τζένοβα

μια ψηφιακή φωτογραφία με κείνον να κοιτά το φωτογράφο του στα μάτια χαμογελώντας όλος χαρά σα να του λέει Μαλάκα τράβα να δούμε τί θα καταλάβεις. μια γυναίκα μου τη χάρισε, εκεί που σκάλιζε μαζί μου τις αναμνήσεις της από εκείνον, εν γνώσει της ότι ο εικονιζόμενος αρέσκεται να διαμοιράζεται τήδε κακείσε, μη κινδυνεύοντας εξάλλου να τον χάσει καθώς ποτέ της δεν τον είχε.. (ναι βρε, μιλάνε κι οι σκύλες οι γυναίκες, έχοντας στο μυαλό σουβλιά, μαχαίρια, κιμαδοποίηση στο χασαποκούτσουρο, τσιγκέλια και άλλα συναφή κρεουργικά).

μπλε σκούρο κοστούμι, γαλάζιο κασκόλ, ριγέ γραβάτα με λοξές λευκές, κόκκινες και βαθυμπλέ ρίγες κλίνουσες αριστερά, αμήχανα χέρια με δάχτυλα που άλλαξαν με το χρόνο προς το παχύτερο, που εικονίζονται να πασπατεύουν κάτι ακαθόριστο (επιχειρούν να στρίψουν τσιγάρο άραγε;), η βέρα κρυμμένη στην τσέπη την αριστερή (μόνο πότε θα πεθάνω δεν ξέρω), μισοφεγγαρωτό χαμόγελο, μαλλιά σκληρά μαύρα ακόμη, μάγουλα που κοκκινίζουν απ´ την ευρυαγγεία, λευκό φλυτζάνι με πιωμένο τον λούνγκο, το κουτάλι χρησιμοποιημένο και αφημένο στο πιατάκι με το αριστερό χέρι, τσαλακωμένο χαρτομάντηλο αδιάφορα αφημένο παρέκει, όχι τσιγάρα εμφανή μα ένα άδειο γυάλινο τασάκι, καφενείο ό,τι νάναι, με τζαμαρίες σαν τα κτελ, μέρα χειμωνιάτικη θαμπή, ήχος συμπεραίνεται κανείς.

Πάολα; μια που τα συζητάμε: τί είχαμε τί χάσαμε στην τελική;

τύποι από το ράφι, 3

Leave a comment

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.