το άγχος της επιτήδιας μηχανής (2)

(το πρώτο μέρος εδώ)

η Μαρίνα βλέπει το περιεχόμενο του πορτ μπαγκάζ και κολλάει! τη βλέπουν κι οι άλλοι να κολλάει και μένουν αποσβολωμένοι κι αυτοί. κάτω από κουρέλι παλιάς μοκέτας ένα ολόκληρο εικονοστάσι κλεμένο και πατικωμένο σε στοίβες για να χωρέσει! ωραιότατες μεγάλες παμπάλαιες εικόνες! εκπλήσσουν τα λαμπρά τους χρώματα κάτω από το φως του ήλιου. κομμάτια πριονισμένα απ´ το ξυλόγλυπτο τέμπλο παρεμβάλλονται σαν κάθετες σφήνες ανάμεσα στις οριζόντιες στοίβες για να μην μετακινούνται οι βαριές εικόνες όταν το αυτοκίνητο κινείται. τα έχει φροντίσει όλα κατά πώς πρέπει ο Παναγιώτης, και την εντύπωση και την ασφάλεια. 

δεν τις βγάζει όλες, μόνον τις πάνω-πάνω. ζητάει πολλά εκατομύρια για να τις πουλήσει και η Μαρίνα συμφωνεί κι ενημερώνει το γερμανό στα αγγλικά, κάνει όμως κι ένα μικρό παζάρι, μέρος του κόλπου, πεντέξι μύρια κάτω, ίσαμε για να είναι η αγοραπωλησία αληθοφανής. άλλωστε κανείς δεν θα πληρώσει κανέναν και φυσικά μέρος της αρχικής συμφωνίας που είχε κάνει η Πολύμνια προκειμένου να φέρει τον γερμανό ήταν η ανταλλαγή να γίνει στην Κατερίνη. 

η συμφωνία έκλεισε στο πιτς φιτίλι. ούτε που πέρασε από το μυαλό του κυρ Παναγιωτάκη (τον μετονόμασε αμέσως η Μαρίνα τέτοιος που ήταν) μια τόση δα αναρώτηση, γιατί άραγε ο αγοραστής δεν ζήτησε να δει όλο το πράμα πριν συμφωνήσει, να του το απλώσουν για να το εξετάσει. ένιωσε μάλλον ο κακομοίρης πως ο πλούσιος κλεπταποδόχος τον θεωρεί φερέγγυο άτομο. μέσα στην αυστηρή περιρρέουσα ατμόσφαιρα, το υπομειδίαμα εγκαθιδρύθηκε στη μούρη του κι ο κυρ Παναγιωτάκης σήκωσε έτσι στους ώμους του την περηφάνεια του σύμπαντος κόσμου.

ένα συμπόσιο.. πώς αλλιώς θα μπορούσε να ολοκληρωθεί μια τέτοια επιτυχία; σε δωμάτιο σπιτιού δίπλα σε ταβερνομάγαζο στην άκρη του χωριού, όλα κανονισμένα από πριν αν η επιχείρηση θα είχε αίσιον τέλος, δωμάτιο μακρόστενο περίκλειστο με δυο μεγάλα παράθυρα στον ένα τοίχο. έδωσε τα ρέστα του ο Παναγιώτης για να ευχαριστήσει τον αγοραστή. έξι άτομα, που καθένα χαμογελούσε για τους δικούς του λόγους, παρακάθισαν στο μακρύ τραπέζι τραβολογώντας στη μέση με τα δάχτυλα το ακέραιο ροδοκόκκινο γουρουνόπουλο με το μήλο στο στόμα. η Μαρίνα και ο Φραντς ήταν τα κεντρικά πρόσωπα της ιστορίας, καθώς αυτοί έπρεπε να ευχαριστηθούν με κάθε τρόπο, η εκτιμήτρια και ο αγοραστής. 

πηγαινοέρχονταν οι πιατέλες, ο Φραντς τραβούσε τις τιράντες του να μακρύνουν για να τον πάρουν, η Μαρίνα θαρρείς και είχε σκουλήκια κάτω από το ιδρωμένο φουστάνι της κι όλο κουνιόταν στην καρέκλα της, μπύρες – κρασιά πηγαινοέρχονταν, και σε λίγο η Μαρίνα σκασμένη με όλα τούτα είπε στο γερμανό ότι θέλει να περπατήσει λιγάκι γιατί παράφαγε. αυτός συγκατένευσε και σηκώθηκε. 

εκεί κοντά ήταν το νεκροταφείο του χωριού. καθ´ οδόν προς τα εκεί μουρμούρισαν επιτέλους μερικές ελληνικές λεξούλες, Πάμε κατά κει, δύσκολο να μας ακολουθήσουν στο νεκροταφείο, και στην τελική, μικρότερη εντύπωση θα κάνουμε ως επισκέπτες εκεί, παρά αν περιπλανηθούμε στο χωριό είπε ο Φραντς. βλέπεις, τακούνια, μακιγιάζ, τσιγαρούκλες και χρυσοί αναπτήρες, λουσάτος, υπέρογκος γερμανός με σουέντ παπούτσια και τη ρολεξάρα θα ήταν όσο νάναι ασυνήθιστο συναπάντημα για τους χωριανούς.  

ο ήλιος έλαμπε ντάλα μεσημέρι, τα πανωφόρια κρατήθηκαν στο χέρι και οι δυο τους συνομολόγησαν ταχύτατα ότι οι ρόλοι που είχαν αναλάβει τους επέτρεπαν χαλαρά να είναι ένα ωραίο γιαλαντζί ζευγάρι και επιτούτου κάναν μια πρόβα αγκαλιάς σκασμένοι στα γέλια. το πρόσωπο της Μαρίνας αντιστοιχούσε στην μπυροκοιλιά, οπότε τα πράγματα ήταν μάλλον απλά καθώς κρατούνταν εύκολα οι πρέπουσες αποστάσεις. 

και βηματίζοντας χέρι-χέρι στα δρομάκια του νεκροταφείου ο γερμανός άρχισε να λέει ανέκδοτα, που τόσο άρεσαν στη Μαρίνα, που άφησε πάραυτα στη μπάντα την προσφιλή της συνήθεια να διαβάζει ονόματα και ηλικίες πάνω στους σταυρούς και να βγάζει δημογραφικά συμπεράσματα. όταν τα χαχαχα και χουχουχου περίσσεψαν και του γερμανού η φωνή άθελα υψώθηκε στη λέξη Μαλάκας, δάγκωσαν τα χείλη, Θα καρφωθούμε, είπανε με μια φωνή και αποφάσισαν να γυρίσουν πίσω. 

όταν επέστρεψαν και ξανακάθισαν στο τραπέζι, ο κυρ Παναγιωτάκης παράγγειλε γλυκά και καφέδες, τα μον αμούρ αγορασμένα για την περίπτωση κατέφθασαν, και η συζήτηση συνεχίστηκε γύρω από το τόπικ Χτυπάμε με τη σούβλα αρχαίους τάφους και γινόμαστε πλούσιοι. ναζιάρικα η Μαρίνα εξήγησε στο θεματοθέτη Γιώργη για ποιο λόγο κλαίνε οι πολέμιοι αυτών των ταχύτατα προσοδοφόρων μεθόδων. τους χαλάτε το όνειρο να φτιάξουν ιστορία του είπε, ο Γιώργης δεν κατάλαβε, κι ο σπουδαγμένος του δημοτικού Παναγιώτης ανέλαβε να το εξηγήσει περιφραστικά. το είχε καταλάβει καλά ο άτιμος, το ήξερε από πάντα, αλλά Δε βαριέσαι, κατέληξε, Σημασία έχει να γινόμαστε και ευτυχισμένοι, και κοίταξε τη Μαρίνα με νόημα. η διαρκής προσπάθεια να απενοχοποιηθεί τον μεταμόρφωνε σε τοσοδούλη.

έφτασε τέσσερις το απόγευμα. οι λεπτομέρειες της ανταλλαγής είχαν συμφωνηθεί όση ώρα το ζευγάρι βολτάριζε στο νεκροταφείο, Χαρήκαμε πολύ, στο επανιδείν, αουφίντερζέιν και οι τέσσερις επιβιβάστηκαν στο αγροτικό για να συνεχίσουν την περιπετειώδη συλλογή ηλιθίων, κατά πώς ακριβώς η Πολύμνια μαζί με τον Κώστα τα είχαν συνεννοηθεί με την επόμενη σπείρα στο τηλέφωνο.

στη διαδρομή ξεσπάθωσαν στα ελληνικά τους. ήταν τόση η ένταση μέσα τους που ούρλιαζαν ξεκαρδισμένοι στα γέλια όσο έτρεχαν στον αγροτικό δρόμο. στην Κατερίνη κατέβασαν αναγκαστικά τον ήχο, πάρκαραν και κατέλυσαν σε μια καφετερία κοντά στο δημαρχείο. στις εξήμισυ αριβάρισε ο Άλκης, άλλος γόης επαρχιώτικης κοπής αυτός, που ήρθε να ελέγξει τί μέρος του λόγου ήταν οι τέσσερις πριν τους οδηγήσει στην προκεχωρημένη ζώνη. κουβέντες περί ανέμων και υδάτων, οι ρόλοι ξαναπαίχτηκαν.

ο μεγάλος καθότανε σιωπηλός με τα χέρια σταυρωμένα στη μπυροκοιλιά, λίγες λέξεις ελληνικές υποτίθεται ότι ήξερε, που τις πρόφερε με κείνο το κομπρεσεράκι στο λαιμό, τυπάς με εκτόπισμα. ο Άλκης δικαιολογήθηκε διακόσιες φορές που τους χασομερούσε, και η άσχετη συζήτηση συνεχιζόταν μέχρι που ο γερμανός έδειξε τη δυσαρέσκειά του για την αργοπορία και δήλωσε πως ήρθε η ώρα να φύγουν χωρίς να ασχοληθούν παραπάνω. ο Άλκης, που είχε μασήσει το χρόνο όσο να γίνει μαύρη νύχτα, μπροστά στο φόβο ότι θα χάσει την ευκαιρία της ζωής του, σηκώθηκε, πλήρωσε το λογαριασμό και βγήκε έξω από το κατάστημα. 

Έχω ένα τουότα αγροτικό κόκκινο είπε, νάτο εκεί, εσείς πού; ο Κώστας σήκωσε το χέρι και έδειξε το μπεζ δικό τους απέναντι. συμφωνήσανε ότι οι τέσσερις θα έπαιρναν στο κατόπι τον Άλκη με το κόκκινο και ξεκίνησαν. 

(συνεχίζεται)

2 responses to “το άγχος της επιτήδιας μηχανής (2)”

  1. dinal avatar

    το τρίτο μέρος πώς το βρίσκω καλημέρα??

    Like

    1. καλημέρα! δεν τόγραψα ακόμη..

      Like

Leave a reply to storyteller Cancel reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.