η κάσκα

η μαμά μου στο κομμωτήριο «Λίτσα» δίπλα στο ζαχαροπλαστείο του Σιώπη στην αρχή της Παπαναστασίου, σήμερα 3… 

την παρακολουθώ που κάθεται ήσυχα κάτω από την κάσκα, με φιλέ στα μαλλιά που συγκρατεί τα μπιγκουτί στη θέση τους. κάτι συρματένια ρολά ήτανε, τυλιγμένα με βρωμοσφούγγαρα. πλαστικά αυτιά σκεπάζουν τα αυτιά της, μάλλον πολύχρωμα πλαστικά καπάκια σε σχήμα αυτιού παρμένα από ένα καλάθι πάνω στον πάγκο, πάντα δύο με το ίδιο χρώμα. ποτέ δεν είχα δει σε κομμωτήριο αυτιά σε δυο παράταιρα χρώματα..

ζεστός αέρας βγαίνει από την κάσκα, ο θόρυβος εκκωφαντικός. το πρόσωπο της μαμάς μου είναι μούσκεμα στον ιδρώτα κι όλο σκουπίζεται με το κεντητό μαντήλι της. δεν θέλει να κουνάει πέρα-δώθε βεντάλια, το βρίσκει ξιπασμένο. κι όμως οι βεντάλιες είναι όμορφες, με γιαπωνέζικα τοπία, ποτέ δεν είχαμε μία στο σπίτι.

απορώ γιατί γίνεται όλο αυτό το χαζό βασανιστήριο. διαβάζει περιοδικό. το καλύτερό μου όταν είναι άδεια η διπλανή πολυθρόνα με την κάσκα τη σβηστή· δεν φτάνει το κεφάλι μου αλλά τεντώνομαι για να φτάσει, για να δω πώς είναι· και διαβάζω περιοδικό. μάλλον τις φωτογραφίες κοιτάζω γιατί είμαι πολύ μικρή και διαβάζω αργά και οι λεζάντες από κάτω τους είναι σπάνιες. φωτογραφίες μεγάλες, ασπρόμαυρες, από ηθοποιούς και τραγουδιστές που κρατάνε στο χέρι τους ένα μικρόφωνο, ξέρω τι είναι το μικρόφωνο.

από την επόμενη διαδικασία με κάνει εντύπωση το ξάσιμο των μαλλιών με μια χτένα με ουρά και η λακ. σε ένα κυλινδρικό πλαστικό μπουκάλι, κίτρινο, που ζουλάει η Λίτσα ψιτ ψιτ και ένα σύννεφο κολλάει δροσοσταλίδες στα μαύρα μαλλιά της μαμάς μου. τα σάββατα πήγαινε η μαμά μου.

μια μέρα παρακολουθώ μια κυρία μπροστά στον καθρέφτη, της έκαναν τα μαλλιά παζ, ή μάλλον όχι, τα είχαν χτενίσει λάχανο. κατόπιν ένα πινελάκι το βουτούσαν διαρκώς σε ένα κουτάκι και το σέρνανε πάνω στο πρόσωπο της κυρίας και μετά με ένα μεγάλο κομμάτι βρώμικο πατικωτό βαμβάκι έκαναν παφ παφ στα μάγουλα της και σε λίγο …έγινε ένα θαύμα: έβγαλαν την πετσέτα από τους ώμους της και η κυρία χαμογέλασε στον καθρέφτη και ήταν πανέμορφη, μια κούκλα, δεν είχα ξαναδεί πιο όμορφη κυρία ποτέ μου. και τον επόμενο καιρό θύμωνα με τη μαμά μου που δεν έκανε κι αυτή τέτοια κόλπα με τα πινελάκια για να μοιάζει με κούκλα.

τότε οι κομμώτριες λέγονταν κυρίως Λίτσες, σπάνια Πόπες. είχε κι άλλο ένα κομμωτήριο «Λίτσα» απέναντι, στον πρώτο όροφο της πολυκατοικίας γωνία Λεωφόρος Στρατού με Ζαλοκώστα, δεν ήταν τότε πεζόδρομος. αργότερα το κομμωτήριο κάηκε. και σ´ αυτό πήγαινε η μαμά μου, δεν θυμάμαι όμως καμιά ενδιαφέρουσα σκηνή από το εσωτερικό του.

το μόνο που θυμάμαι είναι ότι ένα μεσημέρι, μόλις γυρίσαμε στο σπίτι, έγινε ένας σεισμός και με παραξένεψε πώς κουνιόταν το σπίτι μας· η μαμά μου έτρεξε ανήσυχη μήπως και τρόμαξα μα εγώ έπαιζα πάνω στο κρεβάτι τους με ένα καφέ βιδωμένο σφιχτά μπουκαλάκι που είχε μέσα μπαλίτσες νεφθαλίνη. και μετά έγινε δυόμιση το μεσημέρι και ήρθε ο μπαμπάς μου από το μαγαζί κρατώντας το διχτάκι που είχε μέσα ένα ψωμί και ένα μίκυ μάους. πρώτη φορά είδα τότε μίκυ μάους. δεν ενθουσιάστηκα. θα ενθουσιαζόμουν πολλά χρόνια αργότερα, τόσο που εκατοντάδες από αυτά στοιβάζονται σήμερα στην αποθήκη.

Leave a comment

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.