να η πρώτη σκέψη που έκανα διαβάζοντας το μικρό ανάγνωσμα της σελίδας 49 Είμαστε όλοι περαστικοί/1 του Σάκη Σερέφα στο Οδοιπορικό Θεσσαλονίκης. γράφει: Δεν θυμάμαι πότε ένιωσα για πρώτη φορά περαστικός. Ούτε μπορώ να θυμηθώ πότε πρωτοείδα κάποιον περαστικό στη ζωή μου. Τότε εγώ αυτόματα σημείωσα στο περιθώριο: Εγώ θυμάμαι! είναι οι τύποι που πήγαιναν στο σπίτι το ταψί από το φούρνο και περνούσαν κάτω από το παράθυρο μου!
το σπουδαιότερο χάζι από το παράθυρο του δωματίου μου ήταν αυτό. το παντζούρι είχε δύο πτυσσόμενες γρίλιες όταν ήταν κλειστό. με ανοιγμένη μία από αυτές τις γρίλιες -βάζαμε και έναν σιδερένιο γάντζο με μακρύ χέρι για να μην κλείνει- χάζευα εγώ μικράκι και ανεβασμένη πάνω σε ένα καρεκλάκι για να φτάνω, τους νοικοκυραίους που γύριζαν σπίτι το στρογγυλό βαθύ ταψί από το φούρνο γεμάτο με κεφτέδες και πατάτες, γεμάτο με κοκκινιστό μοσχαράκι και κριθαράκι που είχε κοκκινίσει από τις ντομάτες ή με κοτόπουλο καλοψημένο και άσπρο ρύζι. ένα ολόκληρο κοτόπουλο ανάσκελα με ροδοψημένο στήθος στη μέση του ταψιού και όχι μεριδούλες όπως κάνουμε σήμερα. ποτέ ψάρι δεν πέρασε κάτω από το παράθυρό μου γιατί μάλλον δεν έστηνα ενέδρα τις καθημερινές· τότε ψάρι τρώγαμε Τετάρτες και Παρασκευές, τις Κυριακές πάντα κρεατικό.
οι άντρες κουβαλητές του μεσημεριού ήταν πιο συμπονετικοί από τις γυναίκες, μάλλον γιατί ονειρεύονταν αυτό που θα συμβεί σε λίγο και προθέρμαιναν τα συναισθήματά τους. και με πιο μπρατσωμένα χέρια γιατί το ταψί ήταν βαριούτσικο και πιο γανωμένα στη θερμότητα. βλέπανε λοιπόν το κοριτσάκι στο παράθυρο να κοιτάζει το ταψί, πιάνανε με το χέρι τους μία πατάτα μοσχοβολιστή και την προσφέρανε στο κοριτσάκι. όμως η μαμά του του είχε πει να μην δέχεται τίποτε από ξένους και αυτό το καημένο τραβιόταν πίσω. τότε ο περαστικός μεταφορέας έχωνε την πατάτα στο στόμα του σηκώνοντας τους ώμους.
όλα τα ψημένα φαγητά περίμεναν καρτερικά το μεσημέρι στα ταψιά τους πάνω στον ξύλινο βρώμικο πάγκο του φούρνου να έρθουν οι σπιτικοί τους να τα πάρουν. ένα όρθια μπηγμένο χαρτονάκι στο κριθαράκι έγραφε το όνομά τους. και επειδή έπρεπε να ταψιά να μην ζεματάνε και οι υφασμάτινες ή πλεχτές πιάστρες να μπορούν να γλιτώσουν τα χέρια, το φαΐ κρύωνε αρκετά, αλλά στο σπίτι έφτανε στο τάβι του. γι αυτό και το τραπέζι ήταν κιόλας στρωμένο, η σαλάτα και το ψωμί κομμένα και ο κουβαλητής απίθωνε το ταψί στο κέντρο με χαμόγελο κι ένα βαχ.
ήταν δύο οι φούρνοι στη γειτονιά μου: ένας παλιός ημιυπόγειος στη Λεωφόρο Στρατού, στο βόρειο πεζοδρόμιο, ανάμεσα Μπιζανίου και Αετορράχης, κατέβαινες ένα δυο σκαλιά, κατάμαυρος με ξύλινο τεζιάχι στην πρόσοψη, όπου γινόταν η παράδοση και παραλαβή του ψωμιού. μπεζ και καφετιά στρογγυλά ψωμιά σε κατάμαυρο φόντο. τότε τα ψωμιά ήταν στρογγυλά, μακρόστενα και τεράστια ήταν τα ψωμιά που τα πουλούσαν σε φέτες με την οκά, με τα δράμια για την ακρίβεια. απέναντι ήταν το μισοστρόγγυλο πορτί του φούρνου από όπου έβλεπες τη φωτιά και δίπλα ήταν αφημένο το μισοστρόγγυλο μεταλλικό κατάμαυρο καπάκι για να τον κλείνουν.
σπρώχναν τα ψωμιά με τον ξύλινο ρυπαρό φουρνέχτη, τα μετακινούσαν πάνω στο καυτό πάτωμα του φούρνου και τα τραβούσαν έξω και με το ίδιο εργαλείο έβαζαν και έβγαζαν τα στρογγυλά ταψιά, βαθιά για το φαγητό και ρηχά για τις πίτες, τα σινιά. τα ορθογώνια ταψιά εμφανίστηκαν στην αγορά μαζί με τις ηλεκτρικές κουζίνες. έκανε έναν συρτό ξερό ήχο ο φουρνέχτης μέσα-έξω που ακόμη τον ακούω. και το χέρι του φούρναρη ήταν το ίδιο ξερό. το καυτό πάτωμα του φούρνου σφούγγιζαν με τη βρεγμένη σφούγγια και τραβούσαν έξω τις στάχτες πριν φουρνίσουν. το παιδικό μυαλό μου νόμιζε ότι ο φούρνος καίει μόνο όταν έχει φλόγα.
οι κουβαλητές από τον φούρνο αυτόν δεν περνούσαν μπροστά από το σπίτι μου. αυτοί που περνούσαν, έρχονταν από τον νεότερο και πιο μοντέρνο φούρνο του Νεόφυτου του Μπουφίδη. σήμερα υπάρχει εγκαταλειμμένος εκεί στην Αετορράχης με το όνομα Ιμέλντα γιατί φιλιππινέζα ήταν η τελευταία αρτοποιός πριν από μερικά χρόνια. δεν θυμάμαι να αγοράζαμε ψωμί από τον Μπουφίδη, γιατί ο μπαμπάς μου έφερνε το ψωμί από το Καπάνι τα μεσημέρια που γύριζε στο σπίτι. όταν ο Μπουφίδης πέθανε, άνοιξε ο φούρνος του Σιαμήτρα εκεί που βρίσκεται σήμερα, πέντε μέτρα από την γωνία της Μπιζανίου.
Leave a comment