νόστος

νοσταλγώ την παλιά ζωή, εκείνη χωρίς διαδίκτυο· διάβαζες για τη βαναυσότητα της ανθρωπότητας σε μια ή δυο το πολύ κυριακάτικες εφημερίδες -σαν το κυριακάτικο κρέας με τις πατάτες ήταν κι οι εφημερίδες, μια απαραίτητη εβδομαδιαία συνήθεια-, διάβαζες και τις καλές πλευρές στα μικρά μιας στήλης και το συναίσθημα έπαιρνε θέση απέναντι στους κακούς, δίπλα στους καλούς· και δεν σε βομβάρδιζαν οι αμφιβολίες από άλλα αναγνώσματα που λέγανε άλλα ή τα αντίθετα, μόνο άμα έλεγε κάτι αντίθετο ή άλλο ο πολύξερος μπαμπάς σου, τότε αναρωτιόσουνα, και αν ρωτούσες "γιατί", "σώπα εσύ", έλεγε, "είσαι μικρή", και έμενες με την απορία και σε λίγο την ξεχνούσες· και οι ετοιμασίες για κάθε γιορτή ήταν του σπιτιού, δεν τις διαλαλούσες, το πολύ-πολύ στη γειτόνισσα ή στη γιαγιά σου αν σε ρωτούσε σαν μάνα που ήταν, μόνο τις γευόσουν και κατόπιν τις παίνευες όπου μπορούσες· και τους φίλους τους κουβαλούσες μέσα σου, δυο-τρεις, άντε τέσσερις-πέντε, σήμερα πέντε χιλιάδες και άσχετοι οι τέσσερις εννιακόσιοι ογδόντα· κι όταν οι συμπεριφορές των άλλων σε άγγιζαν άσχημα, είχες τον ώμο της μαμάς σου για να κλάψεις, "μή στεναχωριέσαι βρε παιδί μου, έτσι είναι οι άνθρωποι", και συ δεν καταλάβαινες ποιοί είναι αυτοί οι έτσι άνθρωποι, τόσο άλλοι, που τολμούν να σε πικραίνουν· μα τώρα που βαραίνει η καρδιά κλαις μόνος σου, αν και οι παραλλαγές παρηγορίας συνωστίζονται στο διαδίκτυο, ποια και αν θα πιστέψεις παραπάνω, και μέσα στην τόσο ταχτοποιημένη ζωή σου το "αν" βασίλεψε τυραννικά, ο απόλυτος μονάρχης του είναι σου, το "αν"...
23 δεκεμβρίου 1916, 22:35

Leave a comment

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.