προσωπογραφίες
-
η ογδοντάχρονη γεροντοκόρη συνταξιούχα δασκάλα στη γειτονιά μου όταν ήμουν εικοσιπέντε, πολλές φορές απασχολεί για λίγο τη μνήμη μου. όταν το 98 επέστρεψα στο πατρικό μου μετά από απουσία δεκαεπτά χρόνων, κανείς δεν ήξερε να μου πει τί είχε στο μεταξύ απογίνει η δασκάλα. ήτανε περίγελως στη γειτονιά, ψόφιοι οι γείτονες να χλευάζουν πίσω από τα παράθυρα αυτήν που ήταν πάντα αναχρονιστικά κομψή με τα ζαμπώ και τις δαντέλες της, μα και τον ξηλωμένο ποδόγυρο με τις κλωστές να αιωρούνται γαργαλεύοντας τις νάυλον κάλτσες με τη ραφή πίσω, τα ξανθά βαμμένα μαλλιά στο φαλακρό της κεφάλι, το σκούρο ροζ κραγιόν που χρωμάτιζε το λευκό ζαρωμένο δέρμα ως το μουστάκι και το πηγούνι, ωστόσο υποταγμένο σε ζαλισμένο περίγραμμα, τα ζωγραφισμένα μαύρα φρύδια, τα κολλημένα χείλη που τους έλειπε το σάλιο, τη σταθερά περιρρέουσα μυρωδιά της αρχαίας πούδρας (τοκαλόν;), τα στραβοπατημένα τακουνάκια, τα διάφανα τσαλακωμένα φουλάρια, το μικρό γδαρμένο άσπρο τσαντί, το αργό βήμα.. με είχε ίνδαλμα η Ευτέρπη, κορίτσι πρότυπο, που ήμουν καλή φοιτήτρια, με τρόπους ευγενικούς, χαμόγελο και καλοκαρδοσύνη, έλεγε..συνήθως με εξόργιζε γιατί με παίνευε, δεν ήθελα να μιλάει για μένα στα δυο σπίτια της γειτονιάς που την καλούσαν ή πήγαινε απρόσκλητη, ένεκα δασκάλα που ήταν και έπρεπε να την τιμάνε με επιδέξιο τρόπο, αλλά μόνοι μεταξύ τους να τη στολίζουν έπειτα..φορούσε βέρα στο αριστερό, γιατί αγαπούσε κάποιον, μιλούσαμε εγώ στο παράθυρο κι αυτή στο πεζοδρόμιο, αρνιόνταν να έρθει μέσα..μου έλεγε χαμηλώνοντας τη φωνή μη τυχόν και την ακούσουν οι τοίχοι του σπιτιού μου, πως ήταν ο αδικημένος συνταγματάρχης Γεώργιος Παπαδόπουλος όταν ήταν νέος..νόμιζε ότι τον κρατούσε κοντά της με τη βέρα, και τον δικαιολογούσε που είχε παντρευτεί άλλην, δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς γι αυτό την παντρεύτηκε.. ποτέ δεν έλεγε κακή
-
ήταν δυο αδελφές, η τρίτη είχε πρόσφατα πεθάνει..οι δυο κατοικούσαν στον ίδιο, πρώτο, όροφο.. δεν πολυμιλιόνταν μεταξύ τους, η μια που ήξερα καλύτερα ήταν ό,τι νάναι, μπερδεμένη, προσβλητική, αδιάφορη μάνα, να μη δίνει τίποτε στα παιδιά της χωρίς υλικό αντάλλαγμα, τα παιδιά της παράξενα, η μια κόρη ψεύτρα και αδιάφορη, η μικρή κόρη ψεύτρα και
-
ήταν γέρος πριν την ώρα του, κοντούτσικος, ξεδοντιασμένος, πατημένος, το όνομά του δεν είναι αυτό, το έβγαλα από το μαργιόλος, του πάει.. πουλούσε στις λαϊκές πράγματα απ´το χωριό του από δω παραέξω. στη δουλειά του ήταν αδιάφορος, το ένα πόδι βρωμούσε μέχρι να σκώσει τ´ άλλο, αν και όλο ναι και ναι ήτανε. «μπράβο βρε
-
ήρθε κάποτε στο γραφείο μου εκείνος ο παλιός συνάδελφος. πρώτη φορά ήταν που ήρθε και στρογγυλοκάθισε στην καρέκλα απέναντί μου. έβγαλε από τη γδαρμένη δερμάτινη σχολική του καφετιά τσάντα τρία ανάτυπα για έργα που παλιά είχε παλιά επιβλέψει. τώρα ήταν πια ένας καθηγητής πανεπιστημίου. προγέρων άσχημος ξερακιανός, αρπακτικό που άδραχνε ενστικτώδικα την παραμικρή ευκαιρία που
-
τα δύο τελευταία χρόνια, που όλοι μας κλειστήκαμε στο σπίτι, άλλος λίγο και άλλος πολύ εξαιτίας της πανδημίας, ασχολούμαι με την καταγραφή του αρχείου μου και της βιβλιοθήκης μου. κάπου είχα καταχωνιασμένα τα σχολικά μου βιβλία και τα άνοιξα, τα νεότερα από αυτά μισόν αιώνα μετά! συγκινήθηκα επανειλημμένα φυλλομετρώντας τα. έψαχνα για τυχόν ψηφιακά τους
-
σέβομαι τη μνήμη και τα παιχνίδια της, πολύ, που σε πετάνε μια από δω και μια από κει. υποθέτω ότι αν μπορούσε ο άνθρωπος να καλωδιώσει το μυαλό του και να καταγράψει σε λόγο τις σκέψεις του με την ταχύτητα που αυτές προκύπτουν, τότε πραγματικά θα φαινόταν ποιος είναι ο ήρεμος, ποιος είναι ο αδιάφορος,
-
έβλεπα πριν την ιστορία με το ορφανό, έγκλειστο στο ορφανοτροφείο, και θυμήθηκα: τη λέγανε Στεργίου, μια ψηλή ξερακιανή γιαγιά την έβλεπαν τα μάτια μου, κομμάτι αγιούσα, καλή μου φαινότανε. πρώτη γυμνασίου, μας έκανε γεωγραφία. 20 Οκτωβρίου 1967 ήτανε, πριν από λίγο έψαξα και βρήκα ότι ήταν μέρα Παρασκευή, δεν το θυμόμουν. την περίμενα στην πόρτα
-
Οι καταλήψεις, είχε πει επανειλημμένα ο Κυριάκος Μητσοτάκης, θα φύγουν την επόμενη κιόλας ημέρα και εγγυήθηκε καλά δημόσια πανεπιστήμια συνδεδεμένα με την αγορά, που δεν θα είναι άνδρα κουκουλοφόρων και διακινητών ναρκωτικών. άνδρα η Γιούροτουντέι, στο ράπτη με ανέβασε συνειρμός τις: οκτώβρης 1979. βρισκόμαστε στο χωριό Μαργαρίτα της Πέλλας και πραγματοποιούμε καταγραφή των εικόνων της
-
την άνοιξη του 1982, ανάμεσα στα σουτζουκάκια αλ´εζυπσιέν του Όλυμπος-Νάουσα και στο ονομαστικό ευρετήριο του Ντελεγιέ και ενδελεχή συζήτηση -όλο τέτοιες κάναμε μαζί με αμέτρητη πλάκα-, αποφάσισα, με τη σύμφωνη γνώμη του πάντα, αν το μωρό που περίμενα είναι κορίτσι να το ονομάσω Ειρήνη και αν είναι αγόρι Νικηφόρο. έτσι έλεγαν τον πατέρα του μου
-
η Μαρία, το ρετιρέ με τη γωνιακή βεράντα και τα ασήκωτα φερ φορζέ έπιπλα, τις λουλουδάτες τέντες με τα κρεμάμενα κρόσια που κυμάτιζαν στο αεράκι μαυρισμένα από το καυσαέριο, τα ψηλά πορτοπαράθυρα με τα γαλλικά παντζούρια, το κλειδωμένο στα περισσότερα σπίτια σαλόνι εδώ ανοιχτό, με τα δανέζικα έπιπλά του και τα πολυεπίπεδα κρυστάλλινα τασάκια, τα
-
με απασχόλησε για λίγο η λέξη «γκουρού» οι δημοσιογράφοι διαγκωνίζονται για τους τίτλους χρησιμοποιούν ό,τι νομίζουν ότι θα κάνει εντύπωση και συ το ίδιο κάνεις πειράματα εντυπωσιασμού σίγουρος για το αποτέλεσμα είναι γιατί σου αρέσει να μαζεύεις ευμενείς χαρακτηρισμούς είναι γιατί μελετάς τις απαντήσεις στα ερωτήματα που θέτεις εύστροφος πατάς δυνατά όπου σταθείς και το
-
μαύρη ψυχή πετάει πάνω μου τείνει να σβήσει στον ορίζοντα αρνήθηκα να συναινέσω στη μανία του όσο ζούσε αντιστάθηκα ήθελε να λιώνει κάθε ανάμνησή μου σε πικρό διάλυμα κοινοτυπίας κακότητα που τον συνέπαιρνε να ψιλοκόβει την καρδιά μου γιατί έζησα ζωή γεμάτη -την πλήρωσα ακριβά που την αγόρασα και τόξερε- είχα τη δύναμη ν’ αντέχω
-
σεπτέμβρης του ´16, τετάρτη ανάμεσα σε πάγκους και καφάσια δρόμος στενός αφέθηκε να περπατούν οι αγοραστές. στην άνοδο πέτυχα σχεδόν δίπλα την Τουλίνα ξανθιά βαμμένη όπως πάντα. το χρώμα ξεχείλιζε απ´το περίγραμμα των χειλιών ροζ μωβ παλιομοδίτικο με καφετιά χοντρή γραμμή ολόγυρα μου διέφυγαν οι άλλες λεπτομέρειες. δεν πρόλαβα να χαιρετήσω το βλέμμα έριξε αλλού
-
αυτοί που γράφουν είναι παραμυθάδες και ολα τα ανακατώνουν, αλήθειες και ονειροφαντασιές. όταν το κάνουν όπως λάχει, έχουν πιο πολλή πλάκα. η Κρουέλα ντε Βιλ που έκλεψε τα 101 σκυλιά της Δαλματίας μου δάνεισε το όνομά της την εποχή που είχε διαγωγή κοσμιοτάτη, η παιδική μνήμη είναι αδυσώπητη και ο Μπορίς είναι υπαρκτός ελληναράς. στον
-
στο Πανικάλε εμπλέξαν τις δαντέλλες κι όσο να φτάσουν με τ´ άλογα στη Σιένα ο δρόμος έγινε άβατος άνεμος αναπάντεχος σηκώθηκε και χάραξε νέο τοπίο με σημάδια μαλακά κι έπειτα δύσβατα έως ξερά και ανεπίστρεπτα αρρώστιες του φόβου και της ατολμίας σ´ενέδρα στήθηκαν επιστροφή να μην υπάρξει κανένα γύρισμα στη βάση της υπακοής
-
στον W.R. είναι ελευθερία ν´αναθυμάσαι μόνη σου με πόση δύναμη περιτύλιξες νου και σώματα; παροδικά το ενέκρινε και κείνος και αφέθηκε να αιωρείται πλήρης μπροστά στους προβολείς που παίρνουν ένταση και χρώματα απ´ την αναμενόμενη χαρά που πια συμβαίνει αφ´ εαυτού σου διάλεξες πως μόνο τη μνήμη σου χρειάζεσαι σαν ικανή να τη χειρίζεσαι
-
στον έντιμο Θάνο γιατί απάλειψε τα όρια; γιατί ταξίδεψε άπονα εμπρός; γιατί βιασύνη επέδειξε και αλυπία;. ποιος να ΄θελε να κλάψει για την απώλειά της άραγε; ως αθώα δεν μπορούσε ούτως ή άλλως να υφίσταται είναι εκείνος που την έσπρωξε απ’ τα κάγκελα με τον τρόπο του, να παίρνει από αυτήν το μέρος πάντα,
-
κάποιος, ενήλικας πολύ, με σώμα διαλυμένο από φανταστικές και μη πληγές, με μπόλικο χρήμα πια και χρόνο άπειρο, με το μυαλό σαν σε pole dance ηδονικά να στροβιλίζεται γύρω από την οσονούπω συντελούμενη ερωτική μυσταγωγία, το μπλε στέισον βάγκον καβαλά προσφεύγοντας στο Veneto. εκεί, γυναίκα όμορφη μα λαϊκιά τον ερχομό του πρώτη φορά αναμένει.
-
μια ψηφιακή φωτογραφία με κείνον να κοιτά το φωτογράφο του στα μάτια χαμογελώντας όλος χαρά σα να του λέει Μαλάκα τράβα να δούμε τί θα καταλάβεις. μια γυναίκα μου τη χάρισε, εκεί που σκάλιζε μαζί μου τις αναμνήσεις της από εκείνον, εν γνώσει της ότι ο εικονιζόμενος αρέσκεται να διαμοιράζεται τήδε κακείσε, μη κινδυνεύοντας εξάλλου να
-
πολλοί προσπάθησαν να αντιγράψουν τον Εddie, σε όλους κάνει εντύπωση. φωτογραφίες με το ύφος του επιχείρησαν, για να συγκριθούν, κινηματογραφικές σεκάνς δημιούργησαν, μπορεί και βαρετές, αναμασήσανε μιμητικά τα φώτα του και τα σκοτάδια του και τις σκιές του και τα χρώματά του βέβαια, αυτά που τα δημιούργησαν όλα τούτα. κάτι θα πιάνανε όσο νάναι με
-
το οχηματαγωγό Σκύρος αριβάρει άδειο στην Aλόννησο μόνο και μόνο για να την αφήσει. ο καπετάνιος και φίλος αρχαιόθεν της μαμάς της κάνει τα στραβά μάτια σε όλη τη διαδρομή. έτσι κάνουν οι κύριοι. λευκή στολή με σειρήτια. πόσα; η Pενάτα δεν θυμάται. δεν της έκαναν εντύπωση τα σειρήτια ποτέ. πόσο μάλλον τότε που της φαινόταν αστείο
-
στη Μαρία Χ. που δε χώνεψα ποτέ μου σπάνια που περπατώ χωρίς βιάζουσα πρόθεση, πρωί ή νύχτα, φως γύρω μου ή όχι, καμία σημασία τοπίο με περιπατητές ή όχι, καμία σημασία, τότε ανάμνηση σα νοσταλγία που πονάει ξεπηδάει μέσα μου αναπάντεχα. αφορμή είναι το πνεύμα του αέρα που διακινεί τις μυρωδιές, αφορμή είναι το χρώμα
-
η Ελένη πάει καιρός που κατάλαβε ότι οι πλάκες των πεζοδρομίων δεν είναι απόλυτα στοιχημένες. σε μερικά πεζοδρόμια ο τεχνίτης φρόντισε τον αρμό έτσι που να απορείς πώς τέτοιος τετραγωνισμός προέκυψε από ανθρώπινα χέρια και αλλού πάλι δεκάρα δεν δόθηκε για την τάξη, όσο και αν την επιθυμούσαν μερικοί. και πάνω στις πλάκες, γκριζόμαυρες εξέχουσες