ήταν δυο αδελφές, η τρίτη είχε πρόσφατα πεθάνει..οι δυο κατοικούσαν στον ίδιο, πρώτο, όροφο.. δεν πολυμιλιόνταν μεταξύ τους, η μια που ήξερα καλύτερα ήταν ό,τι νάναι, μπερδεμένη, προσβλητική, αδιάφορη μάνα, να μη δίνει τίποτε στα παιδιά της χωρίς υλικό αντάλλαγμα, τα παιδιά της παράξενα, η μια κόρη ψεύτρα και αδιάφορη, η μικρή κόρη ψεύτρα και καταστροφική, ο γιος ζαμανφού.. μου έλεγε πως η αδελφή της ήταν γριά παράξενη, χωρισμένη γιατί ήταν ανάξια, συγκατοικούσε μ´έναν αχώνευτο γέρο, μιλούσε στα καναρίνια, έλεγε το φλιτζάνι και ζούσε σε ένα αχούρι.. και ένα βράδυ οι δυο αδελφές άνοιξαν την πόρτα τους τυχαία ταυτόχρονα, η μια για να με ξεπροβοδίσει και η άλλη μάλλον περίεργη για την επισκέπτρια της αδελφής, μια τεράστια χοντρή με καφτάνι, «να σας συστήσω» λέει η δικιά μου, «χαίρω πολύ», «ελάτε μέσα», «πάμε» λέει και μου κλείνει το μάτι, «να δεις τι ωραίο σπίτι, το αχούρι» ανοιγοκλείνει το στόμα της γυρισμένη προς τα μένα για να μην τη δει η αδελφή και μπαίνουμε..και μπαίνω στον ..παράδεισο. μυρίζει ινδικό άρωμα, πουλιά τιτιβίζουν σε τρισδιάστατα κλουβιά πλεγμένα από μετάλλινα σύρματα και ξύλινα πηχάκια, ο φαλακρός γέρων αδιάφορος καπνίζει στο βάθος, χρώματα, χρώματα, χρώματα, πλαστικά λουλούδια στα βάζα, πρασινάδες σε γλαστρόνια να κρέμονται από μακραμέ κρεμάστρες απ´ το ταβάνι, φθαρμένα βελούδα, μετάξια και σατέν τυλιγμένα παντού στις βουλιαγμένες πολυθρόνες, αραχνοϋφαντες μαύρες κουρτίνες στα τεράστια παράθυρα κεντημένες με πεταλούδες που διακρίνονται κόντρα στο φως του δρόμου, ναι, ήθελα να μου πει το φλιτζάνι από βυσσινιά γυαλιστερή χρυσοποίκιλτη πορσελάνη στο ζάρφι, μα η άλλη με άρπαξε και φύγαμε κυνηγημένες, «θα ξανάρθω» είπα, δεν έτυχε, η χοντρή τσατσά απόθανε, πάνε τα χρώματα, τα πουλιά, τα αρώματα..
Leave a comment