μια βόλτα στην αγορά του ´17

περιπλανιέμαι στους δρόμους της αγοράς. τα μαγαζιά ανοιχτά, είναι πρωί. διάφορα μαγαζιά, πολλά διαφορετικά είδη, βιβλία, μπαχαρτζίδικα, γραφική ύλη, άπειρα καφενεδάκια και γωνιές για να φας κάτω από πανάρχαια διατηρητέα γεμάτα ποντίκια. δεν είναι τίποτα, το παράλογο του πράγματος είναι ότι συναισθηματικά ανακαλώ περιπάτους, πιασμένοι χέρι χέρι, που ποτέ δεν έκανα και πάντα θέλω να κάνω. μια βόλτα με το Φίλιππο, μια βόλτα με τον Πιερ Πάολο. αυτοκίνητα άναρχα παρκαρισμένα παντού, όλα τα χρώματα, να τώρα βλέπω ασημένια, κίτρινα, σιελάκια, μπλε. δρόμοι στενούληδες, οι μοντέρνες εκείνες πολυκατοικίες των γραφείων από μέταλλο και οι άλλες που τώρα πια έχουν παλιώσει και βρωμίσει, διατηρητέα σπαρμένα εδώ κι εκεί, εγκαταλειμμένα τα περισσότερα. φτάνω στην οδό Δαναΐδων και διαβαίνω δίπλα στο κάστρο, Κωστή Μοσκώφ μάλλον τη λένε, θα αρχίσω να την κατηφορίζω προς τη σχολή Παστέρ. εδώ περισσότεροι είναι οι δικηγόροι και τα μαγαζιά με τα νομικά βιβλία και πολλά μαγαζιά αφέθηκαν εγκαταλειμμένα, μη νομίζεις ότι δείχνουν καλύτερα στο φως του ήλιου, το ίδιο άσχημα είναι, όσο και με τη συννεφιά. αυτή η περιπεπλεγμένη διαδρομή ανάμεσα στα κτίρια της ανατολικής κεντρικής αγοράς μου είναι αγαπημένη, χωρίς να ξέρω το γιατί, ίσως γιατί εκπροσωπεί πολλή ζωή, που δεν έχει σχέση με τη μεγάλη κατανάλωση, εκεί εννοώ που πέφτουν όλοι με τα μούτρα για να ακολουθήσουν την μόδα. τί κι αν είναι ωραίος δρόμος η Φράγκων, τα δέντρα της από τη μία και την άλλη πλευρά έχουν πληγεί από τη φετινή παγωνιά. ίσως είναι καλύτερα να περπατάς στους δρόμους αυτούς ώρες που η αγορά είναι κλειστή, για να μην έχει τόσα παρκαρισμένα αυτοκίνητα, που προσφέρουν ανησυχία στο μάτι. διασχίζω κάθετα τη Δωδεκαννήσου, και συνεχίζω στην Φράγκων, ξαναπέρασα από δω πριν από λίγο, μαγαζιά με μοκέτες, γεωπονικά είδη, είδη για φυτώρια και γεωπονικά φάρμακα, τζάμια, κρύσταλλα, κιγκαλερία, μπουγατσατζίδικα. είμαι τόσο αφηρημένη, που κάπου ανάμεσα σε φίλτρα νερού και σε νεροχύτες κουζίνας, η τσίχλα που μασάω φυλάκισε ένα κομμάτι από το δόντι μου 🙂 γελάω, μπορεί και να με κλέψουν και να μη το καταλάβω έτσι που περπατάω βουτηγμένη στο ανάμεικτο με το σήμερα παρελθόν μου. παίρνω τηλέφωνο την Γκέλυ, ευτυχώς είναι Τετάρτη σήμερα, και έτσι δεν θα χρειαστεί να ανησυχήσω για το δόντι. και όπως κατευθύνομαι προς τη Γκέλυ από τη Βασιλέως Ηρακλείου, από τη μια σφραγίδες, από την άλλη σημαίες ελληνικές, πιο πέρα κουρτίνες και γραβάτες και υφάσματα επίπλων, και νάμαι στην πολύβουη Ίωνος Δραγούμη. ένας ηλικιωμένος κύριος οδηγός κοντοστέκεται και μου κάνει σινιάλο να περάσω. δίπλα στον άγιο Μηνά όλα αρχίζουν και ψιλορημάζουν. η μοτοσικλέτα πέρασε μαρσάροντας από δίπλα μου και εγώ συνεχίζω να περπατώ ανάμεσα σε κουμπιά, λευκά είδη και αποκριάτικες στολές, μέχρι που έφτασα στη Βενιζέλου. τη διασχἰζω εύκολα και θρασύτατα και συνεχίζω πηγαίνοντας να πω μια καλημέρα στο Βλαδίμηρο, μέσα στο θόρυβο και στις σπασμένες σε χίλια κομμάτια εικόνες, όμορφες εικόνες που τις σπάσαμε στη διαδρομή.

Τετάρτη 1 Μαρτίου 2017
19.02 2017 η ζωή που έζησα 😳…μια φορά θα βάλω τη ζωή που δεν έζησα, χρειάζεται όμως πρώτα να βρω μια μόνη συγκεντρωτική εικόνα (αν ποτέ τη βρω) 🙃

Leave a comment

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.