κατέβηκα στην Αθήνα το Μάη του 1979 για να ορκιστώ. είχα λάβει μέρος στις εξετάσεις των βυζαντινών στις αρχές του παγωμένου Γενάρη του 1979. ήταν οι πρώτες εισαγωγικές εξετάσεις στην αρχαιολογική υπηρεσία, που γίνονταν μετά από πολλά χρόνια. εγώ ήμουν τσαμπιόνι στα κλασικά, βυζαντινά κουτσοκάναμε στο πανεπιστήμιο (ο Πελεκανίδης είχε αποθάνει και μόλις είχε έρθει ο στεγνός Βοκοτόπουλος που μας έκανε αρχιτεκτονική, από τον οποίο είχα πάρει τον μεγαλύτερο βαθμό που είχε βάλει, 8!!). δεν τα χώνευα κιόλας τα βυζαντινά. έλα όμως που οι εξετάσεις των βυζαντινών ήταν οι πρώτες, των κλασικών αχνοφαίνονταν στο μέλλον κι εγώ είχα τρελή ανάγκη για δουλειά. τελικά οι εξετάσεις των κλασικών έγιναν σε τέσσερις μήνες, Απρίλιο, και οι αρχαιολόγοι διορίστηκαν λίγο μετά από μας, το καλοκαίρι. άμα τόξερα, δεν θα πήγαινα στα βυζαντινά, όπου έπρεπε να ξεκινήσω σχεδόν από το μηδέν, σε αντίθεση με τα κλασικά που τα έπαιζα στα δάχτυλα, γιατί και καθηγητάρες είχαμε και γω ήμουν πολύ διαβαστερή περί τα αρχαιολογικά, τρίτο και τέταρτο έτος τότε η Αρχαιολογία κι όχι από το πρώτο, έπαιρνα και υποτροφία.
ετοιμάστηκα σαν τρελή για τις εξετάσεις. σε ένα μήνα διάβασα ό,τι και όσο άντεχα, δεκάξι ώρες τη μέρα διάβαζα. είχα κατεβεί στην Αθήνα με τη μαμά μου την τετάρτη 24 ιανουαρίου 1979 και μέναμε στο ξενοδοχείο Κόσμος κοντά στην πλατεία Μεταξουργείου και στο Εθνικό θέατρο. ήταν εξουθενωτική η παραμονή μου εκεί. ζαλιζόμουν από το πολύ διάβασμα. τα βράδια βλέπαμε στην τηλεόραση του σαλονιού τα νέα για την ιρανική επανάσταση, φόβος και τρόμος ο Χομεϊνί, δεν πιστεύαμε στα μάτια μας τον τόσο θάνατο. η μαμά μου με είχε βοηθήσει πολύ, ήταν συνέχεια πίσω μου, και τα βράδια με έβγαζε βόλτα. το Μεταξουργείο και η Ομόνοια ήταν αλλιώτικα τότε, δεν κινδυνεύαμε στα σκοτεινά.
κάποτε, πολλά χρόνια μετά, βρήκα ένα κουτί με χρονολογημένες σημειώσεις. έτσι μπορώ να λεπτολογήσω, τώρα που είναι απρίλης του 2026:
το σάββατο 27 ιανουαρίου 1979 δώσαμε οι πτυχιούχοι αρχαιολογίας, υποψήφιοι για μια μόνιμη θέση στην Αρρχαιολογική Υπηρεσία, προκριματικές εξετάσεις στην ξένη γλώσσα σε μια αίθουσα του υπουργείου προεδρίας. εγώ γαλλικά, το θέμα ήταν η μονή Δαφνίου. για καλή μου τύχη το προηγούμενο βράδυ είχα ξεσκολίσει έναν γαλλικό οδηγό για τον άγιο Λουκά και την επομένη έτυχε το Δαφνί με τον ίδιο αρχιτεκτονικό τύπο και την ιδιαίτερη ορολογία του… trompes d’ angle! έτσι τσίμπησα ένα 16 και συνέχισα στον δεύτερο γύρο.
τα αποτελέσματα βγήκαν στις 31 ιανουαρίου, οι επιτυχόντες που μπορούσαν να πάρουν μέρος στον δεύτερο γύρο ήταν 24, ένας εγκατέλειψε μετά την πρώτη μέρα των εξετάσεων και μείναμε 23. οι κανονικές εξετάσεις ξεκίνησαν την πέμπτη 1 φεβρουαρίου στο αμφιθέατρο του εθνικού αρχαιολογικού μουσείου, όπου γράφαμε ακροβολισμένοι και επιτηρούμενοι. τα θέματα είχαν βάλει οι Πετράκος, Παύλος Λαζαρίδης, Δρανδάκης, Ντούλα Μουρίκη, Μάντω Οικονομίδου.
η ιστορία της τέχνης πρώτη. δεν είχα ακουμπήσει καν βιβλίο. στο πανεπιστήμιο ο Χρύσανθος Χρήστου (1922-2016) μας έκανε το μάθημα, μα τα έλεγε γρήγορα σαν πολυβόλο και μας είχε ταράξει με τους ..άξονες στις αναλύσεις των έργων, οι άξονες βγαίνουν από μέσα σου όταν ζωγραφίζεις κύριε καθηγητά, κάποιο κρυφό χεράκι του νου και της ψυχής σου τους φροντίζει, άλλη κουβέντα αυτό.. δεν τον πολυπαρακολουθούσα τί έλεγε, τις φωτογραφίες που πρόβαλε στον τοίχο παρατηρούσα. ο Χρήστου είχε συγκροτήσει τεράστιο αρχείο σλάιντς, που κάηκε το 1991 στην πυρκαγιά του κτιρίου του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. ήταν η πρώτη δυστυχία που τον κατακεραύνωσε. τότε ήταν μόχθος, σήμερα πια είναι παιχνίδι η συλλογή εικόνων, άσχετο!
Λεονάρντο ντα Βίντσι, Ρέμπραντ και Ρούμπενς, δύο αντίθετες προσωπικότητες του βορρά και ο γαλλικός ιμπρεσιονισμός ήταν τα θέματά μας και ταύτιση και σχολιασμός τριών σλάιντς με τον θάνατο του Μαρά του Ζακ-Λουΐ Νταβίντ, τον Δαβίδ του Μικελάντζελο και το ecce homo του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου. είδα τα τρία σλάιντς και μου φύγαν όλες οι αγωνίες σε χρόνο ντε τε.. ήμουν σε πλεονεκτική θέση, διάβαζα και έβλεπα ζωγραφική από τα δώδεκα και το 1973, που είχε ξεκινήσει η κυκλοφορία σε τεύχη της σειράς «Οι Έλληνες Ζωγράφοι» από τις εκδόσεις Μέλισσα, ήμουν 19 χρονών και αγόραζα κάθε δεύτερη Δευτέρα ένα τεύχος με 30 δραχμές από τον βιβλιοπώλη Γιάννη Βαφειάδη στην Αετορράχης 62, που το έφερνε μόνο για μένα..τι ωραία εποχή! να αναμένεις με αγωνία τη Δευτέρα για να έρθει το περιοδικό σου! και να έχεις εξοικονομήσει τα 30 δεκάρα-δεκάρα..
κοίταξα ολόγυρα, όλοι οι συνυποψήφιοι συνοφρυωμένοι ψάχνονταν δεξιά-αριστερά και γω θα είχα μάλλον το ύφος του σούπερ ντούπερ ξερόλα με κανά χαμόγελο αυτοπεποίθησης ως τα αυτιά, γιατί μου έκαναν απελπισμένα νοήματα και ματάκια οι γύρω μου, έλα πες σε παρακαλώ..εννοείται κιχ εγώ. δύο επιτυχούσες θυμάμαι, όνομα και μή χωριό, την ακριανή μου δεξιά, μετέπειτα συνδικάλα, που ξεφύλλιζε μετά μανίας στη ζούλα στα γόνατά της ένα βιβλίο για ζωγραφική, και μία ακόμη, που πρόσφατα απομακρύνθηκε από τη θέση της, που όρθια στις μύτες αντέγραφε τον Σκαμπαβία που καθόταν μπροστά της. οι επιτηρητές έκαναν πως δεν έβλεπαν. αγαθό και καλόβολο πλάσμα ο Σκαμπαβίας, συναντιόμασταν πολύ συχνά τα επόμενα χρόνια, καταλήξαμε μαζί στο Όλυμπος-Νάουσα ένα μεσημέρι, ετοιμόγεννη εγώ, τρώγοντας σουτζουκάκια αλ´εζυπσιέν, ότι αν αποκτήσω αγόρι, θα το ονομάσω Νικηφόρο και αν κορίτσι Ειρήνη, γιατί αυτό το άγνωστο κυοφορούμενο με είχε βοηθήσει να κάνω ειρήνη με τον εαυτό μου και αυτό έπρεπε να φαίνεται στο όνομά του. στην πρώτη σύσκεψη ως επιτυχόντες και νεοπροσληφθέντες στο γραφείο του υπουργού Δημήτρη Νιάνια τον Μάιο του 79, ο Κώστας, που ήταν και ανηψιός του υπουργού, ανακάλυψε μέσα σε μία ντουλάπα το πουλί της χούντας. “Ωωωω! monumentum historiae antiquae” αναφωνεί και μεις το αντικρύζουμε με αποτροπιασμό. Τότε δεν ξέραμε αυτά τα je suis charlie….
ο Πετράκος την άλλη μέρα έβαλε δύσκολα: ο βωμός της Περγάμου, περιγραφή, ανάλυση και σύγκριση με μετόπες αρχαϊκής και κλασικής εποχής και θέματα επιτυμβίων στηλών κατά τη ρωμαιοκρατία στην Ελλάδα. το σάββατο στις 3 φεβρουαρίου είχαμε να παλέψουμε με τη βυζαντινή αρχαιολογία: τρεις διαφάνειες για ταύτιση και σχολιασμό, μια τοιχογραφία βαϊοφόρου από τον Μυστρά, μια εικόνα του Τζάνε Μπουνιαλή, ένα μεταλλικό θυρόφυλλο, νομίζω της αγιασοφιάς. τη δευτέρα στις 5 μια κάτοψη σύνθετου εγγεγραμμένου και η εξέλιξη στη μεταβυζαντινή αρχιτεκτονική, ένα κιονόκρανο με ανεμιζόμενα φύλλα, ονόματα από παλαιοχριστιανικές βασιλικές και ένας αρχαιολογικός περίπατος στον Μυστρά. την τρίτη 6 παλαιογραφία: πανομοιότυπο εκκλησιαστικό 9ου αιώνα να μεταγραφεί, χρονολογηθεί κλπ. στη νομισματική πάλι ευκολάκι: τα νομίσματα ως ιστορικές πηγές και ένα τεσσαρακοντανούμμιο Ιουστινιανού και στην επιγραφική η επιγραφή από το υπέρθυρο της Παναγίας Χαλκέων. στις 7 εξουθενωμένη, έλεος, επιστρέφω στο σπίτι μου στη Θεσσαλονίκη. τελικά με μια μέτρια βαθμολογία πέρασα ενδέκατη, παρ´ολίγον απέξω.
το σάββατο 26 Μαΐου 1979 ορκιστήκαμε σε ένα γραφείο του Υπουργείου Πολιτισμού και Επιστημών, έτσι το έλεγαν τότε, ελάχιστα πράγματα θυμάμαι, όπως το φως που έμπαινε από το ολότοιχο παράθυρο και ότι αισθανόμουν πολύ σπουδαία και περήφανη. από τους συναδέλφους θυμάμαι την Αριστέα Καβαδία και τη Λίνα Στρατή. το βράδυ του σαββάτου επιστρέφω στη Θεσσαλονίκη με το τρένο, φθάνω ξημερώματα, για να πάρω πράγματα για την επικείμενη πολύμηνη παραμονή μας στην Αθήνα όπου θα κάνουμε την εκπαίδευσή μας.
η τετάρτη, 30 Μαΐου, είναι η πρώτη μέρα δουλειάς. με τοποθετούν στο υπουργείο, Αριστείδου 14, στον πέμπτο όροφο, όπου το Τμήμα Βυζαντινών Χώρων και έχω προϊστάμενο τον Νίκο Ζία. συστεγαζόμασταν στο γραφείο 7, μαζί με την Γεωργία Χαπίδη και την Καίτη Καλαντζή, που ήταν παλιά και έμπειρη και αυτόματα τη συμπάθησα πολύ. όλο ήθελε να με βοηθήσει εκεί με τις άδειες και τη γραφειοκρατία και μου έλεγε με γλυκιά φωνή Έλα, μη διστάζεις, ρώτα με ό,τι θέλεις, και όλα μου τα εξηγούσε. τότε ήταν που έμαθα ότι τα ονόματα Τσαμπίκα και Τσαμπίκος είναι τα ροδίτικα “εθνικά”. γενικά βαριόμουνα λιγάκι, η γραφειοκρατική δουλειά δεν είναι διόλου ενδιαφέρουσα. αργότερα με έστειλαν στο Βυζαντινό Μουσείο, καθόμουν στη βιβλιοθήκη και διάβαζα. ο Παύλος Λαζαρίδης επέμενε να γράφω στη γραφομηχανή, που ως τότε δεν είχα ιδέα.
ω του θαύματος, στις 20 ιουνίου κατέφθασε και ο πρώτος μισθός: 1.960 δραχμές για τον Μάη και 10.618 δραχμές για ολόκληρο τον ιούνιο. ο βασικός μισθός είναι 14.200 αλλά μας γίνονται και κρατήσεις 3.582 δραχμών κάθε μήνα όλο το πρώτο εξάμηνο.
μας συνέστησαν να κατοικήσουμε στον ξενώνα της Αρχαιολογικής Εταιρείας, στον τέταρτο όροφο ψηλά, όπου με 30 δραχμές την ημέρα περάσαμε μια χαρά ως το τέλος του χρόνου που μείναμε στην Αθήνα (κάπου στα Εξάρχεια. Αθήνες…). ο ξενώνας είχε τρία δωμάτια σε μόνιμη λειτουργία. στο μπροστινό, που αντιστοιχεί στο κεντρικό από τα τρία παράθυρα της πρόσοψης, το τρομερό παράθυρο, από το μάη ως τα χριστούγεννα του 79 ήταν μέρα και νύχτα ανοιχτά τα ρολά, τα τζάμια κλειστά, στις 4 το πρωί ξεκινούσε ο θόρυβος της πανεπιστημίου. από τότε και μετά, πολλά επόμενα χρόνια, σ´αυτό το δωμάτιο έζησα πολύ.
στο δωμάτιο μέναμε εγώ και η Λίνα, στο γωνιακό με την Ομήρου συχνά-πυκνά ο Μανώλης Μπορμπουδάκης από την Κρήτη, κάποτε ένας ηλικιωμένος γερμανός αρχαιολόγος που είχε παίξει το ρόλο του στην κατοχή, ο Roland Hampe και ο Georges Ruzsa από τη Βουδαπέστη που είμασταν φιλαράκια, συνενοούμασταν στα γαλλικά και πίναμε αβέρτα καφέδες στην υπέροχη πλατεία των Εξαρχείων. στο πίσω δωμάτιο έμεναν ο Νίκος Ζήκος με τον Κώστα Τσουρή, συμπατριώτες και συνάδελφοι στην Καβάλα.
μας φρόντιζε η πάντα χαμογελαστή κυρία Άννα που συμμάζευε τις ακαταστασίες μας και έστρωνε τα κρεβάτια μας. πολύ την αγαπούσα την κυρία Άννα που κατείχε το χάρισμα να δένεται με τους ανθρώπους. την πρώτη φορά που κατέβηκα εκεί όντας πια νέα μάνα, κουβάλησα μαζί μου έναν πάκο φωτογραφίες της νεογέννητης κόρης μου και τις φύλαγα δίπλα στο κομοδίνο. γύρισα την επόμενη το μεσημέρι, όπως πάντα βρήκα το κρεβάτι μου στρωμένο και πάνω του η κυρία Άννα είχε παρατάξει τις φωτογραφίες και ήταν σαν όλο το δωμάτιο να είχε γεμίσει από το κοριτσάκι μου.
η βιβλιοθήκη ήταν από κάτω μας, αλλά πήγαινα σπάνια, με κατέθλιβε όλο αυτό το καφέ σκούρο. προτιμούσα να διαβάζω εφημερίδες, να πηγαίνω σχεδόν κάθε απόγευμα σινεμά (ω Βοξ αγαπημένο!), να τρώω μεσημέρια στο Κεντρικόν χαζεύοντας με θαυμασμό τον Κουν καθισμένο στη γωνία μπαίνοντας δεξιά και το βράδυ μεταμεσονύχτια στο Ιντεάλ με τους ηθοποιούς μου, που πιάναμε και κουβέντα καμιά φορά -ο Ζώρας Τσάπελης ήταν καλότατος και πολύ χαιρόμουν μου δεν έμοιαζε με τους ρόλους του-. κάθε νύχτα από τις 11 και μετά εγώ εκεί, στο Ιντεάλ. και για πολλά χρόνια αργότερα, κάθε φορά που κατέβαινα Αθήνα. θα μπορούσα να διηγηθώ σελίδες για τις συναντήσεις μου, τα κουβεντολόγια μου, τα φλερτ.. προπέρσι ένα από τα γκαρσόνια με χαιρέτισε στο δρόμο. “Δεν με θυμάστε” λέει. τράβηξα μια φωτό του ίδιου τόπου στις 26.08.2018, την ανεβάζω παρακάτω. έχω μπερδέψει μέσα μου ποιος είναι για λύπηση στο σύγχρονο κόσμο. ο ανθεκτικός είναι ο νικητής και ο χρόνος δεν είναι γιατρός.
ξαναγυρίζω εκεί που ξέφυγα: τα ελάχιστα χρήματα που απέμεναν από το μισθό μου τα μετέφραζα σε ένα αεροπορικό πηγαινέλα στη Θεσσαλονίκη το δίμηνο. η Λίνα ήταν του σπιτιού, ξυπνούσε χαράματα και μπαινόβγαινε στο δωμάτιο ανοιγοκλείνοντας τις πόρτες με θόρυβο, κοιμόταν νωρίς, εγώ αργά και τσατιζόμουν κάθε πρωΐ με το θορυβώδες ξύπνημα, και όλο γκρίνιαζε που την άφηνα μόνη και έφευγα για να γυρίσω μεταμεσονύχτια. θύμωνε όταν της διηγούμουν τα φλερτ μου.
τις μη εργάσιμες ημέρες ανεβαίναμε στον τέταρτο όροφο της Εταιρείας με τα πόδια από τη μαρμάρινη σκάλα, για να μην διακινδυνέψουμε να μείνουμε στο ασανσέρ και χτυπούσαμε με το κλειδί μας τα κεφάλια των μαρμάρινων προτομών στις σκάλες ένα-ένα για να ανακαλύψουμε.. τον πιο έξυπνο από τους παλιούς αρχαιολόγους. τον πιο μελωδικό ήχο έκανε η κεφαλή του Καστόρχη. την απαγόρευση της χρήσης του ασανσέρ έσπασε η Όλγα Κακαβογιάννη, που επιχειρώντας να πάει στην κηδεία του Ορλάνδου, κλείστηκε τελικά μέσα και τέσσερις φορές ανεβοκατέβηκα τις σκάλες για να μπαινοβγάλω την Πυροσβεστική που ήρθε να τη σώσει..
τρίτη 13 ιανουαρίου 2015, επικαιροποιήθηκε τον Απρίλιο του 2026




Leave a comment