ποίηση
-
το μεσημέρι κοιμήσου ανάσκελαζέστανε τη μέση σου δραματικάτότε θα έρθουν τα πρόσωπα της δικής σου μυθολογίας να σου χαμογελάσουν μόλις ανοίξεις την πόρταθα έχουν δόντια με χρώμα παλιάς πορσελάνης και μάτια βρεγμένα και δέρμα ζεστό και τρίχωμα λεπτόθα είναι ψηλοί πολύ κι αδύνατοιμε μακριά δάχτυλα θ´αδράχνουν τρία χρωματιστά λουλούδια ανάφυλλα βαλμένα σε χωνί από λεπτό χαρτί που προόριζαν
-
λέει αυτή:τ´αφήνεις όλα για αύριοόλη μέρα δουλεύεις κι ασχολείσαι και δεν προλαβαίνεις πάλιπόσα νομίζεις ότι μπορείς να προκάμεις αύριο;σαν και σήμερα θα είναι το αύριοσήκω, πάνε, γύρνα, φτιάξε, μίλα, διάβασε, μη γελάςτα ίδια πάλιμια συγκαλυμμένη θλίψη δηλαδήλέει ο γάτος της:όλο για αύριο με αφήνειςθέλω να παίξουμε και όλο μου ξεφεύγειςπερνάς δίπλα μου τάχα αδιάφορα και
-
είναι λίγες ώρες τώρα που σκανδαλίζομαι να σωπάσω οικειοθελώς να μην ακούσω ποτέ ξανά τη φωνή μου ούτε κανείς άλλος την ακούσει εκούσια επιλογή της σιωπής.. αν πάψω να μιλώ τι θα μου συμβεί; θα θορυβεί βουή μες στο κεφάλι μου; θα σκεπάζω τ´ αυτιά μου μη την ακούω; σαν ξερά φύλλα στον αέρα θα
-
με όρισες αγάπη και με έθρεψες με δύναμη εκτινάχθηκα στο σύννεφο μαζί ακολούθησες θαρρώ για λίγο μα σύντομα με άφησες να πέσω να χαθώ να σβήσω αδιάφορος.. κατόπι να προσποιηθείς πως φλόγα έγινες και σώζεις τη χαρά που δε μου έδωσες πέφτω διαρκώς.. και πάλι μόνη μου σηκώνομαι και πάω πίσω και δονούμαι
-
ναι, το μυαλό μου είναι ο μεγαλύτερος εχθρός μου… αυτό παλεύει με το συναίσθημα μου με λύσσα… κι όταν το συναίσθημα επικρατεί, εγώ σκέφτομαι με το μυαλό μου ότι χάθηκα… κι όταν το μυαλό μου επικρατεί, εγώ νιώθω με το συναίσθημα ότι σε έχασα.. όλα στη μάχη ισορροπούν εν τέλει.. πέμπτη 30 νοεμβρίου 2017
-
ο κρετίνος τη δύναμή του δοκίμασε να γίνει τόση όση στα κύματα να τον πετάξει ήξερε πως με φουρτούνες θα μπλεκε μα αμέσως χαμένος στην ιδέα της απώλειας μιας μεγαλοσύνης που συχνά πρόβαρε στον καθρέφτη κοιτάζοντας φιλάρεσκα ένα συνηθισμένο μάλλον είδωλο τί θα έμενε μετά το νέο ξεκίνημα φαντασιώθηκε και αναθάρρησε τότε όλα ξεκίνησε να
-
ξαφνικά ο κόσμος μου φαίνεται πολύ μεγάλος νόμιζα ότι μπορώ να του δίνω εγώ μέγεθος αυτό που θέλω και μπορώ τέτοιο που να χωρώ μέσα με όλες τις γωνίες μου κάθε φορά μα έχασα την ικανότητα απώλεσα τη δημιουργικότητά μου λέω σαν να πατήθηκε από μόνο του ένα παραπεταμένο κουμπί κι έγινα μέρος ενός τεράστιου
-
υπέθεσε πως τον αγκάλιαζε πόσος είναι ο άδειος κύκλος ανάμέσα τους όταν καμπυλώσει τα χέρια της και τα δέσει; επιχείρησε αναπαράσταση να είναι σε όλα έτοιμη σαράντα πόντους διάμετρο βία σαρανταπέντε το κορμί του δεν χωράει έτσι δεν θα δέσει ποτέ τα χέρια της πίσω του ακατάλληλη χαμογέλασε με την προοπτική της μισής αγκαλιάς η
-
τα τυραννικά βράδια επιθεωρούν σαδιστικά τη μέρα που πέρασε τα άδεια χρόνια κυλιούνται στα φθαρμένα σεντόνια πάρε μου τη μνήμη πρώτη μήπως αρχίσω πάλι από την αρχή
-
θέλησα να προβάρω τη σιωπή μου καθώς πίσω ν’ αφήσω ετοιμάζομαι ζωή ολόκληρη πέρασε τόσο γρήγορα πολύ όμορφη δεν ήτανε μοναχική την έζησα στον κόσμο μέσα μπορούσα και καλύτερα μα τον τρόπο δεν εγνώριζα ακόμη δεν τονε γνωρίζω καταφύγιο προσωπικό ήσυχα οργανώνω να κρύβομαι σαν κάποτε εκεί στον ίδιο τόπο μα σ’ άλλο χώρο κι
-
άνοιξα τα μάτια μου απότομα εκεί που είχα αφαιρεθεί και ταξίδευα άηχα σε ανέκφραστα και ασχημάτιστα περιεχόμενα χωρίς διάθεση ομολογώ χωρίς νεύρο είναι γιατί σκέφτηκα πως ποτέ δεν αφιέρωσα κάτι στον αγώνα σου ναυτίλλεσαι αργά πάνω στο νερό της μνήμης σου κι αυτό καραδοκεί να σηκωθεί ψηλά μόλις εσύ χαμηλώσεις τους ώμους σου λέει ψέματα
-
πιέζομαι να κάνω κάτι να καταφύγω σε κείμενα άλλων; μα δεν θέλω να ξεφύγω από τη φυλακή μου τί θα πει όταν λένε ότι τα περιθώρια στενεύουν; μή ελαστικό περίγραμμα το λεξιλόγιό μου στενεύει κι αυτό δεν έχει σημασία μέσον είναι οι εικόνες πολλές μα η φυσική επιλογή διαλέγει μία ο κόσμος εντός μου φουσκώνει
-
το πρωινό αχνοφέγγει χειμώνας είναι η ώρα επτά στο κρεβάτι καθισμένη ανατολίτικα ακούει προσεκτικά τη σιωπή την τυλιγμένη γύρω της έξω αέρας να φυσά ξεκίνησε τα τενεκέδια που κυλάν στο δρόμο τη διαλύουν άσπλαχνα μα πόσο τη χρειάζεται τη σιωπή αυτή.. “πουλιά πετούν όταν φυσά αέρας;” αναρωτιέται -κάθε φορά που ο βαρδάρης σφύριζε αυτή το
-
τεράστιο φανάρι πλέεις στον ωκεανό της πίστης μου σε σένα λεπτά δερμάτινα λευκά πετάσματα τα βλέφαρα το φως σου αγκαλιάζουν και τηρούν σε υποθετικά ουτοπικά ταξίδια παρασύρομαι καταστρώνω ανέλπιδα σχέδια με φώτα και σκοτάδια μπερδεμένα έτσι που σηκώνουν ψηλά το θυμό μου τότε σαν αγριεμένη μηχανή γρυλίζω κι ύστερα κοιμάμαι πανύψηλη κάτω από τα χαμηλά
-
«μπορώ να σε αγγίξω;» τον ρώτησε χρόνια μετά που τον ξανάδε («να σου χαϊδέψω τα μαλλιά» εννοούσε) εκείνος χαμογέλασε σιγανά το χαμόγελο έτρεμε κίνησε μαζί αμυδρά και το κεφάλι προς τα κάτω ήθελε να δείξει έτσι «ναι» μια φορά ήταν αρκετή μα το κίνησε φανερά μπορεί και τρεις που έσβησαν αργά μέσα του κινήθηκε πολλές
-
τα επίπεδα του συναισθήματος νιώσε και ταξινόμησε: αν υποφέρεις, άφησέ το να κυλήσει όπου βγει μπορεί και να μικρύνει ή να σε σύρει ανύποπτα μπορεί μα εσύ θα είσαι υποψιασμένος κι αν αγαπήσεις θυμήσου να το ακούεις ούτε πομπώδες είναι ούτε υπόκωφο ακούγεται με όρους καθημερινούς συχνά κι αν αδιαφορήσεις φυλάξου αύριο μπορεί να αλλάξουν
-
υποχρεώνω το κορμί σε μεγάλα βήματα ένα-δύο, εν-δυό σαν σε παρέλαση να βρίσκομαι προσέχω κιόλας μη χάσω το ρυθμό καλός τρόπος διατήρησης ενός παρελθόντος που οπισθοχωρεί δευτέρα 9 νοεμβρίου 2015, μεσημέρι ήταν μια στεγνή μέρα περπατούσα το μεσημέρι στο ίδιο πεζοδρόμιο ακούγοντας τα βήματά μου καμιά λέξη δεν είναι τυχαία όταν γράφεις αλλά οι αφορμές
-
αφήνω τον καιρό να περνάει κάτω από μένα κυλάω πάνω του σιωπώντας μέσα μου μιλάω ακατάπαυστα φτάνει που ακούω εγώ υπήρχαν καιροί που νόμιζα σημαντικό να ακούνε οι άλλοι ό,τι άκουσαν, άκουσαν έτσι κι αλλιώς οι άλλοι λιγόστεψαν πολύ πήρε ο καιρός τους περισσότερους πήρε η μνήμη μου άλλη θέση ταξίδεψαν κι αυτοί όλοι ταξιδεύουν
-
σπίτια κλειστά σκυμμένα προς τα μέσα παράθυρα ανοιχτά για να κοιτάζουν έξω τρύπες στη μοναξιά που εγκαταστάθηκε και όλοι κάνουν πως δεν το γνωρίζουν κυριακή 7 φεβρουαρίου 2015
-
όταν ο πόνος που η επιθυμία προκαλεί στο κέντρο του κορμιού κοπάζει ο ύπνος είναι ευθύγραμμος εγκεφαλογράφημα στενή μακριά ατέλειωτη γραμμή ως την ώρα που το ρολόι ταράζει τη γραμμή που χορεύει τότε τρελαμένη ξύπνησα και χαμογελώ για να αντέξω πάλι τη μονοτονία δεν κυριολεκτώ βέβαια η λέξη μονοτονία είναι χωρίς περιεχόμενο υπάρχουν τόσα πράγματα
-
δεν θέλω να επιμένεις ταξίδεψε στο χρόνο σου με το τρένο σου με το κρασί σου δεν πρόκειται να γίνω άλλη εσύ θέλεις αγάπες μιας μέρας αλλά αγάπες ποιος έχει διάθεση για ψευδεπίγραφους ρόλους τώρα; να προσβάλω τη μνήμη της ελπίδας μου; γιατί να εργαστώ ενάντιά μου; μήπως δεν ξέρω πώς να σκεπαστώ για να
-
δε μπόρεσα κι απόψε να βγάλω από πάνω μου αυτό που με βαραίνει εικόνα θα το κάνω περιγράφοντάς το μήπως το σκορπίσω τερτίπια δανεικά από την τέχνη μου είναι τούτα να κοντούτσικος άτριχος βραχνάς θρονιάστηκε στο λαιμό μου και με κοιτάει με μάτια γουρλωμένα και πρέπει εγώ να αποστρέφομαι να μη νομίζει ότι
-
σου έδωσαν ζωή από υποχρέωση κι αυτή σε άφησε να περιμένεις στο σκοτεινό δωμάτιο εσύ πάλι την άφησες ν´αποφασίσει για σένα σαν μαλακή καρδιά που προσποιήθηκε του κόσμου τη σκληρότητα πως φοράει αντίστασης προσαρμογή καθώς ο σκληρός το χώμα αδιάφορα αγγίζει μα τον ουρανό αδυνατεί κι ούτε καν ψηλά τον νοιάζει να κοιτάζει
-
πολύς λόγος γίνεται για την ελπίδα που πεθαίνει πάντα τελευταία και όπως βαριέμαι τα κλισέ σαν τρόπος βολικός που είναι να βγαίνουμε απ´τα δύσκολα και τα αποστρέφομαι μόλις τα συναντήσω να η φρασούλα τώρα ξεμυτάει θρασύδειλη με άρπαξε -έξυπνη νομίζω εγώ πως είμαι- και κολυμπάμε οι δυο μας στον αφρό στενά πιασμένες αγκαζέ σάμπως
-
έκλεισε το στόμα μου πίκρισε η γλώσσα μου άνοιξα παράθυρα μα φως δε μπήκε νύχτωσε ξανά χωρίς να είναι η ώρα άδειασε ο χρόνος από μνήμες το σπίτι σώπασε το φως δεν θα ανάψει απόψε τώρα που κατάλαβα πως ζω καθισμένη στα σκαλιά μιας καμένης ύπαρξης δεν είσαι πουθενά κάτι ληθαργικά όνειρα
-
τους ανθρώπους τους κατατρύχει η μοίρα τους.. πεθαίνουν όπου έζησαν ζουν όπως δεν ξέρουν γελάνε όπου έκλαψαν μισούν αυτό που αγάπησαν σφίγγουν πάνω τους όσα παράτησαν απωθούν ό,τι τους άγγιξε ξεχνούν τα μάτια που τους κοίταξαν αφήνουν πίσω χείλη που τους φίλησαν ζητιανεύουν όσα κρατούν ο τρόμος τους σαστίζει τα αυτονόητα η ελαφρότητα βαρύτερη
-
η στροφή προς τα μέσα εσύ πότε με το καλό; ρωτούσαν την κοπέλα μικρή, μόλις 27, και φοβότανε τη μοίρα της μην απογοητεύσει τους επενδυτές της. σκληρή η μοίρα της την καταχέριασε ακόμη κι όταν της έκαμε τη χάρη να συναντήσει το δυνάστη της. γύρισε μέσα της και κρύφτηκε βαθειά η κοπέλα. κρυμμένη έτσι
-
κοντός δρόμος, αδιέξοδος, όσο να μάθεις πως λησμονιά δεν υπάρχει εκεί που ακούμπησες τη ζωή σου όλη για να πιεις ένα φιλί κυριακή 22 φεβρουαρίου 2015
-
λέτε συχνά μια φράση στερεότυπη αντιγραμμένη πως η αγάπη άργησε μια μέρα φράση καλή που σας βολεύει να θορυβείτε με ποιητικό νομίζετε τρόπο δεν πιστεύω σε λογοτεχνίζουσες διατυπώσεις ούτε για να περνάει η ώρα δεν τις θέλω εδώ ποτέ δεν ήρθε η αγάπη τα πρόσωπα γίναν φωτογραφίες που ξέβαψαν στο φως η αναμονή έγινε
-
για έναν περίεργο λόγο νομίζω πως δεν θα μου αρνηθείς ένα ταξίδι στη Βενετία. λευκός αχνός να ατμίζει το νερό μέσα στη νύχτα θολό πρασινωπό μαρμάρινο θαρρείς γεμάτο είδωλα φαναριών και φασάδες που πάλλονται αφήνοντας τα φώτα τους να ρεύσουν μέσα του ωχρά και κίτρινα σαν το φοβισμένο μου πρόσωπο μπροστά στην άρνηση πορτοκαλιά
-
ο ήλιος πάντα θα λάμπει, με μένα ή χωρίς εμένα τα σιτάρια θα κιτρινίζουν κυκλικά και θα θερίζονται τα δέντρα θα ξεδιψούν σε απρόοπτες διαδρομές νερού οι αιωνόβιες χελώνες θα λιάζονται κροταλίζοντας τα καύκαλά τους. θέλω να βυθιστώ σε όσο παραπάνω φως μπορώ όσο ακόμα υπάρχει χρόνος και έχω φωνή και θυμικό χωρίς
-
μου πήρε καιρό όσο ν´ αποφασίσω ότι έσφαλα τα μάτια μου πως έκλεισα από το φόβο της απώλειας κάθε πιθανότητας ν´ αγκαλιαστώ μ´ ένα κορμί λερό από συγκεχυμένα πάθη ατιθάσευτα. εκκώφευσα στη μόνη αλήθεια που αυτός εκραύγαζε. κι όμως ακόμη δέσμια του εαυτού μου διαδράμω ατέρμονα τον κύκλο με κέντρο το φόβο δευτέρα
-
έπνιξες στο στήθος το γήινο λόγο μη τυχόν και ακουστείς δεν μεταφράζεις τίποτε μέσα σου όλα μόνο συμβαίνουν και μόνο ρέουν και κατευθύνονται στη θάλασσα που καταδεκτικά θα τα ρουφήξει σαν συνέπεια της ροής προς το κατώτερο μεγάλο. ούτε βουή ούτε ψωμί. διάλεξες γωνιά για να σταθείς στο ένα πόδι ασκήσεις ταπεινότητας στο
-
σ’ ακολουθώ με κάθε ευκαιρία χαίρομαι που υπάρχεις θέλω να δράττεις τη ζωή κι όταν σε βλέπω να το κάνεις ευτυχώ. μα όλο επιδιώκω να υποθέτω και με υποθέσεις ξακρίζω τις αλήθειες, μουντώνω τις λάμψεις μόλις λίγο τις χαρώ. σ´εμένα δεν οφείλονται χαρές. ειν´η απόφαση που πάνω της προσπίπτει κάθε φως μόλις εκρήγνυται καταπατιέται
-
πιάστηκα πάλι να βρω απάντηση για κείνο το οικείο κι επαναλαμβανόμενο ερώτημα πώς είναι τάχαμ δυνατό να αγαπάς αυτό που δεν υπάρχει. κάθε φορά που επιχειρώ την κατανόηση βάζω κάτω τις ενδείξεις και αρχίζω να καταμετρώ. πάντοτε λειψές μου βγαίνουν αλλά μετά τις πλάθω ολοστρόγγυλες χωρίς αγκαθωτά τελειώματα. τις δικαιολογίες μαστορεύω και με τα
-
«κοινά τοπία» «παρεμφερή τοπία» πρέπει να βρω συνώνυμο της πρώτης λέξης οπωσδήποτε. σφίγγω τα βλέφαρα με δύναμη ν´απομονώσω το μυαλό να μπει σε κίνηση. κάποτε πολύχρωμα πεταλουδάκια ξεπετιόνταν με το σφίξιμο τώρα ούτε καν μονόχρωμα. μάλλον παχύνθηκαν τα βλέφαρα και σκοτεινιάζουν. ανάμεσα στις πινελιές κι ανάμεσα στις λέξεις βολοδέρνω ώρες και ώρες κάθε μέρα. δυό
-
κόκκινο μέσα μου απομένει το υπόλειμμα της μάχης. ό,τι και να αγγίξω παίρνει χρώμα άλικο αμέσως ή αφού πρώτα με διασχίσει. και τότε ταράχτηκα που σ´αγαπώ.
-
ευτύχησα σκαρφαλωμένη στα φτερά του μύθου που έφτιαξα για να ταξιδεύω στην ουράνια άκρη. τις νύχτες αγκαλιάζω μετεικάσματα αλήθειας που ο νους πυροβολεί χωρίς σταματημό στον τοίχο του μυαλού μου κι αυτά γεννιούνται πάλι απ´την αρχή. πετώ μέσα στο χρόνο ασήμαντη καθόλου ωραία. ο μύθος μου σαν δράκος δυνατός προβαίνει ηλιοσπυρίζοντας το φως κι
-
αγαπημένο σώμα έχω τόσο ανάγκη να σε κοιτώ και να σε γεύομαι χωρίς ο χρόνος να με σταματά χωρίς οι άνθρωποι να μου αλλάζουν τα σχέδια. κι έπειτα κινήσαν εναντίον μου τα πρόσωπα της ταραχής… αφήνω τη σιωπή να προσπεράσει αλαλάζω να σωθώ διαλύεται ο αχνός της χαράς πριν κατακαθίσει. πώς θα ζήσω χωρίς
-
αναμονή ατέλειωτη μιας αγκαλιάς νύχτες πολλές νύχτες που μοιάζαν αξημέρωτες· κάποια στιγμή ο ύπνος άρπαζε τη σκόνη των ονείρων για να την οικειοποιηθεί. και δοκιμές άχρηστες επιχειρούνταν τις μέρες τις μικρούτσικες που άφηναν πίσω τους κενό το σώμα και το νου. κι απάνω που η ροή ξεπνόησε πάνω που όλα μάταια φανήκαν πια καθώς
-
με ενοχλεί αυτή η σιωπή του Ιουλίου όλα μικραίνουν και αναβάλλονται για όταν ο χρόνος επιστρέψει μα τότε μπορεί τίποτα να μην είναι το ίδιο ή όλα αφόρητα τα ίδια να ´ναι βουβός μήνας που παρατείνεται με τη δικαιολογία της ξεκούρασης είναι κι η θάλασσα που μόνο με το σώμα πια αγγίζεται φωνές δυνατές
-
ντράπηκα να σου πω Μη με ξεχάσεις. κοίταζες για ώρα τον ιβίσκο με θαυμασμό το ίδιο ψηλοί κι οι δύο. λίγο μετά σ´αποχαιρέτησα. απλοϊκά σχεδόν. δράμα καθόλου δεν υπήρξε. δέθηκαν τα χέρια λίγα δευτερόλεπτα το βλέμμα περιείχε ειλικρίνεια, οι ευχές που ανταλλάξαμε μάλλον τυπικές και μόνον οι απαραίτητες. σκέφτηκα να σου πω Μη με ξεχάσεις
-
παρατηρητής εν γένει. δεν είναι πάντα επιτυχημένες οι αποδράσεις του στο κίτρινο φως. οι πολυπρόσωποι δρόμοι ανέκαθεν τον πλήγωναν του θύμιζαν.. συρφετός αργόσχολων ποτάμια περιπατητών σακούλες παντού επίτηδες σχισμένα τζην κινητά σε πλήρη δράση. κανείς δε βλέπει γύρω του μόνο βαδίζουν με τα μάτια καρφωμένα στην οθόνη. η διάθεση όλων του φαίνεται καλή
-
τι θα πει ερωτεύτηκα; να κυνηγώ φαντάσματα του άλλου; και τα δικά μου πάλι μόνη μου να κυνηγώ; δρόμος μακρύς χωρίς καιρό και όρεξη. προστάζω πια τις πεταλούδες της ψυχής να μην ανοίξουν τα φτερά τους. λόγος κανείς για επώδυνα πετάγματα.
-
ιδέα τώρα μαζί πάντα έρωτας λέξεις απλές που δεν ζουν μόνες τους. έτσι θαρρώ ώρες – ώρες πως έχουν νόημα μόνον όταν και άλλες προηγούνται ή έπονται. βλακείες.. νιώθω και χρησιμοποιώ τις ίδιες λέξεις μοναχές. Να: ιδέα (δική μου) τώρα (έμεινα μόνη) μαζί (με τον εαυτό μου) πάντα (εγώ κανονίζω το χρόνο
-
είχα μια καταφυγή από χρόνια τώρα πολλές φορές τη μέρα να αποσύρομαι μέσα μου για λίγο ή πολύ όσο η ανάγκη μου το απαιτούσε. ταξίδευα σε λαμπρό βαθιά επιθυμητό κόσμο εγώ σώμα νυχτερινό στο φως του ήλιου παραταύτα δυνατά παραδομένο. το δάκρυ εύκολο και σιωπηλό τότε κυλούσε συνοδεία και απαραίτητο συμπλήρωμα κάθε φοράς.
-
όλο το πρωί πάλευα να ‘βρω λέξεις λίγες μα γεμάτες να περιγράψω το ζεστό σώμα την τρυφερή μυρωδάτη σάρκα που μαζί της ολόκληρη εγώ συνομιλούσα όλη νύχτα το πρόσωπό μου πίεζε για ν´ αφομοιωθεί επιχειρούσε εκπροσωπώντας με να την αλώσει. τα χέρια που λάτρεψαν το σώμα ακόμα εξετάζω τεντώνοντας μπροστά διαδοχικά αναστρέφοντας
-
οι άνθρωποι είναι ματαιόδοξοι, θέλουν να τους θυμούνται. ντύνουν τη ματαιοδοξία τους με κομψά ρούχα, λένε ωραία λόγια όλο το βράδυ, γελάνε και κάνουν επίδειξη γνώσεων. από όλο αυτό μένει πολύ καιρό μετά η αύρα της βραδιάς ή μια ασχημάτιστη πίκρα. προσπάθησα απόψε για να με θυμάσαι, προσπάθησα πολύ, άνθρωπος είμαι και γω και
-
δεν υπάρχει καιρός πια παρά μόνο να φαντασιοκοπώ όσα δεν έζησα, αν και το ήθελα πολύ. θέλω, επιθυμώ, διακατέχομαι, ορίζω, ως και μικρές μανίες αποδέχομαι εν τέλει να υπάρχουν, ευρείες ευτυχείς εικόνες που με αφορούν. γέρνω, κλείνω τα μάτια για να κοιμηθώ. τότε είναι που εκκινούν οι ταινίες μικρού μήκους, μπορεί και δυό και τρεις
-
απάθεια πάνω στα γλιστερά κόκκινα σεντόνια. ώρα μία μετά τα μεσάνυχτα. στο επάνω διαμέρισμα ακούγεται νερό που στάζει. από την μπαλκονόπορτα πού και πού ο θόρυβος διερχόμενου από μακριά αυτοκινήτου. και η Ένατη γλιστράει στα σατέν σεντόνια και ακούει το χχχρτς του σατέν. προκαλεί αυτό το χχχρτς, της θυμίζει μετάξι. η χτεσινή μπόρα έφερε
-
έπειτα κίνησε μονάχος μια βόλτα ερημική τώρα που ο χρόνος λιγοστεύει κι οι μέρες μεγαλώνουν όσο νάρθει πάλι το φθινόπωρο. μπορεί και να προλάβει, υπάρχει η τύχη και το στοίχημα συγκεχυμένο και θρασύ το έβαλε με τον εαυτό του πρώτα κι ύστερα με το χρόνο. τρανσβεστισμός για να γράψει, να δέσει, να μιλήσει, να
-
διψάει η ψυχή για ένα σφιχταγκάλιασμα ναι, χορός, ο έρωτας ακκίζεται ως τη στιγμή της ώσμωσης αντέχει και αντέχεται. κατόπιν ανελέητος προκύπτει. η προτροπή του απατηλή ως ειπώθηκε εκείνη νόμισε χορός θα γίνει και ενέδωσε εκείνος την πήρε επιτήδεια ίσαμε να νιώσει πάλι ζεστός πως είναι εκείνη, είπε, δεν κατάλαβε πώς έγινε. γυναίκες ψεύτρες
-
ύστερα από μια νύχτα χτισμένη από καιρό από αναμονές και ψευδεπίγραφες επενδύσεις η σιωπή μετατράπηκε σε άλικο φως. μα φοβίες και τρόποι διάφοροι ακολούθησαν μέρες που συγχωνεύθηκαν σε άχρωμη σχεδόν εικόνα που αναμένει και πάλι το ζωγράφο της.
-
έτσι μου ήρθε τώρα να δακρύσω διαβάζοντας για χιόνι. παιδιά, αυλή, γέλια, δρόμος, σπίτι, όλα απαραίτητα συνοδευτικά. για άλλους.. για μένα, κρύο νερό.
-
δεν θα ξεφύγω. δεν το επιδιώκω άλλωστε, μου αρέσει να βυθίζομαι σ´ αυτό που νοσταλγία λέγεται. ταιριάζει η λέξη ιδανικά εδώ, πόνος για την επιστροφή, μα σαν άλγος βαθύτερη είναι η λέξη, πιο ταιριαστή στο δροσερό πνεύμα της ζωής που έφυγε κι αναζητώ. τώρα δα ανοίγοντας παράθυρα ήρθε πάνω η ανάμνηση, χθες πάλι κάνοντας
-
και ποιος σας είπε τούτο πως είναι επάγγελμα; ασκείται ο ποιητής για βιοπορισμό; βίος και ύλη μπορούν και να αντιμάχονται. κι αν πείτε έλαθα να αλλάξω δα πορεία ουδόλως δεν συστέλλομαι. μήπως και πρώτη μου φορά θα είναι; τετάρτη 18 νοεμβρίου 2015, πρωί, προχώρησε η ώρα
-
η ψύχρα στα θερινά τα θέατρα αναμενόμενη, σαν την αποψινή που στους ώμους μου ξαπλώνει, κάθ´εκατοστό του δέρματος τεντώνεται σφιγμένο, έτσι σκληρές είν´οι κουρδισμένες ψηλότερα χορδές πριν σπάσουν, τα δάχτυλα γαντζώνονται στο χερούλι της τσάντας, τα άλλα εξερευνούν την τσέπη για μια τσίχλα, μειώνεται η ικανότητα αντίληψης του κίνδυνου από τα διερχόμενα καθώς βουτήχτηκα
-
αστεία φάση χωροχρόνου: καθισμένη στην πολυθρόνα της γωνιάς ακολουθώ λόγια πολλά, μπανιαρισμένα σε χρυσόσκονη μπρουντζίνας. μέσα μου χαμογελώ, συγκαταβατικά ενίοτε. φόρεσα κόκκινο κραγιόν πριν έρθω, μου έστειλα φιλάκι στον καθρέφτη, ήξερα περίπου πού πηγαίνω, εκεί που το κόκκινο κραγιόν ταιριάζει, εκεί που πέφτουν λέξεις πολλές κι ανάθεμα αν οι μισοί πιάνουν τη μία, εγώ
-
με μια δραματικότητα εξελίσσονται οι τελευταίες μέρες. μάλλον σημάδι των καιρών, μπορεί και ανθρώπινου εγωϊσμού σημάδι, μίσους αποκύημα κατ´ άλλους, γι άλλους πάλι άνωθεν δυνάμεως επιθυμία, αναξιότητας καταύγασμα μπορεί. αγριότης, θάνατος, τιμωρία, κρύο, πλεονεξία, ατυχής μέριμνα σέρνουν πίσω τόνους σίδερο που λυγάει πάνω στ´ αποκαΐδια.
-
για την Αλεξάνδρα γιατί σε φοβίζει η νύχτα; υπάρχει πιο καλά κλειδωμένο δωμάτιο από τη νύχτα; μόνο δική σου και μπαινοβγαίνεις ανεμπόδιστα, σε όποια στιγμή, ζωή, φιλί, το στοπ καρε καδράρεις κι αν θέλεις το κρεμάς, κι αν θέλεις το πετάς, μπορείς και να το τσαλαπατήσεις άμα θέλεις. εξασφαλισμένη ατομικότητα και ουτοπία με φως ιδιωτικό. κανείς
-
να ελευθερωθώ.. να φύγω.. πριν η αδικία λιανίσει την ψυχή μου.. πριν η ανάμνηση μαυρίσει και ξετελειωθεί.. τώρα που ζεις ακόμη μέσα μου υπάρχων και υποσχόμενος. 15 μαρτίου 2004, 10:05 π.μ.
-
κάποιος σαν ζηλόφθονα απόψε να μου έκλεψε φως από το γκρίζο μου. να το μαυρίσει θέλει για να επιδειχθεί ισχυρότερος. χτύπα όσο θες, το πρωί κοντεύει…
-
στην Κατερίνα αργό περπάτημα με τη βαλίτσα να ακολουθεί πειθήνια, το ραντεβού με συναδέλφους επίκειται για τη μεγάλη εκδρομή. φθάνω νωρίτερα όπως διαρκώς το συνηθίζω, παρατηρώ τριγύρω περιμένοντας στη στάση να περάσει η ώρα. η ένδειξη κατεύθυνσης στα λεωφορεία υπάρχει μόνο εμπρός, πίσω τριψήφιος αριθμός μονάχα. συλλογούμαι πως σαν τη ζωή να μοιάζουν τούτα τα
-
κυλάει; προσπίπτει; ενδίδει; μη και αντιστέκεται; δεν επιτίθεται η ήρεμή μου θάλασσα. ίσως πρέπει να την μετονομάσω. τετάρτη 18 νοεμβρίου 2015, 9:30
-
βαδίζω ειρηνικά -συνήθως- την ημέρα μου οι ώρες μικρούλες, ποιος τις πειράζει στο καλό τους κι όλο μικραίνουν; αύρα του θέλω να απομακρυνθώ σηκώνεται, την πιάνω που έρχεται, και μόλις φτάσει αρχίζω να μπαινοβγαίνω στιγμιαία στην πρόκληση με διάφορες δικαιολογίες, μόλις χρόνος και τόπος παραμερίσουν, ουπς, με τσάκωσα αναστενάρισσα.. έχω πλάκα όταν παίζω με τα
-
Sempre caro mi fu quest’ermo colle, e questa siepe, che da tanta parte dell’ultimo orizzonte il guardo esclude. Ma sedendo e mirando, interminati spazi di là da quella, e sovrumani silenzi, e profondissima quiete io nel pensier mi fingo; ove per poco il cor non si spaura. E come il vento odo stormir tra queste
-
τον νιώθω να γέρνει δίπλα μου, ζεστός, μαλακή σάρκα που βυθίζομαι, το δεξί μου μάγουλο πρώτα συναναστρέφεται επιδερμίδα συγκεκριμένης θερμότητας και αμέσως στραβώνω τα χείλη δεξιά για να φιλήσω.. βάλθηκα να περιγράψω την εμμονή μου είναι δύσκολο να δραπετεύσεις εκεί φοβάμαι μήπως υπερβάλλω και χαθώ σε μη πραγματοποιήσιμες ονειροφαντασιές φοβίες ανυπόστατες, είναι τόσο κακό να
-
συννεφάκια αόριστα καλύπτουν το χαζοκόριτσο με χρώματα παλ προορισμένα για ευκολόπιστους. δεν ξέρει τίποτε άλλο για την ώρα η μικρούλα, δεν σοβαρεύεται ανάγκη δεν υπάρχει άλλωστε, είναι ο κόσμος από μόνος του δύσκολος ας μην προκύπτει η ζωή της δυσκολότερη γράφοντας χρώματα με έννοια σοβαρότητας. ποιος αλήθεια σκοτίζεται πόσο το μαύρο πένθος της εστοίχισε; ένα
-
κύκλοι παντού, θύματα ακινητοποιημένα στις παρυφές μιας ατέρμονης σπείρας συνεργάζονται από ανάγκη στη συνεχή ροή της, ανίκανα να διαφύγουν από τη μοιραία στοίχιση που προκαλεί το σφιχταγκάλιασμα της ομοιότητας. ισορροπώντας υπέροχα παλαντζάρει το άθλιο σύστημα της επανάληψης. πηχτό πλέγμα που συστρέφεται με παγκόσμιο θόρυβο γύρω από τη μαύρη χοάνη της απώλειας. δεν πέφτουν, συνεχίζουν
-
οικοδομείς την κρίση βήμα-βήμα με επιμέλεια συνειδητοποιημένος δολοφόνος εκπαιδεύτηκες. υπέθεσες πως θύμα είμαι, για τούτο και σ’ ανέχομαι. όλο πιο πρόστυχος κι απρόσεκτος ο λόγος σου. με τιμωρείς για όλες που σε σκότωσαν. φώναξα δυνατά ν’ ακούσεις πως δεν έφταιξα, δεν συμμετείχα, αθώα έμεινα. πισθάγκωνα με έδενες τις νύχτες σου, όση φωνή κι αν
-
πρώτη φορά ήρθες στο όνειρό μου απόψε τέτοιος αγέλαστος, ξερακιανός, μυστήριος, όπως τις άλλες τρεις φορές ολόιδιος δικός μου όμως αναντίρρητα, πρώτη φορά δικός μου. πρώτη φορά σ’ αγκάλιασα. Ψυχή μου, είσαι συ, εκπλήσσομαι όπως εκείνη τη μέρα που γεννήθηκα. απόμακρος στον κόσμο σου κλεισμένος μα ένα παράθυρο για μένα έχεις αφήσει ανοιχτό. σ’ αγκάλιασα
-
του Αντώνη, που η φωνή λιγόστεψε επάγγελμα πουτάνα, το συνήθισε, καμιά φορά σαν μοναχή πιο σοβαρά το παίρνει, άλλοτε πάλι σωπαίνει κι αφουγκράζεται μικρές φωνές που ξεπηδούν μέσα της άτακτα. η κάθε ώρα σκέτη επανάληψη, η κάθε στιγμή μικρότερη κι ασήμαντη. ο λόγος τους σαν μούγκρισμα αρθρώνεται. μπορεί και να ´ναι, δεν τον ακούει άλλωστε,
-
ποτέ δεν ξέχασα πώς άγγιξες τη φτώχεια μου με την απλή σαγήνη της ερημιάς που σε κατάπινε, αγαπημένο έμβρυο του νου μου που δε θέλησες να γεννηθείς ποτέ. 14 οκτωβρίου 2011
-
μια πρόσκληση ανοιχτή φύλαξε εσύ μια αγκαλιά για μένα δικιά μας ανθρώπινη και θεϊκή μαζί όνειρο ή αλήθεια. θα είμαι πάντα εδώ για σένα. η φύση καταριέται όποιον αυτή την ευτυχία περιφρόνησε κι εγώ σκέφτηκα να μην την προκαλέσω. σάββατο 21 νοεμβρίου 2015
-
θα περπατήσω σε λίγο, ζεστό καλοκαιρινό μεσημέρι, στους άδειους δρόμους της αγοράς, εκεί που ένα σάββατο κάθε χρόνου, αύγουστο μάλλον ή και ιούλη, επιχειρώ επιστροφή, θυμάμαι έμπρακτα, μνημόσυνο αναίτιο κατά βάση, ανάμνηση ονειροπόλησης που κλειδώθηκε μαζί με τα εμπορικά πίσω από τα κεπέγκια που κατέβασε η καρδιά μου. σάββατο 6 ιουνίου 2015
-
φροντίδα κάθε μέρας, κάθε πρωινού ηλιόλουστου και μη, παραθυρόφυλλα να ανοίγω συστηματικά στο φως, το ένα μετά το άλλο, έντεκα. χειμώνες διάπλατα, χωρίς κουρτίνες, ανεμπόδιστο το φως να εισρέει. τα καλοκαίρια συστέλλομαι τη λάμψη του, δειλιώ διαιτώμενη μισόφωτα, εκτιθέμενη σε μηχανική δροσιά με λίγο θόρυβο, που όμως συνήθισα από χρόνια τώρα. φως, δροσιά, μηχανή,
-
δρυΐδες και μάγισσες του σύμπαντος, σας ανέθεσα τη γη μου, τον αέρα, το δροσερό νερό μου, να τα φυλάξετε καλά εκεί όπου η θάλασσα κυλίεται στην άμμο ρυθμικά και θυμώνει και χαίρεται και φωνασκεί, εκεί όπου το σύννεφο προσπίπτει στην άβατη κορυφή του κόσμου κροτώντας. σας ζήτησα να συμμετέχουν όλα τα μέρη από το είναι