το τραμ το τελευταίο (1)

μαμά με παρελθόν: η μαμά μου μου έλεγε ότι πριν παντρευτεί καθόταν στο σπίτι του Μισκία στην οδό Ματθαίου Καμαριώτου στην Καμάρα, μαζί με την οικογένειά της. ήταν η πρώτη που παντρεύτηκε, το 1953, 29 Νοεμβρίου, στον Αηδημήτρη. πριν από μερικά χρόνια έμαθα ότι ήταν Ματθαίου Καμαριώτου 8. όταν η κόρη του ιδιοκτήτη Άννα ανέβασε στο φέισμπουκ μια οικογενειακή της φωτογραφία παρμένη στο μπαλκόνι του σπιτιού μπροστά στο δρόμο. η ίδια η κόρη εξήγησε ότι στο σπίτι αυτό έμεναν όταν η ίδια ήταν παιδούλα και ότι η είσοδος του σπιτιού ήταν επί της Αγίου Γεωργίου, όμως τα γράμματα από το ταχυδρομείο παραδίδονταν στην οδό Καμαριώτου 8. η Άννα μου περιέγραψε ότι η αδελφή της που είναι μεγαλύτερή της, θυμάται τον γάμο της μητέρας μου, τα αδέρφια της, το καινούργιο σπίτι στα ανατολικά της πόλης, όπου τους επισκέφτηκαν μετά την μετακόμιση, το τωρινό μου σπίτι δηλαδή πριν ανοικοδομηθεί, με το γαμήλιο δώρο, θυμάται τις καλές σχέσεις που υπήρχαν ανάμεσα στις δύο οικογένειες.

φοβίες κάθε είδους: η οικογένεια της μαμάς μου είχε μετακομίσει εκεί από την οδό Σοφοκλέους όπου πρωτοκάθισαν μαζί με άλλους σε ένα δωμάτιο, όταν είχαν έρθει το φθινόπωρο του 1947 εν μέσω εμφυλίου από το χωριό, τη Φούστανη. η μαμά μου τους σέβονταν πολύ τους αγίους και δεν ήθελε να κάνει δουλειές την ημέρα της γιορτής τους. αλλά τα ξύλινα πατώματα στην Καμαριώτου θέλαν σφουγγάρισμα και την έκανε την αμαρτία μια 26η Οκτωβρίου: τα παράθυρα είχαν οριζόντια κάγκελα κι όταν έσκυψε ανάμεσά τους να δει την παρέλαση που περνούσε από την Εγνατία, ανεξήγητα ανεβοκατέβηκε από μόνο του το κεφάλι της και κουντούρντισε στο σίδερο. πάντα του αγίου Δημητρίου θυμόταν τον πόνο και μου το περιέγραφε, ανελλιπώς κάθε χρονιά υπενθυμίζοντάς με να προσέχω να μην κάνω κι εγώ δουλειές τις εορταστικές ημέρες. κάνω βέβαια, ακόμη δεν τιμωρήθηκα.

με το τραμ στη γιαγιά: ήμουν μικρούλα όταν πηγαίναμε με τη μαμά μου στο σπίτι αυτό με το τραμ να επισκεφθούμε τη γιαγιά και τον παππού μου. το τραμ σταμάτησε να λειτουργεί το 57, άρα εγώ ήμουν το πολύ τριών χρονών. θυμάμαι όμως τα πράσινα σκληρά καθίσματα, το σίδερο που πιανόμουν στην κορυφή τους. το οικόπεδο του σημερινού κτιρίου της Ύδρευσης όπως και το σημερινό πάρκο με το τείχος τότε ήταν περιφραγμέν
α και από μέσα έπαιζαν Καραγκιόζη. η περίφραξη παράλληλα προς την Εγνατία (φωτο) ήταν ψηλή με λαμαρίνες, που στην μπροστινή τους πλευρά ήταν ζωγραφισμένη μια τεράστια γκαζιέρα, διαφήμιση προφανώς. μου έκανε εντύπωση το τεράστιο μεγεθός της. μου άρεζε να κοιτάζω από το παράθυρο της γιαγιάς εκεί που είναι σήμερα το ξενοδοχείο Α Μπε Σε, όπου βρισκόταν ένα πρατήριο βενζίνης Μόμπιλ με σήμα έναν τεράστιο φωτιζόμενο κόκκινο πήγασο πάνω στη στέγη του. από ένα πηγασάκι είχαν πάνω τους και οι αντλίες του πετρελαίου και της βενζίνας. μια τέτοια αντλία είδα σχετικά πρόσφατα να διακοσμεί το εστιατόριο Ζύθος Ντορέ. άλογο με φτερά πρώτη φορά έβλεπα παιδάκι. νομίζω ότι το παρατηρούσα από παράθυρο, άρα στο σπίτι δεν κολλούσε τότε σε άλλο από τα νοτιοανατολικά.

τα πετράδια του Βιλδιρίδη: η μαμά μου ήταν καλαίσθητος άνθρωπος. είχε τελειώσει το δημοτικό μόνον, δεν είχε γυμνάσιο στο χωριό, ήταν και το μεγαλύτερο παιδί, κάτι σαν το Δεν παντρεύομαι γιατί έχω αδελφές να παντρέψω, αλλά είχε μια τρυφερότητα απέναντι στα όμορφα πράγματα. όταν περπατούσαμε μαζί στην αγορά, σταματούσαμε στις βιτρίνες των κοσμηματοπωλείων και εκεί μου έδειχνε τα δαχτυλίδια με τις διάφορες πέτρες και μου μιλούσε ειδικά για αυτές, τι είναι το σμαράγδι, τι είναι το ρουμπίνι, τι είναι το διαμάντι και φυσικά τι είναι το χρυσάφι. τότε είχε εμφανιστεί και ο λευκόχρυσος και με το παιδικό μου μυαλό απορούσα γιατί ήταν πιο ακριβός από τον χρυσό, όπως μου έλεγε η μαμά μου. εμένα μου άρεζε ο χρυσός επειδή η βέρα της ήταν χρυσή. 

και επειδή οι εικόνες είναι χίλιες λέξεις, βάζω εδώ μερικές..
μπροστά στα σταματημένα τανκς ήταν η διαφήμιση της γκαζιέρας. τότε οι λαμαρίνες έφταναν ψηλότερα

Leave a comment

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.