όταν θα γίνει μεσημέρι

το μεσημέρι κοιμήσου ανάσκελα
ζέστανε τη μέση σου δραματικά
τότε θα έρθουν τα πρόσωπα της δικής σου μυθολογίας 
να σου χαμογελάσουν μόλις ανοίξεις την πόρτα
θα έχουν δόντια με χρώμα παλιάς πορσελάνης 
και μάτια βρεγμένα και δέρμα ζεστό και τρίχωμα λεπτό
θα είναι ψηλοί πολύ κι αδύνατοι
με μακριά δάχτυλα θ´αδράχνουν τρία χρωματιστά λουλούδια ανάφυλλα 
βαλμένα σε χωνί από λεπτό χαρτί που προόριζαν κάποτε για σένα
και ρούχα λεπτά καλοκαιρινά θα φορούν με λευκόρροα χρώματα
και καστανά παπούτσια στα ξυπόλυτα πόδια τους
θ´αφήνουν αεράκι καθώς βαδίζουν δίπλα σου 
έχοντας συντομέψει τις μεγάλες φυσικές διασκελιές τους
θα τους μυρίσεις αργότερα όταν βυθιστείς μέσα τους
το θέλεις πολύ μα το αναβάλλεις
είναι γιατί δεν πίστεψες ότι συμβαίνει
τώρα τα βήματά σου είναι αθόρυβα και γρήγορα
θα περιμένουν όπου τους βάλεις να καθίσουν να γυρίσεις πίσω
δίπλα τους θα κάθονται άλλοι άγνωστοι 
με τους αγκώνες στα γόνατα για να βολέψουν το βαρύ κεφάλι 
από έγνοιες και παραμύθια και το βάρος της ύλης
τρεις συνολικά στο ίδιο ξύλινο παγκάκι
το γκρι πάτωμα γυαλίζει
δροσιά και ασήμαντο φως
διασχίζεις τους διαδρόμους γρήγορα
είναι η ώρα που το προσωπικό σχολάει
και συ να φύγεις ετοιμαζόσουν τότε που άνοιξες την πόρτα
ο τελευταίος διάδρομος κατηφορίζει λίγο και αριστερά είναι το πωλητήριο
ο γέρων επικεφαλής σηκώνεται να δει τί θες μεσημεριάτικα
παίρνεις μόνη σου το βαρύ βιβλίο που θα χαρίσεις
αυτή τη φορά δεν θα είναι το εκμαγείο με τον έρωτα και την ψυχή τότε
αυτό μπορεί κάποτε να το πάρεις σκέφτεσαι
για να το στήσεις στα τρία μέτρα πάνω στο ράφι της βιβλιοθήκης αντίκρυ σου
και να το ακούς να σου μιλάει με διπλανές λέξεις: 
κοκκινόχωμα
κλίβανος
η ψυχή σου ψήθηκε
και συ εκμαγείο είσαι
το πρωτότυπο χάθηκε
εσύ χάθηκες για να υπάρχω εγώ..
κάπου δίπλα σου είναι ένας σατέν φουσκωτός φιόγκος
τον κοτσάρεις πάνω στο χοντρό βιβλίο
ξέρεις ότι θα τον ενδιαφέρει το θέμα του βιβλίου
βγαίνεις γρήγορα έξω για να γυρίσεις από άλλο δρόμο 
αφού όλοι κλείδωσαν τις πόρτες τους φεύγοντας
κάποιος κλειδώνει το σιδερένιο βαμμένο μαύρο κιγκλίδωμα
οι τρεις κάθονται στον πάγκο
αυτός στη μέση
τον παίρνεις από το δροσερό του δεξί χέρι και τον σηκώνεις
πάμε του λες ήρθε η ώρα να φύγουμε
και περπατάτε μαζί γυρνώντας πίσω
εκεί που όλοι έχουν φύγει

ο ζεστός μήνας αύγουστος ήρθε πάλι
ποτέ να μην πεθάνω αύγουστο

τετάρτη 10 αυγούστου 2022, ώρα 1:00

Leave a comment

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.