ο ιβίσκος και οι γέρανοι

η μαμά μου συχνά μου επανελάμβανε τη φράση «ο ιβίσκος και οι γέρανοι» με τονισμό στο γέ-. Δεν θυμάμαι για ποιο λόγο μου το έλεγε αλλά και τι είναι ακριβώς και έχει αυτόν τον τονισμό;

ρωτάω την ΑΙ πρώτα και μου απαντά: Νομίζω ότι αυτό που έλεγε η μητέρα σου δεν ήταν «ο ιβίσκος και οι γέρανοι», αλλά «Ο Ίβυκος και οι γέρανοι» — ή συνηθέστερα «οι γέρανοι του Ίβυκου».

Ο Ίβυκος ήταν αρχαίος λυρικός ποιητής του 6ου αι. π.Χ. Σύμφωνα με την παράδοση, δολοφονήθηκε από ληστές σε ερημικό τόπο. Καθώς πέθαινε, είδε ένα κοπάδι γερανών να περνά και τους επικαλέστηκε ως μάρτυρες/εκδικητές του. Αργότερα, όταν οι δολοφόνοι είδαν ξανά γερανούς, ένας από αυτούς είπε κάτι σαν «να οι εκδικητές του Ίβυκου». Κάποιος τον άκουσε, κινήθηκαν υποψίες και έτσι αποκαλύφθηκαν οι δράστες. Η ιστορία βρίσκεται ήδη στη βυζαντινή Σούδα.

Γι’ αυτό η έκφραση «οι γέρανοι του Ίβυκου» έγινε παροιμιώδης και σημαίνει περίπου: κάτι απροσδόκητο που προδίδει τον ένοχο ή φέρνει στο φως μια κρυμμένη αλήθεια.

Και τώρα το ωραίο με τον τονισμό που θυμάσαι: η μητέρα σου πράγματι μπορεί να έλεγε «γέρανοι» , με τόνο στο γέ-. Στα σημερινά ελληνικά λέμε κανονικά γερανοί, με τόνο στο -νοί. Όμως η παλιότερη/λόγια έκφραση είχε κυκλοφορήσει και ως «οι του Ιβύκου γέρανοι». Μάλιστα υπάρχει σύγχρονη μαρτυρίαανθρώπου που θυμάται από το παλιό γυμνασιακό μάθημα ακριβώς τον τίτλο «Ίβυκος και γέρανοι» και σχολιάζει ακριβώς αυτή την παλιά προφορά.

Άρα η ανάμνησή σου είναι πολύ συγκεκριμένη: πιθανότατα η μητέρα σου ανακαλούσε μια σχολική φράση παλαιότερων γενεών. Και αν σου την έλεγε σε κάποια συγκεκριμένη περίσταση, πιθανόν εννοούσε κάτι σαν «θα φανεί η αλήθεια από εκεί που δεν το περιμένεις» ή «ο ένοχος κάποτε προδίδεται μόνος του».



και επειδή δεν ησυχάζω, αντιγράφω από:

Friedrich Schiller, Οι γερανοί του Ίβυκου
5 Ιουνίου, 2018 https://www.catisart.gr/friedrich-schiller-i-gerani-tou-ivykou/


Ξεκίνησε των θεών ο αγαπημένος
για της Κορίνθου το στενό, που εκεί,
σε αγώνες μουσικής και αρμάτων, τρέχει
κάθε φυλή να πάει ελληνική.
Έρχεται από το Ρήγιο, μ’ ένθεο νου.
Είν’ ο Ίβυκος. Ο Απόλλωνας τα δώρα
της ποίησης, της γλυκιάς του ’δωσε ωδής.
Μ’ ένα ραβδί αλαφρό βαδίζει τώρα.

Νά κιόλας o Ακροκόρινθος· απ’ το ύψος
τον οδοιπόρο τώρα χαιρετά,
που, με ιερό ένα δέος, του Ποσειδώνα
το δάσος το πευκόφυτο πατά.
Ασάλευτα όλα γύρω· γερανών
τον συνοδεύει μοναχά έν’ αλάι,
που μακριάθε, σταχτόμαυρο, πυκνό,
προς της Νοτιάς τη ζεστασιά τραβάει.

«Γεια σου, μπουλούκι φιλικό, που σε είχα
και μες στο πέλαο μόνο συνοδό.
Για καλοσημαδιά σάς παίρνω, που όμοια
με τη δικιά σας μοίρα έχω κι εγώ.
Ερχόμαστε απ’ αλάργα, μια γωνία
φιλόξενη ο καθένας μας γυρεύει.
Το καλό μας ας θέλει ο Φιλευτής,
που από ντροπή τον ξένο προστατεύει».

Και προχωρεί χαρούμενος και φτάνει
καταμεσής στο δάσος το πυκνό,
μα ξαφνικά του φράζουνε το δρόμο
δυο φονιάδες σε πέρασμα στενό.
Πρέπει ν’ αντισταθεί, μα στη στιγμή
του πέφτει σαν παράλυτο το χέρι·
τεντώνει ωραία της λύρας τις χορδές,
αλλ’ από δοξαριού χορδή δεν ξέρει.

Καλεί θεούς κι ανθρώπους, μα σωτήρας
την ικεσία του δεν ακούει κανείς·
καμιά ψυχή, καμιά δε φαίνεται, όσο
μακριά κι αν φτάνει ο τόνος της φωνής.
«Έτσι λοιπόν θα σβήσω, θα χαθώ
αμοιρολόητος, άκλαυτος, στα ξένα
από άσπλαχνων κακούργων χέρι, αλί,
και γδικιωμό δε θα ’βρω από κανένα!»

Και βαριά πληγωμένος πέφτει χάμω.
Το θρόισμα τότε ακούει απ’ τα φτερά
των γερανών· δε βλέπει, αλλά τ’ ακούει·
κοντά οι φωνές τους κράζουν φοβερά.
«Ω γερανοί μου εκεί ψηλά, από σας
του σκοτωμού μου η μήνυση να γίνει,
αν δε βρεθεί άλλο στόμα να το πει!»
Αυτά είπε μόνο, και το φως του σβήνει.

Νεκρό, γυμνό τον βρήκανε· τον είχαν
παραμορφώσει πια οι πληγές φριχτά·
γνώρισε ωστόσο ο φίλος του ο Κορίνθιος
τα μισίδια τα τόσο αγαπητά.
«Ω πώς σε ξαναβρίσκω! Κι έλεγα, αχ,
πως στου τραγουδιστή μας το κεφάλι,
αστραφτερό απ’ της δόξας του το φως,
πεύκου κλαρί το χέρι μου θα βάλει.»

Όσοι είχαν μαζευτεί για τους αγώνες
τ’ ακούνε· ο κόσμος όλος τον θρηνεί·
οι καρδιές όλες νιώθουν το χαμό του,
ολάκερη η Ελλάδα τον πονεί·
στον πρύτανη όλοι τρέχουνε, κι εκεί
με οργή ξεσπά του λαού πυκνό το ρέμα·
εκδίκηση απαιτούν, εξιλασμό
για το νεκρό με του φονιά το αίμα.

Μα μες στου τόσου κόσμου την πλημμύρα,
που εδώ η λαμπρή τον τράβηξε γιορτή,
πού να ’ναι ένα σημάδι που θα κάμει
ο μαύρος δολοφόνος να βρεθεί;
Να τον χτυπήσανε άναντρα ληστές;
Κρυφός εχθρός να το ’καμε από φθόνο;
Ο Ήλιος που φωτίζει όλη τη γη,
αυτός θα μπόρειε να μιλήσει μόνο.

Μπορεί -ποιός ξέρει;- αδιάντροπα στη μέση
να γυρνά των Ελλήνων τώρα εδώ
και, ενώ η Ποινή τον κυνηγάει, εκείνος
ρουφά του εγκλήματος του τον καρπό·
και μες στων θεών ακόμη τα ξερά
κι ανάμεσα στον κόσμο, που εκεί κάτου
στριμώνεται, στο θέατρο για να μπει,
να τον σπρώχνει μπορεί η ξετσιπωσιά του.

Γιατί, πυκνά, στα ξύλινα τα εδώλια,
που τόσο βάρος μόλις το κρατούν,
από κοντά ή μακριάθε εδώ φερμένοι
οι Έλληνες καθισμένοι καρτερούν·
γεμάτη κόσμο, υπόκωφα βοερή,
όμοια με πέλαο, πέρα, όλο πιο πέρα
καμπύλα τόξα ανοίγει η οικοδομή
κι όλο προς το γλαυκό ανεβαίνει αιθέρα.

Φυλές! Ονομασίες! Ποιός θα μετρήσει
όσους φιλόξενα έγιναν δεχτοί;
Ήρθαν από τη Σπάρτη, απ’ τη Φωκίδα,
από την Κεκροπία την ξακουστή,
ήρθαν απ’ της Αυλίδας τους γιαλούς,
απ’ τα νησιά, και πέρα απ’ την Ασία,
κι απ’ τα ξύλινα εδώλια του Χορού
την άγρια τώρα ακούνε μελωδία.

που αυστηρός, σοβαρός, η αρχαία ως είναι
συνήθεια του, με αργά και ρυθμικά
βήματα βγήκε τώρ’ από το βάθος
και στον κύκλο του θεάτρου τριγυρνά.
Γεννήματα θνητών δεν είν’ αυτές,
της γης γυναίκες έτσι δεν πατάνε,
τα πελώρια, γιγάντια τους κορμιά
κάθε ανθρώπινο μέτρο ξεπερνάνε.

Ιμάτια μαύρα τις τυλίγουν όλες,
στα μαγουλά τους αίμα ούτε σταλιά,
και δαδιών μέσα στ’ άσαρκά τους χέρια
κοκκινόμαυρη σείουν φεγγοβολιά·
κόμη, που στων ανθρώπων απαλά
τα μέτωπα με χάρη κυματίζει,
αυτές δεν έχουν, έχουν φίδια, οχιές,
που φαρμάκι τα μέσα τους γεμίζει.

Φριχτά στριφογυρνώντας αρχινάνε
τον ύμνο που σπαράζει τις καρδιές
μέσα βαθιά, και γύρω στον κακούργο
τις φοβερές του ξαμολάει θηλιές.
Των Ερινυών ηχεί η ωδή, χορδή
λύρας ποτέ μαζί μ’ αυτή δεν κρούει·
παίρνει το νου, σπαράζει την καρδιά,
τρώει το μεδούλι αυτού που την ακούει:

«Χαρά στον που ακριμάτιστος φυλάει
την καθαρή ψυχή που ’χε παιδί.
Ποινές γι’ αυτόν δεν έχουμε· το δρόμο
λεύτερα της ζωής του ακολουθεί.
Μα συφορά σε κείνον, συφορά,
που φονικά κρυφά ’χει καμωμένα!
Αυτόν τον κυνηγάμε από κοντά,
εμείς, η φοβερή της νύχτας γέννα.

Λέει πως μπορεί να φύγει, να γλιτώσει;
Πάνω του φτερωτές πετούμ’ εμείς,
μες στη θηλιά το πόδι, όσο κι αν τρέχει,
του πιάνουμε και παρ’ τον καταγής.
Τον κυνηγάμε ακούραστες, γραμμή,
κανείς μετανιωμός δε μας πρααίνει,
ως μες στων σκιών τη χώρα, κι ούτ’ εκεί
ελεύθερος ποτέ από μας δε μένει».

Χορεύουνε τον κύκλιο τραγουδώντας,
και πάνω από το θέατρο σιγαλιά
βαριά πλακώνει, σα σιωπή θανάτου,
η θεότητα σα να ’ναι εκεί κοντά.
Και επίσημα, με βήμα ρυθμικό
κι αργό, η παλιά συνήθεια ως επιβάλλει,
στον κύκλο της ορχήστρας κάνουν μια
γυροβολιά και χάνονται και πάλι.

Ψευδαίσθηση ή αλήθεια; Ανάμεσά τους
τρέμει, σαλεύει αμφίβολη η καρδιά·
στη φοβερή τη δύναμη προσπέφτει
που αθώρητη δικάζει κι αγρυπνά,
που ανεξιχνίαστη πάντα, μυστική,
το σκοτεινό της μοίρας νήμα κλώθει,
στου ήλιου ποτέ δε φαίνεται το φως,
αλλά η καρδιά στα βάθη της τη νιώθει.

Και ξαφνικά, στα πάνω σκαλοπάτια,
τη σιγαλιά την κόβει μια φωνή:
«Για, κοίταξε, Τιμόθεε! Κοίτα, κοίτα!
Του Ίβυκου περνούν οι γερανοί!»
Μονομιάς σκοτεινιάζει ο ουρανός
και υψώνοντας τα μάτια όλοι κοιτάνε
πάνω απ’ το θέατρο σμάρι γερανούς,
που πυκνοί και σταχτόμαυροι περνάνε.

«Του Ίβυκου!» Τη λύπη ξανανιώθει
στ’ όνομα τ’ ακριβό κάθε καρδιά
κι έτσι, όπως κύμα σε άλλο κύμα, ο λόγος
από στόμα σε στόμα αυτός κυλά:
«Του Ίβυκου, που εμείς τον κλαίμε, αυτού
που από το χέρι ενός φονιά έχει πέσει.
Τί τρέχει; Τί να θέλει αυτός να πει;
Κι οι γερανοί μ’ αυτό ποιά να ’χουν σχέση;”

Το ερώτημα όσο πάει και δυναμώνει·
απ’ όλες τις καρδιές, σαν αστραπή,
μια διαίσθηση περνά: «Των Ευμενίδων
η δύναμη είναι· δώστε προσοχή.
Του αγνού ποιητή σιμώνει ο γδικιωμός,
τον εαυτό του ο ένοχος προδίνει.
Ποιός το ’πε; Σε ποιόν το ’πε; Στη στιγμή
και των δυονών η σύλληψη να γίνει».

Εκείνος που ξεστόμισε το λόγο
να τον ρουφήξει θα ’θελε ξανά.
Του κάκου! Τα χλωμά που τρέμουν χείλια
δείχνουνε τους ενόχους καθαρά.
Τους σέρνουνε, τους παν στο δικαστή·
η σκηνή, δικαστήριο· οι δολοφόνοι
την πράξη που είχαν κάμει ομολογούν
κι η εκδίκηση βαριά τους κεραυνώνει.


Friedrich Schiller, Οι γερανοί του Ίβυκου
Μετάφραση: Θρασύβουλος Σταύρου


***

Ο Ίβυκος (ή Ίβυκος ο Ρηγίνος) ήταν αρχαίος Έλληνας λυρικός ποιητής από το Ρήγιο της Μεγάλης Ελλάδας. Η ακμή του τοποθετείται στα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ., στην εποχή του τυράννου της Σάμου Πολυκράτη, αφού στην αυλή του έζησε πολύ χρόνο. Ο Ίβυκος γεννήθηκε όταν ο Στησίχορος ήταν πια γέρος.

Ο πατέρας του Ιβύκου ονομαζόταν Φύτιος. Παρότι προερχόταν από αριστοκρατική γενιά, ο Ίβυκος προτίμησε να φύγει από την πατρίδα του και να επισκεφθεί διάφορες χώρες. Σε κάποιο από τα ταξίδια του, όπως αναφέρει ο επιγραμματοποιός Αντίπατρος ο Σιδώνιος, σκοτώθηκε από ληστές στην Κόρινθο. Επειδή κανένας μάρτυρας δεν υπήρχε εκεί για να καταγγείλει τον φόνο του, ο Ίβυκος επικαλέσθηκε τους γερανούς που εκείνη τη στιγμή πετούσαν από πάνω του, να τιμωρήσουν τους δολοφόνους του. Έπειτα από καιρό, ένας από τους ληστές εκείνους, όντας στην Κόρινθο, μόλις είδε γερανούς είπε στους άλλους: «Ίδε αι Ιβύκου έκδικοι». Κάποιος τον άκουσε και έτρεξε και τον κατάγγειλε. Οι δολοφόνοι πιάστηκαν και τιμωρήθηκαν. Η παράδοση αυτή αναπτύχθηκε σε παραλλαγές και από μεταγενέστερους συγγραφείς και η φράση «οι γερανοί του Ιβύκου» έμεινε παροιμιώδης στους αρχαίους Έλληνες για την ανακάλυψη εγκλημάτων ύστερα από θεία επέμβαση.

Στον Ίβυκο αποδίδονταν επτά ποιητικά βιβλία, από τα οποία όμως διασώθηκαν λίγα μόνο αποσπάσματα. Ακέραιοι βρίσκονται σήμερα μόλις 40 στίχοι του. Από τα ποιήματά του σημαντικότερα θεωρούνται τα ερωτικά, για την πρωτοτυπία και το θερμό τους συναίσθημα. Το είδος του θρησκευτικού ύμνου, που ο Στησίχορος τον είχε μετασχηματίσει σε ηρωικό, διαφοροποιήθηκε εκ νέου από τον Ίβυκο προς το καλύτερο, ώστε από αυτόν να γεννηθεί το εγκώμιο, δηλαδή ένας ύμνος καθαρά ανθρωποκεντρικός. Τα ποιήματά του πλησιάζουν περισσότερο στην τεχνοτροπία της λεσβιακής-αιολικής σχολής, χωρίς να απέχουν και από τη δωρική. Ο Ίβυκος μπορεί να χαρακτηρισθεί έτσι ως συνδετικός κρίκος ανάμεσα στα δύο ποιητικά ρεύματα, καθώς μιμήθηκε τόσο τον Στησίχορο όσο και τη Σαπφώ. Η διάλεκτός του περιέχει ανάμικτα γλωσσικά στοιχεία και τύπους, πολλούς τεχνητούς.

Ως λυρικός ποιητής, ο Ίβυκος κατατάχθηκε από τους Αλεξανδρινούς γραμματικούς πέμπτος ή έκτος στον «Κανόνα» των εννέα λυρικών («μελικών και χορικών») ποιητών, αμέσως μετά τη Σαπφώ και τον Στησίχορο. Η ποίησή του διακρινόταν για τη μεγάλη περιγραφική της δύναμη και την έντεχνη κατασκευή των στροφών.

Τα σωζόμενα αποσπάσματα του έργου του εκδόθηκαν για πρώτη φορά το 1833 και ύστερα το 1882 στη Λειψία.

Αναφέρεται ότι ο Ίβυκος εφεύρε το μουσικό όργανο σαμβύκη, όπως και το «ιβύκινο» (το δεύτερο αναφέρεται μόνο από το Λεξικό της Σούδας).

ΙΒΥΚΟΣ
Απόσπασμα

Έρως λυσιμελής

Ἔρος αὖτέ με κυανέοισιν ὑπὸ
βλεφάροις τακέρ᾽ ὄμμασι δερκόμενος
κηλήμασι παντοδαποῖς ἐς ἄπει-
ρα δίκτυα Κύπριδος ἐσβάλλει·
ἦ μὰν τρομέω νιν ἐπερχόμενον,
ὥστε φερέζυγος ἵππος ἀεθλοφόρος ποτὶ γήρᾳ
ἀέκων σὺν ὄχεσφι θοοῖς ἐς ἅμιλλαν ἔβα.


Και να που ο Έρωτας κάτω από σκούρες
κοιτάζοντάς με βλεφαρίδες
με τα μάτια του με λιώνει
και με γητειές ποικίλες στ᾽ ατελείωτα
δίχτυα της Κύπριδος με ρίχνει.
Τον βλέπω να ᾽ρχεται και τρέμω
σαν άλογο που με βραβεία πολλά τιμήθηκε
και τώρα στα γεράματά του ζεμένο πάλι στο ζυγό
αθέλητα μπαίνει στο στίβο κοντά σε άλλα γρήγορ᾽
άρματα ν᾽ αγωνιστεί.

(μετάφραση Ι. Δημητρίου)


και πάω παρακάτω: κι άλλος γονιός τα ίδια πάλι: Νίκου Ξένιου, «Τι πολλοί που ήσανε!», στον Χάρτη 77 (Μάιος 25):

https://www.hartismag.gr/hartis-77/klimakes/ti-polloi-poi-isane

ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΑΚΙ αυτό που κάναμε στα Αρχαία στο Γυμνάσιο ―το λέγαμε «το ζούκι» από τον κύριο Ζούκη που είχε συντάξει τα κειμενάκια στα Αρχαία Ελληνικά― θα έδινα όρκο πως είχε τίτλο «Ίβυκος και γέρανοι». Πώς μου ‘χε καθίσει έτσι, στραβά, το όνομα των πουλιών; Τα πουλιά λέγονται γερανοί, όχι γέρανοι. Γερανοί, όπως οι μπουλντόζες.
Θυμάμαι μόνο μια φράση από το κειμενάκι. Τη θυμάμαι όπως το «ο φίλος τον φίλον εν πόνοις και κινδύνοις ου λείπει», ή όπως το «regina rosas amat» των πρώτων, παιδικών λατινικών. Η φράση είναι η εξής: «Ώ γερανοί, υμείς καταμηνύσετε και κολάσετε τους ληστάς».

O Ίβυκος.* Αγαπημένος ποιητής των θεών. Καταγόταν από το Ρέτζιο της Καλαβρίας, το αρχαίο Ρήγιον. Γινόταν αγώνας αρμάτων και τραγουδιών στην Κόρινθο, και ξεκίνησε κι αυτός για να λάβει μέρος στα Ίσθμια. Όταν το καράβι του πλησίαζε και φαινόταν από μακριά η Ακροκόρινθος, ένα σταχτόμαυρο, πυκνό μπουλούκι από τριάντα έξι γερανούς πετούσε από πάνω κρώζοντας, συνοδεύοντάς τον προς τη ζέστη του Νότου. «Γερανοί πετούσανε. Τι πολλοί που ήσανε!» λέει ο παιδικός γρίφος που μου έβαζε ο πατέρας μου για να με παγιδεύσει.
Ο Ίβυκος θεώρησε το σμήνος καλό σημάδι. Όμως, έκανε λάθος.
Ο ήλιος έδυε, τα ροδαλά μάρμαρα γυάλιζαν στο βάθος κάτω απ’ το κυρίαρχο κάστρο. Ο ποιητής ξεμπάρκαρε στον Ισθμό και ξεκίνησε καβάλα σε άλογο τον υπόλοιπο δρόμο. Κουρασμένος έβαλε το άλογό του να τριποδίσει προς τη μεριά μιας συστάδας δέντρων κι έβγαλε τη λύρα του απ’τη θήκη της, να πάρει μιαν ανάσα.**
Εκεί τον περίμεναν δυο ληστές. Τον έναν τον έλεγαν Τιμόθεο, λέει ο μύθος.

Μόλις παίρνει χαμπάρι τον κίνδυνο, ο Ίβυκος κάνει να βγάλει μια φωνή για βοήθεια, όμως δεν προλαβαίνει. Οι ληστές πετάγονται μέσ’ από τις φυλλωσιές και τον μαχαιρώνουν πολλές φορές. Καθώς πέφτει κάτω βογγώντας από τον πόνο, η όρασή του θολώνει αλλ’ ακούει ξεκάθαρα τα κρωξίματα και το θρόισμα από τα φτερά των τριάντα έξι γερανών, που λένε πως είναι οι ψυχές των αδικοχαμένων νεκρών, αυτών που εκδικούνται και ξαναγυρνούν για να μας στοιχειώσουν.
Tο χώμα λάμπει σαν ορείχαλκος, η χαίτη του αλόγου του λαμπυρίζει. Γυρνάει τότε ο ποιητής προς τον ουρανό και, προτού ξεψυχήσει και γίνει κι αυτός γερανός, φωνάζει αυτό το κειμενάκι που έχω συγκρατήσει:
«Ω γερανοί μου εκεί ψηλά, από σας του σκοτωμού μου η μήνυση να γίνει!Εσείς να τιμωρήσετε τους ληστές!


TON BPHKΑΝ ΝΕΚΡΟ, ολόγυμνο, ματωμένο, σκυλευμένο, κι όλη η Κόρινθος τον θρήνησε. Ο λαός απαίτησε την εκδίκησή του με το αίμα του φονιά. «Να βρεθεί ο άνανδρος φονιάς του Ίβυκου!» φώναζαν στους δρόμους οι άνθρωποι. Αγκάλιαζαν τα ειδώλια του Απόλλωνα, του θεού της ποίησης και της μουσικής, και ζητούσαν εξιλασμό. Γεμάτη η Κόρινθος από Σπαρτιάτες, Φθίους, Κέκροπες, Μικρασιάτες που είχαν έρθει για τους αγώνες. Καθώς, ως γνωστόν, «ου παντός πλείν ες Κόρινθον», αυτοί οι άνθρωποι ήσαν πλούσιοι, καλοντυμένοι, με γνώσεις για τις τέχνες και το θέατρο.
Θα πρέπει να παιζόταν η αιχύλεια τριλογία εκείνο το απόγευμα, και θα είχε προχωρήσει η παράσταση στις «Ευμενίδες», γιατί στην ορχήστρα εκείνη τη στιγμή έβγαιναν οι άνδρες που φορούσαν τις μάσκες των Ερινύων και ορκίζονταν εν χορώ να πάρουν εκδίκηση. Η ωδή απ’αυτές τις ζοφερές, φαρμακομύτες θεές του Κάτω Κόσμου ηχούσε σαν κρώξιμο άγριου όρνεου: « Συμφορά σ’ εκείνον, συμφορά, που σχεδιάζει φονικό! Αυτόν τον έχουμε συνέχεια από κοντά, εμείς, η φοβερή της νύχτας γέννα. Τον παίρνουμε από πίσω, ως μες στων σκιών τη χώρα, γιατί ούτε κι εκεί ακόμη ποτέ από μας δεν θα γλιτώσει!».
Αίφνης, εκείνη τη φορτισμένη στιγμή, καθώς οι θεατές ήταν ανατριχιασμένοι, πλημμυρισμένοι από προσμονή για την απονομή της Θείας Δίκης, από τα πάνω πάνω σκαλοπάτια του θεάτρου, ακούστηκε μια φωνή:

«Κοίτα Τιμόθεε! Κοίτα! Οι γερανοί του Ίβυκου!»
—— ≈ ——
OΛΟΙ ΓΥΡΙΖΟΥΝ προς τα πάνω το βλέμμα τους. Το σκοτεινό, σταχτί μπουλούκι με τα πουλιά καλύπτει τα σύννεφα, καθώς περνά σε κανονικό σχηματισμό, μ’ένα μακρινό, παράφωνο τραγούδι. Τα λειριά τους κινούνται ταυτόχρονα, όπως φτερουγίζουν επίμονα πάνω απ’τα κρηπιδώματα του θεάτρου.
Όλοι στρέφουν να δουν από ποιον ακούστηκε η φωνή. Αυτός έχει δαγκωθεί, έχει χλoμιάσει. Τι αποκοτιά! Ένας Αθηναίος ανεβαίνει δυο δυο τα σκαλοπάτια, κάνει πέρα τον κόσμο, πιάνει από το μπράτσο αυτόν που μίλησε: «Πού τον ξέρεις εσύ τον Ίβυκο;» Ένας άλλος ανοίγει δρόμο, βουτάει απ’τον λαιμό τον φίλο του τον Τιμόθεο, τον σπρώχνει, τον πετάει κάτω: «Κι εσύ πού τον ξέρεις τον Ίβυκο τον ποιητή; Ε; Λέγε πού τον είδες!». Ο κόσμος από κάτω φωνάζει, χωρίς έλεος: «Αυτός είναι! Αυτός είναι ο φονιάς! Πιάστηκε στα πράσα!»
Κι έτσι, η τιμωρία έρχεται να σταθεί πάνω απ’ το κεφάλι του Τιμόθεου και του άλλου σαν δαμόκλειος σπάθη. Ή, καλύτερα, σαν ένα σμήνος τριάντα επτά πουλιών που ζυγιάζονται στον άνεμο.

____


ΟΜΟΡΦΗ ΙΣΤΟΡΙΑ. Απίστευτη, αλλά όμορφη. Τα πουλιά-τιμωροί. Τα πουλιά-Ερινύες, μάρτυρες του εγκλήματος. Ωραίο, πραγματικά ωραίο. Το ζήτημα της δικαιοσύνης και της ηθικής ευθύνης πάντα με απασχολούσε. Ο Ίβυκος και οι γερανοί του.
Όταν ήμουν πέντε χρονών, ο πατέρας μου με κορόιδευε με τον γνωστό αφελή γρίφο:

«Γερανοί πετούσανε. Τι πολλοί που ήσανε! Ένας είχε δύο πίσω. Ένας άλλος δύο μπρος. Κι ένας άλλος γερανός, έναν πίσω κι έναν μπρος. Πόσοι ήσανε;»
«Εννιά!» απαντούσα εγώ.
«Είσαι μπούφος!» μου έλεγε ο πατέρας μου. «Τρεις ήσανε οι γερανοί!»
Μου έμενε αναπάντητη η απορία. Γιατί, σώνει και καλά, τρεις;


να και η πηγή, Σούδα:
https://www.cs.uky.edu/~raphael/sol/sol-cgi-bin/search.cgi?db=REAL&field=adlerhw_gr&filter=Unicode&searchstr=iota%2C80
η Σούδα είναι βυζαντινή εγκυκλοπαίδεια του 10ου αιώνα μ.Χ., πιθανότατα συνταγμένη γύρω στα μέσα ή στο δεύτερο μισό του αιώνα:

̓́Ιβυκος, Φυτίου, οἱ δὲ Πολυζήλου του̂ Μεσσηνίου ἱστοριογράφου, οἱ δὲ Κέρδαντος: γένει ̔Ρηγι̂νος. ἐνθένδε εἰς Σάμον ἠ̂λθεν, ὅτε αὐτη̂ς ἠ̂ρχεν ὁ Πολυκράτης του̂ τυράννου πατήρ. χρόνος δὲ οὑ̂τος ὁ ἐπὶ Κροίσου, ὀλυμπιὰς νδ#. γέγονε δὲ ἐρωτομανέστατος περὶ μειράκια καὶ πρω̂τος εὑ̂ρε τὴν καλουμένην σαμβύκην: εἰ̂δος δέ ἐστι κιθάρας τριγώνου. ἔστι δὲ αὐτου̂ τὰ βιβλία ζ# τῃ̂ Δωρίδι διαλέκτῳ. συλληφθεὶς δὲ ὑπὸ λῃστω̂ν ἐπὶ ἐρημίας ἔφη, κἂν τὰς γεράνους, ἃς ἔτυχεν ὑπερίπτασθαι, ἐκδίκους γενέσθαι. καὶ αὐτὸς μὲν ἀνῃρέθη: μετὰ δὲ ταυ̂τα τω̂ν λῃστω̂ν εἱ̂ς ἐν τῃ̂ πόλει θεασάμενος γεράνους ἔφη: ἴδε, αἱ ̓Ιβύκου ἔκδικοι. ἀκούσαντος δέ τινος καὶ ἐπεξελθόντος τῳ̂ εἰρημένῳ, τό τε γεγονὸς ὡμολογήθη, καὶ δίκας ἔδωκαν οἱ λῃσταί: ὡς ἐκ τούτου καὶ παροιμίαν γενέσθαι, αἱ ̓Ιβύκου γέρανοι.

αχ βρε μαμά.. η Σούδα γράφει «αἱ Ἰβύκου γέρανοι», με τον τόνο πράγματι στο γέ-. οι γέρανοι έλεγες κι εσύ που πήγες σχολείο ως και την έκτη δημοτικού στο μεσοπόλεμο. ποιος ξέρει όμως και τι διαβολιές έκανα κι εγώ για να μου το λες κάθε τρεις και λίγο..


Leave a comment

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.