σαραμπάντα
-
(το πρώτο μέρος εδώ) η Μαρίνα βλέπει το περιεχόμενο του πορτ μπαγκάζ και κολλάει! τη βλέπουν κι οι άλλοι να κολλάει και μένουν αποσβολωμένοι κι αυτοί. κάτω από κουρέλι παλιάς μοκέτας ένα ολόκληρο εικονοστάσι κλεμένο και πατικωμένο σε στοίβες για να χωρέσει! ωραιότατες μεγάλες παμπάλαιες εικόνες! εκπλήσσουν τα λαμπρά τους χρώματα κάτω από το φως
-
το πρωινό αχνοφέγγει χειμώνας είναι η ώρα επτά στο κρεβάτι καθισμένη ανατολίτικα ακούει προσεκτικά τη σιωπή την τυλιγμένη γύρω της έξω αέρας να φυσά ξεκίνησε τα τενεκέδια που κυλάν στο δρόμο τη διαλύουν άσπλαχνα μα πόσο τη χρειάζεται τη σιωπή αυτή.. “πουλιά πετούν όταν φυσά αέρας;” αναρωτιέται -κάθε φορά που ο βαρδάρης σφύριζε αυτή το
-
τεράστιο φανάρι πλέεις στον ωκεανό της πίστης μου σε σένα λεπτά δερμάτινα λευκά πετάσματα τα βλέφαρα το φως σου αγκαλιάζουν και τηρούν σε υποθετικά ουτοπικά ταξίδια παρασύρομαι καταστρώνω ανέλπιδα σχέδια με φώτα και σκοτάδια μπερδεμένα έτσι που σηκώνουν ψηλά το θυμό μου τότε σαν αγριεμένη μηχανή γρυλίζω κι ύστερα κοιμάμαι πανύψηλη κάτω από τα χαμηλά
-
«μπορώ να σε αγγίξω;» τον ρώτησε χρόνια μετά που τον ξανάδε («να σου χαϊδέψω τα μαλλιά» εννοούσε) εκείνος χαμογέλασε σιγανά το χαμόγελο έτρεμε κίνησε μαζί αμυδρά και το κεφάλι προς τα κάτω ήθελε να δείξει έτσι «ναι» μια φορά ήταν αρκετή μα το κίνησε φανερά μπορεί και τρεις που έσβησαν αργά μέσα του κινήθηκε πολλές
-
όταν ο πόνος που η επιθυμία προκαλεί στο κέντρο του κορμιού κοπάζει ο ύπνος είναι ευθύγραμμος εγκεφαλογράφημα στενή μακριά ατέλειωτη γραμμή ως την ώρα που το ρολόι ταράζει τη γραμμή που χορεύει τότε τρελαμένη ξύπνησα και χαμογελώ για να αντέξω πάλι τη μονοτονία δεν κυριολεκτώ βέβαια η λέξη μονοτονία είναι χωρίς περιεχόμενο υπάρχουν τόσα πράγματα
-
κοντός δρόμος, αδιέξοδος, όσο να μάθεις πως λησμονιά δεν υπάρχει εκεί που ακούμπησες τη ζωή σου όλη για να πιεις ένα φιλί κυριακή 22 φεβρουαρίου 2015
-
για έναν περίεργο λόγο νομίζω πως δεν θα μου αρνηθείς ένα ταξίδι στη Βενετία. λευκός αχνός να ατμίζει το νερό μέσα στη νύχτα θολό πρασινωπό μαρμάρινο θαρρείς γεμάτο είδωλα φαναριών και φασάδες που πάλλονται αφήνοντας τα φώτα τους να ρεύσουν μέσα του ωχρά και κίτρινα σαν το φοβισμένο μου πρόσωπο μπροστά στην άρνηση πορτοκαλιά
-
η κολυμβήτρια θέλει να φεύγει μακριά, να ξεπλένει τη μαυρίλα της τριβής της με τις άχρηστες αλήθειες γύρω της με ένα μακροβούτι στον κόσμο του υπόκωφου βουητού, αυτού που αργά-αργά θα υποχωρήσει και θα πάψει μόλις αυτή εισρεύσει στον παράδεισο. εκεί νομίζει ότι πάει τώρα. οι φυσαλίδες βγάζουν ήχο, οι κινήσεις των χεριών θόρυβο, ίσαμε
-
ευτύχησα σκαρφαλωμένη στα φτερά του μύθου που έφτιαξα για να ταξιδεύω στην ουράνια άκρη. τις νύχτες αγκαλιάζω μετεικάσματα αλήθειας που ο νους πυροβολεί χωρίς σταματημό στον τοίχο του μυαλού μου κι αυτά γεννιούνται πάλι απ´την αρχή. πετώ μέσα στο χρόνο ασήμαντη καθόλου ωραία. ο μύθος μου σαν δράκος δυνατός προβαίνει ηλιοσπυρίζοντας το φως κι
-
αναμονή ατέλειωτη μιας αγκαλιάς νύχτες πολλές νύχτες που μοιάζαν αξημέρωτες· κάποια στιγμή ο ύπνος άρπαζε τη σκόνη των ονείρων για να την οικειοποιηθεί. και δοκιμές άχρηστες επιχειρούνταν τις μέρες τις μικρούτσικες που άφηναν πίσω τους κενό το σώμα και το νου. κι απάνω που η ροή ξεπνόησε πάνω που όλα μάταια φανήκαν πια καθώς
-
είχα μια καταφυγή από χρόνια τώρα πολλές φορές τη μέρα να αποσύρομαι μέσα μου για λίγο ή πολύ όσο η ανάγκη μου το απαιτούσε. ταξίδευα σε λαμπρό βαθιά επιθυμητό κόσμο εγώ σώμα νυχτερινό στο φως του ήλιου παραταύτα δυνατά παραδομένο. το δάκρυ εύκολο και σιωπηλό τότε κυλούσε συνοδεία και απαραίτητο συμπλήρωμα κάθε φοράς.
-
όλο το πρωί πάλευα να ‘βρω λέξεις λίγες μα γεμάτες να περιγράψω το ζεστό σώμα την τρυφερή μυρωδάτη σάρκα που μαζί της ολόκληρη εγώ συνομιλούσα όλη νύχτα το πρόσωπό μου πίεζε για ν´ αφομοιωθεί επιχειρούσε εκπροσωπώντας με να την αλώσει. τα χέρια που λάτρεψαν το σώμα ακόμα εξετάζω τεντώνοντας μπροστά διαδοχικά αναστρέφοντας
-
οι άνθρωποι είναι ματαιόδοξοι, θέλουν να τους θυμούνται. ντύνουν τη ματαιοδοξία τους με κομψά ρούχα, λένε ωραία λόγια όλο το βράδυ, γελάνε και κάνουν επίδειξη γνώσεων. από όλο αυτό μένει πολύ καιρό μετά η αύρα της βραδιάς ή μια ασχημάτιστη πίκρα. προσπάθησα απόψε για να με θυμάσαι, προσπάθησα πολύ, άνθρωπος είμαι και γω και
-
δεν υπάρχει καιρός πια παρά μόνο να φαντασιοκοπώ όσα δεν έζησα, αν και το ήθελα πολύ. θέλω, επιθυμώ, διακατέχομαι, ορίζω, ως και μικρές μανίες αποδέχομαι εν τέλει να υπάρχουν, ευρείες ευτυχείς εικόνες που με αφορούν. γέρνω, κλείνω τα μάτια για να κοιμηθώ. τότε είναι που εκκινούν οι ταινίες μικρού μήκους, μπορεί και δυό και τρεις
-
απάθεια πάνω στα γλιστερά κόκκινα σεντόνια. ώρα μία μετά τα μεσάνυχτα. στο επάνω διαμέρισμα ακούγεται νερό που στάζει. από την μπαλκονόπορτα πού και πού ο θόρυβος διερχόμενου από μακριά αυτοκινήτου. και η Ένατη γλιστράει στα σατέν σεντόνια και ακούει το χχχρτς του σατέν. προκαλεί αυτό το χχχρτς, της θυμίζει μετάξι. η χτεσινή μπόρα έφερε
-
θέλει να περιγράψει τα αισθήματα που νιώθει κάθε μέρα, όλη τη μέρα. το ένα διαδέχεται το άλλο. κυριαρχεί το μικροκλίμα της νοσταλγίας, νοσταλγία για τον έρωτα που ένιωσε και έχασε άδικα και ξαφνικά και στερήθηκε για λόγους αυτοπροστατευτικούς τελείως τη δυνατότητα να τον ξανανιώσει. πονάει όταν ανακαλεί το κλίμα αυτό. ο πόνος μοιάζει με αυτό που νιώθει
-
μια ψηφιακή φωτογραφία με κείνον να κοιτά το φωτογράφο του στα μάτια χαμογελώντας όλος χαρά σα να του λέει Μαλάκα τράβα να δούμε τί θα καταλάβεις. μια γυναίκα μου τη χάρισε, εκεί που σκάλιζε μαζί μου τις αναμνήσεις της από εκείνον, εν γνώσει της ότι ο εικονιζόμενος αρέσκεται να διαμοιράζεται τήδε κακείσε, μη κινδυνεύοντας εξάλλου να
-
διψάει η ψυχή για ένα σφιχταγκάλιασμα ναι, χορός, ο έρωτας ακκίζεται ως τη στιγμή της ώσμωσης αντέχει και αντέχεται. κατόπιν ανελέητος προκύπτει. η προτροπή του απατηλή ως ειπώθηκε εκείνη νόμισε χορός θα γίνει και ενέδωσε εκείνος την πήρε επιτήδεια ίσαμε να νιώσει πάλι ζεστός πως είναι εκείνη, είπε, δεν κατάλαβε πώς έγινε. γυναίκες ψεύτρες
-
ύστερα από μια νύχτα χτισμένη από καιρό από αναμονές και ψευδεπίγραφες επενδύσεις η σιωπή μετατράπηκε σε άλικο φως. μα φοβίες και τρόποι διάφοροι ακολούθησαν μέρες που συγχωνεύθηκαν σε άχρωμη σχεδόν εικόνα που αναμένει και πάλι το ζωγράφο της.
-
και ποιος σας είπε τούτο πως είναι επάγγελμα; ασκείται ο ποιητής για βιοπορισμό; βίος και ύλη μπορούν και να αντιμάχονται. κι αν πείτε έλαθα να αλλάξω δα πορεία ουδόλως δεν συστέλλομαι. μήπως και πρώτη μου φορά θα είναι; τετάρτη 18 νοεμβρίου 2015, πρωί, προχώρησε η ώρα
-
μικρή η Άννα το 71, πήγαινε πέμπτη γυμνασίου, σκεφτόταν σοβαρά να δώσει εισαγωγικές εξετάσεις στο πανεπιστήμιο και του χρόνου θα ξεκινούσε για τον σκοπό αυτό φροντιστήριο. είχε μεγαλώσει μόνη της με λίγες χαρές. το σπίτι ήταν πάντα κρύο, οι χειμώνες τότε παγωμένοι, τόσο που πάγωνε το λάδι στο μπουκάλι μέσα στην κουζίνα και, για να το
-
για την Αλεξάνδρα γιατί σε φοβίζει η νύχτα; υπάρχει πιο καλά κλειδωμένο δωμάτιο από τη νύχτα; μόνο δική σου και μπαινοβγαίνεις ανεμπόδιστα, σε όποια στιγμή, ζωή, φιλί, το στοπ καρε καδράρεις κι αν θέλεις το κρεμάς, κι αν θέλεις το πετάς, μπορείς και να το τσαλαπατήσεις άμα θέλεις. εξασφαλισμένη ατομικότητα και ουτοπία με φως ιδιωτικό. κανείς
-
κυλάει; προσπίπτει; ενδίδει; μη και αντιστέκεται; δεν επιτίθεται η ήρεμή μου θάλασσα. ίσως πρέπει να την μετονομάσω. τετάρτη 18 νοεμβρίου 2015, 9:30
-
βαδίζω ειρηνικά -συνήθως- την ημέρα μου οι ώρες μικρούλες, ποιος τις πειράζει στο καλό τους κι όλο μικραίνουν; αύρα του θέλω να απομακρυνθώ σηκώνεται, την πιάνω που έρχεται, και μόλις φτάσει αρχίζω να μπαινοβγαίνω στιγμιαία στην πρόκληση με διάφορες δικαιολογίες, μόλις χρόνος και τόπος παραμερίσουν, ουπς, με τσάκωσα αναστενάρισσα.. έχω πλάκα όταν παίζω με τα
-
ο κυρ Παναγιωτάκης, βιοτέχνης της αγοράς γύρω στα σαρανταδύο, παντελόνι μπεζ, πουκάμισο λευκό, μπουφάν μαύρο, φαλάκρα, λευκή επιδερμίδα με κίτρινες τις άκρες των δαχτύλων του δεξιού χεριού απ’ το πολύ τσιγάρο, ο κυρ Παναγιωτάκης που ονειρεύεται ώρες ελεύθερες και κοιμισμένες να γίνει πλούσιος επιτέλους σ’ αυτή τη ζωή, και όχι στην άλλη.. ο φίλος του
-
νόμιζα παλιά πως πρέπει απ´την αρχή να ξέρεις ακριβώς τί θέλεις να κάνεις τραβώντας τις όποιες γραμμές στο χαρτί, και έτσι κανένα αποτέλεσμα δεν μου άρεζε, καθώς τα σκληρά παστέλ γρατζουνούσαν βάφοντας σκληρές γραμμές και σπάζοντας σε σκληρούς κόκκους, και τα τρυφερά από δαύτα πουδράριζαν τον τόπο και κατακάθονταν στα πνευμόνια μου. δεν μου άρεζε
-
τον νιώθω να γέρνει δίπλα μου, ζεστός, μαλακή σάρκα που βυθίζομαι, το δεξί μου μάγουλο πρώτα συναναστρέφεται επιδερμίδα συγκεκριμένης θερμότητας και αμέσως στραβώνω τα χείλη δεξιά για να φιλήσω.. βάλθηκα να περιγράψω την εμμονή μου είναι δύσκολο να δραπετεύσεις εκεί φοβάμαι μήπως υπερβάλλω και χαθώ σε μη πραγματοποιήσιμες ονειροφαντασιές φοβίες ανυπόστατες, είναι τόσο κακό να
-
συννεφάκια αόριστα καλύπτουν το χαζοκόριτσο με χρώματα παλ προορισμένα για ευκολόπιστους. δεν ξέρει τίποτε άλλο για την ώρα η μικρούλα, δεν σοβαρεύεται ανάγκη δεν υπάρχει άλλωστε, είναι ο κόσμος από μόνος του δύσκολος ας μην προκύπτει η ζωή της δυσκολότερη γράφοντας χρώματα με έννοια σοβαρότητας. ποιος αλήθεια σκοτίζεται πόσο το μαύρο πένθος της εστοίχισε; ένα
-
το οχηματαγωγό Σκύρος αριβάρει άδειο στην Aλόννησο μόνο και μόνο για να την αφήσει. ο καπετάνιος και φίλος αρχαιόθεν της μαμάς της κάνει τα στραβά μάτια σε όλη τη διαδρομή. έτσι κάνουν οι κύριοι. λευκή στολή με σειρήτια. πόσα; η Pενάτα δεν θυμάται. δεν της έκαναν εντύπωση τα σειρήτια ποτέ. πόσο μάλλον τότε που της φαινόταν αστείο
-
μια πρόσκληση ανοιχτή φύλαξε εσύ μια αγκαλιά για μένα δικιά μας ανθρώπινη και θεϊκή μαζί όνειρο ή αλήθεια. θα είμαι πάντα εδώ για σένα. η φύση καταριέται όποιον αυτή την ευτυχία περιφρόνησε κι εγώ σκέφτηκα να μην την προκαλέσω. σάββατο 21 νοεμβρίου 2015
-
φροντίδα κάθε μέρας, κάθε πρωινού ηλιόλουστου και μη, παραθυρόφυλλα να ανοίγω συστηματικά στο φως, το ένα μετά το άλλο, έντεκα. χειμώνες διάπλατα, χωρίς κουρτίνες, ανεμπόδιστο το φως να εισρέει. τα καλοκαίρια συστέλλομαι τη λάμψη του, δειλιώ διαιτώμενη μισόφωτα, εκτιθέμενη σε μηχανική δροσιά με λίγο θόρυβο, που όμως συνήθισα από χρόνια τώρα. φως, δροσιά, μηχανή,
-
δρυΐδες και μάγισσες του σύμπαντος, σας ανέθεσα τη γη μου, τον αέρα, το δροσερό νερό μου, να τα φυλάξετε καλά εκεί όπου η θάλασσα κυλίεται στην άμμο ρυθμικά και θυμώνει και χαίρεται και φωνασκεί, εκεί όπου το σύννεφο προσπίπτει στην άβατη κορυφή του κόσμου κροτώντας. σας ζήτησα να συμμετέχουν όλα τα μέρη από το είναι
-
η Ελένη πάει καιρός που κατάλαβε ότι οι πλάκες των πεζοδρομίων δεν είναι απόλυτα στοιχημένες. σε μερικά πεζοδρόμια ο τεχνίτης φρόντισε τον αρμό έτσι που να απορείς πώς τέτοιος τετραγωνισμός προέκυψε από ανθρώπινα χέρια και αλλού πάλι δεκάρα δεν δόθηκε για την τάξη, όσο και αν την επιθυμούσαν μερικοί. και πάνω στις πλάκες, γκριζόμαυρες εξέχουσες
-
μου ήρθε έξαφνα στο μυαλό τώρα δα ένα νυχτερινό μου όνειρο, πού και πού επαναλαμβανόμενο: ένας δρόμος, φαρδύς θα έλεγα, αλλά χωρίς περαστικούς και αυτοκίνητα. έχει νυχτώσει, δεν είναι περισσότερο από οκτώ η ώρα, δεν είναι χειμώνας, γιατί έχει νυχτώσει άραγε τόσο νωρίς;. ο δρόμος είναι σιωπηλός, το πεζοδρόμιο που περπατώ, έχω την αίσθηση ότι