Sempre caro mi fu quest’ermo colle,
e questa siepe, che da tanta parte
dell’ultimo orizzonte il guardo esclude.
Ma sedendo e mirando, interminati
spazi di là da quella, e sovrumani
silenzi, e profondissima quiete
io nel pensier mi fingo; ove per poco
il cor non si spaura. E come il vento
odo stormir tra queste piante, io quello
infinito silenzio a questa voce
vo comparando: e mi sovvien l’eterno,
e le morte stagioni, e la presente
e viva, e il suon di lei. Così tra questa
immensità s’annega il pensier mio:
e il naufragar m’è dolce in questo mare.
Το άπειρο
Πάντα αγαπημένος μου ήταν αυτός ο έρημος λόφος,
κι αυτός ο φράχτης, που από τόσο μεγάλο μέρος
του έσχατου ορίζοντα αποκλείει το βλέμμα μου.
Μα, καθισμένος και κοιτάζοντας, απέραντους
χώρους πέρα απ’ αυτόν, και υπεράνθρωπες
σιωπές, και μια γαλήνη βαθύτατη,
στον νου μου τις πλάθω· κι εκεί, για μια στιγμή,
η καρδιά μου παραλίγο να τρομάξει. Κι όπως τον άνεμο
ακούω να θροΐζει ανάμεσα σ’ αυτά τα φυτά, εκείνη
την άπειρη σιωπή μ’ αυτή τη φωνή
πάω και τη συγκρίνω· και μου ’ρχεται στον νου το αιώνιο,
κι οι πεθαμένες εποχές, κι η παρούσα,
η ζωντανή, και ο ήχος της. Έτσι, μέσα σ’ αυτή
την απεραντοσύνη πνίγεται ο λογισμός μου·
και γλυκό μου είναι το ναυάγιο σ’ αυτή τη θάλασσα.
Giacomo Leopardi, 1798–1837
Leave a comment