ζητείται θύτης

 

σ’ ακολουθώ με κάθε ευκαιρία
χαίρομαι που υπάρχεις
θέλω να δράττεις τη ζωή
κι όταν σε βλέπω να το κάνεις ευτυχώ.
μα όλο επιδιώκω να υποθέτω και
με υποθέσεις ξακρίζω τις αλήθειες,
μουντώνω τις λάμψεις μόλις λίγο τις χαρώ.
σ´εμένα δεν οφείλονται χαρές.
ειν´η απόφαση που πάνω της προσπίπτει κάθε φως
μόλις εκρήγνυται
καταπατιέται λίγο ύστερα γιατί έτσι το αποφάσισα.
έτσι κάθε υπέροχη αναμονή σύντομα εξαϋλώνεται
γιατί μόνον άλλου τελικά μπορεί να είναι.
κάθε αχρωμία δικαιολογείται σαν φυσικό επακόλουθο.
αφού το χρώμα ξεθωριάζει γιατί
τα χρώματα σωρεύονται στο νου μου;
τίποτε δε μου οφείλεται και
ας είναι η λογική μου που άλλα λέει.
ποιος τάχα με σπρώχνει από το φως να υποχωρώ;
τα μακρινά ταξίδια της ψυχής ποιος όρισε
και μένουν μόνο στο ξεκίνημα;
αναρωτιέμαι άχρηστα αιώνες τώρα
και μετά απλώνω το χέρι να σβήσω τη λάμπα.

ναρκισσισμοί

 

πιάστηκα πάλι να βρω απάντηση για κείνο
το οικείο κι επαναλαμβανόμενο ερώτημα
πώς είναι τάχαμ δυνατό να αγαπάς αυτό που δεν υπάρχει.
κάθε φορά που επιχειρώ την κατανόηση
βάζω κάτω τις ενδείξεις και αρχίζω να καταμετρώ.
πάντοτε λειψές μου βγαίνουν αλλά μετά
τις πλάθω ολοστρόγγυλες χωρίς αγκαθωτά τελειώματα.
τις δικαιολογίες μαστορεύω και με τα πάθη
συζητώ ασταμάτητα και γι´αυτά δουλεύω.
μου αρέσουν για συνομιλητές
γιατί θορυβούν όσο εγώ τους επιτρέπω.

είναι να μην είσαι ικανός τελικά.

για την κολυμβήτρια

η κολυμβήτρια θέλει να φεύγει μακριά, να ξεπλένει τη μαυρίλα της τριβής της με τις άχρηστες αλήθειες γύρω της με ένα μακροβούτι στον κόσμο του υπόκωφου βουητού, αυτού που αργά-αργά θα υποχωρήσει και θα πάψει μόλις αυτή εισρεύσει στον παράδεισο. εκεί νομίζει ότι πάει τώρα. οι φυσαλίδες βγάζουν ήχο, οι κινήσεις των χεριών θόρυβο, ίσαμε που προλαβαίνει να διακρίνει τις ζαρωμένες ψίχες των δακτύλων της, η ανάσα της κοντή ακούγεται δυνατή στα νερωμένα αυτιά της, η αλμύρα κατεβαίνει μικρά ρυάκια από τις τούφες των μαλλιών της, της τσούζει τα μάτια, κάθεται στο πρόσωπο. θέλει κόπο να καταβάλει για να μεταβληθεί σε ροή, γιατί πριν μεταμορφωθεί, ο παράδεισός της της διαμήνυσε ότι δεν πρόκειται να τη δεχτεί. λαχταράει να λευτερωθεί και μακραίνει κι άλλο, ως εκεί που ακούει μόνο τον εαυτό της πια να θορυβεί. κάθε τι άθλιο, θλιμμένο, θλιβερό έμεινε πίσω. στρέφει το κεφάλι προς την ακτή, σκηνικό που χρυσοφέρνει, η μυωπία της διαλύει τα περιγράμματα σε κόκκους, σφίγγει τα βλέφαρα και το θέατρό της κομματιάζεται, οι άνθρωποι της παραλίας μεταφράζονται σε βουβά κινούμενα μαυριδερά σημάδια, τα λίγα χρώματα αμβλύνονται κάτω από φως του ήλιου και αυτή άρχισε κιόλας να μιλάει με τα μέσα της, χάνοντας όμως λεπτομέρειες, κάπως σαν εκείνες τις συλλαβές στην ξηρά, που εκπίπτουν με ασυνείδητη πονηρία στις μπάντες του μυαλού για να μην ολοκληρώνεται καμία φράση του συλλογισμού, που ξεστρατίζει έτσι ατίθασος και λυτρωμένος, και δόστου πάλι απ´την αρχή. η μνήμη της έχει από το ξεμάκραιμα κιόλας αρχίσει να υποχωρεί, τα αισθήματα αναδύονται μπλεγμένα φύκια ως το λαιμό της. έτσι ο λόγος που την έφερε εδώ στα βαθειά εύκολα επικρατεί, δεν χρειάζεται συλλογισμούς και αισθήματα για να βγει ο λόγος στον αφρό. ναι, να φύγει ήθελε μακριά και το κατάφερε με δυσκολία, να μεταφέρει το νου της στη σιωπή ήθελε για να τον εξετάσει κουνώντας του επιτιμητικά το δάχτυλο, μα τώρα ο εαυτός της συμπυκνώθηκε γύρω από μία μόνο επιθυμία, να τον ξαναδεί.

παρομοίωση


«κοινά τοπία»
«παρεμφερή τοπία»
πρέπει να βρω συνώνυμο της πρώτης λέξης οπωσδήποτε.
σφίγγω τα βλέφαρα με δύναμη
ν´απομονώσω το μυαλό να μπει σε κίνηση.
κάποτε πολύχρωμα πεταλουδάκια ξεπετιόνταν με το σφίξιμο
τώρα ούτε καν μονόχρωμα.
μάλλον παχύνθηκαν τα βλέφαρα και σκοτεινιάζουν.

ανάμεσα στις πινελιές κι ανάμεσα στις λέξεις βολοδέρνω
ώρες και ώρες κάθε μέρα.
δυό όργανα ή όπλα της επιθυμίας που αγωνιά να εκφραστεί
ίδια βαραίνουν όποια κι αν είναι η ώρα που τα φορτώνομαι.
ίσως το πρώτο πιο αργό κυλάει, το δεύτερο απαιτητικό στέκεται στην πόρτα.
τί θέλουν και τα δυό; μυαλό, δάχτυλα, κατόπιν να οπισθοχωρήσεις
για να παρατηρήσεις πόσο πέτυχες αυτό που είχες κατά νου.
μετά να τα κοιτάς κατά καιρούς και κάθε ματιά αλλιώτικη να είναι
η μιά εικόνα να μη μοιάζει απολύτως με την άλλη.

λέτε να το γυρίσω και να γράψω Συγγραφέας στην εισαγωγή;
μπορεί και Ζωγράφος; μα αυτά απαιτούν την ερμηνεία τους
και γω τώρα στέκομαι αδαής.
κοινός.. παρεμφερής..

κόκκινο

 

κόκκινο μέσα μου απομένει το υπόλειμμα της μάχης.
ό,τι και να αγγίξω παίρνει χρώμα άλικο
αμέσως ή αφού πρώτα με διασχίσει.

και τότε ταράχτηκα που σ´αγαπώ.

δράκος

 

ευτύχησα σκαρφαλωμένη στα φτερά του μύθου
που έφτιαξα για να ταξιδεύω στην ουράνια άκρη.
τις νύχτες αγκαλιάζω μετεικάσματα αλήθειας
που ο νους πυροβολεί χωρίς σταματημό στον τοίχο του μυαλού μου
κι αυτά γεννιούνται πάλι απ´την αρχή.

πετώ μέσα στο χρόνο ασήμαντη καθόλου ωραία.
ο μύθος μου σαν δράκος δυνατός
προβαίνει ηλιοσπυρίζοντας το φως
κι εγώ γελώ που ανασταίνω έρωτα για χάρη σου.
εμπρός τεράστιο ζωντανό προτού αδικηθώ.

ανάδραση

 

αγαπημένο σώμα
έχω τόσο ανάγκη να σε κοιτώ
και να σε γεύομαι χωρίς ο χρόνος να με σταματά
χωρίς οι άνθρωποι να μου αλλάζουν τα σχέδια.

κι έπειτα κινήσαν εναντίον μου τα πρόσωπα της ταραχής…

αφήνω τη σιωπή να προσπεράσει
αλαλάζω να σωθώ
διαλύεται ο αχνός της χαράς πριν κατακαθίσει.
πώς θα ζήσω χωρίς εσένα που ανάθρεψα εντός μου;

ζήτημα μάθησης

 

αναμονή ατέλειωτη μιας αγκαλιάς νύχτες πολλές
νύχτες που μοιάζαν αξημέρωτες·
κάποια στιγμή ο ύπνος άρπαζε τη σκόνη των ονείρων
για να την οικειοποιηθεί.
και δοκιμές άχρηστες επιχειρούνταν τις μέρες τις μικρούτσικες
που άφηναν πίσω τους κενό το σώμα και το νου.
κι απάνω που η ροή ξεπνόησε
πάνω που όλα μάταια φανήκαν πια
καθώς χιλιάδες ξημερώματα περάσαν ανεκπλήρωτα
τοπίο άναψε από τα χρώματα
και ισχυρίστηκε με τούτα πως δικό σου είναι
για ν´αγναντεύεις κρεμάμενη απ´ τα σύννεφα
τον κόσμο τον ονειρικό αργά αργά να εκπληρώνεται.
χαριτωμένος απρόοπτα ιπτάμενος αφρός
που αγγίζοντας την επιφάνεια
χρωματιστά κενά αφήνοντας μετατοπίζεται
ο χρόνος έπαυσε. σώπασαν οι μουρμούρες του μυαλού
πώς να πιστέψεις τόσην ομορφιά; κανείς δεν σου έμαθε πως την αξίζεις.

αναβολές

 

με ενοχλεί αυτή η σιωπή του Ιουλίου

όλα μικραίνουν και αναβάλλονται

για όταν ο χρόνος επιστρέψει

μα τότε μπορεί τίποτα να μην είναι το ίδιο

ή όλα αφόρητα τα ίδια να ´ναι

βουβός μήνας που παρατείνεται

με τη δικαιολογία της ξεκούρασης

είναι κι η θάλασσα που μόνο με το σώμα πια αγγίζεται

φωνές δυνατές

ήλιος πολύς θαρρείς τον άλλο χρόνο σβήνει

χρήσεις του σώματος θαρρείς τον άλλο χρόνο απαγορευμένες

Θα δούμε

Θα ΄ρθούμε

Θα πάμε

Θα κάνουμε από Σεπτέμβριο

Όταν επιστρέψουμε

Όχι τώρα

δεν ακούω τίποτε τώρα

καθένας κλεισμένος στον κόσμο του

που ονομάζει τώρα διακοπές, αύριο αλλιώς

κανένας δεν υπάρχει για τους άλλους

και όταν ο άλλος διαμαρτυρηθεί

Γιατί δε μου είπες; Θα ερχόμουν.

Γιατί δε μου είπες; Ήμουν πολύ κοντά.

Γιατί δε μου το είπες; Τι στο καλό άνθρωποι είμαστε

άμα δεν βοηθάει ο ένας τον άλλον;

και όταν όλα τελειώσουν και πάψει να υπάρχει

Δεν μου είπε τίποτα

Δεν έλεγε..

κυριακή 16 ιουλίου 2017, 15:00

άτολμη

 

ντράπηκα να σου πω Μη με ξεχάσεις.
κοίταζες για ώρα τον ιβίσκο με θαυμασμό
το ίδιο ψηλοί κι οι δύο.
λίγο μετά σ´αποχαιρέτησα.
απλοϊκά σχεδόν. 
δράμα καθόλου δεν υπήρξε.
δέθηκαν τα χέρια λίγα δευτερόλεπτα
το βλέμμα περιείχε ειλικρίνεια,
οι ευχές που ανταλλάξαμε μάλλον τυπικές
και μόνον οι απαραίτητες.
σκέφτηκα να σου πω Μη με ξεχάσεις
δεν τόλμησα. μοιάζω άφοβη μα δεν τολμώ
να ζητήσω τίποτε για μένα
αφήνοντας τους άλλους να μετρούν
χρόνο, αισθήματα, επιθυμίες
να αρθρώνουν λέξεις, όλα όπως αυτοί τα θέλουν.
όμως μπορεί και κάποιοι απ´αυτούς να περιμένουν
σαν και μένα από τους άλλους να μετρήσουν.
με τούτα και με κείνα φεύγει ο καιρός
ο ιβίσκος μαράθηκε τα χέρια ζαρώνουν
οι τελευταίες εικόνες ακινητοποιήθηκαν
στις ζάρες του μυαλού μου
και γράφω ελπίζοντας ότι θα διαβάσεις
αυτά που δεν μπόρεσα να πω.

ιούνιος 2017

σκέψεις του δρόμου

 

για έναν αδύναμο που υποχώρησε:
εσύ όσο περνάει ο χρόνος χάνεσαι μέσα στον εαυτό σου
εγώ όσο περνάει ο καιρός χάνομαι μέσα σε σένα..

 

άντληση από παρατήρηση:
άνθρωποι ανεκτικοί από το φόβο της μοναξιάς
που είναι ακόμη τόσο νέοι για να φοβούνται..

αυτόματη αντιπαραβολή:
άνθρωπος μη ανεκτικός χωρίς το φόβο της μοναξιάς
που δεν είμαι πια τόσο νέα για να μην φοβούμαι..

 

άυλος κόσμος εκ του ασφαλούς:
είμαι ερωτευμένη με ένα όνειρο που μεγαλώνει μέσα στο κεφάλι μου τις νύχτες.
τις ημέρες το αναγκάζω να μένει μικρό ίσαμε να περάσει ο καιρός.
θα μπορούσες να το δεις σαν ευκολία προσαρμογής
θα μπορούσες να το πεις τεράστια αδικία ή υπέρμετρη αφέλεια.
όπως και να ονομάσεις το όνειρο και τον πειθαναγκασμό δεν είναι ύλη.

 

αναρώτηση χωρίς αντίκρυσμα:
ένα μαξιλάρι μπορεί να αντικαταστήσει μιαν αγκαλιά;
μπορεί ένα φιλί στο χέρι να σπρώξει πίσω ένα φιλί στα χείλη;
μεταμεσονύχτια θεατρική παράσταση..

 

αλλάζω
επιθυμώ να γεράσω για να δικαιολογώ την εικόνα μου.

εκείνος πίσω μου

προσγειώθηκα σ´ αυτό το συναίσθημα για σένα με ακατανόητο τρόπο. συνήθως έτσι απροσδόκητα συμβαίνει και κακώς εκπλήσσομαι, φταίει που θέλω όλα να τα ερμηνεύω. αυτοπροστατευτικοί λόγοι μου απαγορεύουν να το ονομάσω παραπάνω από Θερμή συμπάθεια (συγνώμη, χρησιμοποίησα κρύες λέξεις, μάλλον φοβάμαι πολύ τελικά, ωστόσο βεβαιώνομαι όσο περνούν οι μέρες ότι μια παραλλαγή προς τον Έρωτα θα ήταν ακριβέστερη. αλλά κρύβομαι πίσω μου, φτιάχνω σκιές για να μη διακρίνομαι, δε θέλω να με βλέπω μπορεί).

εκείνον τον άφησα πίσω μου. μου φάνηκε πως αίσθημα σιχασιάς και αηδίας τον απομάκρυνε βιαστικά από μένα. αν ήμουν πιο επιεικής θα τον ονόμαζα άρρωστο, μπορεί και νάλεγε αλήθεια όταν το ισχυριζόταν, μα επιείκεια και αυτοπροστασία δεν πάνε παρέα. σιγά σιγά έπαψε πια να με νοιάζει ακόμα και αν ζει ή τουλάχιστον αυτό απαντούσα πρόχειρα στην κάθε μου αναρώτηση. ξέρεις, όταν πάω να προφέρω το όνομά σου στους μονόλογούς μου, ξεστομίζω κατά λάθος το δικό του. είναι μάλλον από τη διαρκή επανάληψη, επειδή το δικό του το είχα φωνάξει δεκάδες φορές τις νύχτες, είχα ακούσει τη φωνή μου να το επαναλαμβάνει με όλη του τη συνοδεία αντάμα, ώστε τώρα να μην μπορώ να δικαιολογηθώ ότι ψεύδομαι: όνομα, επίθετο, όνομα πατέρα, μητέρας, γεννημένος στις δεκατρείς Μαρτίου του χίλια εννιακόσια πενήντα έξι στο Βόλο, στις έξι το πρωί..

λίγους μήνες πριν, καθισμένη στα σκαλάκια της Φοντάνα ντι τρέβι παρατηρούσα τους γιαπωνέζους σε δυο τους δραστηριότητες: πρώτη να τραβάνε σέλφι προβάροντας μουτσουνίτσες μπροστά στο μακρύ πλαστικό κοντάρι, τέτοιες που να μην αλλοιθωρίζει κατά το δυνατόν το βλέμμα στο τελικό αποτέλεσμα, και δεύτερη να στέκονται με ευλάβεια στραμμένοι προς εμένα, χωρίς να με κοιτάζουν απορροφημένοι στην επιλογή της ευχής τους, και με μια απότομη κίνηση να πετούν, μπλουπ, πίσω από την πλάτη τους το νόμισμα στο νερό. δοκίμασα να κάνω και τα δύο, το πρώτο μου φαινόταν ηλίθιο και το δεύτερο μαγικό, προτίμησα το δεύτερο. ένα δίευρο ήταν οκέι για να στηρίξει την ευχή μου. έκλεισα τα μάτια… , ζύγιασα και τα δυο χέρια πάνω από το κεφάλι μου και εκσφενδόνισα το κέρμα πίσω μου. ευχήθηκα αυτόματα Θέλω να ζήσω με τον… κι ενώ είχα στο μυαλό μου εσένα, ο νους μου ξεστόμισε το όνομα εκείνου, μόνο του, χωρίς τη συνοδεία του αντάμα, για να προλάβει τη διαδρομή ως το μπλουπ.

μα αμέσως κατάλαβα το λάθος μου και αμέσως τρόμαξα πως δεν ήταν λάθος. ήταν επειδή αυτός είχε κυριαρχήσει μέσα μου, ομολόγησα. είχα νιώσει πόθο και έρωτα για κείνον, από κείνους τους έρωτες και τους πόθους που, αν δεν τους ζήσεις, εγκαταλείπεις κάποτε φτωχότερος τον κόσμο τούτο (έτσι λένε, στα καλά μου μου φαίνεται ηλίθια αυτή η φράση). με σένα είναι αλλιώς. μπήκες ήσυχα μέσα μου, χωρίς να καταλάβω σε ένιωσα να συμβιώνεις μαζί μου διπλωμένος στο κέντρο του σώματός μου σα μωρό.

εσύ είσαι το μωρό μου, εκείνος ήταν ο άντρας μου, ο αρσενικός μου, εσύ είσαι το πλάσμα που θέλω να το χαϊδεύω όλη μέρα, να το περιποιούμαι, να μαντεύω τι θέλει πριν το ξεστομίσει, να το κοιτώ στα μάτια, να το υπηρετώ σιγανά, ήρεμα, με χαμόγελο, να του βάζω τα πόδια στις παντούφλες. εκείνον ήθελα να τον πιω πίσω από την πόρτα, πριν καταλάβει καλά καλά πως μπήκε.

έλα να σε αγγίξω, έλα να σε υπηρετήσω, εσύ να δημιουργείς και γω να κάθομαι σιωπηλά στο παρασκήνιο ανάμεσα στα χαρτομόλυβά μου. φωνάζω σιγανά το όνομά σου τώρα, είμαι βέβαιη ότι μ’ ακούς, ενώ όταν φώναζα εκείνον, το έκανα για να τον ταρακουνήσω να με δει στο όνειρο του, να με νιώσει ότι υπάρχω δίπλα του μέσα στη νύχτα. εσύ μ’ ακούς, μπορεί κιόλας να μ´ έχεις δει στο όνειρό σου. θυμάμαι τη σκληρότητα των μαλλιών σου, την τρυφερότητα και μαλακότητα της κοιλιάς σου που στη σάρκα της βυθιζόμουν, τη ζεστασιά της, μου λείπεις, θέλω να το ξαναζήσω, μαζί σου, μου αρέσεις, σε θέλω, σε περιμένω..

 

… κάθομαι στο παρασκήνιο ανάμεσα στα χαρτομόλυβά μου. τίποτε δε συμβαίνει. ούτε μωρά ούτε άντρες, ούτε πόθοι ούτε αγάπες, μόνο βουΐζει το κλιματιστικό πάνω από το κεφάλι μου, στο χάι ο ανεμιστήρας, στο λόου η αντιδραστική μου δύναμη, κουράστηκα να σκέφτομαι και να νιώθω…

πέμπτη 30 δεκεμβρίου 2016, νυχτιάτικα

δεκάτη προτέρα

αποκοιμήθηκα αφήνοντάς με στα χέρια της ελπίδας

κάθε βράδυ συνήθεια το ‘χω μα η ελπίδα με προδίνει.

ανήσυχος ο ύπνος παρά ταύτα, το κορμί πονάει.

ακούω στο σκοτάδι τη σιωπή μου

πεζός ο λόγος τα χέρια μου ορφανά αφήνει.

ξημερώνει και περιμένω πάνω μου να γείρεις

να απαιτήσεις από μένα τη χαρά σου.

είσαι ζεστός

σε νιώθω πίσω από τα κλειστά μου μάτια         

σαν κίνηση σαν θέλω και σαν πάθος

τολμώ να ξεδιπλώνω ακόμη τα φτερά μου

το δεξί σου χέρι σέρνεται αργά στο λευκό σεντόνι

το αριστερό κινείται κιόλας στον αέρα να με αδράξει

μυρίζω τον ιδρώτα σου

δεν ξέχασα ποτέ το δέρμα σου πώς είναι

μα προσπαθώ ακίνητα τα βλέφαρα να έχω

για να νομίσεις τάχα πως κοιμάμαι.

αγάπησέ με

κράτα με όλη δική σου

απλά χωρίς πολλά να μου ζητήσεις

λόγος άλλωστε δε βρίσκω να υπάρχει

ζητάει κανείς να λάβει ό,τι δεν έχει

δικά σου είναι όλα όσα επιθυμείς και όσα έχω και όσα δύναμαι να δώσω

έχω και θέλω

ανάθεμά με

ο κόσμος μου μεγάλος και πολύχρωμος ακόμα

και συ που νιώθεις πώς είναι η χαρά ευλογημένος είσαι

ξύπνησέ με

ξημέρωσε

η βουή του σύμπαντος

 

 

παρατηρητής εν γένει.

δεν είναι πάντα επιτυχημένες οι αποδράσεις του στο κίτρινο φως.

οι πολυπρόσωποι δρόμοι ανέκαθεν τον πλήγωναν

του θύμιζαν..

συρφετός αργόσχολων

ποτάμια περιπατητών

σακούλες παντού

επίτηδες σχισμένα τζην

κινητά σε πλήρη δράση.

κανείς δε βλέπει γύρω του

μόνο βαδίζουν με τα μάτια καρφωμένα στην οθόνη.

η διάθεση όλων του φαίνεται καλή αντίθετα από τη δική του

όλοι νεότεροι. μια-δυο εξαιρέσεις μοναχά χωρίς σημασία

κάτι κυρίες φροντισμένες

πάντα τους φροντισμένες ήτανε.

τώρα πια το κραγιόν δίνει κάδρο στην καρικατούρα

ξεφεύγει άτακτα από τα σφιγμένα χείλη και

συνήθως τριγυρίζεται από σκούρη γραμμή

τα ματάκια κοιτάζουν γύρω διερευνητικά

τη ματιά του συλλαμβάνουν και την ακολουθούν

μη και νομίσει πως δεν τον τσάκωσαν να τις παρατηρεί

μαλλιά τυπιστηκα στο κομμωτήριο το καφετί βασιλεύει

μαζί με το μπορντώ οπωσδήποτε και το χρυσό στα χέρια

ρούχα αρχαία τουήντ ταγιέρ τώρα την άνοιξη κάτω από το γόνατο,

καλτσόν σκουρόχρωμα λουστρίνια τακουνάκια.

 

ο θόρυβος γύρω του σε βουητό συμπτύσσεται.

είναι οι παρέες που τιτιβίζουν

τα αυτοκίνητα που περνούν

μοιάζει με τη βοή του σύμπαντος σε βαρήκοα αυτιά

όλα μαζί και τίποτα.

ερωτεύτηκα

 

 
τι θα πει ερωτεύτηκα;
να κυνηγώ φαντάσματα του άλλου;
και τα δικά μου πάλι μόνη μου να κυνηγώ;
δρόμος μακρύς χωρίς καιρό και όρεξη.
προστάζω πια τις πεταλούδες της ψυχής
να μην ανοίξουν τα φτερά τους.
λόγος κανείς για επώδυνα πετάγματα.

                                         σάββατο 3 οκτωβρίου 2015

οι λέξεις μου

 

 

ιδέα

τώρα

μαζί

πάντα

έρωτας

λέξεις απλές που δεν ζουν μόνες τους.

έτσι θαρρώ ώρες – ώρες

πως έχουν νόημα μόνον όταν και άλλες προηγούνται ή έπονται.

 

βλακείες..

νιώθω και χρησιμοποιώ τις ίδιες λέξεις μοναχές. Να:

ιδέα (δική μου)

τώρα (έμεινα μόνη)

μαζί (με τον εαυτό μου)

πάντα (εγώ κανονίζω το χρόνο μου)

έρωτας (της ανάγκης και του μυαλού μου δημιούργημα).

 

ωραία τα κατάφερες και απομόνωσες τις λέξεις μου

μπράβο σου…

και γω σε αντάλλαγμα σε καταράστηκα

και οι δικές σου λέξεις να μην συντροφεύονται

λαθούσα δύναμις επέρχεται;

 

είχα μια καταφυγή από χρόνια τώρα

πολλές φορές τη μέρα να αποσύρομαι μέσα μου

για λίγο ή πολύ όσο η ανάγκη μου το απαιτούσε.

ταξίδευα σε λαμπρό βαθιά επιθυμητό κόσμο

εγώ σώμα νυχτερινό στο φως του ήλιου παραταύτα δυνατά παραδομένο.

 

το δάκρυ εύκολο και σιωπηλό τότε κυλούσε

συνοδεία και απαραίτητο συμπλήρωμα κάθε φοράς.

έτσι απαλλασσόμουν γρήγορα από το πνιγηρό βάρος της αναμονής.

σενάριο αιφνίδιας άφιξης συχνά επεξεργαζόμουν.

στο κάγκελο του μπαλκονιού εγώ λέει ακουμπισμένη.

 

………. απομεσήμερο. χτυπάει η καρδιά τρέμουν τα άκρα

τρίζει η ύπαρξη στις φλέβες.

εκείνος από τη γωνιά του δρόμου ξεμυτίζει..

βάδισμα αργό ψηλός γερτός κάθε Αύγουστο ο ίδιος.

άλλος ένας χρόνος γρήγορα πέρασε

σαν την αναμονή των διακοπών στο μακρινό σχολείο.

τί έγραψε πάνω μας δεν έχει σημασία.

κοιτάζει προς τα πάνω

με αναζητά

διακρίνω το χαμόγελό του όσο πλησιάζει

ακούω το σφυγμό μου που επιταχύνει.

είναι στην πόρτα

πριν καν χτυπήσει ανοίγω.

ω θεέ μου ήρθε

είναι εδώ μπροστά μου.

ακινητοποιούμαι ανίσχυρη.

διασκελίζει το κατώφλι

αφήνει την αποσκευή στο πάτωμα

δένει τα κρύα χέρια μου με τα ζεστά δικά του..

 

το βράδυ στέγνωνε

έκλεινε ο κύκλος ως αύριο πάλι.

τότε αποκοιμιόμουν αργά ξυπνούσα το πρωί

και πρώτη η ίδια ακολουθία σκέψεων με κυρίευε.

έτσι τις δύσκολες ώρες αντιπαρερχόμουν.

άλλωστε στο φως όλα είναι πιο εύκολα.

 

έχασα την καταφυγή μου ξαφνικά

τυχαία γεγονότα την καθαίρεσαν.

εύκολος θάνατος θα πεις γεμάτος παραδοξότητα

πόνος πολύς.

άδειασα απόψε από τη βιαιότητα

που πήρε τα μέσα μου κρυφά που τα ΄χα και τα σήκωσε.

κενό το είναι μου ωθεί την αγωνία μου πέρα από τα άκρα

που νόμιζα πως τάχαμ είχα με φροντίδα καθορίσει.

 

δεν υπάρχει κάτι από κείνον

από εκείνα τα κυρίαρχα

που κατείχαν τη λογική μου μόλις τολμούσε να αναδυθεί.

ούτε ιδέα

ούτε επιδερμίδα

ούτε προσμονή υπάρχει.

το χαμόγελο απομακρύνθηκε αργά απογοητευμένο

η ανάμνηση της σάρκας αίφνης αποπλύθηκε

η ζεστασιά σε ύλη μεταπλάστηκε που με καθήλωσε ανάσκελα βαριά

με δυσκολία ν’ αναπνέω όσο η ψυχή μου απόλλυται.

 

από δυνάστης ο έρωτας σε πνεύμα κρύο μεταποιήθηκε

ίπταται τώρα δα στο ροζ πρωί που ξημερώνει

φεύγει

μ´ αφήνει το κρύο αεράκι πίσω του.

απέθανε ό,τι έχτισα και ζύγισα και πριμοδότησα

ό,τι στα τέλη της ζωής με μόχθο απόκτησα

μια αγάπη που έζησε ως τα έξι της χρόνια στου μυαλού μου το περίβλημα.

πώς χαθήκαν όλα τόσο εύκολα;

ήταν μάλλον γιατί ποτέ δεν ήταν όπως έπρεπε αλλά μόνον όπως εγώ τα ήθελα.

 

                                                                      δευτέρα 3 αυγούστου 2015, 5 το πρωί

λόγια ανεπαρκή

 

 

 

όλο το πρωί πάλευα να ‘βρω λέξεις λίγες μα γεμάτες να περιγράψω το ζεστό σώμα

την τρυφερή μυρωδάτη σάρκα που μαζί της ολόκληρη εγώ συνομιλούσα όλη νύχτα

το πρόσωπό μου πίεζε για ν´ αφομοιωθεί

 επιχειρούσε εκπροσωπώντας με να την αλώσει.

τα χέρια που λάτρεψαν το σώμα ακόμα εξετάζω

τεντώνοντας μπροστά

διαδοχικά αναστρέφοντας

αιώνια επιφυλακή και φως και ήχος

τίποτα δεν χάνεται από αποτυχία περιγραφής. 

δυο μέρες μαγεμένη και ακίνητη στα ίδια ανάστρωτα σεντόνια πολεμώ

σε ιεροτελεστία μετατρέποντας σκέψεις αισθήματα και μνήμη.

 

                                                                        δευτέρα 16 νοεμβρίου 2015, 12:36

τραμόντο

 

οι άνθρωποι είναι ματαιόδοξοι,
θέλουν να τους θυμούνται.
ντύνουν τη ματαιοδοξία τους με κομψά ρούχα,
λένε ωραία λόγια όλο το βράδυ,
γελάνε και κάνουν επίδειξη γνώσεων.
από όλο αυτό μένει πολύ καιρό μετά η αύρα της βραδιάς
ή μια ασχημάτιστη πίκρα.
προσπάθησα απόψε για να με θυμάσαι,
προσπάθησα πολύ, άνθρωπος είμαι και γω
και δεν τα βγάζω πέρα με την πίκρα.

ρομαντισμού αποκυήματα

 

-στης ζωής μου την ακμή θα πεθάνω,
αχ θεέ μου τί άδικο κρίμα
τέτοια νέα να έμπω στο μνήμα
με του γάμου την άσπρη στολή!

χάρε, χάρε, δεν θέλω να πεθάνω,
τη μανούλα μου να μην την πικράνω,
θέλω χάρε ακόμα να ζήσω,
της ζωής τη χαρά πώς ν´αφήσω;

-έλα κόρη μαζί μου με θάρρος,
τόσο κακός δεν είναι ο χάρος.
μή με βλέπεις και δάκρυα χύνεις,
μή λυπάσαι τον κόσμο π´αφήνεις.

-δεν λυπούμαι τον κόσμο π´αφήνω,
μόν´ λυπάμαι τη λύπη π´αφήνω.
εγώ στέλνω τη λύπη στο σπίτι,
εγώ σβήνω τη φλόγα απ´τα στήθη.

-έλα, έλα, η ψυχή σου σ´αφήνει.
μή λυπάσαι, στη γη δε θα μείνει.
εδώ λύπες υπάρχουν και πόνοι,
εκεί φεύγουν μ´αγάπη οι χρόνοι.

-άφησέ με να τρέξω ακόμα
εις τα δάση όπου έτρεχα πρώτα,
να χαρώ τα λουλούδια, τα χόρτα,
να πατήσω του κάμπου το χώμα.

σαν κλωνάρι μυρτιάς μαραμένο,
το κορμί μου χειμώνας το δέρνει,
το ποτάμι του χάρου με παίρνει
στα θολά του και μαύρα νερά.

διηγήθηκε η Μαριάνθη Αθ. Παπάζογλου (31.05.1979)

μικρές εξαπατήσεις

 

δεν υπάρχει καιρός πια παρά μόνο να φαντασιοκοπώ
όσα δεν έζησα, αν και το ήθελα πολύ.
θέλω, επιθυμώ, διακατέχομαι, ορίζω,
ως και μικρές μανίες αποδέχομαι εν τέλει να υπάρχουν,
ευρείες ευτυχείς εικόνες που με αφορούν.
γέρνω, κλείνω τα μάτια για να κοιμηθώ.
τότε είναι που εκκινούν οι ταινίες μικρού μήκους,
μπορεί και δυό και τρεις ακόμα κάθε νύχτα.
καθώς κινούνται οι μορφές μου κυκλικά στο ζωητρόπιο,
εκείνες που στατικές ζωγράφισα στις νυχτερινές ακολουθίες,
τα χρώματα εναλλάσσονται, κυρίως θερμά, αν όχι όλα,
τα σχήματα ρευστοποιούνται και αναμορφώνονται,
κι ανάμεσα στην τυχαιότητα και την ταχύτητα περιστροφής,
το έργο κίνησε και εξελίσσεται, όλο κρυμμένο σε μια αγκαλιά.

είναι η ώρα που ο έρωτας ιδανικά προσωποποιείται.
αποκοιμιέμαι ευτυχώς σώζοντας τη συνέχεια για αύριο…

σάββατο 8 αυγούστου 2015

απαθής

 

απάθεια πάνω στα γλιστερά κόκκινα σεντόνια.

ώρα μία μετά τα μεσάνυχτα.

στο επάνω διαμέρισμα ακούγεται νερό που στάζει.

από την μπαλκονόπορτα πού και πού ο θόρυβος διερχόμενου από μακριά αυτοκινήτου.

και η Ένατη γλιστράει στα σατέν σεντόνια και ακούει το χχχρτς του σατέν.

προκαλεί αυτό το χχχρτς, της θυμίζει μετάξι.

η χτεσινή μπόρα έφερε λίγη ψύχρα.

τα γεγονότα των ειδήσεων την επέτειναν ελαφρώς.

τελικά της έκανε μάλλον καλό να ασχοληθεί με το πραξικόπημα στη Pωσία.

και ακόμη έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά στο γραφείο.

πονάει το μέτωπό της από τρεις-τέσσερεις μέρες.

πονοκέφαλος στο πάνω μέρος του προσώπου.

και γέμισε το πρόσωπο σπυριά, χιλιάδες σπυριά.

μαύρα σαν γρονθοκοπημένα τα μάτια της και αυτή νιώθει απαθής πάνω στα γυαλιστερά σεντόνια.

a+πάθος ακριβώς;

όχι, αδιάφορη.

σαν να κάνει ένα διάλειμμα. να παίρνει έναν βαθύ ύπνο.

πέμπτη 22 αυγούστου 1991

μετεικάσματα

θυμάμαι εκμυστηρεύσεις από μερικά τσακισμένα κορίτσια, γυναίκες πια. σαν ένα φου, ένας αέρας, προκύπτουν έξαφνα στη μνήμη μου οι εικόνες τους, μικρά στην ηλικία. δεν έχουν σαφές σχήμα ούτε ευχάριστο χρώμα. γκρίζα μετεικάσματα. τα μάτια μου αποκεντρώθηκαν για να ησυχάσω, αλλά απότυχα και συνεχίζω να ταράζομαι που οι κηλίδες τους άσβεστες μετακινούνται όπου γυρίζω το βλέμμα.

μήπως και άκουσα ποτέ κάποια τους να λέει ότι είχε μπαμπά τύραννο; μήπως ότι είχε μάνα αφέντρα; καμιά δεν ομολόγησε αλήθειες. όλες τους γλυκιές μανούλες είχανε κι αγωνιστές πατερούληδες. και ήταν πρόθυμες να κάνουν ό,τι τους λέγανε οι καλοί αυτοί άνθρωποι και είναι ακόμα πρόθυμες να μετανιώνουν φριχτά που δεν στάθηκαν τα καλά κορίτσια που οι γονείς θέλανε κάθε φορά που τόλμησαν αλλιώς. μετανιώνουν για τη νεότητά τους, ακόμη και για ένα παραπάτημα του εκατοστού ή για μια τόση δα μικρούλα διεκδίκηση του δικαίου. Δεν είναι ηλίθιο να μετανιώνει κανείς για τη νεότητά του; -Την τυραννούσα τη μάνα μου πολύ στα δεκάξι μου. Όλο του κεφαλιού μου ήθελα να κάνω. -Έφαγα μπάτσο απ´τον πατέρα στα δεκατέσσερα γιατί αυτός μιλούσε και γω κοιτούσα αλλού. Ήταν καλοί άνθρωποι, εγώ δεν ήμουν εντάξει. Πόσο τους βασάνισα…

για λίγους λόγους, απ´τους οποίους διατηρήθηκε μια αόριστη γενικότητα, καμιά τους δεν ήταν άξια κόρη.

η Ρίτσα συγχώρεσε τη μάνα που σκάλιζε το ημερολόγιό της κι έσπευδε να γνωρίσει κάθε καινούργιο της καταγραμμένο φλερτ της, κι ας τον έστελνε από κει πούρθε με φωνή που δεν σήκωνε κουβέντα. -Μη σε ξαναδώ μαζί της, ούτε να ξανακούσω για σένα, κατάλαβες; Απορώ και πώς φαντάστηκες ότι η κόρη μου θα μπορούσε να ενδιαφέρεται για σένα και να χτίζει όνειρα με σένα μέσα. Και σεις μπαμπά και αδελφέ του Θόδωρου να κάνετε ό,τι μπορείτε το παιδάκι σας να απομακρυνθεί από την κόρη μου. Από πού κι ως πού νομίζετε ότι ο μουτζούρης γιος σας θα ταίριαζε ποτέ στο δικό μου παιδί που μοσχανάθρεψα; έτσι, χάθηκε ο ερωτευμένος Θοδωράκης ο μουτζούρης, αλλά η Ρίτσα το προσπέρασε.

είπα μουτζούρης και θυμήθηκα τη Γιώτα, εξήντα τεσσάρων σήμερα, ζωντοχήρα (οποία ηλίθια λέξη!), με τον άντρα της ζωής της το μουτζούρη πατέρα που λαδωνόταν ολημερίς στο συνεργείο αυτοκινήτων. αυτόν τον σπουδαίο αριστερό αγωνιστή που φούμαιρνε τα χύμα τσιγάρα το ένα πίσω απ´ τ´άλλο στο καφενείο της γειτονιάς, εκεί που ξαπόβγαζε τις ώρες που του μένανε λύνοντας το κυπριακό με τους άλλους κουρασμένους, ίσαμε να νυχτώσει για τα καλά, για να μη βλέπει τη μούρη της Φιλίτσας, της μάνας της, αυτής της υπέροχης γυναίκας. και η Γιώτα, όσο σου εξιστορεί χαμογελώντας όλο τούτο με λεπτομέρειες, μακρόσυρτα, για να προκάμει να υπεροπλίσει, σέρνει το καμουτσίκι καταγής πέρα-δώθε και, αφού ολοκληρώσει το εγκώμιο, με μια μαστόρικη κυκλοτερή κίνηση, σλιάαατς, το αδειάζει στη μαλακή πλάτη σου, έτσι για να σε χαράξει βαθιά, μη τολμήσεις και ξεχάσεις ποτέ τη μοσχαναθρεμμένη. λόγια άγρια σου λέει που δεν τ´αξίζεις ούτε σε εκπροσωπούν. έτοιμη να σπαράξει όποιον της πάει κόντρα είναι, συνήθως κραδαίνοντας τη σπάθη του νόμου που της την αποκαλύπτουν οι καταπόδι κυνηγημένοι δικηγόροι-φίλοι (οποία εξοργιστικά συνήθης λέξη!).

είπα καμουτσίκι και θυμήθηκα τον υπέροχο μορφωμένο πατέρα, τον διευθυντή βιβλιοθήκης, τον πνιγμένο στη χαρτούρα του, που όλοι τον είχαν τύπο και υπογραμμό και ήταν τιμή τους να τον συμβουλεύονται, αυτόν που έπαιρνε στους ώμους του τη μικρή Ανάστα και τη γύριζε βόλτες μες στο σπίτι, μόνο μέσα έτσι ξαδιάντροπα, έξω μόνο απ´το χεράκι. θυμήθηκα και τη χοντρή ξεμπράτσωτη ιδρωμένη λατρεμένη μανούλα της Ανάστας, που έστελνε στο διάολο ξεφυσώντας κάθε οδηγό που διασταυρωνότανε μαζί της και της φαινόταν ότι το πήρε νύχτα το δίπλωμα (μας γύριζε καμιά φορά από τη δουλειά και σε όλη τη διαδρομή δεν τολμούσα ν´αρθρώσω λέξη). ο μορφωμένος έκοψε ρόδα μυρωμένα διασωθείς πρωτίστως εις την αγκάλην φιλολόγου τινός και έγινε ξανά πατέρας κι η Ανάστα μισούσε τον ετεροθαλή και λάτρευε τον πατέρα. το δικό της καμουτσίκι λεγόταν εξευγενισμένα μαστίγιο, το χρησιμοποιούσε αδιακρίτως σε όλους τους αντιφρονούντες και γερνούσε βουτηγμένη στο λίπος της και τη βρώμα κουνώντας μόνιμα σε όλους σαν παρκινσονική το δάχτυλο.

είπα βρώμα και θυμήθηκα τη Βέτα. ζούσε με τη λατρεμένη της χήρα μητέρα σ´ένα βρώμικο και παρατημένο σπίτι. λυπόνταν τη μητέρα που δεν προλάβαινε να το καθαρίσει γιατί εργαζόταν μακριά, δεν πολυκαταλάβαινε βέβαια γιατί αυτό ήταν ακατόρθωτο, η ίδια ήτανε συστηματικιά βλέπεις, και έτσι καταπιάστηκε κάποτε να βοηθήσει. καθάρισε με ρέγουλα ακάματα και τις πιο μικρές λεπτομέρειες του σπιτιού για ώρες και περίμενε πώς και πώς να ρθει το βράδυ για να κάνει έκπληξη στη μαμά. ούτε να φανταστεί δεν μπορούσε το κλάμα που θα έριχνε όταν η καλή της μητέρα είδε το σπίτι να λάμπει. λύσσαξε, ούρλιαζε, μπορεί και να τη σκότωνε, της πέρασε από το νου και της τόπε κιόλας. κι όταν άκουσε σχεδόν ψιθυριστό τον αντίλογο από τρεμάμενα χείλη -Το έκανα μαμά γιατί είπα στη συμμαθήτριά μου τη Σούλα να ρθει, εγώ πάω πολύ συχνά στο σπίτι της και είναι καθαρό και ντρεπόμουν για το δικό μας, τότε σηκώθηκε θύελλα που πήρε τα μαλλιά και τις κουρτίνες και κλυδώνισε το πολύφωτο και η μικρή Βέτα βρέθηκε γονατισμένη στα τέσσερα να ζητάει συγνώμη και να παρακαλάει με αναφυλλητά να σταματήσει η τόση δυστυχία.

έρχεται μετά η Μαρικούλα που σαβουρντίζει το φλυτζάνι με το καυτό τσάι στο πάτωμα όταν την πατάνε στο σβέρκο για να το πιει μετά την κηδεία του πατέρα, τάχαμ για να την ηρεμήσει, και όταν μεγαλώνει φτύνει στα φλιτζάνια πίσω από τον πάγκο του καφενείου της, η Λένα που κατάπιε τα χάπια για να τους ταρακουνήσει μπας και την καταλάβουν έστω και κατόπιν εορτής, κι αργότερα τους φρόντισε αδιαμαρτύρητα και μίσησε τη γη ολάκερη, η Ρούλα που μαλλιοτραβιόνταν στο μπαλκόνι με τη μάνα της και είκοσι χρόνια αργότερα με το γιο της, η Διαμάντω, που έκρυβε με τα μακριά μαλλιά της τις γδαρμένες σάρκες της από τα νύχια του μετέπειτα συζύγου της και νυν σπουδαίου αντιδημάρχου (παραλλαγή μοιάζει αλλά συνδέεται). θα αποφύγω, ως θερμή ακόμη και καθόλου παιδική, την ενθύμηση της πενηντάχρονης Γαλάτειας με το φουντωτό μαλλί, δούλας γονέων και αδελφών, που είχε μάθει να λέει μόνον -Μάλιστα καθισμένη πειθήνια στις γωνίες και αδίκησε πανεύκολα και συνειδητά το μοναδικό ευεργέτη της.

ποτέ δεν πίστεψα πως συγχωρήθηκαν όλοι τούτοι οι ανιόντες.
μπορεί να αγαπήθηκαν γιατί ο ρόλος τους αγάπη εστί, όμως ούτε μια λέξη αγάπης δεν σας διηγήθηκα τελικά.

ζητήματα δεξιότητος

 

11.      (1) Κόσμος πόλει μὲν εὐανδρία, σώματι δὲ κάλλος, ψυχῇ δὲ  σοφία, πράγματι δὲ ἀρετή, λόγῳ δὲ ἀλήθεια· τὰ δὲ ἐναντία τούτων  ἀκοσμία. ἄνδρα δὲ καὶ γυναῖκα καὶ λόγον καὶ ἔργον καὶ πόλιν καὶ  πρᾶγμα χρὴ τὸ μὲν ἄξιον ἐπαίνου ἐπαίνῳ τιμᾶν, τῷ δὲ ἀναξίῳ  μῶμον ἐπιθεῖναι· ἴση γὰρ ἁμαρτία καὶ ἀμαθία μέμφεσθαί τε τὰ  ἐπαινετὰ καὶ ἐπαινεῖν τὰ μωμητά. (2) τοῦ δ’ αὐτοῦ ἀνδρὸς λέξαι  τε τὸ δέον ὀρθῶς καὶ ἐλέγξαι τοὺς μεμφομένους Ἑλένην, γυναῖκα περὶ ἧς ὁμόφωνος καὶ ὁμόψυχος γέγονεν ἥ τε τῶν ποιητῶν  ἀκουσάντων πίστις ἥ τε τοῦ ὀνόματος φήμη, ὃ τῶν συμφορῶν  μνήμη γέγονεν. ἐγὼ δὲ βούλομαι λογισμόν τινα τῷ λόγῳ δοὺς τὴν   μὲν κακῶς ἀκούουσαν παῦσαι τῆς αἰτίας, τοὺς δὲ μεμφομένους ψευδομένους ἐπιδεῖξαι καὶ δείξας τἀληθὲς [ἢ] παῦσαι τῆς ἀμαθίας.
(3) ὅτι μὲν οὖν φύσει καὶ γένει τὰ πρῶτα τῶν πρώτων ἀνδρῶν  καὶ γυναικῶν ἡ γυνὴ περὶ ἧς ὅδε ὁ λόγος, οὐκ ἄδηλον, οὐδὲ ὀλίγοις.  δῆλον γὰρ ὡς μητρὸς μὲν Λήδας, πατρὸς δὲ τοῦ μὲν γενομένου θεοῦ,  τοῦ δὲ λεγομένου θνητοῦ, Τυνδάρεω καὶ Διός, ὧν ὁ μὲν διὰ τὸ εἶναι  ἔδοξεν, ὁ δὲ διὰ τὸ φάναι ἐλέγχθη. καὶ ἦν ὁ μὲν ἀνδρῶν κράτιστος  ὁ δὲ πάντων τύραννος. (4) ἐκ τοιούτων δὲ γενομένη ἔσχε τὸ ἰσόθεον κάλλος, ὃ λαβοῦσα  καὶ οὐ λαθοῦσα ἔσχε· πλείστας δὲ πλείστοις ἐπιθυμίας ἔρωτος ἐνειργάσατο, ἑνὶ δὲ σώματι πολλὰ σώματα συνήγαγεν ἀνδρῶν ἐπὶ μεγάλοις μέγα φρονούντων, ὧν οἱ μὲν πλούτου μεγέθη, οἱ δὲ εὐγενείας  παλαιᾶς εὐδοξίαν, οἱ δὲ ἀλκῆς οὶκείας εὐεξίαν, οἱ δὲ σοφίας ἐπικτήτου  δύναμιν ἔσχον· καὶ ἧκον ἅπαντες ὑπ’ ἔρωτός τε φιλονίκου φιλοτιμίας τε ἀνικήτου. (5) ὅστις μὲν οὖν καὶ δι’ ὅτι καὶ ὅπως ἀπέπλησε  τὸν ἔρωτα τὴν Ἑλένην λαβών, οὐ λέξω· τὸ γὰρ τοῖς εἰδόσιν ἃ ἴσασι  λέγειν πίστιν μὲν ἔχει, τέρψιν δὲ οὐ φέρει. τὸν χρόνον δὲ τῷ λόγῳ  τὸν τότε νῦν ὑπερβὰς ἐπὶ τὴν ἀρχὴν τοῦ μέλλοντος λόγου προβήσομαι, καὶ προθήσομαι τὰς αἰτίας, δι’ ἃς εἰκὸς ἦν γενέσθαι τὸν τῆς  Ἑλένης εἰς τὴν Τροίαν στόλον.
(6) ἢ γὰρ Τύχης βουλήμασι καὶ θεῶν βουλεύμασι καὶ Ἀνάγκης  ψηφίσμασιν ἔπραξεν ἃ ἔπραξεν, ἢ βίᾳ ἁρπασθεῖσα, ἢ λόγοις πεισθεῖσα, <ἢ ὄψει ὲρασθεῖσα>. εἰ μὲν οὖν διὰ τὸ πρῶτον, ἄξιος αἰτιᾶσθαι ὁ αἴτιος μόνος· θεοῦ γὰρ προθυμίαν ἀνθρωπίνῃ προμηθίᾳ ἀδύνατον κωλύειν. πέφυκε γὰρ οὐ τὸ κρεῖσσον ὑπὸ τοῦ ἥσσονος κωλύεσθαι, ἀλλὰ τὸ ἧσσον ὑπὸ τοῦ κρείσσονος ἄρχεσθαι καὶ ἄγεσθαι, καὶ τὸ μὲν κρεῖσσον ἡγεῖσθαι, τὸ δὲ ἧσσον ἕπεσθαι. θεὸς  δ’ ἀνθρώπου κρεῖσσον καὶ βίᾳ καὶ σοφίᾳ καὶ τοῖς ἄλλοις. εἰ οὖν  τῇ Τύχῃ καὶ τῷ θεῷ τὴν αἰτίαν ἀναθετέον, ἢ τὴν Ἑλένην τῆς  δυσκλείας ἀπολυτέον.
(7) εἰ δὲ βίᾳ ἡρπάσθη καὶ ἀνόμως ἐβιάσθη καὶ ἀδίκως ὑβρίσθη,  δῆλον ὅτι ὁ <μὲν> ἁρπάσας ὡς ὑβρίσας ἠδίκησεν, ἡ δὲ ἁρπασθεῖσα  ὡς ὑβρισθεῖσα ἐδυστύχησεν. ἄξιος οὖν ὁ μὲν ἐπιχειρήσας βάρβαρος  βάρβαρον ἐπιχείρημα καὶ λόγῳ καὶ νόμῳ καὶ ἔργῳ λόγῳ μὲν αἰτίας,  νόμῳ δὲ ἀτιμίας, ἔργῳ δὲ ζημίας τυχεῖν· ἡ δὲ βιασθεῖσα καὶ τῆς  πατρίδος στερηθεῖσα καὶ τῶν φίλων ὀρφανισθεῖσα πῶς οὐκ ἂν εἰκότως ἐλεηθείη μᾶλλον ἢ κακολογηθείη; ὁ μὲν γὰρ ἔδρασε δεινά, ἡ δὲ  ἔπαθε· δίκαιον οὖν τὴν μὲν οἰκτῖρειν, τὸν δὲ μισῆσαι.
(8) εἰ δὲ λόγος ὁ πείσας καὶ τὴν ψυχὴν ἀπατήσας, οὐδὲ πρὸς  τοῦτο χαλεπὸν ἀπολογήσασθαι καὶ τὴν αἰτίαν ἀπολύσασθαι ὧδε.  λόγος δυνάστης μέγας ἐστίν, ὃς σμικροτάτῳ σώματι καὶ ἀφανεστάτῳ  θειότατα ἔργα ἀποτελεῖ· δύναται γὰρ καὶ φόβον παῦσαι καὶ λύπην  ἀφελεῖν καὶ χαρὰν ἐνεργάσασθαι καὶ ἔλεον ἐπαυξῆσαι. ταῦτα δὲ ὡς  οὕτως ἔχει δείξω· (9) δεῖ δὲ καὶ δόξῃ δεῖξαι τοῖς ἀκούουσι· τὴν  ποίησιν ἅπασαν καὶ νομίζω καὶ ὀνομάζω λόγον ἔχοντα μέτρον· ἧς  τοὺς ἀκούοντας εἰσῆλθε καὶ φρίκη περίφοβος καὶ ἔλεος πολύδακρυς  καὶ πόθος φιλοπενθής, ἐπ’ ἀλλοτρίων τε πραγμάτων καὶ σωμάτων  εὐτυχίαις καὶ δυσπραγίαις ἴδιόν τι πάθημα διὰ τῶν λόγων ἔπαθεν  ἡ ψυχή. φέρε δὴ πρὸς ἄλλον ἀπ’ ἄλλου μεταστῶ λόγον. (10) αἱ  γὰρ ἔνθεοι διὰ λόγων ἐπῳδαὶ ἐπαγωγοὶ ἡδονῆς, ἀπαγωγοὶ λύπης   γίνονται· συγγινομένη γὰρ τῇ δόξῃ τῆς ψυχῆς ἡ δύναμις τῆς ἐπῳδῆς ἔθελξε καὶ ἔπεισε καὶ μετέστησεν αὐτὴν γοητείᾷ. γοητείας δὲ  καὶ μαγείας δισσαὶ τέχναι εὕρηνται, αἵ εἰσι ψυχῆς ἁμαρτήματα καὶ  δόξης ἀπατήματα. (11) ὅσοι δὲ ὅσους περὶ ὅσων καὶ ἔπεισαν καὶ  πείθουσι δὲ ψευδῆ λόγον πλάσαντες. εἰ μὲν γὰρ πάντες περὶ πάντων  εἶχον τῶν <τε> παροιχομένων μνήμην τῶν τε παρόντων <ἔννοιαν>  τῶν τε μελλόντων πρόνοιαν, οὐκ ἂν ὁμοίως [ὅμοιος ἦν] ὁ λόγος ὴπάτα.  νῦν δὲ οὔτε μνησθῆναι τὸ παροιχόμενον οὔτε σκέψασθαι τὸ παρὸν  οὔτε μαντεύσασθαι τὸ μέλλον εὐπόρως ἔχει· ὥστε περὶ τῶν πλείστων  οἱ πλεῖστοι τὴν δόξαν σύμβουλον τῇ ψυχῇ παρέχονται. ἡ δὲ δόξα  σφαλερὰ καὶ ἀβέβαιος οὖσα σφαλεραῖς καὶ ἀβεβαίοις εὐτυχίαις περιβάλλει τοὺς αὐτῇ χρωμένους.
(12) τίς οὖν αἰτία κωλύει καὶ τὴν  Ἑλένην νομίσαι ἐλθεῖν ὁμοίως ἄκουσαν οὖσαν ὥσπερ εἰ βιατήρων  βίᾳ ἡρπάσθη; ἡ γὰρ τῆς πειθοῦς ἕξις, καίτοι εἰ ἀνάγκης  εἶδος ἔχει μὲν οὔ, τὴν δὲ δύναμιν τὴν αὐτὴν ἔχει. λόγος γὰρ   ψυχὴν ὁ πείσας, ἣν ἔπεισεν, ἠνάγκασε καὶ πιθέσθαι τοῖς λεγομένοις  καὶ συναινέσαι τοῖς ποιουμένοις. ὁ μὲν οὖν πείσας ὡς ἀναγκάσας  ἀδικεῖ, ἡ δὲ πεισθεῖσα ὡς ἀναγκασθεῖσα τῷ λόγῳ μάτην ἀκούει κακῶς. (13) ὅτι δ’ ἡ πειθὼ προσιοῦσα τῷ λόγῳ καὶ τὴν ψυχὴν ἐτυπώσατο ὅπως ἐβούλετο, χρὴ μαθεῖν πρῶτον μὲν τοὺς τῶν μετεωρολόγων λόγους, οἵτινες δόξαν ἀντὶ δόξης τὴν μὲν ἀφελόμενοι τὴν δ’ ἐνεργασάμενοι τὰ ἄπιστα καὶ ἄδηλα φαίνεσθαι τοῖς τῆς δόξης ὄμμασιν  ἐποίησαν· δεύτερον δὲ τοὺς ἀναγκαίους διὰ λόγων ἀγῶνας, ἐν οἷς  εἷς λόγος πολὺν ὄχλον ἔτερψε καὶ ἔπεισε τέχνῃ γραφείς, οὐκ ἀληθείᾳ λεχθείς· τρίτον <δὲ> φιλοσόφων λόγων ἁμίλλας, ἐν αἷς δείκνυται καὶ γνώμης τάχος ὡς εὐμετάβολον ποιοῦν τὴν τῆς δόξης  πίστιν. (14) τὸν αὐτὸν δὲ λόγον ἔχει ἥ τε τοῦ λόγου δύναμις πρὸς  τὴν τῆς ψυχῆς τάξιν ἥ τε τῶν φαρμάκων τάξις πρὸς τὴν τῶν σωμάτων φύσιν. ὥσπερ γὰρ τῶν φαρμάκων ἄλλους ἄλλα χυμοὺς ἐκ τοῦ  σώματος ἐξάγει, καὶ τὰ μὲν νόσου τὰ δὲ βίου παύει, οὕτω καὶ τῶν   λόγων οἱ μὲν ἐλύπησαν, οἱ δὲ ἔτερψαν, οἱ δὲ ἐφόβησαν, οἱ δὲ εἰς  θάρσος κατέστησαν τοὺς ἀκούοντας, οἱ δὲ πειθοῖ τινι κακῇ τὴν  ψυχὴν ἐφαρμάκευσαν καὶ ἐξεγοήτευσαν.
(15) καὶ ὅτι μέν, εἰ λόγῳ ἐπείσθη, οὐκ ἠδίκησεν ἀλλ’ ἠτύχησεν, εἴρηται· τὴν δὲ τετάρτην αἰτίαν τῷ τετάρτῳ λόγῳ διέξειμι.  εἰ γὰρ ἔρως ἦν ὁ ταῦτα πάντα πράξας, οὐ χαλεπῶς διαφεύξεται τὴν  τῆς λεγομένης γεγονέναι ἁμαρτίας αἰτίαν. ἃ γὰρ ὁρῶμεν, ἔχει φύσιν  οὐχ ἣν ἡμεῖς θέλομεν, ἀλλ’ ἣν ἕκαστον ἔτυχε· διὰ δὲ τῆς ὄψεως ἡ  ψυχὴ κἀν τοῖς τρόποις τυποῦται. (16) αὐτίκα γὰρ ὅταν πολέμια  σώματα καὶ πολέμιον ἐπὶ πολεμίᾳ ὁπλίσει κόσμον χαλκοῦ καὶ  σιδήρου, τοῦ μὲν ἀλεξητήρια τοῦ δὲ προβλήματα, ὲπιθεάσεται ἡ  ὄψις, ἐταράχθη καὶ ἐτάραξε τὴν ψυχήν, ὥστε πολλάκις κινδύνου τοῦ  μέλλοντος <ὡς> ὄντος φεύγουσιν ἐκπλαγέντες. ἰσχυρὰ γὰρ ἡ ὰλήθεια τοῦ πόνου διὰ τὸν φόβον εὶσῳκίσθη τὸν ἀπὸ τῆς ὄψεως, ἥτις  ἐλθοῦσα ἐποίησεν ἀμελῆσαι καὶ τοῦ καλοῦ τοῦ διὰ τὸν νόμον κρινομένου καὶ τοῦ ἀγαθοῦ τοῦ διὰ τὴν νίκην γινομένου.
(17) ἤδη  δέ τινες ἰδόντες φοβερὰ καὶ τοῦ παρόντος ἐν τῷ παρόντι χρόνῳ  φρονήματος ἐξέστησαν· οὕτως ἀπέσβεσε καὶ ἐξήλασεν ὁ φόβος τὸ  νόημα. πολλοὶ δὲ ματαίοις πόνοις καὶ δειναῖς νόσοις καὶ δυσιάτοις  μανίαις περιέπεσον· οὕτως εἰκόνας τῶν ὁρωμένων πραγμάτων ἡ  ὄψις ἐνέγραψεν ἐν τῷ φρονήματι. καὶ τὰ μὲν δειματοῦντα πολλὰ  μὲν παραλείπεται, ὅμοια δ’ ἐστὶ τὰ παραλειπόμενα οἷάπερ <τὰ> λεγόμενα. (18) ἀλλὰ μὴν οἱ γραφεῖς ὅταν ἐκ πολλῶν χρωμάτων καὶ  σωμάτων ἓν σῶμα καὶ σχῆμα τελείως ἀπεργάσωνται, τέρπουσι τὴν  ὄψιν· ἡ δὲ τῶν ἀνδριάντων ποίησις καὶ ἡ τῶν ἀγαλμάτων ἐργασία  θέαν ἡδεῖαν παρέσχετο τοῖς ὄμμασιν. οὕτω τὰ μὲν λυπεῖν τὰ δὲ  ποθεῖν πέφυκε τὴν ὄψιν. πολλὰ δὲ πολλοῖς πολλῶν ἔρωτα καὶ  πόθον ἐνεργάζεται πραγμάτων καὶ σωμάτων. (19) εἰ οὖν τῷ τοῦ  Ἀλεξάνδρου σώματι τὸ τῆς Ἑλένης ὄμμα ἡσθὲν προθυμίαν καὶ ἅμιλλαν  ἔρωτος τῇ ψυχῇ παρέδωκε, τί θαυμαστόν; ὃς εἰ μὲν θεὸς  θεῶν θείαν δύναμιν <ἔχων>, πῶς ἂν ὁ ἥσσων εἴη τοῦτον ἀπώσασθαι καὶ  ἀμύνασθαι δυνατός; εἰ δ’ ἐστὶν ἀνθρώπινον νόσημα καὶ ψυχῆς  ἀγνόημα, οὐχ ὡς ἁμάρτημα μεμπτέον ἀλλ’ ὡς ἀτύχημα νομιστέον·  ἦλθε γάρ, ὡς ἦλθε, τύχης ἀγρεύμασιν, οὐ γνώμης βουλεύμασιν, καὶ  ἔρωτος ἀνάγκαις, οὐ τέχνης παρασκευαῖς.
(20) πῶς οὖν χρὴ δίκαιον ἡγήσασθαι τὸν τῆς Ἑλένης μῶμον, ἥτις  εἴτ’ ἐρασθεῖσα εἴτε λόγῳ πεισθεῖσα εἴτε βίᾳ ἁρπασθεῖσα εἴτε ὑπὸ θείας  ἀνάγκης ἀναγκασθεῖσα ἔπραξεν ἃ ἔπραξε, πάντως διαφεύγει τὴν αἰτίαν;
(21) ἀφεῖλον τῷ λόγῳ δύσκλειαν γυναικός, ἐνέμεινα τῷ νόμῳ  ὃν ἐθέμην ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου· ἐπειράθην καταλῦσαι μώμου ἀδικίαν  καὶ δόξης ἀμαθίαν, ἐβουλήθην γράψαι τὸν λόγον Ἑλένης μὲν ἐγκώμιον, ἐμὸν δὲ παίγνιον.

Γοργίου
Ἑλένης Ἐγκώμιον

 

11.      (1) Ευκοσμία είναι για την πόλη οι γεροί άντρες, για το σώμα η ομορφιά, για την ψυχή η σοφία, για την πράξη η αρετή, για το λόγο η αλήθεια· τα αντίθετά τους ακοσμία. Τον άντρα και τη γυναίκα, το λόγο και την πράξη, την πόλη και το πράγμα που αξίζουν τον έπαινο πρέπει με επαίνους να τα τιμάμε, ενώ τα ανάξια να τα κατακρίνουμε· γιατί είναι εξ ίσου σφάλμα όσο και αμάθεια να κατακρίνει κανείς τα αξιέπαινα και να επαινεί τα αξιοκατάκριτα. (2) Ο ίδιος άνθρωπος λοιπόν είναι που πρέπει και να πει σωστά αυτό που πρέπει, και να αντικρούσει όσους κατακρίνουν την Ελένη, μιά γυναίκα για την οποία έχει υπάρξει ομόφωνη και ομόψυχη και η γνώμη όσων έχουν ακούσει τους ποιητές, αλλά και η φήμη του ονόματός της, το οποίο έχει καταστεί υπόμνηση συμφορών. Εγώ όμως θέλω, προσδίδοντας κάποια λογική στον λόγο μου, από τη μιά μεριά αυτήν να την απαλλάξω από το να δέχεται κατηγορίες άδικες, και από την άλλη να καταδείξω ότι αυτοί που την κατακρίνουν λένε ψέματα· και δείχνοντας την αλήθεια να σταματήσω την αμάθεια.
(3) Δεν είναι άγνωστο, ούτε καν σε λίγους, πως η γυναίκα την οποία αυτός ο λόγος αφορά είναι, ως προς τη φύση και την καταγωγή της, πρώτη από τους πρώτους, άντρες και γυναίκες. Είναι γνωστό ότι μητέρα της ήταν η Λήδα και πατέρας της, ο πραγματικός, ένας θεός, ενώ ο υποτιθέμενος, ένας θνητός, ο Τυνδάρεως και ο Δίας —από τους οποίους ο ένας πιστεύτηκε ότι ήταν επειδή πράγματι ήταν, ενώ ο άλλος λέχθηκε ότι ήταν επειδή το ισχυρίστηκε— και ο ένας ήταν ο ισχυρότερος από τους ανθρώπους, ο άλλος κυρίαρχος των πάντων. (4) Έχοντας απ’ αυτούς γεννηθεί, είχε ομορφιά όση οι θεοί, που την δέχτηκε και δεν την έκρυψε· προκάλεσε σε πάρα πολλούς πάρα πολύ ερωτικό πάθος, και με ένα σώμα συγκέντρωσε σώματα πολλών ανδρών που είχαν επιδιώξεις μεγάλες για μεγάλους στόχους· απ’ αυτούς άλλοι είχαν μεγάλο πλούτο, άλλοι ένδοξη παλαιά γενιά, άλλοι την ευρωστία της δικής τους αλκής, άλλοι τη δύναμη της κατακτημένης σοφίας· και όλοι έρχονταν οδηγημένοι από άμιλλα ερωτική και φιλοδοξία απαράμιλλη. (5) Δεν θα αναφερθώ στο ποιός και γιατί και πώς ικανοποίησε τον έρωτά του παίρνοντας την Ελένη· γιατί το να λέει κανείς σ’ αυτούς που ξέρουν αυτά που γνωρίζουν είναι πειστικό, δεν φέρνει όμως ευχαρίστηση. Αφήνω τώρα με το λόγο μου τον τότε χρόνο και θα προχωρήσω στην αρχή του μελλοντικού μου λόγου· θα εκθέσω τις αιτίες για τις οποίες ήταν πιθανό να έγινε το ταξίδι της Ελένης στην Τροία.
(6) Έκανε όσα έκανε είτε από θέλημα της Τύχης και απόφαση των θεών και της Ανάγκης προσταγή, είτε επειδή αρπάχτηκε με τη βία, είτε επειδή πείσθηκε με λόγια, είτε επειδή από τη θωριά ερωτεύτηκε. Αν λοιπόν είναι το πρώτο, πρέπει την ευθύνη να την έχει μόνο ο υπαίτιος· γιατί είναι αδύνατον η προαπόφαση του θεού να εμποδιστεί από την ανθρωπίνη προνοητικότητα. Αφού από τη φύση του το ανώτερο δεν εμποδίζεται από το κατώτερο, παρά το κατώτερο κυριαρχείται και καθοδηγείται από το ανώτερο, και το ανώτερο κυβερνά ενώ το κατώτερο ακολουθεί. Αλλά ο θεός είναι ανώτερος από τον άνθρωπο και ως προς τη βία και ως προς τη σοφία και ως προς τα υπόλοιπα. Αν λοιπόν πρέπει να αποδώσουμε την ευθύνη στην Τύχη και στο θεό, την Ελένη πρέπει οπωσδήποτε να την απαλλάξουμε από την καταισχύνη.
(7)  Αν όμως την άρπαξαν με τη βία και άσκησαν πάνω της βία παράνομη και προπηλακίσθηκε άδικα, είναι φανερό ότι αυτός που την άρπαξε της έκανε με την προσβολή του κακό, ενώ εκείνη, που την άρπαξαν, υπέφερε από την προσβολή. Αξίζει λοιπόν ο βάρβαρος που διέπραξε το βάρβαρο εγχείρημα, και με το λόγο και με το νόμο και με τις πράξεις, και να κατηγορηθεί με το λόγο και να ατιμασθεί με το νόμο και να τιμωρηθεί με πράξεις· ενώ αυτή που έπεσε θύμα βίας και στερήθηκε την πατρίδα της και απορφανίστηκε από τους φίλους της, τί, δεν είναι σωστό να τη λυπηθούμε μάλλον παρά να την κακολογούμε; Γιατί αυτός διέπραξε πράγματα φοβερά, ενώ εκείνη τα υπέστη· είναι λοιπόν σωστό να την πονέσουμε αυτήν και να μισήσουμε εκείνον.
(8)  Αν όμως ήταν ο λόγος που την έπεισε και εξαπάτησε την ψυχή της, ούτε σ’ αυτή την περίπτωση είναι δύσκολη η υπεράσπιση και η ανασκευή της κατηγορίας ως εξής: Ο λόγος είναι ένας μεγάλος δυνάστης, που ενώ έχει το πιο μικρό και αφανές σώμα, επιτελεί τα έργα τα πιο θεϊκά· γιατί μπορεί και το φόβο να σταματήσει και τη λύπη να διώξει και χαρά να προκαλέσει και τον οίκτο να αυξήσει. Και θα δείξω ότι έτσι είναι αυτά. (9) Αλλά πρέπει να το δείξω στους ακροατές μου και μέσω της πεποίθησης· θεωρώ και ονομάζω όλη την ποίηση λόγο που έχει μέτρο·όποιοι την ακούν, εισχωρεί μέσα τους φρίκη γεμάτη φόβο, οίκτος όλο δάκρυα, πόθος όλο λαχτάρα, και η ψυχή, με τα λόγια, παθαίνει η ίδια αυτά που ξένα πράγματα και σώματα παθαίνουν στις ευτυχίες και στις δυστυχίες τους. Ας στραφώ τώρα από τον ένα λόγο στον άλλο. (10) Και οι θεϊκές επωδές που λέγονται με λόγια προξενούν ηδονή και διώχνουν τη λύπη· γιατί όταν η δύναμη της επωδής αναμιχθεί με την πίστη της ψυχής, την θέλγει,την πείθει και τη μεταβάλλει με τη μαγεία της. Και έχουν εφευρεθεί δύο ειδών τέχνες, η γοητεία και η μαγεία, οι οποίες συνίστανται σε σφάλματα της ψυχής και εξαπατήσεις της πίστης. (11) Πόσοι δεν έχουν πείσει ή δεν πείθουν τόσους και τόσους για τόσα πράγματα, πλάθοντας έναν ψευδή λόγο! Γιατί αν οι πάντες είχαν για τα πάντα, μνήμη για τα περασμένα, συνείδηση για τα παρόντα και πρόγνωση για τα μελλοντικά, ο λόγος δεν θα εξαπατούσε έτσι· στην πραγματικότητα όμως δεν είναι εύκολο ούτε να θυμόμαστε το παρελθόν, ούτε να έχουμε γνώση του παρόντος, ούτε να μαντεύουμε το μέλλον· έτσι, για τα περισσότερα ζητήματα οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν σύμβουλο της ψυχής τους την πίστη. Επειδή όμως η πίστη είναι σφαλερή και αβέβαιη, οδήγει όσους τη χρησιμοποιούν σε σφαλερές και αβέβαιες επιτυχίες.
(12) Ποιά αιτία λοιπόν μας εμποδίζει να θεωρήσουμε ότι η Ελένη ήρθε στην Τροία χωρίς τη θελήσή της, το ίδιο όπως αν αρπάχτηκε από απαγωγέων τη βία; Αφού η επίδραση της πειθούς, αν και δεν έχει του εξαναγκασμού τη μορφή, έχει την ίδια μ’ αυτόν δύναμη. Γιατί ο λόγος που έπεισε την ψυχή εξανάγκασε και αυτήν την οποία έπεισε να πιστέψει αυτά που λέχθηκαν και να συγκατατεθεί σ’ αυτά που έγιναν. Αυτός λοιπόν που την έπεισε, εφόσον την εξανάγκασε, διέπραξε αδίκημα, ενώ αυτή που πείσθηκε, εφόσον εξαναγκάστηκε από τον λόγο, άδικα κατηγορείται. (13) Και για να αντιληφθεί κανείς ότι η πειθώ, όταν προστεθεί στο λόγο, προκαλεί και στην ψυχή την εντύπωση που θέλει, πρέπει να μελετήσει, πρώτον, τα λόγια των κοσμολόγων, οι οποίοι, αντικαθιστώντας τη μιά πεποίθηση με την άλλη, απορρίπτοντας τη μιά και εφαρμόζοντας την άλλη, καθιστούν τα απίστευτα και άδηλα φανερά στα μάτια της πίστης· δεύτερον, τους υποχρεωτικούς στους δικαστικούς αγώνες λόγους, όπου ένας με τέχνη γραμμένος λόγος τέρπει και πείθει ένα μεγάλο πλήθος, κι ας μη λέει την αλήθεια· και τρίτον, τους διαγωνισμούς των φιλοσοφικών λόγων, στους οποίους φανερώνεται, μεταξύ άλλων, ότι η ταχύτητα της σκέψης κάνει ευμετάβλητη την πίστη σε μιά πεποίθηση. (14) Και η δύναμη του λόγου είναι για την ψυχή ό,τι τα φάρμακα για τη φύση των σωμάτων. Γιατί όπως κάθε φάρμακο εξάγει από το σώμα διαφορετικούς χυμούς, και άλλα σταματούν την αρρώστια ενώ άλλα τη ζωή, έτσι και οι λόγοι, άλλοι προκαλούν λύπη, άλλοι ευχαρίστηση, άλλοι φόβο, άλλοι δίνουν στους ακροατές τους θάρρος, και άλλοι φαρμακώνουν και μαγεύουν την ψυχή με ένα είδος δόλιας πειθούς.
(15) Είπαμε λοιπόν ότι αν πείσθηκε με λόγο, δεν έκανε αδίκημα αλλά υπέστη ατύχημα· και την τέταρτη κατηγορία θα την εξετάσω με τον τέταρτο λόγο μου. Αν αυτός που έκανε όλα αυτά ήταν ο έρωτας, η κατηγορουμένη θα αποφύγει χωρίς δυσκολία την κατηγορία για το αδίκημα που υποτίθεται ότι διεπράχθη. Ό,τι βλέπουμε έχει όχι τη φύση που εμείς θέλουμε, αλλά αυτήν που το καθένα τυχόν έχει· και οι εντυπώσεις της όρασης επηρεάζουν μέχρι και την ψυχική μας κατάσταση (16) Αφού και όταν η δράση αντικρίσει στον πόλεμο τα εχθρικά σώματα και τα από χαλκό και σίδερα εχθρικά εξαρτήματα πάνω στον εχθρικό οπλισμό, άλλα επιθετικά και άλλα αμυντικά, ταράζεται και ταράζει και την ψυχή, έτσι ώστε πολλές φορές οι αντίπαλοι, θαρρώντας ως παρόντα τον μελλοντικό κίνδυνο, τρέπονται πανικόβλητοι σε φυγή. Γιατί είναι ισχυρή η εντύπωση του άχθους του πολέμου, που όταν, εξ αιτίας του φόβου που προκαλείται από την όραση, εισχωρήσει στην ψυχή, έρχεται και την κάνει να ξεχάσει και αυτό που ο νόμος κρίνει καλό και το αγαθό που θα προκύψει από τη νίκη.
(17) Μερικοί μάλιστα, έχοντας δει κάτι φοβερό, έχασαν τη στιγμή εκείνη και το νου που είχαν· τόσο ο φόβος έσβησε και έδιωξε το λογικό τους. Και πολλοί έπεσαν έτσι σε μάταιους κόπους, φοβερές αρρώστιες και αθεράπευτη τρέλα· τόσο η δράση χάραξε στο νου τους τις εικόνες των πραγμάτων που είδαν. Υπάρχουν και πολλά άλλα τρομερά που δεν τα αναφέρουμε εδώ, όμως αυτά που παραλείπονται είναι όπως αυτά που είπαμε. (18) Εξ άλλου οι ζωγράφοι, όταν από πλήθος χρώματα και σώματα φτιάχνουν ένα ενιαίο τέλειο σώμα και σχήμα, προξενούν στην δράση ευχαρίστηση. Και το πλάσιμο αγαλμάτων και το δούλεμα εικόνων παρέχουν στα μάτια ένα όμορφο θέαμα. Ώστε άλλα πράγματα μπορεί να προκαλέσουν λύπη στην όραση, άλλα πόθο. Και είναι πολλά που προκαλούν σε πολλούς έρωτα και πόθο για πολλά πράγματα και σώματα. (19) Αν λοιπόν τα μάτια της Ελένης ένιωσαν ευχαρίστηση από το σώμα του Αλέξανδρου και μετέδωσαν στην ψυχή της επιθυμία και έλξη ερωτική, τί το παράξενο; Αν ο ερωτάς έχει, ως θεός, τη θεϊκή δύναμη των θεών, πώς θα μπορούσε ο κατώτερός του να έχει τη δυνατότητα να τον αποκρούσει και να αμυνθεί; Αν πάλι είναι μιά ανθρώπινη αρρώστια και αποτέλεσμα άγνοιας της ψυχής, πρέπει να μην το καταλογίσουμε ως σφάλμα αλλά να το θεωρήσουμε ως ατύχημα· γιατί εκείνη πήγε καθώς πήγε, πιασμένη σε δίχτυα της ψυχής, όχι από συνειδητή απόφαση, εξαναγκασμένη από τον έρωτα, όχι μετά από έντεχνη προπαρασκευή.
(20)  Πώς λοιπόν μπορεί κανείς να θεωρήσει δίκαιη τη μομφή εναντίον της Ελένης αφού, είτε ερωτεύτηκε, είτε πείσθηκε με λόγια, είτε αρπάχτηκε με τη βία, είτε εξαναγκάστηκε από θεϊκή ανάγκη και έκανε ό,τι έκανε, οπωσδήποτε απαλλάσσεται από την κατηγορία;
(21) Με το λόγο μου απάλλαξα από τη δυσφήμηση μιά γυναίκα· έμεινα πιστός στους όρους που έθεσα στην αρχή του λόγου· δοκίμασα να καταλύσω την αδικία της μομφής και την αμάθεια της πεποίθησης· θέλησα να γράψω τον λόγο ως εγκώμιο της Ελένης και δικό μου παιχνίδι.

Επιμέλεια-Μετάφραση: Π. Καλλιγάς
Σχόλια: Ν. Μ. Σκουτερόπουλος *
[από το βιβλίο Η Αρχαία Σοφιστική, Ν.Μ. Σκουτερόπουλος, ΓΝΩΣΗ 1991]

 

https://www.mikrosapoplous.gr/elenhs_egwmion.html

 

κλέφτες ψαριών

Δοϊράνη. το νερό είχε τραβηχτεί πολλά μέτρα μέσα στη λίμνη, από την ανομβρία. ο ήλιος είχε δόντια. ήταν μεσημέρι φθινοπωρινό. οι φαντάροι του φυλακείου σκάβαν χαντάκι στο δρόμο. ίσως χρησιμοποίησαν τα κιάλια τους. μου άρεσε η ιδέα πως έβλεπαν την ευτυχία μου. περπατήσαμε πλάι στη λίμνη, μαζέψαμε κοχύλια, αγκαλιαστήκαμε μέσα στη βάρκα. όλα ήταν απλά, ένας βαρκάρης από τη μια πλευρά κι ένας βοσκός με τις αγελάδες του από την άλλη. πήγαμε στα θεόξερα από τη λειψυδρία μπλόκια. λεπτή άμμος και τριβόλια και φυτά με αγκάθια. θυμάμαι τον ψυχρό ήλιο που ζέσταινε τη γύμνια μου. με αγκάλιασε υπέροχα. τον ρώτησα τι σημαίνω γι αυτόν και απάντησε πως θαρρεί πως είμαι ένα κομμάτι από τον εαυτό του. ήμουν η ψυχή του, η γλυκιά του. με φώναξε πάνω σ’ έναν ογκόλιθο. και με πήρε ή μάλλον δόθηκε στη φύση και όχι σε μένα, κι εγώ αποσβολώθηκα, Ξέφυγες, είπε αργότερα, και εντυπωσιάστηκα και τον κοιτούσα να ικανοποιείται απέραντα και να φωνάζει χαμογελώντας πως είναι τόσο όμορφα που δεν τον νοιάζει κι όλος ο κόσμος να τον ακούσει. ήμασταν μόνοι μας και ο αέρας, που σηκώθηκε στο μεταξύ, και η ψιχάλα, που ήρθε κατόπιν. μου μάζεψε βούρλα και καλάμια και γονάτισε να μου τα προσφέρει, Μαντάμ, είπε, πάνω στην τσιμεντένια σκάλα, στο μώλο που απείχε δυο εκατοντάδες μέτρα από το νερό. η καταιγίδα ξέσπασε πιο πέρα. κρατούσα τα παπούτσια μου στο χέρι βαδίζοντας στην άσφαλτο προς το αυτοκίνητο. περάσαμε πάνω από το χαντάκι. τα φαντάρια σταμάτησαν τη δουλειά τους και μας κοιτούσαν. εκείνος καλησπέρισε, ο όμορφος βαθμοφόρος αντιχαιρέτισε. στο γυρισμό -πάνω στην άσφαλτο, σέρνονταν οι ξεριζωμένοι από τον αέρα θάμνοι-  πήγαμε στο κλειστό ταβερνάκι με τη λιμνούλα με τις πέστροφες, επιχειρήσαμε να γίνουμε κλέφτες ψαριών αλλά αποτύχαμε μιας και κλέφτες δεν γεννηθήκαμε –μόνο από τον εαυτό μας κλέβουμε ό,τι βρούμε πρόχειρο- και ήπιαμε παγωμένο νερό από την τροφοδοσία της λίμνης. φάγαμε στο κοντινό χωριό που δεν θυμάμαι το όνομά του και διηγηθήκαμε ο ένας στον άλλον ιστορίες από το παρελθόν.

τύποι από το ράφι, 4

απόηχοι

θέλει να περιγράψει τα αισθήματα που νιώθει κάθε μέρα, όλη τη μέρα. το ένα διαδέχεται το άλλο. κυριαρχεί το μικροκλίμα της νοσταλγίας, νοσταλγία για τον έρωτα που ένιωσε και έχασε άδικα και ξαφνικά και στερήθηκε για λόγους αυτοπροστατευτικούς τελείως τη δυνατότητα να τον ξανανιώσει. πονάει όταν ανακαλεί το κλίμα αυτό. ο πόνος μοιάζει με αυτό που νιώθει κάθε φορά που ο νους της τρέχει στο σπίτι που μεγάλωσε, με πόσα όνειρα και ελπίδες έζησε εκεί μέσα, πόσο προσπαθούσε να το περιποιηθεί και να το συντηρήσει, τι χαρά ένιωθε κάθε φορά που το στόλιζε γιορτινά. αγωνία να το φέρει στο λογαριασμό που σχεδίαζε κι όταν τέλειωνε, με τι χαρά το απολάμβανε τελειωμένο. θυμάται τα χρώματα που το έλουζαν, την ιδιαίτερη ποιότητα του φωτός που έμπαινε από τα παράθυρα ή τις χαραμάδες των παντζουριών όταν τα συναντούσε κλειστά ο ήλιος. θυμάται τις μυρωδιές της γειτονιάς και της ακακίας, της γλυσίνας στην πόρτα και την ικανοποίηση που έβλεπε τα λουλούδια που φύτεψε να ανθίζουν. τα ευτυχισμένα απογεύματα που καθισμένη στο μπαλκόνι της εξώθυρας ασχολούνταν με το κέντημα και την ξυλογλυπτική. θυμάται που έπιανε συζήτηση με τους διερχόμενους γείτονες και τα θερινά σινεμά που πήγαινε μαζί τους, τις παρέες στις εξώπορτες και τις νυχτερινές βόλτες. από πολύ νωρίς είχε μάθει ότι οι κατιφέδες και οι ζίνιες του κήπου δεν επρόκειτο να ανθίσουν ξανά και όμως ήλπιζε. ύστερα ήρθε ο σεισμός και σε έντεκα δευτερόλεπτα το όνειρο χάθηκε και δεν ξαναγύρισε ποτέ όσες προσπάθειες και αν έκανε. μετά μεγάλωσε απότομα και άλλαξε ύφος και δράση στη ζωή της. στα όνειρά της βλέπει σκιώδεις εικόνες του αγαπημένου παρελθόντος που εμπεριέχουν τα ερείπια που προέκυψαν στο μεταξύ, μεταφορικά και κυριολεκτικά. έτσι ξαφνικά στο σεισμό της αδικίας που της έγινε έχασε όλον τον έρωτα που πάσχισε να χτίσει. το λάθος της ένα: έδωσε σε κείνον τη μορφή που ήθελε αυτή να έχει. τον έντυσε με τα χρώματα που αγάπησε, και μύρισε τα αρώματα που αυτή άλειψε. όμως, όπως το σπίτι της ήταν πραγματικό μόνο για κείνην, έτσι και κείνος ήταν αληθινός μόνο για κείνην. νόμισε πως ήταν ιδανική η ανταπόκρισή του, πως υπήρχε πραγματικά ανταπόκριση, και ένιωσε τυχερή. η συμπεριφορά του την ενθάρρυνε πως δεν έκανε λάθος. τον συμπονούσε και υπέφερε μαζί του. ήθελε αυτός να μην σκοτίζεται και να μην λυπάται, να μην έχει καμιά στενοχώρια. υγεία, χρήματα, φαγητό, χάδι, συμπαράταξη, συμπαράσταση, προσοχή, το θέμα της ημέρας, το θέμα της κάθε συζήτησης και σκέψης, η πρώτη και η τελευταία διαδρομή του νου καθημερινά. πηδούσε σαν αίλουρος το πρωί από το κρεβάτι της, δροσιζόταν και στολιζόταν για να τον δει και να ζήσει δίπλα του το ένα τρίτο της ημέρας. πόσα τσιγάρα κάπνιζε μέχρι να δει το κόκκινο αυτοκίνητο να μπαίνει στην αυλή.. άκουγε τις ρόδες πάνω στα χαλίκια, το γνώριμο θόρυβο της μηχανής. και εκείνος ερχόταν μόνιμα νυσταγμένος και κουρασμένος και σχεδόν πάντα καθυστερημένος. και μετά …παφ, αυτή προσγειώθηκε ανώμαλα, κατέπεσε και τσακίστηκε. και τότε ξεκίνησε τη θεραπευτική της αναθεώρηση. έτσι δημιουργήθηκε το απατηλό βραχύβιο μικροκλίμα του συμφέροντος· δοκίμασε να πεί στον εαυτό της πως θα μπορούσε τάχαμ να χαίρεται μονόπλευρα, τουλάχιστον να έχει την αγκαλιά του. τον δικαιολόγησε πως τόσο μπορεί και τόσο κάνει. για πρώτη φορά της φάνηκε πως είδε την κατάσταση στις πραγματικές της διαστάσεις. στο μεταξύ πίστεψε σε διαφορετικές εικόνες που διαδέχτηκαν η μία την άλλη: όσο εξακολουθούσε να τον θεωρεί έξυπνο, απέδιδε τη δυστυχία της στην απάτη. μετά άρχισε να αμφιβάλλει για την εξυπνάδα του. τότε απέδωσε τη δυστυχία της στη διάθεσή του να απομακρυνθεί από τη φορτικότητά της. και μετά τον θεώρησε λιγότερο έξυπνο και από το μέσο όρο και κατέληξε πως τόσο μπορούσε και τόσο έκανε. Αυτός δεν ήξερε καλά-καλά ελληνικά και συ πήγες να του μάθεις γαλλικά, είπε χαρακτηριστικά η Μαίρη. είχε τον τρόπο της να παρηγορεί την Έλλη: άρμεγε το τοπίο σουρώνοντας το σερί των γεγονότων, ικανότατη να πλάθει το μόρφωμα με καθαρά περιγράμματα, για τον εαυτό της όμως αφόρητα μυωπική.

rerum natura

απόψε σκαλίζοντας παλιά χαρτιά έπεσα πάνω σε παρηγορητικό λόγο. Seneca, De consolatione ad Polybium, 1.4: Maximum ergo solacium est cogitare id sibi accidisse, quod omnes ante se passi sunt omnesque passuri; et ideo mihi videtur rerum natura, quod gravissimum fecerat, commune fecisse, ut crudelitatem fati consolaretur aequalitas. Είναι λοιπόν η πιο μεγάλη παρηγοριά να σκέφτεται κανείς ότι συνέβη σ´αυτόν αυτό, που όλοι πριν από αυτόν το έπαθαν και όλοι θα το πάθουν. Και για τούτο μου φαίνεται ότι η φύση των πραγμάτων ό,τι έκανε πάρα πολύ βαρύ, το έκανε κοινό, ώστε η ισότητα να παρηγορεί τη σκληρότητα της μοίρας.

ούτε θεοί ούτε άνθρωποι..

τα κόκκινα παπούτσια

θυμάται τα κόκκινα καινούργια εκείνα παπούτσια. με ψηλό πάτο από φελλό και κόκκινα δερμάτινα κορδόνια με εξωτερικά γαζιά. τον παρακολουθούσε που σηκώθηκε αργά από το ντιβάνι απέναντί της, την πλησίασε αργά και στάθηκε όρθιος μπροστά της, σοβαρός, κοιτώντας την στα μάτια. κατόπιν γονάτισε στο δεξί γόνατο, πήρε στην αγκαλιά του το αριστερό της πόδι, ξεκούμπωσε αργά το παπούτσι χωρίς σφάλμα, το έβγαλε ήσυχα, σχεδόν τελετουργικά, και το ακούμπησε δίπλα του στο πάτωμα. κράτησε με ευλάβεια το γυμνό της πόδι μέσα στις δυο ζεστές του χούφτες, έσκυψε αργά μπροστά και το έφερε στα χείλη του. πιπίλισε το μεγάλο δάχτυλο με μισόκλειστα μάτια, όσο συνομιλούσε χωρίς φωνή με τον εαυτό του, και μετά την κοίταξε στα μάτια συνομιλώντας χωρίς φωνή μαζί της. με την ίδια ευλάβεια αγάπησε το δεξί της πόδι. δεν το ήξερε αυτό το χάδι εκείνη, πρωτόγνωρο, δεν είχε νιώσει ποτέ έτσι. ήταν όλος δικός της, αφημένος στην τύχη του, που έλεγχε με την άκρη μόνον του νου του, και αυτή το ίδιο στη δική της τύχη, ηθελημένα χωρίς κανέναν έλεγχο. πρώτη της φορά είχε έναν άντρα τόσο δικό της. από κει και ύστερα η μνήμη υποχώρησε. έκρυψε τις αναμνήσεις της βαθιά, να μην τις δει κανείς ποτέ, ούτε και αυτή η ίδια ξανά. σαν σε φωτογραφία θυμάται το άλλο πρωί τα δυο κόκκινα παπούτσια πεταμένα στο πάτωμα. δεν τα ξαναφόρεσε ποτέ. μόνο κάθε χρόνο την ίδια μέρα τα απιθώνει πάνω στο αδειανό διπλό της κρεβάτι με κείνα τα σατέν σεντόνια, μαζί με κείνα τα μαύρα δαντελένια εσώρουχα, και γιορτάζει μαζί τους την ανάμνηση, τη θέληση, την επιθυμία, τον άμετρο πόθο της προσμονής του.

τύποι από το ράφι, 2

επί ξυρού ακμής

 

έπειτα κίνησε μονάχος μια βόλτα ερημική
τώρα που ο χρόνος λιγοστεύει
κι οι μέρες μεγαλώνουν όσο νάρθει πάλι το φθινόπωρο.
μπορεί και να προλάβει, υπάρχει η τύχη
και το στοίχημα συγκεχυμένο και θρασύ το έβαλε
με τον εαυτό του πρώτα κι ύστερα με το χρόνο.
τρανσβεστισμός για
να γράψει, να δέσει, να μιλήσει, να νιώσει, να αγαπήσει,
να αντέξει, να στηρίξει, να γκρεμίσει και να χτίσει,
τόσο πολύ ακόμα, ήταν πάντα του ακραίος.
βαδίζει στο σκοινί από τη μιαν άκρη της ζωής στην άλλη
γρήγορη ζιγκ ζαγκ γραμμή γι αυτόν μα συνεχόμενη ακόμα
δειλιάζει να τη σπάσει μη και χυθούν οι μισοτελειωμένες εκδρομές του νου
αυτή η αλήθεια που υποκρίνεται πως δεν υπάρχει.
στο μυαλό του συνωστίζονται άναρχα τα θέλω, τα μπορώ, τα νιώθω,
τα παίρνω, τα κρατώ, τα προχωρώ, τα προωθώ
κάθε τι ιεροτελεστία γίνεται, γάμος, χαρά, χαμός, απώλεια
όλα τα μεγαλώνει ακόμη κι από μικρούλες αφορμές
-ήταν ανέκαθεν καλός στον πολλαπλασιασμό-.
τις τελευταίες μέρες νέοι και γέροι από το έργο του πεθαίνουν αδιακρίτως.
χαμογελά που σκέφτεται διαταραχές της γραμμής, ωστόσο αναμενόμενες.
η δική του πώς θα σπάσει είναι το ζήτημα.
τότε θα γελάει που ευτυχώς δεν πρόλαβε να γεράσει.

~~~move your soul to dance~~~

 

διψάει η ψυχή για ένα σφιχταγκάλιασμα
ναι, χορός, ο έρωτας ακκίζεται
ως τη στιγμή της ώσμωσης αντέχει και αντέχεται.
κατόπιν ανελέητος προκύπτει.
η προτροπή του απατηλή ως ειπώθηκε
εκείνη νόμισε χορός θα γίνει και ενέδωσε
εκείνος την πήρε επιτήδεια
ίσαμε να νιώσει πάλι ζεστός πως είναι
εκείνη, είπε, δεν κατάλαβε πώς έγινε.

γυναίκες ψεύτρες για το αυτονόητο.
έτσι ο δρόμος από ευθύς διχάσθηκε.

πέμπτη 11 δεκεμβρίου 2014

τσέρκι

 

ύστερα από μια νύχτα χτισμένη από καιρό
από αναμονές και ψευδεπίγραφες επενδύσεις
η σιωπή μετατράπηκε σε άλικο φως.
μα φοβίες και τρόποι διάφοροι ακολούθησαν
μέρες που συγχωνεύθηκαν σε άχρωμη σχεδόν εικόνα
που αναμένει και πάλι το ζωγράφο της.

       

                                                    τετάρτη 18 νοεμβρίου 2015

ψευδές λευκό

 

έτσι μου ήρθε τώρα
να δακρύσω διαβάζοντας για χιόνι.
παιδιά, αυλή, γέλια, δρόμος, σπίτι,
όλα απαραίτητα συνοδευτικά.
για άλλους..
για μένα, κρύο νερό.

εξέλιπεν ως είχε

 

δεν θα ξεφύγω.
δεν το επιδιώκω άλλωστε, μου αρέσει
να βυθίζομαι σ´ αυτό που νοσταλγία λέγεται.
ταιριάζει η λέξη ιδανικά εδώ,
πόνος για την επιστροφή, μα σαν άλγος βαθύτερη είναι η λέξη,
πιο ταιριαστή στο δροσερό πνεύμα της ζωής που έφυγε κι αναζητώ.
τώρα δα ανοίγοντας παράθυρα ήρθε πάνω η ανάμνηση,
χθες πάλι κάνοντας κάτι ασήμαντο φούσκωσε από μέσα μου.
ανάμνηση της προσμονής θα την ονόμαζα σε μια τυχαία της περιγραφή.
σαν να μην πέρασε μια ώρα.
τώρα που δεν έχω λόγο πια να προσμένω.

τέλος

 

και ποιος σας είπε τούτο πως είναι επάγγελμα;
ασκείται ο ποιητής για βιοπορισμό;
βίος και ύλη μπορούν και να αντιμάχονται.
κι αν πείτε έλαθα
να αλλάξω δα πορεία ουδόλως δεν συστέλλομαι.
μήπως και πρώτη μου φορά θα είναι;

τετάρτη 18 νοεμβρίου 2015, πρωί, προχώρησε η ώρα

παροδικά..

 

η ψύχρα στα θερινά τα θέατρα αναμενόμενη,
σαν την αποψινή που στους ώμους μου ξαπλώνει,
κάθ´εκατοστό του δέρματος τεντώνεται σφιγμένο,
έτσι σκληρές είν´οι κουρδισμένες ψηλότερα χορδές πριν σπάσουν,
τα δάχτυλα γαντζώνονται στο χερούλι της τσάντας,
τα άλλα εξερευνούν την τσέπη για μια τσίχλα,
μειώνεται η ικανότητα αντίληψης του κίνδυνου από τα διερχόμενα
καθώς βουτήχτηκα στις μνήμες..
στη μέσα άκρη ας πορεύομαι καλύτερα.

θυμάμαι τους εντός μου πολλούς μικρούς ηθοποιούς,
όταν όρθιοι από τα χέρια πιάνονται για να υποκλιθούν στο τέλος
στους θεατές που παρατάχθηκαν ακίνητοι και κρύοι στην πλατεία.
οι προβολείς αδύναμη θερμότητα αναδίδουν
πίσω από τα χρωματιστά τα σελοφάν, τα φούξια και τα μπλε,
στους άσπρους πάλι γύρω σύννεφα τα φτερωτά που στροβιλίζονται.
προσαρμοσμένοι στην ψύχρα είναι όλοι τελικά οι ηθοποιοί μου.
τί κι αν οι θεατές κρυώνουν; ας ακουμπήσουν τυχαία ή επίτηδες τον διπλανό.
όλα διορθώνονται με λίγη συγκατάβαση..

με τη δικαιολογια της ψύχρας που κάθισε στους ώμους μου
απόκτησα απόψε επιτέλους την απόσταση που ήθελα, έστω και παροδικά..

αναγκαίο μακιγιάζ

 

αστεία φάση χωροχρόνου:
καθισμένη στην πολυθρόνα της γωνιάς ακολουθώ λόγια πολλά,
μπανιαρισμένα σε χρυσόσκονη μπρουντζίνας.
μέσα μου χαμογελώ, συγκαταβατικά ενίοτε.
φόρεσα κόκκινο κραγιόν πριν έρθω, μου έστειλα φιλάκι στον καθρέφτη,
ήξερα περίπου πού πηγαίνω, εκεί που το κόκκινο κραγιόν ταιριάζει,
εκεί που πέφτουν λέξεις πολλές κι ανάθεμα αν οι μισοί πιάνουν τη μία,
εγώ τουλάχιστον, ως ευγενής συνήθως, προσπαθώ…
κουράστηκα να προσπαθώ, έφυγα πριν το κραγιόν ξεβάψει.
δρόμοι άδειοι και γρίλλιες φωτεινές οδεύουν προς τα πίσω,
καθώς η σκέψη μου καρφώθηκε ακίνητη στην άσφαλτο.
το ίδιο απαράλλαχτο ερώτημα γύρω της ζινίζει:
πόση χρυσόσκονη κρύβουν πίσω τους οι φωτισμένες γρίλλιες;

το ζωητρόπιο (πράξις ωραία και ατελής)

μικρή η Άννα το 71, πήγαινε πέμπτη γυμνασίου, σκεφτόταν σοβαρά να δώσει εισαγωγικές εξετάσεις στο πανεπιστήμιο και του χρόνου θα ξεκινούσε για τον σκοπό αυτό φροντιστήριο. είχε μεγαλώσει μόνη της με λίγες χαρές. το σπίτι ήταν πάντα κρύο, οι χειμώνες τότε παγωμένοι, τόσο που πάγωνε το λάδι στο μπουκάλι μέσα στην κουζίνα και, για να το χρησιμοποιήσουν, έπρεπε πρώτα να το ακουμπήσουν δίπλα στη θερμάστρα, τη μοναδική θερμάστρα του σπιτιού μέσα στο σαλόνι.

η θερμάστρα ήταν χυτοσιδηρή, γερμανικής κατασκευής, Χάας και Υιοί, με ένα στρόγγυλο σταχτόμαυρο καζάνι κι ένα ορθογώνιο γυαλιστερό καφέ τεπόζιτο για το πετρέλαιο. η θερμάστρα ήταν σαν ζωντανός οργανισμός μέσα στο σπίτι, τουλάχιστον σαν σκύλος, θα έλεγα, να σας προλάβω μη τυχόν και πάει ο νους σας σε κανένα ποντίκι, γιατί ζωντανός οργανισμός είναι κι αυτό, όπως καλή ώρα κάποτε, κοντά στο 64, ο Τζακ ο αντεροβγάλτης που ξεμυτούσε τα μεσημέρια της Κυριακής κάτω από το ντιβάνι και κρυβόταν δίπλα στο ξύλινο πόδι του κάνοντας πού και πού τζα για να δει την οικογένεια να τρώει στο στρογγυλό καρυδένιο τραπέζι.

η σόμπα τέλος πάντων, έτσι τη λέγανε τότε, -θερμάστρα ήταν λέξη σαλονιού που απαιτούσε στραμπούληγμα της γλώσσας για να την πεις-, ήταν παράγων μέσα στο σπίτι. μπροστά της γινόταν το χειμωνιάτικο λούσιμο στη σκάφη, μπροστά της στέγνωναν τα ρούχα αχνίζοντας στην πλάτη της καρέκλας, πάνω της έβραζαν τα νερά και οι καφέδες και ζεσταινόταν το χθεσινό φαΐ, και επειδή είχε κιόλας εφευρεθεί το αλουμινόχαρτο, πάνω της έψηνε η Άννα το κρέας μερικές φορές και μοσχομύριζε ο τόπος.

όμως η σόμπα ήταν ταμπού, θαρρείς και θ´ άρπαζε το χέρι της Άννας και θα της τότρωγε και για τούτο της ήταν απαγορευμένο να την ανάβει όταν γύριζε από το σχολείο. ήταν τελετουργία, όσο νάναι, για να την ανάψεις. άνοιγες το διακόπτη του πετρελαίου και περίμενες μερικά λεπτά για να δακρύσει το πετρέλαιο στον πάτο του καζανιού και τότε έβαζες μπουρλότο με ένα βαμβάκι βουτηγμένο στο οινόπνευμα. μετά τοποθετούσες το καπάκι και παρακολουθούσες την εξέλιξη της πυροδότησης μισοκλείνοντας το ένα μάτι πάνω από μια τρύπα στο καπάκι, που χρησίμευε για να το ανασύρεις, και ακούγοντας τα βάρβαρα γουργουρητά της κοιλιάς της. το μπροστινό παραθυράκι ήταν μόνιμα μουτζουρωμένο κι από κει χάζευες τη ζωηρή φλόγα όταν δυνάμωνε. ειδική μυρωδιά αναδινόταν την ώρα της τελετουργίας, ανάμικτη οσμή πετρελαίου και οινοπνεύματος, και καιροφυλακτούσες πάνω στην τρύπα στρίβοντας σταδιακά το διακόπτη να τρέξει περισσότερο πετρέλαιο, να ταΐσει το θηρίο που καιροφυλακτούσε με τη σειρά του για να φάει το χέρι της Άννας.

και όσο αυτή φοβόταν το άναμμα, τόσο καθόλου δεν φοβόταν να στέκεται μπροστά στη σόμπα με τα μπούτια γυμνά για να ζεσταθεί, όσο να πυροκαεί και να γεμίσει ζεματιστές κόκκινες κηλίδες το παγωμένο δέρμα. τότε της γύριζε την πλάτη της κακούργας, για να της δώσει την ευκαιρία να την κάψει κι απ´ την πίσω πλευρά και να φαγουρίζεται μετά.

η Άννα άλλωστε, σαν παρατηρητική που ήταν και με έναν δυνατό έρωτα για τις λεπτομέρειες, ζούσε ανάμεσα σε εικόνες που ακινητοποιούνταν κάθε φορά που τις διέταζε, σε χρώματα μάλλον υποβαθμισμένα λόγω της εκτεταμένης σκοτεινότητας, που προκαλούσαν τα μόνιμα κλειστά παντζούρια, και σε κάθε μυρωδιά από όπου και αν αυτή προερχόταν. η σόμπα ήταν υπεύθυνη για μεγάλο μερίδιο από τις μυρωδιές, του άσπρου σαπουνιού από τους ατμούς των ρούχων, της τρίχας που καίγονταν κάθε που έσκυβε το κεφάλι της από πάνω η Άννα, των ρούχων που φορούσε και προσπαθούσε να τα συγκρατεί με ανοιχτές παλάμες για να μην κατακαούν και σαχνίσουν.

ό,τι συνέβαινε δίπλα στη σόμπα ήταν υπερβολικά ζεστό, και ό,τι συνέβαινε μακριά της κρύο, και κάθε βήμα απομάκρυνσης ή προσέγγισης θύμιζε εκείνο το παιχνίδι «κρύο-ζεστό». η αντανάκλαση της θερμότητας άντεχε ως δυο μέτρα πιο κεί, για παραπέρα έπρεπε να λάβεις τα μέτρα σου. το δωμάτιο της Άννας απείχε από τη σόμπα, έτσι, με λίγα λόγια, της ήταν περίπου άχρηστη ακόμα κι αναμμένη. αυτός ήταν ο λόγος που το κρεβάτι της δεν ήταν ποτέ στρωμένο, έτοιμο για να χώνεται εκεί να ζεσταθεί, αν και αργούσε κάπως να αυξηθεί ικανοποιητικά η θερμοκρασία κάτω από το βαρύ πάπλωμα και τις κουβέρτες πάνω-κάτω.

η Άννα πέρασε όλους τους εφηβικούς της χειμώνες μέσα στο κρεβάτι της με τα σχολικά της βιβλία, τα τετράδια και τα στυλά της και με αναμένο το ραδιόφωνο, ένα ογκώδες αυστηρά ορθογώνιο με αποστρογγυλεμένες γωνίες ξύλινο καφέ Τελεφούνκεν στα δεξιά του κρεβατιού της, με το οποίο διατηρούσε τρυφερό δεσμό. αυτό ήταν πολύ δοτικό πλάσμα, παράγων επίσης του σπιτιού, και δούλευε ικανοποιητικά από την εποχή της Κατοχής όπως της είχαν διηγηθεί οι δικοί της. όταν το δωμάτιο ήταν παγωμένο και υγρό, το ραδιόφωνο βράχνιαζε κι έπρεπε να παίξει τόσο όσο να ζεσταθεί για να ξεβραχνιάσει.

όταν η Άννα ήταν μικρή, αγαπούσε πολύ να προσπαθεί να διαβάσει εκείνες τις λέξεις τις γραμμένες με το ξένο αλφάβητο στην όψη του, που αντιστοιχούσαν σε μέρη της γης που πολλά τους δεν είχε ποτέ της ξανακούσει και ούτε ήξερε πού βρίσκονται. θυμάται πρόχειρα το Ραμπάτ, θεέ και κύριε, και ποτέ δεν κατάλαβε σε τί χρησίμευαν αυτές οι μονολέξεις οι σκαλοπατιαστά διατεταγμένες στο πινακίδιο, αφού όταν, συγκεντρωμένη, στριφογύριζε αργά το κουμπί για να βρεί έναν σταθμό, απανωτές φωνές σε πολλές γλώσσες που δεν είχε επίσης ξανακούσει συνέπιπταν με το μήκος ενός μόνον τοπωνύμιου. τόσες φωνές στο ένα εκατοστό που είχε μήκος το όνομα Χίλβερσουμ η λογική της έλεγε ότι δεν μπορούν να προέρχονται από τον τόπο αυτόν. και πάλι, πώς άκουγε ελληνικά εκεί που δεν έγραφε Αθήναι;

κρυφή επιθυμία της Άννας ήταν να δυναμώσει την ένταση στη διαπασών, αλλά αυτό της ήταν απαγορευμένο για να μην ενοχληθούν οι γείτονες. Ταξίδι με τον Έσπερο, Τερζάκης και Πάρλας αντάμα, Καλησπέρα κύριε Έντισον και Γιώργος Παπαστεφάνου με τη βελούδινη φωνή του αργά στις 11 τις Τρίτες, το Θέατρο της Δευτέρας τα βράδια μόλις καλονύχτωνε, το Σπίτι των Ανέμων τα πρωϊνά, μόνον όμως τρεις φορές την εβδομάδα που η Άννα ήταν απογευματινή στο σχολείο, με κείνον τον δαιμόνιο δικηγόρο Ορέστη Λαμπίρη και την καλή του Τζοβάνα Δεπάστα, ακόμη Πικρή, μικρή μου αγάπη, που της Άννας της φαίνονταν κάπως θλιβερή ιστορία και κάπως ανούσια, Η πρώτη σας γνωριμία, με ανάλογο με τον τίτλο περιεχόμενο, Αναζητήσεις του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, με όλους εκείνους τους χαμένους της μικρασιατικής καταστροφής και των πολέμων -τον αναζητεί ο αδελφός του τάδε-, αλλά και Πώς να επιζήσεις, η τρομακτική εκπομπή στις τρεις και τέταρτο κάποια μεσημέρια που έδινε εφιαλτικές οδηγίες για επιβίωση σε περίπτωση πυρηνικού πολέμου, έπαιζαν, έλεγαν, με το κουμπί του ολέθρου Ρωσία και Αμερική.

και παλιότερα, εκείνος ο φόβος του πολέμου που έσφιγγε την καρδιά της τις νύχτες μετά τα δελτία ειδήσεων, που οι γονείς παρακολουθούσαν αποσβωλωμένοι, και οι άπειρες ώρες μεταδόσεων που ακολούθησαν τη δολοφονία του Κένεντυ το 63, και το 67, και στη συνέχεια η μουλωχτή ακρόαση της Ντόιτσε Βέλλε και.. και.. ένα μακρόστενο ξύλινο καφέ κουτί σεβαστού μεγέθους, που είχε βγάλει την Κατοχή πακεταρισμένο και θαμμένο κάτω από ένα δέντρο, η μόνη παρέα της Άννας στο άδειο κρύο σπίτι.

τις νύχτες έμπαινε φως από τις γρίλλιες των παντζουριών του μοναδικού παράθυρου του δωματίου της από την παρακείμενη κολώνα της δεη και η Άννα κατάφερνε έτσι να μην σκοντάφτει στα έπιπλα και να μην φοβάται το σκοτάδι. εξ ανάγκης μάθηση είναι κι αυτή. και τα πρωινά το φως του ήλιου μέσα από την απέναντι γρίλλια σχημάτιζε ανεστραμμένο το είδωλο του κάρου και του άλόγου του πλανόδιου μανάβη πάνω στην κυρτή επιφάνεια του μεγάλου γλόμπου από ροζ οπαλίνα που κρεμόταν από το ξύλινο ταβάνι στο κέντρο του δωματίου.

ένα δωμάτιο κατάδικό της, φτιαγμένο γι αυτήν στα 10 της. κρεβάτι, κομοδίνο, ντουλάπα, γραφείο και καθρέφτης με ράφι -τουαλέτα το λέγανε- από κιτρινωπή φορμάικα και σχέδιο μαρμαρώδες, το κορυφαίο υλικό της σύγχρονης τεχνολογίας του επίπλου με τις δολοφονικές γωνίες, στο άγγιγμα παγωμένο ή και δροσερό θα μπορούσε να το πει κανείς αν ήθελε να είναι επιεικής μαζί του.

δωμάτιο και πεζοδρόμιο -τα χώριζαν μερικά εκατοστά, όσο ήταν το πάχος του εξωτερικού τοίχου από άτρυπα τούβλα φρατέλλι αλλατίνι χτισμένα με λάσπη- είχαν αναπτύξει μια μάλλον φοβική σχέση μεταξύ τους. και ενώ το τεράστιο παράθυρο με τα ξεχωριστά του ενσωματωμένα μικρά κανάτια πάνω και κάτω μπορούσε να καδράρει πέντε διαφορετικά μεταξύ τους ηλιόλουστα ή χιονισμένα ορθογώνια τοπία, η Άννα φοβόταν να δώσει στον εαυτό της την ευκαιρία της θέασής τους γιατί ψυχανεμιζόταν ότι η εισβολή των εξωτερικών εικόνων θα διέβαλε τη συνοχή της εσωτερικής της σκηνογραφίας.

σπάνια άνοιγε προς τα έξω τα δύο χαμηλά κανάτια και τα στήριζε μισάνοιχτα με τη μεταλλική βελόνα τη βιδωμένη στο παραθυρόφυλλο και έμενε να κοιτάει στο δρόμο για καμιάν ώρα τον κόσμο που πήγαινε κι ερχόταν. όταν ήταν μικρούλα χάζευε με περίσιο ενδιαφέρον τα στρόγγυλα  ταψιά με τους κεφτέδες και τις πατάτες, το κρέας με το κριθαράκι, που άγνωστοί της γείτονες πηγαινόφερναν για ψήσιμο στο φούρνο του Νεόφυτου. ντρεπόταν να πάρει την ψημμένη πατάτα που συχνά της πρόσφεραν οι περαστικοί, φέρνοντας ισχυρά στο νου της την παραίνεση της μητέρας να μην παίρνει τίποτε από αγνώστους και ιδίως φαγώσιμα.

ωστόσο το ξυλάκι παγωτό της εβγα από το άσπρο αμαξάκι του παγωτατζή με τις μεγάλες ρόδες άπλωνε το χέρι και το ´παιρνε, όπως και κείνο το κασάτο με την κίτρινη κρέμα λεμόνι, και έκανε μεγάλο χάζι τον παγωμένο καπνό, όπως τον έλεγε, που έβγαινε από το εσωτερικό του αμαξιού μόλις ο παγωτατζής σήκωνε τα καπάκια.

ο ξερός τεράστιος κρότος έξω από αυτό το ίδιο παράθυρο, τότε που κάποιος πυροβόλησε με το περίστροφο στις 4 το ξημέρωμα της 22ης του Απρίλη του 67, έκανε να τρίξουν τα παιδικά της δόντια από τον τρόμο και ακινητοποιήθηκε παγωμένη στο κρεβάτι της μη τυχόν και ακουστεί το τρίξιμο μέσα απ´ το διπλό άτρυπο τούβλο.

ήταν το ίδιο παράθυρο, που πλάι του η Άννα καθόταν και κεντούσε το καλοκαίρι του 74, τότε που μάνες, αδελφές και αγαπητικές συνόδευαν ως τη γωνία του δρόμου τους άντρες που έφευγαν να καταταχθούν. θυμάται τα παθιάρικα φιλιά, τις απελπισμένες αγκαλιές και κατόπιν τα δάκρυα που κυλούσαν στα μάγουλα των γυναικών που σε λίγο επέστρεφαν μόνες, και κάθε φορά που ένας αποχωρισμός συνέβαινε, η Άννα αναρωτιόταν ανατριχιάζοντας αν θα προλάβει να τελειώσει το κέντημά της πριν σκοτωθεί στον πόλεμο που έρχεται.

από το ίδιο παράθυρο αντίκρυσε το τέλειο σκοτάδι που είχε επιβάλει η αεράμυνα εκείνο το βράδυ του Ιουλίου, τρώγοντας με νευρικότητα σπόρια και φτύνοντας τα φλούδια στο πεζοδρόμιο, καθώς συνομιλούσε χαμηλόφωνα με την απέναντι γειτόνισσα που είχε γιο στην πρώτη γραμμή. στην κουζίνα η μαμά της έβραζε κρέας και η μυρωδιά, που γέμιζε το σπίτι, της ήταν για πρώτη φορά τόσο αδιάφορη, καθώς η ίδια είχε δαπανήσει πολλή ώρα οχυρώνοντας, όπως νόμιζε, με παπλώματα το χώρο που καταλάμβανε το μεγάλο τραπέζι της τραπεζαρίας, για να κρυφτούν εκεί αφού πια δεν υπήρχαν καταφύγια. πράγματι είχε δύο καταφύγια η γειτονιά από τον πόλεμο, που όμως οι άνθρωποι, που πίστεψαν ότι οι άσχημες μέρες είχαν πια περάσει, τα είχαν γκρεμίσει μαζί με τα σπίτια και χτίσαν πάνω τους πολυκατοικίες.

από το ίδιο παράθυρο μερικά χρόνια αργότερα παρατηρούσε τα απογεύματα με ήλιο ή και τα πρωινά καμιά φορά ένα μαυριδερό σγουρομάλλικο άσχημο κορίτσι, που γύριζε στο διάβα της προς αυτήν και την κοιτούσε με μίσος. αυτό το βλέμμα του μίσους ποτέ δεν το κατάλαβε, μέχρι τη στιγμή που πολλά χρόνια αργότερα η μαυριδερή σγουρομάλλα άσχημη κυρία της εξήγησε στο σαλόνι που τυχαία συναντήθηκαν ότι τη μισούσε γιατί η Άννα είχε να φάει. Με μισείς ακόμη; ρώτησε η Αννα χαμογελώντας και το στενό μαυριδερό στόμα έκανε προς τα κάτω ένα Ναι.

από τη μέσα μεριά του παραθύρου όλα ήταν καλύτερα, δικά της, ελεγχόμενα. είχε στήσει η Άννα το κουκλόσπιτο μέσα στο δεξί ντουλάπι του γραφείου της με το μοναδικό ράφι. ήξερε πώς να αναπαράγει τρεις διαστάσεις μετρώντας και χαρακώνοντας, για να σπάσει στην ισάδα του, το άσπρο χαρτόνι κι έφτιαξε λευκές ηλεκτρικές συσκευές τάχαμ, που τις ζωγράφισε με επιμέλεια για να είναι όσο γίνεται πιο αληθοφανείς. με γκρίζο σκληρό χαρτόνι έφτιαξε το κρεβάτι της κούκλας, με το μπεζ μαλλί, που είχε περισσέψει απ´ την πλεχτή φανέλα του μπαμπά της, έπλεξε την κουβέρτα -ήξερε να πλέκει από πολύ μικρή-, κι από υπόλοιπο μιας σιελ σατέν φόδρας έραψε το πάπλωμα. με μεγάλες βελονιές στην όψη το έκαμε καπιτονέ, όπως άρμοζε σε ένα πάπλωμα -ήξερε να παραθέτει πολλών ειδών βελονιές συστρέφοντας με προσοχή τις κλωστές γύρω από τα βελόνια-, κι η μαμά της, της κέντησε γύρω-γύρω με κόκκινο φεστόνι τους υφασμάτινους κουλέδες από ένα άσπρο στρογγυλό μαξιλαράκι.

η Άννα βιαζόταν κι ανυπομονούσε να ολοκληρώσει τη γκαρσονιέρα της κούκλας το καλοκαίρι του 70. και μέσα σε κείνο το στενό κάθετο ντουλαπάκι στήθηκαν κατόπιν όνειρα και μονόλογοι με δυνατή φωνή. είχε ένα συρτάρι στη μέση το γραφείο, με κλειδί, η απόλυτη ευτυχία να κλειδώνεις τον κόσμο σου, και κει κλειδώθηκαν ως το 80 όλοι οι έρωτες, πατικωμένοι τόσο ώστε να μην μπορούν να ανασάνουν -οι έρωτές της δεν ανάσαιναν ποτέ, έτσι που τους πατίκωνε μέσα της για να είναι κατάδικοί της-.

το 71 την άνοιξη αγοράστηκε το ραδιοπικάπ, απρόσμενο δώρο της μαμάς της, που ξωπέταξε στο άλλο δωμάτιο το αρχαίο ραδιόφωνο. ήταν έπιπλο στενόμακρο, γυαλιστερό καφέ, με δανέζικα πόδια κατά τη μόδα, αριστερά το μοντέρνο ραδιόφωνο παγκόσμιας λήψης και δεξιά το πικάπ, όχι σαν τα πικάπ της σειράς αλλά βαρέος τύπου, σήκωνες καπάκι και το αντίκρυζες να λαμποκοπάει και να μοσχοβολάει καινουργίλα κάτω από το χοντρό αυλακωτό λάστιχο που κάλυπτε το πλατώ.

λατρεμένος εκείνος ο μεταλλικός μίσχος που σήκωνε αδιαμαρτύρητα δέκα δίσκους 33 στροφών και μόλις τέλειωνε να παίζει ο πρώτος, τσουπ αυτόματα έπεφτε πάνω του ο δεύτερος. αυτός που είχε σκεφτεί αυτό το μηχανάκι ήταν σοφός φιλάνθρωπος, νοιαζόταν για τον ξεκούραστο ακροατή ή για το χωρίς διακοπή πάρτυ. πού να φανταζόταν ότι είχε επινοήσει ένα καταντίπ άχρηστο πράμα, εκτός κι αν οι δικοί του δίσκοι ήταν ατσαλένιοι και δεν στράβωναν και έτσι μπορούσαν να περιστρέφονται ο ένας καθισμένος σε στενή συναρμογή πάνω στον προηγούμενο. αδιανόητη η συναρμογή αυτή με το βινύλιο, που με μισό καλοκαίρι ζέστη, του ήταν αρκετό να ψιλοσκεβρώσει κι έτσι έχανε στροφές. ωστόσο μια τόση δα δυσλειτουργία δεν μείωνε τη σημασία του ραδιοπικάπ της Άννας.

όπως και να´χε ήταν σπουδαίο να κατέχεις ένα τόσο μοντέρνο εργαλείο και η Άννα επιτέλους νομιμοποιήθηκε να το χρησιμοποιεί στη διαπασών και να επιδεικνύεται περήφανα στη γειτονιά. μόνον αυτή κι άλλος κανείς. άστους εκείνους με τα επιτραπέζια πικάπ και τα ξεχωριστά ηχεία να αλλάζουν συνεχώς δίσκους ή, ακόμη χειρότερα, εκείνους τους καημένους με τα χοντροκομμένα μαγνητόφωνά τους που συχνά-πυκνά έπρεπε να τυλίγουν πίσω την ταινία που έφευγε από τη θέση της με το παραμικρό.

το ραδιοπικάπ της την αγάπησε και την ακολούθησε πειθήνια κι η Μέλανι Σάφκα γέμισε έτσι το 4 Χ 4 Χ 4 δωμάτιό της και τη γειτονιά με τη βραχνή φωνή της και με Candles in the rain: we were so close, there was no room, we bled inside each others wounds, we all had caught the same disease and we all sang the songs of peace. some came to sing, some came to pray, some came to keep the dark away. so raise the candles high cause if you don’t we could stay black against the sky, oh oh raise them higher again and if you do we could stay dry against the rain. είχε φέρει μια καρέκλα η Άννα μπροστά,  καθόταν ακίνητη και ευλαβική με το εξώφυλλο του δίσκου για ώρες στα χέρια να μαθαίνει τους στίχους απέξω, τόσο που σε λίγο καιρό η δική της φωνή σκέπαζε χωρίς κόπο τη φωνή της Μέλανι.

πέρασαν χρόνια κι η Άννα εξακολουθούσε να κάθεται μπροστά στο πικάπ της με τα εξώφυλλα των πολλών πια δίσκων της στα χέρια και να προσπαθεί να διαβάσει τα γράμματα στην ετικέττα, καθώς αυτοί γύριζαν πάνω στο πλατώ, έτσι για παιχνίδι. το προλάβαινε συνήθως με τα κεφαλαία, κι άλλοτε παρατηρούσε τις πυκνές χαρακιές στο βινύλιο που σχημάτιζαν ανισοπαχείς γυαλιστερές ζώνες στην κατάμαυρη επιφάνεια, προσπαθώντας να καταλάβει τί είδους ήχοι αντιστοιχούσαν σε κάθε απόχρωση γυαλάδας.

θα πρέπει να ήταν 79 ή 80 όταν η Άννα για πρώτη φορά σκέφτηκε να ασεβήσει πάνω στο υπέροχο πικάπ της. κάπου το είχε διαβάσει και της άρεσε και είπε να το δοκιμάσει. το χαρτόνι ήταν υλικό που αγαπιόταν, θύμιζε διαχρονικά σχολικά εγχειρήματα. έτσι έφτιαξε εύκολα και γρήγορα ένα χαρτονένιο κύλινδρο με δώδεκα κάθετες επιμελημένες στενές σχισμές στο πάνω του μισό, τόσον όσο να χωράει να κάτσει πάνω στο πλατώ του πικάπ της. αυτό ήταν το εύκολο μέρος της δουλειάς.

κατόπιν έκοψε επτά χαρτονένιες κορδέλες πλατιές όσο το μισό ύψος του κυλίνδρου. πάνω τους ζωγράφισε με παστέλ και πολύχρωμα μολύβια επτά χαριτωμένα θέματα. το κάθε ένα από αυτά το επανέλαβε αντιγράφοντάς το δώδεκα φορές, αλλά παραλάσσοντάς το τόσο λίγο κάθε φορά, όσο η κάθε μια από τις δώδεκα εικόνες του να ενσωματώσει λίγη κίνηση.

κάθε φορά, που τέλειωνε μία λωρίδα, ένωνε τις άκρες, την τοποθετούσε χαμηλά μέσα στον κύλινδρο και έβαζε μπροστά το πικάπ να γυρίσει. μέσα από τις σχισμές του κύλινδρου που γυρνούσε ισοταχώς μπροστά στα μάτια της διέκρινε τη ζωγραφιά της να ζωντανεύει. ούτε μπορούσε να φανταστεί τη μαγεία του τελικού αποτελέσματος τότε που είχε ξεκινήσει να ασχολείται. το κάθε θέμα της κινούνταν κι εξελισσόταν κυκλικά και γύριζε πάλι στην αρχή και πάλι το ίδιο, εξελισσόταν ξανά και ξανά.

η ταχύτητα της περιστροφής δεν επέτρεπε παρατήρηση της μηχανής αλλά μόνον του θέματος. έτσι το ροζ φίδι κουλουριασμένο πάνω στο πράσινο χορτάρι ξετυλιγόταν γρήγορα και γλιστρούσε έξω από το πλάνο, ο χορευτής με το ριγέ πανωφόρι χοροπηδούσε σε temps levé με λυγισμένα τα γόνατα, ο ζογκλέρ πετιόταν με το τραπίζ του από τη μιά άκρη της τέντας του τσίρκου στην άλλη, το κοριτσάκι με την κόκκινη φούστα πηδούσε το σκοινάκι του, ο ποδοσφαιριστής ετοιμαζόταν να σουτάρει, η γυμνάστρια ξαπλωμένη στριφογύριζε με τα πόδια της την τεράστια μπλε μπάλα, ο αγουροξυπνημένος ξεμάλλιαρος οικοδεσπότης με την πράσινη ρομπ ντε σαμπρ άνοιγε την κίτρινη εξώπορτα στο πορτοκαλί τέρας και του την ξανάκλεινε στη μούρη στο πιτς φιτίλι.

όλα αυτά ήταν ώρες πολλές δουλειάς με την Άννα επικεντρωμένη με πάθος στο αποτέλεσμα. ξεκίνημα της γραφής της πάνω στις χαρτονένιες λωρίδες ήταν οι πρώτες λέξεις που της έρχονταν στο μυαλό, καθόλου φανταστικές, όλες στηριγμένες στην πραγματικότητά της, όμως δεν το ήξερε ακόμη. δεν είχε ακόμη μεταφράσει πως το πορτοκαλί τέρας αντιπροσώπευε την αγωνία της για το άγνωστο, την ώρα που διάφοροι απρόσκλητοι, που διαγράφονταν σαν σκιές πίσω από το λαδομπογιαντισμένο τζαμάκι, χτυπούσαν το ρόπτρο της εξώπορτας. ότι το ροζ φιδάκι απεικόνιζε τους μικρούς της φόβους που της άδειαζαν τη γωνιά μόλις αποφάσιζε να τους κοιτάξει κατάματα. ότι το κοριτσάκι με το σχοινάκι ήταν συνώνυμο με την ανεμελιά που πεισματικά αρνήθηκε να εγκατασταθεί στην παιδική ψυχή της. ότι ο επιδειξίας επικίνδυνων ικανοτήτων ζογκλέρ ήταν ο θρίαμβός της στις προκλήσεις. όλα τα υπόλοιπα ήταν παραπληρωματικά στολίδια, πιθανόν ιδανικά, που βοηθούσαν να ακούγονται ήχοι, μουσικές και φωνές επιδοκιμασίας, όταν άρχιζε η παράσταση.

πολλές φορές τη μέρα έβλεπε από τις σχισμές τις ιστορίες της να επαναλαμβάνονται και σκεφτόταν ότι το σινεμά είναι τελικά ένας τεράστιος κύλινδρος που χωράει τον κόσμο όλο.. αθώες γενικεύσεις από ένοχο σπόρο..

 

διδυμότειχο ρουζ

 

με μια δραματικότητα εξελίσσονται οι τελευταίες μέρες.
μάλλον σημάδι των καιρών,
μπορεί και ανθρώπινου εγωϊσμού σημάδι,
μίσους αποκύημα κατ´ άλλους,
γι άλλους πάλι άνωθεν δυνάμεως επιθυμία,
αναξιότητας καταύγασμα μπορεί.
αγριότης, θάνατος, τιμωρία,
κρύο, πλεονεξία, ατυχής μέριμνα
σέρνουν πίσω τόνους σίδερο
που λυγάει πάνω στ´ αποκαΐδια.

το δωμάτιο

για την Αλεξάνδρα

γιατί σε φοβίζει η νύχτα;
υπάρχει πιο καλά κλειδωμένο δωμάτιο από τη νύχτα;
μόνο δική σου και μπαινοβγαίνεις ανεμπόδιστα,
σε όποια στιγμή, ζωή, φιλί,
το στοπ καρε καδράρεις
κι αν θέλεις το κρεμάς,
κι αν θέλεις το πετάς,
μπορείς και να το τσαλαπατήσεις άμα θέλεις.
εξασφαλισμένη ατομικότητα και ουτοπία
με φως ιδιωτικό.
κανείς δεν μπορεί να διακρίνει στη δική σου νύχτα,
ακόμη κι αν τον πάρεις απ´το χέρι.

ήταν από πάντα ζήτημα ικανότητας
και ζήτημα λεπτολογίας επίσης.

αλλού

 

 

να ελευθερωθώ..

να φύγω..
πριν η αδικία λιανίσει την ψυχή μου..
πριν η ανάμνηση μαυρίσει και ξετελειωθεί..
τώρα που ζεις ακόμη μέσα μου υπάρχων και υποσχόμενος.

κυριακή 15 μαρτίου 2015, 10:05 π.μ.

άλλη μέρα

 

κάποιος σαν ζηλόφθονα απόψε να μου έκλεψε φως από το γκρίζο μου.
να το μαυρίσει θέλει για να επιδειχθεί ισχυρότερος.
χτύπα όσο θες, το πρωί κοντεύει.

Graeciae pars meridionalis


στην Κατερίνα

αργό περπάτημα με τη βαλίτσα να ακολουθεί πειθήνια,
το ραντεβού με συναδέλφους επίκειται για τη μεγάλη εκδρομή.
φθάνω νωρίτερα όπως διαρκώς το συνηθίζω,
παρατηρώ τριγύρω περιμένοντας στη στάση να περάσει η ώρα.
η ένδειξη κατεύθυνσης στα λεωφορεία υπάρχει μόνο εμπρός,
πίσω τριψήφιος αριθμός μονάχα.
συλλογούμαι πως σαν τη ζωή να μοιάζουν τούτα τα λεωφορεία:
μπροστά δείχνει πού θες να πάς,
πίσω χρειάζεται επίκληση αρωγών δυνάμεων να κάνεις,
στη μέση απλά πας προσπαθώντας να κρατηθείς απ’ τις χειρολαβές.

10 σεπτεμβρίου 2015, 12:10

ολονυχτία-θάλασσα

κυλάει; προσπίπτει; ενδίδει; μη και αντιστέκεται;
δεν επιτίθεται η ήρεμή μου θάλασσα.
ίσως πρέπει να την μετονομάσω.



τετάρτη 18 νοεμβρίου 2015, 9:30

θαυμάζω το μηχανισμό της συγγραφής μου και γελώ


βαδίζω ειρηνικά -συνήθως- την ημέρα μου
οι ώρες μικρούλες, ποιος τις πειράζει στο καλό τους κι όλο μικραίνουν;
αύρα του θέλω να απομακρυνθώ σηκώνεται, την πιάνω που έρχεται,
και μόλις φτάσει αρχίζω να μπαινοβγαίνω στιγμιαία στην πρόκληση με διάφορες δικαιολογίες,
μόλις χρόνος και τόπος παραμερίσουν, ουπς, με τσάκωσα αναστενάρισσα..
έχω πλάκα όταν παίζω με τα κάρβουνα, σκοπό αντικρίζω κι αυτά κρύα μου είναι,
ο σκοπός με νοιάζει, καθόλου τα εμπόδια..
κεντράρω στόχο και χτυπώ, λίγα λεπτά χωρίς παλινδρομήσεις μου χρειάζονται.
κι έπειτα απλά ξαναγυρίζω στον χρόνο και τον τόπο..

απλά..

26 οκτωβρίου 2016

το άγχος της επιτήδειας μηχανής (1)

ο κυρ Παναγιωτάκης, βιοτέχνης της αγοράς γύρω στα σαρανταδύο, παντελόνι μπεζ, πουκάμισο λευκό, μπουφάν μαύρο, φαλάκρα, λευκή επιδερμίδα με κίτρινες τις άκρες των δαχτύλων του δεξιού χεριού απ’ το πολύ τσιγάρο, ο κυρ Παναγιωτάκης που ονειρεύεται ώρες ελεύθερες και κοιμισμένες να γίνει πλούσιος επιτέλους σ’ αυτή τη ζωή, και όχι στην άλλη..
ο φίλος του ο Γιώργης, νεότερος, μελαχροινός, αξύριστος με πυκνό μαύρο μαλλί, βρώμικο τζην και μπουφάν κλειδαμπαρωμένο, άγνωστο τι επαγγέλλεται, είναι περισσότερο χωριάτης στην όψη και στους τρόπους από τον κυρ Παναγιωτάκη.
η Μαρίνα τους συναντά για πρώτη φορά ανάμεσα στα δέντρα ενός ελαιώνα, μέρα μεσημέρι στα μέσα του Νοέμβρη, κάπου εκεί στα τέλη της δεκαετίας του 80. για τη γνωριμία τους μεσολάβησε ο Αλέξανδρος, ένας πανέμορφος άντρας 35 χρονών, υπάλληλος στα λιγνιτωρυχεία Πτολεμαΐδας, με εκατον πενήντα χιλιάδες δραχμές μισθό, τη στιγμή που η Μαρίνα έπαιρνε μόλις σαρανταπέντε. προσπάθησε να της εξηγήσει ο Αλέξανδρος, καθισμένος στα δεξιά της στην καφετέρια ενός επαρχιακού ξενοδοχείου-γαμιστρώνα, πως είναι πολύ σημαντικό γι’ αυτόν να πιάσει επιτέλους την καλή, γιατί παιδεύεται τόσα χρόνια και τα λεφτά που παίρνει είναι λίγα και αυτός θέλει να κάνει σπουδαία ζωή και πρέπει να του φτάνουν. ονειρεύεται λέει μόλις πάρει το χρήμα να μεταναστεύσει στη Γερμανία, εκεί θα τον περιμένει καινούργια ζωή.
η Μαρίνα τον κοιτάζει με πολλή προσοχή. κοιτάζει πρώτα τα δάχτυλα των χεριών του. περιποιημένα χέρια, για τί στο καλό πληρώνεται τόσα; δεν φοράει βέρα ούτε στο λόγο του αναφέρεται σε κάποια γυναίκα εκτός από τη μάνα του. θα λυπηθεί λέει η μάνα του βέβαια αν θα φύγει αυτός στη Γερμανία αλλά θέλει πολύ να ζήσει καλά και είναι βέβαιος πως και η μάνα του δεν θα έχει ποτέ καμία αντίρρηση για την ευτυχία του γιου της. ο όμορφος Αλέξανδρος είναι μελαχρινός με πράσινα μάτια και η Μαρίνα τον καρφώνει μέσα σ´ αυτά και προσπαθεί να μαντέψει περισσότερα από όσα ακούει. παρατηρεί τα όμορφα δόντια του κάθε που γελάει.
έχει ήδη εφοδιαστεί με έναν επίχρυσο αναπτήρα Ντάνχιλ, άλλαξε το πακέτο τα τσιγάρα της σε Μπένσον και χέτζες, μάζεψε τα μαλλιά της πίσω σε χαμηλό σινιον, φόρεσε φον ντε τεν, κόκκινο κραγιόν, το καλύτερο φουστάνι που είχε, λεπτές νάιλον κάλτσες και ψηλοτάκουνα παπούτσια, έβαψε και τα νύχια της με μεγάλη επιμέλεια κατακόκκινα, έτσι ώστε να δείχνει κυρία του καλού κόσμου. έπρεπε να πείσει τους συνομιλητές της ότι ήταν μία κυρία του καλού κόσμου με πολλά λεφτά. συνόδευε εναν χοντρό γερμαναρά, πανύψηλο, με μεγάλη κοιλιά και τιράντες, με μύτη κόκκινη και στρογγυλή από τις πολλές μπύρες, ξανθό, σχεδόν άσπρο, προχωρημένης σχετικά ηλικίας για τα δικά της μέτρα, αυτή ήταν τριάντα κι ο γερμανός γύρω στα πενήντα πέντε, και είχαν προηγουμένως καλά συνεννοηθεί για το ρόλο που θα παίξουν στο ταξίδι αυτό το προσεγμένα οργανωμένο από την αστυνομία.
τον Φραντς τον έβλεπε επίσης για πρώτη φορά η Μαρίνα. τον είχε συναντήσει την προηγούμενη το βράδυ στο γραφείο του αστυνομικού διευθυντή, ήταν φίλος του και εχθρός της παράνομης εμπορίας. ο αστυνομικός διευθυντής του είχε ζητήσει να διαθέσει για την επιχείρηση την κόκκινη μερσεντές του, γιατί είχε μεγάλη αξία για την τύχη της το να φαίνεται λεφτάς. ήταν σαφές και μόνο που τον έβλεπες, πριν ακόμα ανοίξει το στόμα του, ότι στην πραγματική του ζωή ήταν καλοβαλμένος και μορφωμένος. μιλούσε τρεις γλώσσες εκτός από τα γερμανικά, γαλλικά, ισπανικά και φυσικά ελληνικά, παντρεμένος με ελληνίδα, γελούσε συχνά και τρανταχτά στο γραφείο του αστυνομικού διευθυντή, με ανοιχτό το στόμα και λίγα εκτινασσόμενα σάλια, άνετος, σαν φίλος του αρχηγού που ήταν, και αισθανόμενος φυσικά την υπεροχή του μέσα σε εκείνο το άθλιο μπορντέλο του αστυνομικού μεγάρου.
μέγαρα λέγαν οι αρχαίοι τα παλάτια και αυτή η άθλια πολυκατοικία στην οποία στεγαζόταν η αστυνομική διεύθυνση μόνο παλάτι δεν ήταν. ακόμη και στο γραφείο του αστυνομικού διευθυντή όλα ήταν χάλια και καθόλου διευθυντικά, αν εξαιρέσεις το φθαρμένο μαύρο δερμάτινο σουμέν με τα γδαρμένα χρυσοειδή στολίδια ολόγυρα και το διακοσμητικό στυπόχαρτο, εκείνο το ασταθές μαυριδερό ημικύκλιο εννοώ που στόλιζε επισταμένα για άπειρα χρόνια κάθε αρχηγικό γραφείο κι ας είχε προ πολλού εγκαταλειφθεί ο κονδυλοφόρος.
στις ετερόκλητες μεταξύ τους πάλαι ποτέ δερμάτινες πολυθρόνες είχαν βουλιάξει αναγκαστικά η Μαρίνα, ο Φραντς, ο Κώστας, ένας όμορφος ψηλός αστυνομικός, και η Πολύμνια, εκείνη η μαντάμ με το γουναράδικο γεμάτο λαθραίες γούνες, πολλά λεφτά και αφορολόγητα και η Πολύμνια έπρεπε να την βγάλει καθαρή αφού την είχαν στριμώξει για φοροδιαφυγή και παράνομες εισαγωγές. έτσι, σαν καταδότρια που σέβεται τον εαυτό της, αποφάσισε να δώσει εν ψυχρώ το νεαρό Αλέξανδρο που είχε κάνει κάποτε το μεγάλο λάθος να την πηδήξει και να της εξομολογηθεί στο επακόλουθο τσιγάρο τις άλλες του δραστηριότητες εκτός από τα λιγνιτωρυχεία Πτολεμαΐδας.
την Πολύμνια θα την έλεγες άσχημη μα καπάτσα, γυαλαμπούκα με μαύρο χοντρό σκελετό και πατομπούκαλα, με χοντρά μελανιασμένα χείλη, μεγάλο κώλο, μικρά βυζιά σκέτες υποψίες πίσω από το βαθύ ντεκολτέ του λουλουδάτου ντε πιες αρχές χειμώνα και ένα στόμα λαϊκό σαν από καταγώγιο.. η Πολύμνια κουτσοήξερε γερμανικά γιατί για μερικά χρόνια είχε υπάρξει μετανάστρια στη γερμανία. ο αστυνομικός διευθυντής πρότεινε να μιλούν μεταξύ τους μπροστά στους αλήτες εμπόρους, που θα συναντούσαν αύριο, σε ξένη γλώσσα, έτσι ώστε οι έμποροι να πεισθούν ότι ο γερμανός είναι ο αρχηγός, η Μαρίνα η γραμματέας του, ο Κώστας ο οδηγός του και η Πολύμνια μια καλή φίλη που τους φέρνει σε επαφή με την αρχηγική αφρόκρεμα της αρχαιοκαπηλείας.
αυτός ήταν και ο λόγος που η Μαρίνα αρματώθηκε πάνω της κάθε μικρή λεπτομέρεια που θα μπορούσε εύκολα και φθηνά να της εξασφαλίσει την εικόνα της πλούσιας. τον επίχρυσο αναπτήρα τον δανείστηκε από το μπαμπά της φίλης της και τα τσιγάρα της τα αγόρασε πανάκριβα ειδικά για την περίσταση. τα τακούνια ήξερε ότι θα της πλήγωναν τα πόδια, ωστόσο έκρινε ότι αποτελούσαν κρίσιμο στοιχείο για την εμφάνιση της.
στην καφετέρια του μικρού επαρχιακού ξενοδοχείου που σταμάτησαν για το πρώτο ραντεβού, έκανε πολλές σκέψεις η Μαρίνα παρατηρώντας με προσοχή το νεαρό υπάλληλο του λιγνιτωρυχείου Πτολεμαΐδας, καθώς μάλιστα μόλις είχε εισπράξει την απάντησή του για τον τεράστιο μισθό του σε σχέση με τον δικό της. τον οίκτιρε κιόλας από μέσα της που ήταν τόσο απατεώνας κι ας είχε χρήμα που λίγοι καθημερινοί τύποι είχαν παρόμοιο, αλλά λίγες στιγμές αργότερα τον αηδίασε σκεπτόμενη πώς ένας τόσο όμορφος και υπολογίσιμος άντρας έσπευδε τρέχοντας να χωθεί στη φυλάκα από πλεονεξία -είχε μάθει η Μαρίνα από μωρό ότι όποιος πάει για τα πολλά χάνει και τα λίγα-. καθώς τον παρατηρούσε με προσοχή σκεφτόταν ότι δεν είναι εύκολο να καταλάβεις έναν άνθρωπο δίπλα σου και ότι θα τον πηδούσε ευχαρίστως και χωρίς χασομέρι, αν δεν ήξερε τί μέρος του λόγου ήταν. βλέπεις η Μαρίνα είναι διαφορετική από την Πολύμνια, εκείνη πουτανέ στάιλ, η Μαρίνα παιδί των βιβλίων με έντονη διάθεση να διαβιοί εντός των ορίων της εντιμότητας, οπότε ο όποιος Αλέξανδρος δεν θα της εξομολογούνταν ποτέ βρωμοονειροπολήσεις και ξεράσματα. τότε η Μαρίνα σηκώθηκε να πάει για κατούρημα, όχι τόσο γιατί το είχε ανάγκη, αλλά γιατί ξαφνικά της ήρθε η επιθυμία να μείνει μόνη της με τον εαυτό της για να σκεφτεί όλα αυτά που γίνονταν γύρω της από χτες το βράδυ, έτσι, να γυρίσει τα μάτια της γύρω-γύρω χωρίς παρατηρητή, και να τα κλείσει, και να τα σφίξει για να νιώσει ξύπνια χωρίς ο περιποιητικός Αλέξανδρος να τη ρωτήσει: Πάθατε κάτι; άργησε πολύ στην τουαλέτα του ξενοδοχείου, έκανε όλες τις κινήσεις αργά, και όταν σηκώθηκε και στάθηκε μπροστά στο λαβομάνο για να πλυθεί και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη για να φρεσκάρει το κραγιόν της, ένιωσε αναγούλα για τη συνάντησή της με τον όμορφο παράνομο.
έμειναν στο ξενοδοχείο περίπου ως τις δώδεκα το μεσημέρι, ήταν ημέρα Πέμπτη, και ο όμορφος άντρας σηκώθηκε, πλήρωσε το λογαριασμό των καφέδων και του συνοδευτικού δεκατιανού και προχώρησε μπροστά για να δείξει το δρόμο που θα ακολουθούσε το αυτοκίνητο με τους τέσσερις επισκέπτες, που δεν ήταν η κόκκινη μερσεντές αλλά τελικά ένα μπεζ αγροτικό από τα κατασχεμένα με πινακίδα τσολ και δύο ζευγάρια καθίσματα. ο Αλέξανδρος είχε τηλεφωνήσει κάποιους να περιμένουν το μπεζ αυτοκίνητο. ο ίδιος τους χαιρέτησε εκεί, τη Μαρίνα με ένα χειροφίλημα.
βγήκανε λίγο πιο μακριά απ’ το ξενοδοχείο, οδηγούσε ο Κώστας και δίπλα του καθόταν ο Φραντς, πίσω από το γερμανό η Μαρίνα και δίπλα της η Πολύμνια. Μόλις απομακρύνθηκαν δυο-τρία χιλιόμετρα είδαν στ’ αριστερά τους τον ελαιώνα που τους είχε πει ο Αλέξανδρος και κάποιος πάνω στην άσφαλτο τους κούνησε το χέρι να σταματήσουν. πάρκαρε ο Κώστας με έναν ελιγμό μέσα στον ελαιώνα, εκείνος που τους έκανε νόημα, ο Γιώργης ήτανε, προχώρησε γρήγορα μπροστά σηκώνοντας το χέρι σε μια κίνηση Στάσου όπως είσαι, και οι τέσσερις άφησαν το αμάξι και ακολούθησαν περπατώντας τον τύπο βαθιά μέσα στον ελαιώνα, μέρα μεσημέρι με ήλιο και αρκετή ψύχρα.
διέκριναν λίγο πιο κει το κρεμ Λάντα, είχε τότε γεμίσει με Λάντα όλη η Ελλάδα. από τη θέση του οδηγού κατέβηκε ο Παναγιώτης, αυτός που λίγες ώρες αργότερα θα φαινόταν στη Μαρίνα τόσο κακομοίρης που θα τον ονομάτιζε κυρ Παναγιωτάκη. έκανε γενναιόδωρη κίνηση χαιρετισμού ανοίγοντας μπροστά και τα δυο του χέρια για να σφίξει τα δικά τους και ένα υπομειδίαμα εγκαθιδρύθηκε από τη στιγμή εκείνη στο κάτω μέρος του φεγγαροπροσώπου του. εξήγησε με λίγα λόγια πως η ανάγκη τον κάνει να κάνει αυτό που κάνει, είναι έντιμος άνθρωπος αυτός αλλά η δουλειά στη βιοτεχνία στην Πάτρα δεν πάει πολύ καλά και πρέπει να λάβει τα μέτρα του. ο γερμανός κοιτάζει αυστηρά αφ´υψηλού, κάτι λέει στα αγγλικά διφορούμενο στη Μαρίνα, που αυτή το πιάνει σαν Τον καημένο το μαλάκα, συγκατανεύει εξίσου σοβαρά κουνώντας το κεφάλι και ο Κώστας βγάζει από την τσέπη ένα μπλοκάκι και ένα μπικ για να κρατήσει σημειώσεις. η Πολύμνια στέκεται παρέκει ψιλοχεσμένη, καθώς δεν έχουν δα και όλοι γεννηθεί ηθοποιοί..
ο Φραντς δείχνει με το χέρι ότι θέλει να μη χάνουν χρόνο και ο Παναγιώτης ανοίγει το καπό του πορτ μπαγκάζ.

τα παστέλ

νόμιζα παλιά πως πρέπει απ´την αρχή να ξέρεις ακριβώς τί θέλεις να κάνεις τραβώντας τις όποιες γραμμές στο χαρτί, και έτσι κανένα αποτέλεσμα δεν μου άρεζε, καθώς τα σκληρά παστέλ γρατζουνούσαν βάφοντας σκληρές γραμμές και σπάζοντας σε σκληρούς κόκκους, και τα τρυφερά από δαύτα πουδράριζαν τον τόπο και κατακάθονταν στα πνευμόνια μου. δεν μου άρεζε γιατί βιαζόμουνα και τα περιγράμματα ήταν μοιραία χοντρά και ατελή και δεν μου αρέσουν οι χοντράδες. νόμιζα παλιά πως από την ώρα που θα αποφασίσεις να απλωθείς σ´ένα τραχύ μπεζ Α2, οφείλεις να μην σέρνεις το χέρι μουτζουρώνοντας και πως όλη αυτή η συγχώνευση μεμονωμένων χρωμάτων σε θολές τελικά αποχρώσεις χαράμιζε το αποτέλεσμα. βιαζόμουν, λες και δεν το ήξερα κατά βάθος ότι ο χρόνος είναι η καλύτερη παρέα που σε παίρνει αλά μπρατσέτα και σε βγάζει ήπια και απαλά. μπορεί και αφελώς να νόμιζα ότι μόλις χτυπήσεις παλαμάκια πρέπει να πάρεις περιποιημένη και περιγραμμένη τελική εικόνα. μα αφού το ίδιο το υλικό είναι δυνατό και γενναιόδωρο, να σπαταληθεί πολλές φορές πρέπει και καμιά σημασία δεν έχει αν τα μπαστουνάκια κονταίνουν γρήγορα. να πας και νάρθεις επανειλημμένα, να χωνέψεις και να συγχωνεύσεις έγχρωμες δυνάμεις και ασήμαντες μονοχρωμίες, να διασκεδάσεις με το άλλο χρώμα που σου χαμογελά σε κάθε πόντο. το όλον προκύπτει μαγικά κοντά ή και έξω από τις προσδοκίες σου, δεν έχει σημασία, αυτό θα πει ελευθερία. να μην βιαστείς. για ώρες, για μέρες να πηγαίνεις και να γυρίζεις πάνω στα δυόμισυ χιλιάδες τετραγωνικά εκατοστά σου, και να μεταμορφώνεις κάθε ένα από αυτά ασταμάτητα, όσο στο τέλος να απορείς πως ενώ ξεκίνησες με μιαν ακαθόριστη ιδέα για το τί θα ήθελες να δεις, προκύπτει εικόνα ομιλούσα έτσι πως δεν τη φαντάστηκες.. τα χρώματα παίζουν με το χρόνο μου…

12 ιανουαρίου 2017

L’infinito

Sempre caro mi fu quest’ermo colle,
e questa siepe, che da tanta parte
dell’ultimo orizzonte il guardo esclude.
Ma sedendo e mirando, interminati
spazi di là da quella, e sovrumani
silenzi, e profondissima quiete
io nel pensier mi fingo; ove per poco
il cor non si spaura. E come il vento
odo stormir tra queste piante, io quello
infinito silenzio a questa voce
vo comparando: e mi sovvien l’eterno,
e le morte stagioni, e la presente
e viva, e il suon di lei. Così tra questa
immensità s’annega il pensier mio:
e il naufragar m’è dolce in questo mare.

Giacomo Leopardi, Recanati, 1819

..λέγει ἡ Πυθίη τάδε.

«ἔστι τις Ἀρκαδίης Τεγέη λευρῷ ἐνὶ χώρῳ,

ἔνθ᾽ ἄνεμοι πνείουσι δύω κρατερῆς ὑπ᾽ ἀνάγκης,

καὶ τύπος ἀντίτυπος, καὶ πῆμ᾽ ἐπὶ πήματι κεῖται.

ἔνθ᾽ Ἀγαμεμνονίδην κατέχει φυσίζοος αἶα,

τὸν σὺ κομισσάμενος Τεγέης ἐπιτάῤῥοθος ἔσσῃ.»

(Ηροδότου Ιστορίαι, Κλειώ, 67.4 )

 

κρατερή ανάγκη (;). Δεν είμαι δα και σίγουρη.. καμιά φορά σαν τέτοια φαίνεται, μα σαν τη λαγαρίσω ξανεμίζεται… στον ίδιο τόπο περπατώ πάλι τώρα, μεγάλο πολυκύμαντο, μικρούτσικο τον νιώθω ασύστολα.. τί διάολο φίλτρα μικραίνουν τους τόπους μου..!

 

τί ιερή παρουσία όταν σιωπώ.., ο Τάο!

 

τον νιώθω να γέρνει δίπλα μου, ζεστός, μαλακή σάρκα που βυθίζομαι,
το δεξί μου μάγουλο πρώτα συναναστρέφεται επιδερμίδα συγκεκριμένης θερμότητας
και αμέσως στραβώνω τα χείλη δεξιά για να φιλήσω..
βάλθηκα να περιγράψω την εμμονή μου
είναι δύσκολο να δραπετεύσεις εκεί
φοβάμαι μήπως υπερβάλλω και χαθώ σε μη πραγματοποιήσιμες ονειροφαντασιές
φοβίες ανυπόστατες, είναι τόσο κακό να ονειροπολήσω;
και έτσι πάνω στο δευτερόλεπτο της εκκίνησης αναβάλλω τη δραπέτευση
κι άλλες φορές πάλι, πιο θαρραλέα, πετάω όλα τ´ άλλα άτακτα γύρω και ορμώ,
ακούω τη φωνή μου ξαφνικά να συμμετέχει, εισήλθα, τα κατάφερα,
τόφερα από δω, το γύρισα από κει, αλλά δεν το απόφυγα
(νάζια κάνω, δεν θέλω να το αποφύγω, με τα μούτρα να πέσω μέσα του και να χαθώ επιδιώκω)

mi chiamo Paolo


συννεφάκια αόριστα καλύπτουν το χαζοκόριτσο
με χρώματα παλ προορισμένα για ευκολόπιστους.
δεν ξέρει τίποτε άλλο για την ώρα η μικρούλα, δεν σοβαρεύεται
ανάγκη δεν υπάρχει άλλωστε, είναι ο κόσμος από μόνος του δύσκολος
ας μην προκύπτει η ζωή της δυσκολότερη γράφοντας χρώματα με έννοια σοβαρότητας.
ποιος αλήθεια σκοτίζεται πόσο το μαύρο πένθος της εστοίχισε;
ένα πένθος έτσι κι αλλιώς όλοι μας το’ χουμε.

ρόζ. χρώμα κατάλληλο για μυρωδάτη πούδρα που διανέμεται γύρω της ανάλαφρα
σιελάκι τη σκεπάζει για να ανταγωνίζεται τη θάλασσα
(θεραπευτής η θάλασσα στον ύπνο της μα το κρύβει όσο μπορεί με επιμέλεια)
αραιό κίτρινο – ιπτάμενες στραφταλιστές νεράιδες στο φως του ξημερώματος-
είναι εαυτός αυτός που αρμόζει μεσημέρι; αναρωτήθηκε.
ναι, είναι εαυτός αυτός -απάντησε μόνη της- ιδανικός για χαζοκόριτσα.
της χρειάζονται πια ρόλοι αφελούς και σήμερα τους βγάζει εύκολα.
κάποιος πλησιάζει απαλά το χαζοκόριτσο.

κοίτα να δεις τι εύκολη ζωή που της προέκυψε..

mi chiamo Paolo…
δροσίστηκαν τα ακροδάχτυλα στο κυματάκι που κύλησε κάτω απ’ τα πόδια της
τα ίχνη της στην άμμο απαλύνθηκαν,
στο επόμενο θα σβήσουν πια ολότελα
και μετά θα φτιάξει άλλα, όπως τα θέλει..
είναι η μέρα της σήμερα.. επιτέλους είναι η μέρα της…

τετάρτη 28 οκτωβρίου 2009