στην Αντιγονιδών, πολύ καιρό μετά τα ονόμασαν κτελ.. ο πράκτορας, όνομα που ακούγεται βαρύ μα ο ίδιος είναι ένας άξεστος τύπος με βρώμικο ζαρωμένο παντελόνι και μια ιδρωμένη φανέλα από πάνω, οι κομψοί την έλεγαν κασκορσέ.. το τεζιάχι, ροζ φορμάικα που μιμείται της κακιάς ώρας το ανύπαρκτο μάρμαρο, τα μεταλλικά ρέλια ολόγυρα, το δαντελώδες σχήμα, κρύο και όχι δροσερό κάτω από τα μπουτάκια του μικρού κοριτσιού, η πλάστιγγα, οι σπάγγοι που δένουν σφιχτά τα δέματα, οι εισπράξεις στη χαρτοσακούλα, τα άχυρα ολόγυρα στο πάτωμα..
έξω το λεωφορείο της γραμμής περιμένει, βαλίτσες και καφάσια στη στέγη του που ανεβάζουν από σκαλίτσα πίσω και κομποδένουν, μέσα του, στα δεξιά του οδηγού, η προνομιακή θέση του εισπράκτορα με όλη τη θέα του δρόμου, τότε που είχε ο δρόμος δέντρα απ´τις δυο μεριές..
στο πεζοδρόμιο το κοριτσάκι κάθεται σε καρέκλα και παρακολουθεί δίπλα του τον παπουτσή στον πάγκο του, την πισωβελονιά του, με το σουγλί να ανοίγει τρύπες στα δέρματα για να περάσει τη βελόνα, το τσιρίσι για να τα κολλάει, αγαπημένο χρώμα το καφέ.. περνάει διαλαλώντας τα ψιλικά του ο πλανόδιος με το ξύλινο κασελάκι του κρεμασμένο από το λαιμό μπρος στο στήθος, εκεί μέσα είναι τα δαχτυλίδια μου με τις πολύχρωμες πέτρες πριν μου τα αγοράσει ο παππούς.. ο παράξενος με το περιστέρι που τσιμπολογάει τις «τύχες». έμαθα ότι θα πεθάνω 87 χρονών, μου είχε φανεί αιώνες το νούμερο..
«τί θέλεις να φας; ένα κουλούρι;» «ναι!» «όχι καλύτερα, βρώμικα είναι αυτά έτσι μες στη σκόνη, τι λες για μια τουλούμπα με καϊμάκι απέναντι στον Ήλιο;» (κι όταν νυχτώσει, μια μερίδα καλοκομμένο γύρο στον κυρ Αναστάση λίγο πιο πέρα, εκεί στην Κολόμβου, με ψιλοκομμένο σπαθί κρεμμύδι ανάκατο με μαϊντανο και την καυτερή μουστάρδα με κείνο το ξαφνιαστικό κίτρινο στο μικρό άσπρο γυάλινο βαρελάκι με το επίτηδες τρύπιο καπάκι για να ξεπροβάλει η λαβή του μικροσκοπικού κουταλιού..)
αφού μας βούβανε ο πόλεμος, να θαμπώσει το μυαλό από τις αιτίες του και να τις χάνει στη διαδρομή, θες ο ψυχολογικός εκφοβισμός, παίρνει άλλο σώμα και μυρωδιά έτσι, ο εκφοβισμός έχει βρώμα και θάνατο μέσα του, δεν λέω άλλα..
και από την άλλη μεριά, απέναντι από τη θάλασσα, το χαμένο δαχτυλίδι στην άμμο, στη Χονολουλού, μπορεί και να μη την έλεγαν έτσι εκείνη την ψαθοσκέπαστη καλύβα την ανοιχτή από παντού στους αέρηδες και τη βραδινή κρυάδα που μου έφερνε πάντα η θάλασσα, η μαμά σκεπασμένη με την εσάρπα της, ο μπαμπάς καπνίζει, παγωμένα αμύγδαλα με αλάτι πουλάει ο πλανόδιος με το ψάθινο καλαθάκι του κρεμασμένο στον αριστερό πήχη και το μεταλλικό φκιαράκι στο δεξί.. ό,τι μου είχε κάνει δώρο η γρουσούζα η νουνά μου, είχε πάει στράφι. ούτε εκείνη η ωραία ομπρέλα με τα τριαντάφυλλα και την ξύλινη λαβή τη γλύτωσε. το χρυσό δαχτυλίδι με τη γαλάζια πετρούλα χάθηκε στην άμμο της Αγίας Τριάδας..
Leave a comment