πεζά κείμενα
-
(το πρώτο μέρος εδώ) η Μαρίνα βλέπει το περιεχόμενο του πορτ μπαγκάζ και κολλάει! τη βλέπουν κι οι άλλοι να κολλάει και μένουν αποσβολωμένοι κι αυτοί. κάτω από κουρέλι παλιάς μοκέτας ένα ολόκληρο εικονοστάσι κλεμένο και πατικωμένο σε στοίβες για να χωρέσει! ωραιότατες μεγάλες παμπάλαιες εικόνες! εκπλήσσουν τα λαμπρά τους χρώματα κάτω από το φως
-
εισαγωγή χαρίεσσα με θεωρητικολογίες ποσοτικά επαρκείς: εσύ Εύα, εσύ Ματούλα, φορμάρεται η πλάνη; ποια είναι αυτή; είναι η εικόνα που νομίζεις ότι βλέπεις χωρίς να τη βλέπεις στ´αλήθεια. αντικατοπτρισμός μιας ιδανικής όψης που δημιούργησες πόντο-πόντο από γεννησιμιού σου. πήρες επιλεκτικά ό,τι θα ήθελες να έχεις και ό,τι σου έλειψε και ό,τι νόμισες πως σου είναι
-
πήγα μια μακρινή ερημική βόλτα.. στο σκοτάδι πηγάζουν οι παλιοί συνοδοιπόροι, οι χαράκτες της ζωής, αυτοί που με κόπο έδιωξα από το σπίτι..
-
17:22: έπιασα να ταξινομήσω τις φωτογραφίες της νεότητας. τα χρώματα έχουν ατονήσει, τα περιγράμματα το ίδιο. θα μπορούσα να ζωντανέψω λίγο εκείνες τις άτονες, του ‘70. έβαλα το σκάνερ σε λειτουργία. πηγαίνει-έρχεται θορυβώντας η φωτεινή μπάρα, το αποτέλεσμα στην οθόνη μου φέρνει δάκρυα. ανοησίες, η ζωή μου χαρίστηκε στο χρέος. βάλθηκα να σκέφτομαι τη διαφορά
-
πάσχω από νεοπάθεια 😄.. θέλω να διαβάζω συνεχώς ό,τι καινούργιο, ό,τι νάναι, όπως νάναι, διαβάζω γρήγορα σα μηχανή, το μυαλό μου καλπάζει ανησυχητικά, τα κενά στη μνήμη μου της προπερασμένης εβδομάδας εξαφανίστηκαν, κακώς είχα ανησυχήσει, είναι που απορρίπτω κάθε τι άχρηστο και θα είχαν μαζωχτεί πολλά άχρηστα κι ο χώρος είναι μεγάλος και μικρός μαζί,
-
το είχα γράψει με το κραγιόν μου ψηλά πάνω στα φύλλα της ντουλάπας από φορμάικα και πρόσεχα για μήνες μη και το σβήσω κατά λάθος. πρώτα σε αγνοούν, μετά σε κοροϊδεύουν, μετά σε πολεμούν, μετά τους νικάς. παντού γράφουνε ότι το είπε ο Γκάντι, μα δεν έχει και πολλή σημασία. σημασία για μένα είχε που
-
χέρια ζεστά, τα ανασηκώνω σε έκταση, τόσο ίσαμε να πάρεις το σινιάλο να πάψω να θέλω γίνεται; να μείνω στην άκρη της σιωπής.. χέρια στο πλάι, ανοιχτά φτερά με σπουδή να χαϊδεύω.. κόκκινη πετσέτα, πτυσσόμενο κλειδί που κρύβεται στη λαβή του, μια μπροσούρα από το μέγαρο μουσικής, τα κεριά που σβήσανε, η γωνιά του
-
λέω να γράψω για τον άνθρωπο που τον κατάπιε το σύστημα. τον είδα και τόσο καυχησιάρικα ανόητο, έως χίλιες πολλές φορές, τον εκμεταλλεύτηκε και τον πέταξε στη μπάντα η υπόκωφη αλητεία. θα γράψω και για την αίσθηση του τελειωμένου χρόνου, που μου τον θυμίζει κάθε φορά η πεζοπορία μου στους δρόμους της πόλης. τους ξέρω
-
με αφορμή μια σημερινή συζήτηση που είχα σε φιλικό μου περιβάλλον, θα επιχειρήσω μία οριακά εκλαϊκευμένη επεξήγηση ώστε να καταλαβαίνουμε όλοι τα ίδια πράγματα, όπως έχουν και όχι στο περίπου. πολύς κόσμος δεν αντιλαμβάνεται γιατί γίνεται αυτή η συζήτηση τώρα για τη μεταφορά ή όχι των αρχαίων της Βενιζέλου. καταλαβαίνει γενικότητες του τύπου η κυβέρνηση
-
κατέβηκα στην Αθήνα το Μάη του 1979 για να ορκιστώ. είχα λάβει μέρος στις εξετάσεις των βυζαντινών στις αρχές του παγωμένου Γενάρη του 1979. ήταν οι πρώτες εισαγωγικές εξετάσεις στην αρχαιολογική υπηρεσία, που γίνονταν μετά από πολλά χρόνια. εγώ ήμουν τσαμπιόνι στα κλασικά, βυζαντινά κουτσοκάναμε στο πανεπιστήμιο (ο Πελεκανίδης είχε αποθάνει και μόλις είχε έρθει
-
όπως όλοι όσοι ανακατώνονται σοβαρά με δαύτα, τίποτε δε γράφω (με την αρχαία ή τη σύγχρονη έννοια της λέξης) απλά για να το κάνω, δεν βιοπορίζομαι άλλωστε από αυτά. πάντα κάτι σκέφτομαι και θέλω να το βγάλω από μέσα μου, καμιά φορά με βαραίνει πολύ και εξωτερικεύοντάς το ελαφραίνω, έτσι ώστε όταν τουλάχιστον εγώ θα
-
τραβάω γραμμές, πυκνές παράλληλες, πυκνές κάθετες, πυκνές πλάγιες, αναποδογυρίζω το χαρτί προς όλες τις κατευθύνσεις που μου επιτρέπει η στήριξη του καβαλέτου ή της αγκαλιάς μου, ώστε οι πολλές γραμμές να καλύψουν η μία την άλλη χιαστί και στο τέλος να φαίνεται το χρώμα ενιαίο.. κάθε φορά που πάω να αλλάξω χρώμα, οπισθοχωρώ για να
-
ο μπαμπάς μου πήρε προίκα από τη μάνα μου 300 χρυσές λίρες αγγλίας και με τις 210 αγόρασε το 1953 τη μονοκατοικία που γεννήθηκα (για την ακρίβεια στο Άσυλο γεννήθηκα). το σπίτι μου ήταν εβραίικο, είχε χτιστεί το 1938 στην οδό Ηπείρου (για την οδό Γαλανάκη στις αρχές του 20ου αιώνα στη συνοικία Τράνσβααλ θα
-
η περίεργη αίσθηση. το απομυθοποιημένο. τυχαία η λέξη της ήρθε στο μυαλό? αισθάνεται περίεργα, έξω από τον εαυτό της. ένιωσε έναν τρόμο στιγμιαίο που την παρέλυσε. ζαλάδα και αδυναμία να ανασάνει. όπως τότε πριν ενάμισυ χρόνο, που ξυπνούσε τα βράδυα τρομαγμένη. ανασηκώθηκε και άναψε το φως για να διώξει τον εφιάλτη. μπορεί κιόλας ο νους
-
άνθρωπος των χρωμάτων εγώ, έπεσα πάνω του τώρα δα μετά από πολλά χρόνια. όντας νέα με λαγαρή μνήμη, μπορούσα τότε να το απαγγέλω απέξω ως το στίχο «των βημάτων μου η τάξη». κάποιος αυτάρεσκος φίλος -μάλλον φίλα διακείμενος παροδικά παρά φίλος, ξεδιάλυνα μέσα μου αργότερα πόσο αλλαζών ήταν- κατοικούσε σε μικρό διαμέρισμα με σαλόνι στρωμένο
-
Διαμαντή Ολύμπιου, ένας δρόμος που καταλήγει στη Δωδεκαννήσου. τον παίρνω ανάποδα. φωτοτυπείο, είδη δώρων, χριστουγεννιάτικες αηδίες, ελληνικό πρατήριο σιγαρέττων Γεωργίου Μυρώνη αριστερά μου κλειστό, ζαχαρώδη ποτά Πολυχρόνη δεξιά μου κλειστό, αλλαντικά τυροκομικά Τάσος ανοιχτό, αποθήκη.. ζαχαρώδη ψιλικά Καπουσούζης ανοιχτό αριστερά μου, στη γωνία με την Ερνέστ Εμπράρ μαγαζί που πουλάει μπαχαρικά παλιό.. μια σκέψη περνάει
-
ξημέρωσε Σάββατο 12 Ιανουαρίου σήμερα και η μέρα είχε κιόλας προχωρήσει όσο η Έλλη να εγκαταλείψει το κρεβάτι. σκεφτόταν με ταχύτητα και ανάκατα τα παρόντα και τα παρελθόντα, καθόλου μέλλοντα ανάμεσά τους, και, πριν πονοκεφαλιάσει, σηκώθηκε. πολλούς μήνες τώρα καταγράφει σε λευκά φύλλα χαρτιού τις σκέψεις της ή γράφει γράμματα που δεν σκοπεύει ποτέ να
-
νομίζοντας ότι θα ζήσω αιώνια, μάζευα και μαζεύω ό,τι μου κάνει εντύπωση ή με ευχαριστεί. το μόνο πλάσμα μου που θα ζήσει ως την πυρηνική καταστροφή είναι το βιβλίο μου.. τι στο καλό, δεν μπορούν να καούν τόσες βιβλιοθήκες ακόμη και πόλεμος να γίνει.. έτσι, αιώνια υποτιθέμενη, κράτησα μια σημείωση από τον κατάλογο μιας έκθεσης
-
όταν ήμουν μικρή, κάθε νύχτα Θεοφανείων περίμενα πώς και πώς να καταφτάσει στους αρμένηδες γείτονες η χορωδία της εκκλησίας τους για να ψάλλει με αγγελικές φωνές τα κάλαντα. δεν καταλάβαινα γιατί η μαμά μου τα έλεγε κάλαντα, κάπως με τα Χριστούγεννα μου τα μπέρδευε, αλλά δεν μου είχε πει ποτέ καθαρά ότι την επομένη, 7
-
ένα ανθρωπάκι δάνεισε για λίγο τη ζωή του στο όνειρο. θα την ήθελε να μείνει για πάντα δανεική κι αγύριστη, τώρα που μεγάλωνε, και μάλιστα άσχημα και άσχημος, και είχε πιο πολύ ανάγκη το παραμύθι. το μετονόμασε σε τυχερό του, γιατί ήταν από κείνους που πιστεύουν στην πρόκληση αποτελέσματος άμα το θες πολύ και το
-
η κολυμβήτρια θέλει να φεύγει μακριά, να ξεπλένει τη μαυρίλα της τριβής της με τις άχρηστες αλήθειες γύρω της με ένα μακροβούτι στον κόσμο του υπόκωφου βουητού, αυτού που αργά-αργά θα υποχωρήσει και θα πάψει μόλις αυτή εισρεύσει στον παράδεισο. εκεί νομίζει ότι πάει τώρα. οι φυσαλίδες βγάζουν ήχο, οι κινήσεις των χεριών θόρυβο, ίσαμε
-
θυμάμαι εκμυστηρεύσεις από μερικά τσακισμένα κορίτσια, γυναίκες πια. σαν ένα φου, ένας αέρας, προκύπτουν έξαφνα στη μνήμη μου οι εικόνες τους, μικρά στην ηλικία. δεν έχουν σαφές σχήμα ούτε ευχάριστο χρώμα. γκρίζα μετεικάσματα. τα μάτια μου αποκεντρώθηκαν για να ησυχάσω, αλλά απότυχα και συνεχίζω να ταράζομαι που οι κηλίδες τους άσβεστες μετακινούνται όπου γυρίζω το
-
θέλει να περιγράψει τα αισθήματα που νιώθει κάθε μέρα, όλη τη μέρα. το ένα διαδέχεται το άλλο. κυριαρχεί το μικροκλίμα της νοσταλγίας, νοσταλγία για τον έρωτα που ένιωσε και έχασε άδικα και ξαφνικά και στερήθηκε για λόγους αυτοπροστατευτικούς τελείως τη δυνατότητα να τον ξανανιώσει. πονάει όταν ανακαλεί το κλίμα αυτό. ο πόνος μοιάζει με αυτό που νιώθει
-
μικρή η Άννα το 71, πήγαινε πέμπτη γυμνασίου, σκεφτόταν σοβαρά να δώσει εισαγωγικές εξετάσεις στο πανεπιστήμιο και του χρόνου θα ξεκινούσε για τον σκοπό αυτό φροντιστήριο. είχε μεγαλώσει μόνη της με λίγες χαρές. το σπίτι ήταν πάντα κρύο, οι χειμώνες τότε παγωμένοι, τόσο που πάγωνε το λάδι στο μπουκάλι μέσα στην κουζίνα και, για να το
-
ο κυρ Παναγιωτάκης, βιοτέχνης της αγοράς γύρω στα σαρανταδύο, παντελόνι μπεζ, πουκάμισο λευκό, μπουφάν μαύρο, φαλάκρα, λευκή επιδερμίδα με κίτρινες τις άκρες των δαχτύλων του δεξιού χεριού απ’ το πολύ τσιγάρο, ο κυρ Παναγιωτάκης που ονειρεύεται ώρες ελεύθερες και κοιμισμένες να γίνει πλούσιος επιτέλους σ’ αυτή τη ζωή, και όχι στην άλλη.. ο φίλος του
-
νόμιζα παλιά πως πρέπει απ´την αρχή να ξέρεις ακριβώς τί θέλεις να κάνεις τραβώντας τις όποιες γραμμές στο χαρτί, και έτσι κανένα αποτέλεσμα δεν μου άρεζε, καθώς τα σκληρά παστέλ γρατζουνούσαν βάφοντας σκληρές γραμμές και σπάζοντας σε σκληρούς κόκκους, και τα τρυφερά από δαύτα πουδράριζαν τον τόπο και κατακάθονταν στα πνευμόνια μου. δεν μου άρεζε
-
τον συμπάθησα ακούγοντάς τον να μιλάει; δεν ξέρω, ένιωσα ότι είναι μόνος μέσα στο πλήθος που τον ζώνει ασφυκτικά με τις απαιτήσεις του; μου θύμισε εκείνον που με προσπέρασε πατώντας κιόλας πάνω στο πτώμα μου; δεν ξέρω, άδειασε το μυαλό μου από το σύνηθες περιεχόμενό του και έγινα μικρότερη στο μέγεθος και υποχώρησα, νιώθω μιαν ήπια
-
μου ήρθε έξαφνα στο μυαλό τώρα δα ένα νυχτερινό μου όνειρο, πού και πού επαναλαμβανόμενο: ένας δρόμος, φαρδύς θα έλεγα, αλλά χωρίς περαστικούς και αυτοκίνητα. έχει νυχτώσει, δεν είναι περισσότερο από οκτώ η ώρα, δεν είναι χειμώνας, γιατί έχει νυχτώσει άραγε τόσο νωρίς;. ο δρόμος είναι σιωπηλός, το πεζοδρόμιο που περπατώ, έχω την αίσθηση ότι