χούφτες σου το κράτησες και μου το χάρισες

στιγμές μόνο στα γρήγορα ήσουν βιαστικός να φύγεις

κράτησα τότε όσο μπορούσα κρατώ μα θέλω κι άλλο

δεν έπαψα ποτέ να επιθυμώ, δεν ξέχασα πώς είναι ν’ αναπνέω.

 

σάββατο 18 ιουλίου 2015, 16:30

το όλον και το μέρος

 

στον έντιμο Θάνο

γιατί απάλειψε τα όρια; γιατί ταξίδεψε άπονα εμπρός;

γιατί βιασύνη επέδειξε και αλυπία;.

ποιος να ΄θελε να κλάψει για την απώλειά της άραγε;

ως αθώα δεν μπορούσε ούτως ή άλλως να υφίσταται

είναι εκείνος που την έσπρωξε απ’ τα κάγκελα

με τον τρόπο του, να παίρνει από αυτήν το μέρος πάντα,

εκείνο που τον βόλευε εννοώ.

τι άλλο τάχαμ ξέρει αυτή μοναδικά να πράττει;

για το όλον αδιαφόρησε, ό,τι του έλειπε το μέρος ήταν

το πόθησε, το πήρε, το μεγέθυνε, το ύψωσε, το θεοποίησε,

μα μέρος ήταν μόνο και αυτήν πολλά κομμάτια τη συνάρμοζαν

-για όλα τ’ άλλα αδιαφορούσε ο επαρχιώτης επιβήτορας,

ή, καλύτερα, δεν είχε εντοπίσει ότι υπήρχαν κι άλλα

το μέρος έβλεπε και ήθελε μονάχα-

κυριακή 31 αυγούστου 2014, πενθώ