η θεία Μαριάνθη, ο καλός παπουτσής και η μοτοσικλέτα μετά κανίστρου

το 1979 η μαμά μου με πήγε στο Περιστέρι επίσκεψη στις συγγένισσές της από το Πελαδάρι. έτσι γνώρισα τρεις αδελφές και τις οικογένειες τους που έμεναν στην ίδια γειτονιά. ήταν Γενάρης, είχαμε κατεβεί στην Αθήνα για να δώσω εισαγωγικές εξετάσεις στην Αρχαιολογική Υπηρεσία και μόλις τελείωσα, μείναμε μερικές μέρες ακόμα και κάναμε βόλτες. 

πέρασα στις εξετάσεις, το Μάιο ορκίστηκα και έμεινα στην Αθήνα ως την τελευταία μέρα του 79, «τρόφιμος» του ξενώνα της Αρχαιολογικής Εταιρείας. το επόμενο καλοκαίρι ξανακατέβηκα και κάποια μέρα πήγα μόνη μου στις θείες μεταφέροντας τα χαιρετίσματα της μαμάς μου.

έτσι θυμάμαι τις τρεις αδερφές και μια τυπική επίσκεψη και διανυκτέρευση στη μία από αυτές, όπου νυχτιάτικα ο αγαπητός σύζυγός της μπήκε απρόσκλητος στην κάμαρά μου τη νύχτα. δε θυμάμαι πώς τον ελέγανε ούτε τι δουλειά έκανε, μόνο ένα ειρωνικό χαμόγελο την ώρα του φαγητού που με φύλαξε να μην αποκοιμηθώ αργότερα. ξεκουμπίστηκε και γω αναγούλιασα.
κανείς τους δεν υπάρχει πια.


ο άντρας της θείας Μαριάνθης ήταν παπουτσής, δεν θυμάμαι το όνομά του, καλοκάγαθος άνθρωπος με τη φαλακρίτσα του, μεσήλικας, και μας φόρτωσε με τη θεία στη μαύρη του μοτοσικλέτα με καλάθι, «μετά κανίστρου», ένα μικρό πλαϊνό κάθισμα για συνεπιβάτη στερεωμένο στη μία πλευρά της μηχανής. τέτοιες μοτοσικλέτες είχαν οι Γερμανοί και τις βλέπουμε στις ταινίες της κατοχής. εγώ είχα αράξει στο κάνιστρο που ήταν στερεωμένο στα δεξιά της μηχανής του θείου, με τα πόδια τεντωμένα, ένεκα πρώτο μπόι, και απολάμβανα τη διαδρομή από το Περιστέρι στην Κόρινθο. η θεία Μαριάνθη που είχε τεράστιο κώλο, φορούσε ένα γκρι εμπριμέ φουστάνι που το έπαιρνε ο αέρας πίσω. ήταν ευτυχισμένη και όλο γελούσε καθώς αγκάλιαζε τον άντρα της για να συγκρατηθεί. δεν μπορούσα να ακούσω τι λέγανε.

κάποια στιγμή συναντηθήκαμε με ένα εκδρομικό πούλμαν με τουρίστες που έτρεχε δεξιά μας. το πούλμαν μας προσπερνούσε, μετά έμενε πίσω και μας προσπερνούσε ξανά και ξανά και ξανά. είχε τα παράθυρα μισάνοιχτα και πάνω στα τζάμια με τα δύο χέρια ακουμπούσαν οι πολύχρωμοι μουσάτοι τουρίστες και οι ξανθιές μακρυμάλλες τουρίστριες που τα μαλλιά τους ανέμιζαν. με το ένα χέρι κουνούσαν τα υφασμάτινα κασκέτα τους πέρα-δώθε οι άντρες και οι γυναίκες κουνούσαν χαιρετώντας μας τις ψάθινες καπελαδούρες τους. δε θυμάμαι τι γλώσσα μιλούσαν, φώναζαν όμως ενθουσιασμένοι και εγώ κουνούσα το τρίχρωμο μεταξωτό μου φουλάρι. έλαμπε ο ήλιος, η ζέστη αφόρητη, και όποια ταχύτητα μπορούσε να αναπτύξει η μαύρη μοτοσικλέτα στην παλιά εθνική οδό νωρίς το μεσημέρι, έφερνε λίγη δροσιά.

αν υποθέσουμε ότι ζωγραφίζαμε αυτή την εικόνα, μας χρειαζόταν να πετύχουμε το φως του ήλιου, τα χρώματα των μαντιλιών και των καπέλων, τις ξανθιές φατσούλες στην κορφή των παραθύρων που τις βλέπω ακόμη να φωνασκούν τρελαμένες στα γέλια, το γκρι εμπριμέ φουστάνι που φορούσε η χοντροκώλα θεία μου. δεν θα μπορούσαμε όμως να ζωγραφίσουμε τη ζέστη, τη μυρωδιά, τον αέρα, τη σκόνη… το σκηνικό μου έφερνε στο νου την ταινία «Επιχείρησις Απόλλων» (« Apollo Goes on Holiday») του 1968 του Γιώργου Σκαλενάκη με την Έλενα Ναθαναήλ και τον Τόμας Φριτς και μουσική του Γιάννη Μαρκόπουλου. ξεναγός η Έλενα στο πούλμαν κι όπου νάναι θα ξεμυτίσει ο έρωτας..

δε θυμάμαι τι έγινε στην Κόρινθο. γυρίσαμε το απόγευμα.


της άλλης αδερφής τα δυο κορίτσια -ελπίζω να είναι καλά, κανένα τηλέφωνο δεν σώθηκε να ρωτήσω- κάπου έξι χρόνια μικρότερά μου, δε θυμάμαι πως τα λέγανε, αποφάσισαν το βράδυ να με διασκεδάσουν.

πήγαμε στο αναψυκτήριο του Μπουρνέλη στη Λένορμαν, νομίζω ότι το έλεγαν Άκρον, για να δούμε τον Γιάννη Φλωρινιώτη. είχε τραπεζάκια και καρέκλες, όπως τα σημερινά θερινά σινεμά -τα παλιά θερινά είχαν μόνο σειρές από υφασμάτινες πολυθρόνες σκηνοθέτη -η οδός Λένορμαν μου θυμίζει πάντα, και τότε, το άγαλμα της Αθηνάς του Βαρβακείου, μάλλον γιατί υπάρχει και άγαλμα Αθηνάς Λένορμαν, που και τα δύο είναι ρωμαϊκά αντίγραφα από το χρυσελεφάντινο άγαλμα της Αθηνάς του Φειδία μέσα στον Παρθενώνα. αν είναι δυνατόν να παίζεται αυτό το παιχνίδι με τις σκέψεις, με τις θύμισες μάλλον. σαν να πιάνεις από τη μιαν άκρη μια λεπτή μακριά χρυσή αλυσίδα και να την τινάζεις πάνω στο τραπέζι πάνω κάτω και αυτή να κυματίζει με διαδοχικά κύματα στο τραπέζι και εσύ να εξακολουθείς να την τινάζεις πάνω κάτω για να μην σβήνουν τα κύματα και να ακούς εκείνο το τρικ τρικ τρικ τρικ. μου κάνει εντύπωση που το μυαλό μου σκαλώνει στο φως, στους ήχους, στα χρώματα, στους προβολείς του θεάτρου, αυτούς που άλλαζαν χρώμα επειδή μπροστά τούς φορούσαν μια χρωματιστή ζελατίνα και κάποιος καθόταν εκεί πάνω από την πλατεία στις γέφυρες και τους κουνούσε πάνω κάτω πασχίζοντας να μην ξεφύγουν από το στόχο τους.

ο Γιάννης Μπουρνέλης, που καθόταν σε διπλανό κάθισμα εκείνο το βράδυ, ήταν ηθοποιός, μίμος και κονφερασιέ, και είχε από το 1975 ως το 1995 το αναψυκτήριο αυτό στη Λένορμαν, από όπου είχαν περάσει πολλά μεγάλα ονόματα του ελληνικού τραγουδιού.

καλοκαιρινή ήταν η βραδιά μας, φτηνό το εισιτήριο, γύρω μας κόσμος από Κολωνό, Περιστέρι, δυτική Αθήνα, οικογένειες και παρέες, κονφερασιέ ο Μπουρνέλης, μιμήσεις και στο επίκεντρο ο Φλωρινιώτης με στρας, χορευτικά, μπαλέτο, πόζες, λαϊκό τραγούδι σε μοντέρνο ρυθμό και όλη εκείνη την υπερβολή που τότε σκανδάλιζε αλλά και μάγευε.

ο Γιάννης Φλωρινιώτης ήταν πολύ όμορφος πάνω στη σκηνή, λέγανε ότι είναι 18 χρονών, γιατί τόσο έμοιαζε -ήταν 33-, αδύνατος με μακριά άκρα, φορούσε μια κόκκινη φόρμα με παντελόνι καμπάνα και το ύφασμα κεντημένο με χρυσές πούλιες τον κάλυπτε ολόκληρο μέχρι τις άκρες των καρπών, κόκκινα παπούτσια μυτερά που μόλις φαίνονταν κάτω απ’ την καμπάνα. και κινούνταν σαν να ήταν αέρας. ήταν εντυπωσιακός, οι άνθρωποι δεν τον εκτίμησαν όσο του άξιζε, ήταν ταλέντο αυτός αλλά μάλλον δεν το ήξερε κι ο ίδιος και άφησε να τον παρασύρει το άθλιο τρολάρισμα.

την περίοδο εκείνη είχε ήδη γίνει το μεγάλο «φαινόμενο Φλωρινιώτης»: μετά το σουξέ «Πειράζει που είμαι μεγάλη φίρμα», μετά τον ντόρο με τον Μάνο Χατζιδάκι στο Τρίτο Πρόγραμμα και ενώ τον πρόβαλλαν ως εκκεντρικό σόουμαν, σχεδόν σαν ελληνική εκδοχή ντισκο-λαϊκού ειδώλου. κάπου διάβασα ότι το 1979-80 ο Χατζιδάκις τον είδε στη Νέα Αθηναία, εντυπωσιάστηκε και τον παρουσίασε σε ραδιοφωνική συνέντευξη στο Τρίτο Πρόγραμμα της ΕΡΤ που ήταν διευθυντής. το σοκ ήταν ότι το κουλτουριάρικο Τρίτο Πρόγραμμα φιλοξενούσε τον Φλωρινιώτη, που τότε ήταν η απόλυτη λαϊκο-νυχτερινή περσόνα: στρας, υπερβολή, πίστα, «Πειράζει που είμαι φίρμα», θέαμα, αυτοπαρουσίαση. για πολλούς ακροατές του Τρίτου αυτό θεωρήθηκε σχεδόν βλασφημία, όμως ο Χατζιδάκις ήθελε να δείξει ότι υπάρχει τέχνη, τεχνική, αίσθημα και μάστορας ακόμη και σε χώρους όπου το αριστοκρατικό γούστο θεωρούσε ευτελείς. γι’ αυτό και είπε «Το αίσθημα ανθίζει και στο ευτελές».

εκείνο το βράδυ το νούμερο περιλάμβανε είσοδο, πόζα, στρας, χειρονομίες, το βλέμμα στο κοινό πάντα, χορευτικά γύρω του, και το ρεφρέν να λειτουργεί σαν παιχνίδι με τους θεατές «Πειράζει που είμαι φίρμα;» και το κοινό να απαντά: «Όχι, δεν πειράζει!».

Leave a comment

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.