φανάρια τις νύχτες

η μαμά μου έδενε τις άκρες δύο μικρών σκοινιών στο πόμολο της ντουλάπας από τη μια και στη μπετούγια του παραθύρου από την άλλη και δίπλωνε γύρω τους ένα μεγάλο λευκό μεταξωτό τετράγωνο κινέζικο μαντήλι. στη μία μόνο γωνιά του είχε ζωγραφισμένη μια πορτοκαλί παγόδα και μια πολύχρωμη φύση με μπόλικη ασημόσκονη κολλημένη πάνω τους.. με γοήτευε η στραφταλιστή αυτή σκόνη.. μαδούσε κιόλας λιγάκι γύρω μου. τότε την κολλούσα στο μικρούτσικό μου δαχτυλάκι που το ζουλούσα πάνω της και μετά την παρατηρούσα.. μπορούσα να στριφογυρίσω τους κόκκους της ασημόσκονης ανάμεσα στον δείκτη και τον αντίχειρα.. με το τύλιγμα του μαντηλιού γύρω από τα σκοινάκια γινόταν μία κούνια για την κούκλα μου, που μπορούσα έτσι να την νανουρίζω για να κοιμηθεί. δεν ήμουν πάνω από δύο τριών χρονών. μόλις τώρα τύλιξα μια χαρτοπετσέτα γύρω από δυο κλωστές για να θυμηθώ πώς δημιουργούνταν η μικρή κουκλοφωλιά.. η παλιότερη ανάμνηση που έχω είναι η εικόνα αυτή: αντί για κούκλα,νύχτα, να νανουρίζω στην κούνια ένα μικρό καφέ λυκόπουλο.

κείνη η βόλτα χέρι χέρι δίπλα στο εργοτάξιο του ΤΑΠΟΤΕ.. κατόπιν το κτήριο ονομάστηκε Makedonia Palace Hotel. πρέπει να ήταν πριν το 60. πολλά χρόνια προσπαθούσαν να θεμελιώσουν το κτήριο, αλλά έβγαινε η θάλασσα, πλημμύριζε στα νερά το οικόπεδο και δεν μπορούσαν. κάπου διάβασα ότι η πασσαλόπηξη, που έδωσε λύση τελικά, έγινε το 1961, με κυλινδρικούς από οπλισμένο σκυρόδεμα πασσάλους. πολλά χρόνια αργότερα είχα δει στον ύπνο μου αυτή τη βόλτα νύχτα με μένα στο παιδικό μου καροτσάκι, και τα τετράγωνα πλακάκια της παραλίας να φωτίζονται γαλάζια και ροζ.

στην παραλία βλέπαμε τα αγόρια της γειτονιάς να παίρνουν φόρα και να βουτάνε στη θάλασσα αλαλάζοντας, συναγωνιζόμενα ποιος θα βουτήξει πιο μακριά. λίγο πιο δυτικά, εκεί που είναι σήμερα οι Ομπρέλες και η παραλία στρίβει μπροστά στο Λευκό Πύργο, τις νυχτερινές ώρες το νερό πάντα τραβιόταν και φανερώνονταν οι πέτρες του βυθού, ένας βυθός ψηλά. και όταν τα απογεύματα το κύμα έσκαζε στην παραλία, την έκανε μούσκεμα και μαζί και όποιον περαστικό περνούσε από κει.

νύχτα είχαμε ανάψει στο σαλόνι τη γκαζόλαμπα. την ανάβαμε όταν κοβόταν το φως, οι διακοπές του ηλεκτρικού ήταν συχνές τότε. μεγάλες μαύρες απειλητικές οι σκιές μας στους τοίχους. η μαμά μου έστιψε ένα λεμόνι και με μια φουρκέττα έγραψε κάτι πάνω στο τσιγαρόχαρτο από το κουτί τσιγάρων του μπαμπά μου. τα βρεγμένα γράμματα γυάλιζαν κιτρινωπά μέχρι που στέγνωσαν και δεν φαίνονταν πια τίποτε. τότε ζέστανε η μάνα το τσιγαρόχαρτο πάνω από την ανοιχτή κορυφή του λαμπόγιαλου. τα γράμματα κάηκαν και φανερώθηκαν. μπορούσα πια να διαβάσω: ΣΑΓΑΠΩ. ήταν, μου είπε, ο τρόπος που οι φυλακισμένοι έστελναν μηνύματα έξω. δύο φοβίες μου ξεκίνησαν τότε, ο φόβος της μεγαλόσωμης σκιάς και ο φόβος της φωτιάς. ήταν κι εκείνο το μικρό γκαζολαμπάκι στο δωμάτιο που κοιμόμουν μια φορά που είχαμε πάει στο χωριό, κρεμασμένο στον τοίχο πίσω από την πόρτα και αναμμένο τις νύχτες για να μην φοβάμαι στο σκοτάδι. έγινε ρεύμα αέρα, η πόρτα άνοιξε απότομα και έλιωσε το μικρό λαμπόγυαλο. «Πάει το λαμπάκι, έγινε ζημιά», τόλεγα και το ξανάλεγα και τώρα ακόμη το λέω άμα σπάσω κανα γυαλικό.

ήταν τότε που έχασα την αγέννητη αδελφή μου κι έμεινα μοναχοπαίδι… όσο ήταν έγκυος η μάνα, φορούσε ένα μωβ-ροζ φόρεμα με λευκά πουά. πολύ λίγο καιρό πριν όλα είχαν αλλάξει στη ζωή της: ήταν 6 Αυγούστου, του Σωτήρος, του 1960 ή 1961, νομίζω 61. ξύπνησα από τις φωνές. η εφτά μηνών έγκυος μάνα μου έπλεε μέσα σε μια λίμνη από αίμα πάνω στο άσπρο σεντόνι. έτσι έμεινα χωρίς αδέλφι, αδελφή ήτανε, και παρολίγο να χάσω τη μάνα 7 χρονών κοριτσάκι, σε έξι χρόνια έχασα τον πατέρα. τον γέλασε τον χάρο η μαμά μου σχεδόν για μισό αιώνα, θα μεγάλωνα πεντάρφανη.
το ταξί έτρεχε στους άδειους δρόμους, 1 η ώρα τη νύχτα. δεν σταμάτησε στο καινούργιο φανάρι που είχε κρεμαστεί λίγο καιρό πριν από δύο συρματόσκοινα στη διασταύρωση Εγνατίας και Βενιζέλου.
έστριψε δεξιά και ανηφόρισε τη Βενιζέλου ως την κλινική του Ανδρεάδη, όπου σταμάτησε μπροστά στην πόρτα. εγώ έμεινα μέσα στο ταξί και περίμενα. ο ταξιτζής δε μου απηύθυνε ούτε μία κουβέντα. ήμουν έξι χρονών. στα δεξιά μου ήταν η γκρι μάλλινη κουβέρτα μουλιασμένη στο αίμα, το αίμα της μάνας μου. την είδα να ανεβαίνει τα σκαλοπάτια μετά την είσοδο υποβασταζόμενη από τον πατέρα μου. αριστερά εκείνη για να τον κρατάει σφιχτά αγκαζέ με το δεξί. η υποδοχή βρισκόταν στο τέρμα της σκάλας.
ο μπαμπάς μου με πήγε στο σπίτι του παππού μου στην πλατεία Μεταξά, Δημοκρατίας τη λένε σήμερα. τη μάνα την ξαναείδα δύο μέρες αργότερα. έκανα τον καραγκιόζη φορώντας την τραγιάσκα του παππού για να γελάσει η μαμά μου που είχε τα χείλη σφιγμένα. το δωμάτιο ήταν πολύ φωτεινό και δε θυμάμαι άλλη άρρωστη, νομίζω είχε κι ένα κρεβάτι ακόμα. χρειάστηκε αίμα πολύ για τη μετάγγιση. ο μπαμπάς μου έτρεχε μέσα στη νύχτα στα καφενεία του λιμανιού για να αγοράσει. αυτό το αίμα, αυτή η αγοραπωλησία, πολλά χρόνια αργότερα με έβαλε σε σκέψεις.
διάβαζα πριν λίγο, σήμερα Πέμπτη 7 Απριλίου 2022, 62 χρόνια μετά, στη σελίδα 127,1 σουγιάς στη θάλασσα του Σερέφα για την οικογένειά του πλούσιου σέρβου που αγόρασε το Σεπτέμβρη του 1932 αίμα για το θύμα του πατροκτόνου υιού «έναντι 1000 δραχμών» της εποχής εκείνης «με τις οποίες μπορούσε κανείς τότε να αγοράσει 1000 εφημερίδες, από κάποιον εργάτη που προσφέρεται». το αγόραζαν ακόμη το αίμα 30 χρόνια μετά.
η Χρυσομαλλούσα μου, από τα «3 αρκουδάκια» των αδελφών Γκριμμ, εκδ. Παπαδοπούλου & υιού, 1961

Leave a comment

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.